Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds, rejecting unjust enrichment claim due to vague legal basis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's rejection of the plaintiff's claim for unjust enrichment. The plaintiff argued the claim was valid under unjust enrichment principles, but the First Instance Court had previously rejected it as legally inadmissible due to vagueness. The Court ruled that since the lower court had already declared the claim inadmissible for this reason, the appeal lacked legal grounds for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 525 to 527 of the Code of Civil Procedure; A claim for unjust enrichment is inadmissible if the legal basis is vague, and an appeal against a rejection on this ground is dismissed if the claim remains inadmissible for the same reason.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1484 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1484/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: μονοπρόσωπης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ... που εδρεύει στη Μάνδρα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη - Διονύσιο Φιλιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Ζ. του Β., κατοίκου ... Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καλαϊτζίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-1-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5513/2013 του ίδιου Δικαστηρίου, 4805/2018 μη οριστική και 1544/2021 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-4-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 5.1.2011 αγωγή του κατά της αναιρεσείουσας, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει το ποσό των 58.107,16 ευρώ κατά μεν την κυρία βάση ως αμοιβή του από την σύμβαση έργου που είχε καταρτίσει με την αναιρεσίβλητη και κατά την επικουρική βάση από τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Το προαναφερόμενο δικαστήριο με την υπ' αριθμόν 5513/2013 απόφασή του απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και την επικουρική βάση της αγωγής ως μη νόμιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση ο αναιρεσίβλητος ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμόν 1544/2021 απόφασή του, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, την οποία έκρινε νόμιμη, και δέχθηκε στη συνέχεια εν μέρει ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, υποχρεώνοντας την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 50.051,40 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής.
Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας εσφαλμένως τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), είτε έλαβε υπ' όψη πράγματα τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (εδ. α) είτε δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (εδ.
β). Ως "πράγματα" νοούνται οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση (άρθρα 338, 262 ΚΠολΔ), ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ], συγκροτούν την ιστορική βάση και, συνεπώς, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και κατά νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (ΟλΑΠ 3/1997).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 727/2017, ΑΠ 781/2017, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 279/2010).
Εξ άλλου κατά το άρθρο 520 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, οι λόγοι έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι και να αναφέρονται σε συγκεκριμένες νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες που αποδίδονται από τον εκκαλούντα στην προσβαλλομένη με την έφεση οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται κατά τα ανωτέρω από τους λόγους έφεσης και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 261/2012).
Ειδικότερα, σε περίπτωση που η αγωγή απορριφθεί στο σύνολο της από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το Εφετείο δεν υποχρεούται να ερευνήσει, χωρίς ειδικό παράπονο, τις επικουρικές βάσεις της, που είχαν εξετασθεί πρωτοδίκως και είχαν απορριφθεί, αφού στην περίπτωση αυτή, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της απόφασης που πλήττονται με την έφεση και δεν εκτείνεται και στις εξετασθείσες και απορριφθείσες πρωτοδίκως βάσεις, και τούτο διότι δικάζεται πλέον η έφεση, και όχι η αγωγή.
Έτσι, αν οι επικουρικές αυτές βάσεις ερευνήθηκαν και απορρίφθηκαν πρωτοδίκως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στερείται εξουσίας για αυτεπάγγελτη έρευνά τους, διότι στην περίπτωση αυτή απαιτείται υποβολή αυτοτελούς λόγου έφεσης ή αντέφεσης (ΑΠ 429/2018, ΑΠ 781/2017, ΑΠ 294/2013). Αν παρ' όλα αυτά το Εφετείο, χωρίς ειδικό λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως ως προς την ερευνηθείσα και απορριφθείσα επικουρική βάση, ερευνήσει αυτήν, μετά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης αποφάσεως και δεχθεί την αγωγή κατά την μη μεταβιβασθείσα ενώπιόν του επικουρική της βάση, υποπίπτει στην από το άρθρο 559 αριθμ.8 του Κ.Πολ.Δ.
αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψεως υπόψη πραγμάτων (λόγων εφέσεως) που δεν προτάθηκαν ενώπιον αυτού νομίμως (ΑΠ 429/2018, ΑΠ 1817/2013, ΑΠ 834/2008, ΑΠ 1887/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι η επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν μεταβιβάστηκε νόμιμα στο Εφετείο με το δεύτερο λόγο εφέσεως, καθόσον δεν είχε προσβληθεί νόμιμα η πρωτόδικη απόφαση ως προς την πρώτη αιτιολογία της, με την οποία το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριπτε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν διότι δεν είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη η αξίωση του αναιρεσιβλήτου για καταβολή της εργολαβικής αμοιβής του.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της από 23.2.2014 εφέσεως του αναιρεσιβλήτου προκύπτει ότι ο τελευταίος με το δεύτερο λόγο εφέσεως παραπονέθηκε για την απόρριψη της επικουρικής βάσεως του αδικαιολογήτου πλουτισμού διαλαμβάνοντας στο ως άνω δικόγραφο τα ακόλουθα: "Αβασίμως ως εκ τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού της αγωγής μου ως μη νόμιμη, αφού από το περιεχόμενο της κρινόμενης αγωγής μου αποδεικνύεται πλήρως η πληρότητα και της επικουρικής ως άνω βάσης της αγωγής μου.
Αυτό γιατί αναφέρω με σαφήνεια ότι η αντίδικος έγινε πλουσιότερη εις βάρος της περιουσίας μου κατά το ποσό των ευρώ 58.107,16 χωρίς νόμιμη αιτία. Δηλαδή αναφερόταν πλήρως οι προϋποθέσεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, α) πλουτισμός της αντιδίκου, β) εις βάρος της περιουσίας μου, γ) έλλειψη νόμιμης αιτίας και κατά την αντίδικο λόγω υπαναχωρήσεως, δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού αντιδίκου 58.107,16 ευρώ και αντίστοιχης ζημίας της περιουσίας μου αξίας 58.107,16 ευρώ, αφού εκτέλεσα το έργο κόστους (χωρίς κέρδος) χωρίς να λάβω την πληρωμή μου, το οποίο έργο επωφελείται από την παράδοσή του μέχρι σήμερα η αντίδικος αδιαλείπτως.
Έπρεπε ως εκ τούτου το Δικαστήριο να μου επιδικάσει το προαναφερθέν ποσό των 58.107,16 ευρώ νομιμοτόκως και επικουρικά σε κάθε περίπτωση, κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις... Σε κάθε περίπτωση έπρεπε να εξετάσει τη βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού της κρινόμενης αγωγής μου και με βάση τα όσα αβασίμως δέχθηκε.
Ειδικότερα, εφόσον δέχτηκε ότι η αντίδικος εφεσίβλητη υπαναχώρησε από τη σύμβαση, θα έπρεπε να δεχθεί και τα αποτελέσματα της υπαναχωρήσεως. Δηλαδή ότι κατ' εφαρμογή του άρθρου 389 παρ. 2 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος της υπαναχώρησης επιφέρει την κατάργηση της όλης ενοχικής σχέσης και μάλιστα αναδρομικά (ex tunc) ώστε αφού έληξε η αιτία για την οποία καταβλήθηκαν οι παροχές, γεννάται εκ του νόμου υποχρέωση απόδοσης αυτών, κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις.
Μάλιστα, επειδή όπως αποδείχθηκε ήταν αδύνατη η αυτούσια παροχή (908 ΑΚ) λόγω της φύσης των από εμένα δοθεισών στην αντίδικο παροχών (βαψίματα, πατώματα, εν γένει κατασκευές ενσωματωθείσες στην οικοδομή της αντιδίκου) θα έπρεπε να μου επιδικαστεί κατά το ως άνω άρθρο (908 ΑΚ) το ληφθέν από την αντίδικο αντάλλαγμα που ανέρχεται στο ως άνω ποσό των 58.107,16 ευρώ.".
Επομένως, με το να ερευνήσει το Εφετείο την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής, δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" μη προταθέντα, αφού τη σχετική απορριπτική της εν λόγω (επικουρικής) βάσης διάταξη της πρωτόδικης απόφασης, ρητά προσέβαλε ο αναιρεσίβλητος με την έφεσή του ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και, ως εκ τούτου, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, το Εφετείο, μετά την απόρριψη των λόγων εφέσεων που αναφέρονταν στην απόρριψη από το πρωτόδικο δικαστήριο της κύριας βάσης της αγωγής, είχε την εξουσία να εξετάσει την αγωγή και κατά την επικουρική βάση αυτής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Συνακόλουθα, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη.
Κατά δε το άρθρο 908 εδ. α του ίδιου Κώδικα, ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται υπηρεσίες ή εργασίες με άκυρη σύμβαση, ο αντισυμβαλλόμενος του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης, η οποία συνιστά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια την οποία απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες (ΑΠ 1442/2014, ΑΠ 1462/2012, ΑΠ1387/2011).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του ίδιου παραπάνω άρθρου (904 ΑΚ), προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαίτησης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξίωσης από την αιτία.
Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου, εξαιτίας ακυρότητας σύμβασης, για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της σύμβασης και συνιστούν το λόγο για τον οποίο η αιτία της ωφέλειας του εργοδότη δεν είναι νόμιμη.
Αν, όμως, η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 ΚΠολΔ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης αυτής από τη σύμβαση, αρκεί για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης, να γίνεται απλή έστω και έμμεση (ΑΠ 1705/2014), επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα.
Και τούτο διότι την τελευταία περίπτωση η επικουρική βάση της αγωγής θα εξεταστεί μόνο, αν η στηριζόμενη σε έγκυρη σύμβαση κύρια βάση της αγωγής απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητας της σύμβασης για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ' ένσταση του εναγομένου, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης και πληρούται έτσι ο σκοπός της διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί τη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή.
Επομένως, στη δικονομικώς ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον εναγόμενο του λόγου της ακυρότητας της σύμβασης που διαγνώστηκε ήδη δικαστικώς στην ίδια δίκη και είναι έτσι δεδομένος (ΟλΑΠ 23/2003, ΑΠ 408/2020, ΑΠ 170/2016, ΑΠ 1414/2015, ΑΠ 1321/2015, ΑΠ 766/2014, ΑΠ 120/2014), ΑΠ 766/2014, ΑΠ 1647/2002).
Συνακόλουθα, επί συμβάσεως έργου, εφόσον ο εργολάβος ζητεί την αμοιβή του κυρίως με βάση τη σύμβαση και, επικουρικά, με βάση τις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αρκεί για το ορισμένο της επικουρικής βάσης της αγωγής του να επικαλείται, στην περίπτωση κατά την οποία επακολούθησε η άσκηση του δικαιώματος υπαναχωρήσεως, ότι η σύμβαση καταργήθηκε λόγω έγκυρης υπαναχώρησης, χωρίς να είναι αναγκαία και η επίκληση των λόγων αυτής.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 5/2020).
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής (ΑΠ 18/2018).
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1607/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, του δικογράφου της αγωγής, ο αναιρεσίβλητος για τη θεμελίωση της επικουρικής βάσης της αγωγής του, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, επικαλέστηκε τα ακόλουθα: "Επειδή επικουρικά η εναγομένη έγινε πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία επί ζημία της περιουσίας μου και συνεπώς πρέπει να μου αποδώσει την ωφέλειά της αυτή που αντιστοιχεί στο ποσό των ευρώ 58.107,16 κατ' άρθρ. 904 ΑΚ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της 6.4.2010 που κοινοποίησα σχετική εξώδική μου, άλλως από την κοινοποίηση της παρούσας μέχρι την εξόφληση".
Το Εφετείο, αφού απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή κατά την κύρια βάση της, με την οποία ο ενάγων ζήτησε την καταβολή της αμοιβής του βάσει της καταρτισθείσας με την αναιρεσείουσα συμβάσεως έργου, επικυρώνοντας έτσι κατά το μέρος αυτό την πρωτόδικη απόφαση, στη συνέχεια, ερεύνησε την αγωγή κατά την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, που είχε απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως μη νόμιμη, διαλαμβάνοντας την ακόλουθη αιτιολογία: "...
Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων με την υπό κρίση αγωγή του επικαλούμενος την εκτέλεση και την παράδοση του έργου που του ανέθεσε η εναγομένη, βάσει του μεταξύ τους από 28.12.2009 ιδιωτικού συμφωνητικού, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή του και επικουρικώς, σύμφωνα με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του αποδώσει την ωφέλεια της, που αντιστοιχεί στο ποσό της αμοιβής του, επειδή η εναγομένη έγινε πλουσιότερη, χωρίς νόμιμη αιτία, με αντίστοιχη ζημία του ιδίου.
Με βάση τις προαναφερόμενες νομικές παραδοχές, η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη και ως προς τη βάση της, που στηρίζεται, στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον περιέχει όλα τα αναγκαία για τη θεμελίωση της στοιχεία και δη, τον πλουτισμό της εναγομένης, την επέλευση του πλουτισμού της από τη ζημία του ενάγοντος, την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ του πλουτισμού της εναγομένης και της αντίστοιχης ισόποσης ζημίας τους ενάγοντος και την έλλειψη της νόμιμης αιτίας του πλουτισμού.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του κατέληξε σε διαφορετική κρίση και απέρριψε την αγωγή ως προς την επικουρική της βάση περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, ως μη νόμιμη, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και πλημμελώς εκτίμησε τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, γενομένου δεκτού, στο σημείο αυτό, ως κατ' ουσίαν βάσιμου του δευτέρου λόγου της έφεσης, κατά το αντίστοιχο αυτού δεύτερο σκέλος του...".
Κατόπιν αυτού, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκανε δεκτή την έφεση του αναιρεσιβλήτου (ενάγοντος) ως και κατ' ουσία βάσιμη και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος αυτής που είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η επικουρική βάση της αγωγής περί αδικαιολόγητου πλουτισμού για αιτία λήξασα, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση ως προς την επικουρική της βάση, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 50.051.40 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι η επικουρικά σωρευόμενη βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ήταν ορισμένη, περιλαμβάνουσα όλα τα στοιχεία του νόμου, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του 904 ΑΚ, αφού δεν γινόταν σε αυτήν επίκληση έστω και συνοπτικά, ότι ασκήθηκε έγκυρη υπαναχώρηση εκ μέρους της αναιρεσείουσας από την σύμβαση έργου, που επέφερε αναδρομική κατάργηση αυτής και απόσβεση των συμβατικών υποχρεώσεων, ώστε να υποχρεούται η αναιρεσείουσα να αποδώσει στον αναιρεσίβλητο την ωφέλεια που αντιστοιχεί στο εκτελεσθέν μέρος της σύμβασης με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και ως εκ τούτου έπρεπε η αγωγή, κατά την επικουρική της βάση, να απορριφθεί λόγω νομικής αοριστίας.
Επομένως, ο σχετικός τέταρτος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο τα αυτά υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, είναι βάσιμος. Η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού καλύπτει και τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, του οποίου μετά από αυτά παρέλκει η εξέταση.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Οι διαδικαστικές πράξεις, που αποτελούν κύριο συστατικό στοιχείο της δίκης ως έννομης σχέσης και ως διαδικασίας, προβλέπονται και ρυθμίζονται από το νόμο και μάλιστα ασκούνται κατά ορισμένο τύπο και έχουν ορισμένο περιεχόμενο.
Συνεπώς, όταν η διαδικαστική πράξη παρουσιάζει ελαττώματα, είτε κατά το πραγματικό, είτε κατά τις έννομες συνέπειες, είτε κατά τη λειτουργία της τελολογικής σχέσης του πραγματικού της με τα αντικειμενικώς επιδιωκόμενα έννομα ή πραγματικά αποτελέσματά της, πρόκειται για ανίσχυρη διαδικαστική πράξη.
Οι διαβαθμίσεις δε του ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων διαμορφώνονται σε τέσσερις κατά βάση βαθμίδες. Στην πρώτη, κατά την οποία κρίνεται το υποστατό της διαδικαστικής πράξης, στη δεύτερη, κατά την οποία εξετάζεται το ενεργό αυτής, στην τρίτη, κατά την οποία κρίνεται το παραδεκτό και στην τέταρτη, κατά την οποία κρίνεται το βάσιμο της εν λόγω πράξης.
Ειδικότερα, η κρίση για το παραδεκτό σημαίνει ότι η διαδικαστική πράξη παράγει διαδικαστικά αποτελέσματα και είναι προϋπόθεση για να κριθεί στη συνέχεια η διαδικαστική αυτή πράξη και ως προς τη βασιμότητά της (ΑΠ 932/2020, ΑΠ 402/2020, ΑΠ 236/2020). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο έπρεπε να κηρύξει απαράδεκτους τους δεύτερο και τρίτο λόγους εφέσεως (με τους οποίους πλήττονταν η πρωτόδικη απόφαση ως προς την απόρριψη της κύριας βάσεως της αγωγής λόγω κηρύξεως εκπτώτου του αναιρεσιβλήτου και ως προς την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού), καθόσον δεν πλήττονταν με λόγο εφέσεως η πρωτόδικη απόφαση ως προς την αιτιολογία της με την οποία απορριπτόταν η αγωγή λόγω μη ληξιπρόθεσμης αξιώσεως του αναιρεσιβλήτου για την καταβολή της αμοιβής του από τη σύμβαση έργου.
Η αναιρεσείουσα ως διάδικος που νίκησε στερείται εννόμου συμφέροντος για την προβολή του εξεταζόμενου λόγου αναιρέσεως δεδομένου ότι η κύρια βάση της αγωγής από τη σύμβαση έργου έχει απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεν επικαλείται ειδικό έννομο συμφέρον για την προβολή του εξεταζόμενου λόγου αναιρέσεως.
Επομένως, ο κρινόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Κατόπιν αυτών, και παρελκούσης της εξετάσεως του πέμπτου και επικουρικώς προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, έκρινε νόμιμη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ενώ αυτή ήταν αόριστη και για αυτό απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Πρέπει δε να διαταχθεί, η κατ' άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, απόδοση στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος παραβόλου για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές.
Αν, όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζομένη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "Οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 42/2005, ΑΠ 1305/2018, ΑΠ 1402/2018).
Τέτοιο δικονομικό έδαφος για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης επανεκδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο δεν υπάρχει και όταν ο Άρειος Πάγος έκρινε για το ορισμένο ή τη νομική βασιμότητα της αγωγής (ΑΠ 176/2016, ΑΠ 1297/2010). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 522 Κ.Πολ.Δ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους.
Κατόπιν αυτού, το Εφετείο αποκτά εξουσία να εξετάσει όλους τους ισχυρισμούς που υποβάλλονται κατά τις διατάξεις των άρθρων 525 έως 527 Κ.Πολ.Δ, τόσο από την μία πλευρά όσο και από την άλλη και, παρά το ότι ο ενάγων, ως εκκαλών, παραπονείται για το ότι η αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, το Εφετείο έχει την εξουσία να κρίνει, ακόμη και με αυτεπάγγελτη ερευνα, ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, αόριστη ή απαράδεκτη.
Σε τέτοια περίπτωση, δεν είναι εφικτή η κατ' άρθρο 534 Κ.Πολ.Δ αντικατάσταση των αιτιολογιών της εκκαλούμενης απόφασης, διότι υπάρχει διαφορά ως προς την εμβέλεια του δεδικασμένου που παράγεται από την απόρριψη της αγωγής για τον ένα ή τον άλλο λόγο. Γι' αυτό, η έφεση γίνεται δεκτή, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται και η αγωγή απορρίπτεται ως μη νόμιμη, αόριστη ή απαράδεκτη, ακόμα και χωρίς ειδικό παράπονο, διότι η απόφαση αυτή είναι για τον εκκαλούντα επωφελέστερη, σε σύγκριση με την εκκληθείσα (ΑΠ 140/2019, ΑΠ 258/2015, ΑΠ 92/2015).
Το ίδιο ισχύει, προφανώς και όταν ο εκκαλών παραπονείται γιατί η αγωγή του απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ το Εφετείο την κρίνει ως αόριστη (ΑΠ 131/2020). Σύμφωνα με τα παραπάνω, στην προκειμένη περίπτωση, που αναιρείται η προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου, κατά το μέρος που δέχθηκε ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή κατά την επικουρική της βάση, η οποία πρωτοδίκως είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη, ενώ αυτή είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας, δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας.
Πρέπει, έτσι, να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο, και να δικασθεί η από 23.2.2014 έφεση του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου), η οποία πρέπει να γίνει δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν, να εξαφανισθεί εν μέρει η εκκαλουμένη υπ' αριθμόν 5513/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, να ερευνηθεί η αγωγή του αναιρεσιβλήτου (άρθρο 535 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) κατά την επικουρική της βάση και να απορριφθεί αυτή ως απαράδεκτη, ένεκα της αοριστίας της.
Πρέπει δε να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στον εκκαλούντα - αναιρεσίβλητο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ), ενώ τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων λόγω του δυσερμήνευτου των διατάξεων (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμόν 1544/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναιρέσεως στην αναιρεσείουσα.
Κρατεί και δικάζει κατά το μέρος αυτό την από 23.2.2014 έφεση του αναιρεσιβλήτου.
Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στον αναιρεσίβλητο.
Εξαφανίζει εν μέρει την υπ' αριθμόν 5513/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δη κατά τη διάταξή της που αφορά την επικουρική βάση της αγωγής. Κρατεί και δικάζει κατά το μέρος αυτό την αγωγή.
Απορρίπτει την αγωγή κατά την επικουρική της βάση. Και
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ