Supreme Court dismisses appeal due to plaintiff's absence and remands case for trial on legality grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal because the appellant failed to appear in court, resulting in a default judgment. The appellant argued the lower court erred in accepting an employment contract as valid when the plaintiff had not submitted necessary documents to the Social Security Institute. However, the court ruled that in cases of default, the appeal is rejected without examining the merits of the arguments.
Legislator headnote
AI generatedArt. 524 para. 3 (a) of the Code of Civil Procedure; In cases of default by the appellant, the appeal is rejected substantively without examining the merits, and the appellate court's decision becomes the sole subject of cassation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1480 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1480/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2α Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Κοινωφελής Επιχείρηση Δήμου Πολυγύρου", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Πολύγυρο Χαλκιδικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Όλγας Χαριτίδου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Γ. Β. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Χάρη Βεργούλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-5-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν η 2/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 798/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-5-2018 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 528/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, που διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης. Την υπόθεση επανέφερε για εκ νέου συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 16-7-2020 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Πελαγία Ακάσογλου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
(I).- Κατά το ισχύον άρθρο 524 παρ. 3 εδ. (α) ΚΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος, η έφεση απορρίπτεται. Η απόρριψη της εφέσεως γίνεται κατ' ουσία και όχι "τύποις" διότι, παρ' όλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της εφέσεως δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου ότι είναι αβάσιμοι και γι' αυτό πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίνεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης αποφάσεως περί παραδοχής τους. Επομένως, αν η έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως απορριφθεί συνεπεία ερημοδικίας του εκκαλούντος, με την αναίρεση προσβάλλεται μόνο η απόφαση του εφετείου, που δεν υπόκειται πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας [άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ], Στην απόφαση του εφετείου ενσωματώνεται η πρωτόδικη απόφαση. Έτσι, τα (τυχόν) σφάλματα της πρωτόδικης αποφάσεως, τα οποία θεωρούνται ότι έχουν επικυρωθεί από το εφετείο, μπορούν να προσβληθούν με την αναίρεση, ως σφάλματα της αποφάσεως του εφετείου, εφ' όσον συνιστούν και λόγους αναιρετικούς, που παραδεκτώς προβάλλονται (ΑΠ ολ. 16/1990, ΑΠ 78/2022).
Υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η από 29.5.2018 (Γ.Α.Κ. 1955/Ε.Α.Κ. 156/14.6.2018 - Εφετείο Θεσσαλονίκης) αίτηση αναιρέσεως. Φέρεται δε, προς συζήτηση με την από 16.7.2020 κλήση του αναιρεσείοντος ν.π.ι.δ. υπό την επωνυμία "Κοινωφελής Επιχείρηση Δήμου Πολυγύρου" νομίμως εκπροσωπουμένου, ύστερα από την 528/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως [άρθρα 254 παρ. 1, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ], προκειμένου να προσκομισθούν "τα αποδεικτικά έγγραφα" της τελεσιδικίας της 798/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με την αναίρεση προσβάλλεται η 798/2018 απόφαση του εφετείου, που δημοσιεύθηκε στις 28.3.2018 επί της από 13.4.2017 εφέσεως του εκκαλούντος - αναίρεσείοντος, ητηθέντος πρωτοδίκως, ερήμην του τελευταίου και απέρριψε την έφεση. Η 798/2018 απόφαση του εφετείου, κατά την 14.6.2018 -ως άνω ημερομηνία ασκήσεως της αναιρέσεως- ήταν τελεσίδικη (βλ.
υπ' αριθμ. 10/14.1.2021 "πιστοποιητικό περί κατάθεσης ενδίκων μέσων" του αρμοδίου Γραμματέως Εφετείου Θεσσαλονίκης - Τμήμα Πολιτικό και υπ' αριθμ. 1197 Γ/23.5.2018 έκθεση του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Χαλκιδικής, Ν. I. Π. για την επίδοση της 798/2018 αποφάσεως του εφετείου).
Εκκαλούμενη ήταν η 2/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, η οποία δημοσιεύθηκε στις 17.2.2017, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 663 - 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87/23.7.2015) επί της από 22.5.2015 (Γ.Α.Κ. 879/Α.Κ.Δ. 26/22.5.2015) αγωγής του ενάγοντος (αναιρεσίβλητου - εφεσίβλητου) Γ.
Β.. Η αγωγή αφορά απαιτήσεις του ενάγοντος έναντι του εναγομένου (αναιρεσείοντος - εκκαλούντος) από παροχή εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και οι λόγοι της αφορούν σφάλματα της 2/2017 πρωτόδικης αποφάσεως. Σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην (I) μείζονα σκέψη, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή [άρθρα 495 παρ. 1, 503 παρ. 1, 552, 553 παρ. 1, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1, 144, 145 παρ. 1, 147 παρ. 2 ΚΠολΔ], Όσα αντίθετα ο αναιρεσίβλητος υποστηρίζει με τις από 27.1.2021 έγγραφες προτάσεις του, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (σελίδες 7 - 8), που κατέθεσε στις 28.1.2021 για "απαράδεκτη αίτηση αναιρέσεως" είναι αβάσιμα [άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ].
Μετά ταύτα, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου της [άρθρα 577 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ. 7 ΚΠολΔ].
(II).- Κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, όταν η πλημμέλεια που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.
Για τη διαπίστωση της πλημμέλειας, πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα προς έλεγχο. Το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν εισάγει άλλο ειδικό λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 1385/2005). Η ευθεία παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ.
Κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται ευθέως, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του δηλ. αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί προς θεμελίωση του δικαιώματος.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στον ουσιαστικό νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη ουσιαστικού νόμου, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και έτσι κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού [άρθρο 578 ΚΠολΔ].
Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών δηλ. αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο (ΑΠ ολ. 3/2020, ΑΠ 104/2022).
Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου ως άνω με αποτέλεσμα η αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία (ΑΠ ολ. 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) αυτός ο λόγος αναιρέσεως και συνεπώς να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος [άρθρα 118 αριθμός 4, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ] πρέπει στο έγγραφο (δικόγραφο) της αναιρέσεως να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου, δηλ.
η πλημμέλεια που αποδίδεται και η έννομη συνέπεια που διαγνώσθηκε από την πλημμέλεια, επίσης, να εκτίθενται πλήρως και σαφώς οι κρίσιμες ουσιαστικές - πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε η αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία (ΑΠ ολ. 11/2017, ΑΠ 109/2020).
(III).- Η φύση συμβάσεως δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σε αυτή τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος διότι ο χαρακτηρισμός της αποτελεί έργο του δικαστηρίου της ουσίας κατά την άσκηση της δικαιοδοτικής του λειτουργίας [άρθρα 26 παρ. 3, 87 παρ. 2 Συντάγματος], χωρίς παράλληλα ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός από το δικαστήριο της ουσίας να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομοθετικού καθεστώτος.
Συγκεκριμένα, το δικαστήριο της ουσίας αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά, όπως εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφ' όσον προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση που στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ.
Η δυνατότητα του ορθού νομικού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της ουσίας έννομης σχέσεως, ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέως ή από εσωτερικό Οργανισμό ή Κανονισμό της υπηρεσίας του εργοδότη, ανήκοντος (του εργοδότη) είτε στον δημόσιο είτε στον ιδιωτικό τομέα, ακόμα και αν ο Κανονισμός ή ο Οργανισμός έχει αποκτήσει ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ ολ. 14/2017, ΑΠ ολ. 8/2011, ΑΠ ολ. 7/2011).
Για το είδος συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου [άρθρα 648, 671, 672, 669 ΑΚ] εφαρμοστέα είναι η νομοθεσία που ίσχυε κατά τον χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως εργασίας - προσλήψεως του εργαζομένου (ΑΠ 531/2016). Σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη χρονική διάρκεια για την παροχή της εργασίας ούτε η χρονική διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας.
Η έγκυρη λύση αυτής της συμβάσεως εργασίας ειδικότερα υπαλλήλου από τον εργοδότη απαιτεί έγγραφη καταγγελία και καταβολή στον υπάλληλο της νόμιμης, ανάλογα με τον χρόνο διάρκειας της συμβάσεως εργασίας} αποζημιώσεως [άρθρα 1, 3 ν. 2112/1920 (ΦΕΚ Α. 57), 1, 2, 5 ν. 3198/1955 (ΦΕΚ Α. 98), 3 παρ. 16 ν. 4504/1966 (ΦΕΚ Α. 57), 1 ν. 1082/1980 (ΦΕΚ Α. 250), 2, 3, 4, 5 α.ν. 539/1945 (ΦΕΚ Α. 229), 1 ν. 1346/1983 (ΦΕΚ Α. 46), Κοινές Αποφάσεις Υπ.
Οικονομικών και Εργασίας 19040/1981 (ΦΕΚ Β. 742), 12921/1981 (ΦΕΚ Β. 212)]. Αντίθετα, σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν έχει συμφωνηθεί ρητώς ή σιωπηρώς η λήξη της σε ορισμένο χρόνο ή η λήξη της προκύπτει από το είδος και το σκοπό της ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου. Παύει δε να ισχύει αυτοδικαίως μετά τη λήξη της χωρίς να χρειάζεται έγγραφη καταγγελία της από τον εργοδότη και καταβολή αποζημιώσεως στον υπάλληλο [άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ].
Χαρακτηριστικό της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα συμβαλλόμενα μέρη γνωρίζουν το χρονικό σημείο της λήξεως της (ΑΠ 104/2022, ΑΠ 244/2015). Σε σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ειδικότερα υπαλλήλου (ή σε αλλεπάλληλες συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας), ανεξάρτητα αν η σύμβαση ή οι αλλεπάλληλες συμβάσεις έχουν καταρτισθεί στον ιδιωτικό ή στον δημόσιο τομέα, εφαρμόζονται οι διατάξεις για τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου [άρθρα 1, 2, 3 ν. 2112/1920, 5 ν. 3198/1955], αν ο καθορισμός της χρονικής διάρκειας δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο αναγόμενο ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως - υπηρεσίας του εργοδότη, αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας του υπαλλήλου [άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παράγραφοι 1 και 3 Συντάγματος].
Ανακύπτει τότε ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως [άρθρα 181, 180, 174 ΑΚ] και θεωρείται ότι καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου. Το άρθρο 51 ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α. 101/31.7.1990), το οποίο (άρθρο) ισχύει από 31.7.1990 [άρθρο 121 ν. 1892/1990] και τροποποίησε το άρθρο 1 παρ. 6 ν. 1256/1982 (ΦΕΚ Α. 65), ορίζει ότι ο "δημόσιος τομέας" κατά το άρθρο 1 παρ. 6 ν. 1256/1982 δεν περιλαμβάνει "τις επιχειρήσεις των Ο.Τ.Α.".
Ο μετέπειτα ν. 2190/1994 (ΦΕΚ Α. 28) -και σε συνδυασμό προς τα άρθρα 1, 12, 13, 14 ν. 3051/2002 (ΦΕΚ Α. 220/20.9.2002) "Συνταγματικά κατοχυρωμένες ανεξάρτητες αρχές, τροποποίηση και συμπλήρωση του συστήματος προσλήψεων στον δημόσιο τομέα και συναφείς ρυθμίσεις"- όριζε στο άρθρο 21/Κεφάλαιο Γ, το οποίο (άρθρο) ίσχυσε μέχρι 15.1.2021 [άρθρα 44 ν. 2190/1994, 61 παρ. 1 εδ. (α), 63 παρ. 2 ν. 4765/2021 (ΦΕΚ Α. 6/15.1.2021) ότι:
Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επομένων παραγράφων (παράγραφος 1).
Η διάρκεια της απασχολήσεως του προσωπικού της παραγράφου 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής προσλήψεως προσωπικού για την αντιμετώπιση κατά τις ισχύουσες διατάξεις κατεπειγουσών αναγκών λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχολήσεως δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο.
Παράταση ή κατάρτιση νέας συμβάσεως κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες (παράγραφος 2). Τα αρμόδια όργανα για την εκκαθάριση των αποδοχών υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές σε προσωπικό που συμπλήρωσε την πιο πάνω διάρκεια απασχολήσεως, διαφορετικά καταλογίζονται στα ίδια τα όργανα οι αποδοχές που καταβλήθηκαν (παράγραφος 4).
Προϊστάμενοι υπηρεσιών ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση (και) των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου (21) διώκονται αυτεπαγγέλτως για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 ΠΚ (παράγραφος 5). Στα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 στοιχείο (γ)/κεφάλαιο Γ' του ν. 2190/1994 υπάγονται οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου βαθμού και δεύτερου βαθμού καθώς και οι κάθε φύσεως επιχειρήσεις τους.
Ειδικότερα, το άρθρο 14 παρ.1 στοιχείο (γ)/κεφάλαιο Γ' του ν. 2190/1994 ορίζει: "Στις διατάξεις του κεφαλαίου Γ' (υπό τον τίτλο "Σύστημα Προσλήψεων στο Δημόσιο Τομέα") υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 (ΦΕΚ 65 Α') και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 51 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ 101 Α').
Στον πιο πάνω δημόσιο τομέα και για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος (ν. 2190/1994) και μόνο υπάγονται επίσης ... Οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού και οι πάσης φύσεως επιχειρήσεις τους". Στη συνέχεια, στο ίδιο άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 2190/1994 στοιχείο (ιη) ορίζεται ότι δεν υπάγεται στις διατάξεις του κεφαλαίου Γ' (υπό τον τίτλο "Σύστημα Προσλήψεων στο Δημόσιο Τομέα", ως άνω) "το προσωπικό που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης ανέργων ΑμεΑ, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ.".
Οι προηγούμενες ρυθμίσεις του άρθρου 14 ν. 2190/1994 ίσχυσαν, επίσης, μέχρι 15.1.2021 [άρθρα 44 ν. 2190/1994, 61 παρ. 1 εδ. (α), 63 παρ. 2 ν. 4765/2021], Περαιτέρω, στο άρθρο 103 παράγραφοι 2, 3, 4 εδ. (α), 5, 6, 7 και 8 Συντάγματος -και μετά το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων (ΦΕΚ Α. 84/17.4.2001 και ΦΕΚ Α. 85/18.4.2001)- προβλέπονται τα ακόλουθα: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.
Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παράγραφος 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη καθώς και για τις ειδικότερες εγγυήσεις, τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παράγραφος 3). "Οι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι, εφ' όσον αυτές οι θέσεις υπάρχουν" (παράγραφος 4 εδ. α). "Με νόμο μπορεί να εξαιρούνται από τη μονιμότητα ανώτατοι διοικητικοί υπάλληλοι που κατέχουν θέσεις εκτός της υπαλληλικής ιεραρχίας, οι διοριζόμενοι απ' ευθείας με βαθμό πρεσβευτικό, οι υπάλληλοι της Προεδρίας της Δημοκρατίας και των γραφείων του Πρωθυπουργού, των Υπουργών και Υφυπουργών" (παράγραφος 5). "Οι διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων έχουν εφαρμογή και στους υπαλλήλους της Βουλής, οι οποίοι κατά τα λοιπά διέπονται εξ ολοκλήρου από τον Κανονισμό της καθώς και στους υπαλλήλους των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (παράγραφος 6). "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παραγράφου 5, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής, όπως νόμος ορίζει.
Νόμος μπορεί να προβλέπει ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας ή ειδικές διαδικασίες επιλογής προσωπικού για θέσεις το αντικείμενο των οποίων περιβάλλεται από ειδικές αντικειμενικές εγγυήσεις ή προσιδιάζει σε σχέση εντολής" (παράγραφος 7). "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολούμενους με σύμβαση έργου" (παράγραφος 8).
Στο άρθρο 1 παράγραφοι 3 και 6 ν. 2527/1997 (ΦΕΚ Α. 206/8.10.1997) "Τροποποίηση και συμπλήρωση διατάξεων του ν. 2190/1994 και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι: Οι αμιγείς και μικτές επιχειρήσεις των Ο.Τ.Α. (α' και β' βαθμού), στις οποίες ο Ο.Τ.Α. κατέχει άμεσα ή έμμεσα το 50% τουλάχιστον του εταιρικού τους κεφαλαίου, υπάγονται στο σύστημα προσλήψεων του ν. 2190/1994 για τους τακτικούς και με σύμβαση ορισμένου χρόνου "διοικητικούς υπαλλήλους" των κατηγοριών (ΠΕ), (ΤΕ) και (ΔΕ) καθώς και για το τακτικό και με σύμβαση ορισμένου χρόνου προσωπικό της κατηγορίας (ΥΕ), με εξαίρεση το εργατοτεχνικό προσωπικό (ΥΕ).
Νοούνται δε, ως "διοικητικοί υπάλληλοι" για τις επιχειρήσεις αυτές, όσοι προσλαμβάνονται για την άσκηση της διοικητικοοικονομικής λειτουργίας τους (όπως και γραφείς, γραμματείς, δακτυλογράφοι, λογιστές, υπάλληλοι για θέματα προσωπικού ή οικονομικής διαχειρίσεως). Το μη διοικητικό προσωπικό (όπως και το τεχνικό υπό ευρεία έννοια προσωπικό ή το υγειονομικό) καθώς και το εργατοτεχνικό προσωπικό (ΥΕ), οι επιχειρήσεις αυτές προσλαμβάνουν κατά τις διατάξεις του Κανονισμού τους και, αν δεν υπάρχει Κανονισμός, κατά τη σχετική προκήρυξη.
Η πρόσληψη ελέγχεται από το Α.Σ.Ε.Π., αυτεπαγγέλτως ή κατ' ένσταση υποψηφίων, όσον αφορά την τήρηση των διατάξεων του οικείου Κανονισμού και των αρχών της δημοσιότητας, της διαφάνειας, της αντικειμενικότητας και της αξιοκρατίας. Εξ άλλου, το άρθρο 21 παράγραφοι 2 και 6 του Συντάγματος -και όπως η παράγραφος 6 προστέθηκε με το ως άνω από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων - ορίζει: "Πολύτεκνες οικογένειες, ανάπηροι πολέμου και ειρηνικής περιόδου, θύματα πολέμου, χήρες και ορφανά εκείνων, που έπεσαν στον πόλεμο καθώς και όσοι πάσχουν από ανίατη σωματική ή πνευματική νόσο έχουν δικαίωμα ειδικής φροντίδας από το Κράτος" (παράγραφος 2). "Τα άτομα με αναπηρίες έχουν δικαίωμα να απολαμβάνουν μέτρων που εξασφαλίζουν την αυτονομία, την επαγγελματική ένταξη και τη συμμετοχή τους στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας" (παράγραφος 6).
Στα άρθρα 1 παρ. 1 περίπτωση (β) εδ. (α), 2 παράγραφοι 1 . (Β) εδ. (α) και 8 καθώς και 8 παρ. 1 εδ. (α) ν. 2643/1998 (ΦΕΚ Α. 220/28.9.1998) "Μέριμνα για την απασχόληση προσώπων ειδικών κατηγοριών και άλλες διατάξεις" - όπως ίσχυσαν από 28.9.1998 [άρθρο 19 ν. 2643/1998] και πριν από το άρθρο 73 ν. 4611/2019 (ΦΕΚ Α. 73/17.5.2019) - ορίζεται ότι: "Στις διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται οι ακόλουθες κατηγορίες προσώπων ...
Τα άτομα με ποσοστό αναπηρίας 50% τουλάχιστον που έχουν περιορισμένες δυνατότητες για επαγγελματική απασχόληση εξ αιτίας οποιασδήποτε χρόνιας σωματικής ή πνευματικής ή ψυχικής πάθησης ή βλάβης (άτομα με ειδικές ανάγκες), εφ' όσον είναι γραμμένα στα μητρώα ανέργων αναπήρων του Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.)" [άρθρο 1 παρ. 1 περίπτωση (β) εδ. (α)]. "Προστασία σε φορείς του ιδιωτικού και ευρύτερου δημόσιου τομέα. 1.- (Β).- Οι φορείς του δημόσιου τομέα, που αναφέρονται στην παράγραφο 8, με την εξαίρεση όσων εμφανίζουν στους ισολογισμούς τους αρνητικό αποτέλεσμα (ζημία) στις δύο (2) αμέσως προηγούμενες από το έτος προκήρυξης χρήσεις υποχρεούνται να προσλαμβάνουν προστατευόμενα πρόσωπα του προηγούμενου άρθρου σε ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%)" [άρθρο 2 παρ. 1 (Β) εδ. (α)]. "Οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται στους ακόλουθους φορείς του δημόσιου τομέα: (α).- Στις δημόσιες επιχειρήσεις και στους δημόσιους οργανισμούς, (β).- Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στο Κράτος ή επιχορηγούνται τακτικώς, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από κρατικούς πόρους κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους ή στα οποία το κράτος κατέχει το 51% τουλάχιστον του μετοχικού τους κεφαλαίου, (γ).- Στα νομικά πρόσωπα τα οποία είτε ανήκουν στα νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στις προηγούμενες περιπτώσεις α' και β' ή στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης κάθε βαθμίδας ή στην Κ.Ε.Δ.Κ.Ε.
ή στις τοπικές ενώσεις δήμων και κοινοτήτων είτε επιχορηγούνται από τους φορείς αυτούς τακτικώς κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις ή τα οικεία καταστατικά είτε έχουν μετοχικό κεφάλαιο το 51% του οποίου κατέχουν οι παραπάνω φορείς" [άρθρο 2 παρ. 8]. "Επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις ή φορείς της παραγράφου 8 του άρθρου 2 που απασχολούν άτομα με ειδικές ανάγκες του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 δύνανται να επιχορηγούνται από τον Ο.Α.Ε.Δ.
για μέρος των αποδοχών που τους καταβάλουν [άρθρο 8 παρ.1 εδ. (α)]. Στη συνέχεια, το άρθρο 11 παρ. 1 εδ. (δ) του ν. 3227/2004 (ΦΕΚ Α. 31 / 9.2.2004) "Μέτρα για την αντιμετώπιση της ανεργίας και άλλες διατάξεις" ορίζει ότι: "Τα Ατομα με Αναπηρίες που απασχολούνται κατά τη δημοσίευση του παρόντος (ήτοι 9.2.2004) και εφεξής σε επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις ή φορείς της παραγράφου 8 του άρθρου 2 του ν. 2643/1998 κατ' εφαρμογή του προγράμματος επιχορήγησης από τον Ο.Α.Ε.Δ.
Νέων Θέσεων Εργασίας Ατόμων με Αναπηρίες, τα οποία ο εργοδότης τους επιθυμεί να συνεχίσει να απασχολεί και μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος θεωρείται ως προς όλες τις συνέπειες ότι τοποθετήθηκαν δυνάμει του ν. 2643/1998 (ΦΕΚ 220 Α')". Στην Εισηγητική Έκθεση του ν. 3227/2004 αναφέρεται για το άρθρο 11 (και) ότι: "Προβλέπεται ότι προσλήψεις Ατόμων με Αναπηρίες μέσω του Προγράμματος θέσεων εργασίας για Ατομα με Αναπηρίες θα μπορούν να θεωρούνται προσλήψεις του υ. 2643/1998 για όλες τις συνέπειες, εφ' όσον τα Άτομα με Αναπηρίες διατηρήθηκαν στην επιχείρηση μετά τη λήξη του προγράμματος.
Η διάταξη αυτή αφορά όσους υπηρετούν σήμερα με βάση το επιχορηγούμενο πρόγραμμα και όσους προσλαμβάνονται στο εξής. Με τον τρόπο αυτό δίδεται μία ουσιαστική κατεύθυνση για διατήρηση των θέσεων εργασίας που δημιουργούνται από τα επιδοτούμενα προγράμματα και διευκολύνονται οι εργοδότες ώστε να κρατούν στην επιχείρησή τους άτομα που δικαιούνται προστασίας και γνωρίζουν ότι μπορούν να είναι παραγωγικά στην επιχείρησή τους".
Τέλος, με το άρθρο 56 ν. 4186/2013 (ΦΕΚ Α. 193 / 17.9.2013) -το οποίο (άρθρο) υπό τον τίτλο "Διεύρυνση προστασίας των ΑΜΕΑ" ισχύει από 17.9.2013 [άρθρο 59 ν. 4186/2013]- προστέθηκε "μετά το τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 11 ν. 3227/2004" εδάφιο (ως εδάφιο "ε"), το οποίο έχει όπως παρακάτω: "Τα Άτομα με Αναπηρίες που έχουν απασχοληθεί μέσα στο τελευταίο έτος πριν τη δημοσίευση του παρόντος (ήτοι 17.9.2013) σε επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις ή φορείς της παραγράφου 8 του άρθρου 2 του ν. 2643/1998 (Α' 220) με οποιαδήποτε σχέση εργασίας ή δυνάμει αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων ή με προσωρινές διαταγές, θεωρείται ως προς όλες τις συνέπειες ότι τοποθετήθηκαν και συνεχίζουν να παρέχουν την εργασία τους δυνάμει του ν. 2643/1998, εφ' όσον ο εργοδότης δηλώνει ότι επιθυμεί να συνεχίσει να τους απασχολεί".
Από τις προηγούμενες διατάξεις προκύπτουν (και) τα εξής: Α.- Στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση του εργαζομένου από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων του δια της προσχηματικής επιλογής της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου αντί αορίστου χρόνου αντιμετωπιζόταν αρχικώς με το άρθρο 8 παρ.3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό προς τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παράγραφοι 1 και 3 Συντάγματος), που είχε εφαρμογή σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας, ανεξάρτητα αν είχαν καταρτισθεί στον ιδιωτικό ή στον δημόσιο τομέα.
Β.- Με το άρθρο 103 παράγραφοι 7 και 8 του Συντάγματος -το οποίο ισχύει από 18.4.2001 και προσέδωσε συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη για σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας προς αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών [άρθρο 21 ν. 2190/1994] - είναι υποχρεωτική η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων και για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών υπηρεσιακών - λειτουργικών αναγκών νομικών προσώπων "δημοσίου τομέως".
Διασφαλίζονται οι συνταγματικές αρχές της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας καθώς και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στον "δημόσιο τομέα". Επιβάλλονται στον κοινό νομοθέτη και στην Διοίκηση αυστηροί όροι σχετικά (και) με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη υπηρεσιακών - λειτουργικών αναγκών νομικών προσώπων του "δημοσίου τομέως", όπως καθορίζεται κάθε φορά από το νόμο, ήτοι (και) κάθε φύσεως επιχειρήσεως Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοικήσεως (Ο.Τ.Α.).
Υπάγεται στους κανόνες προσλήψεως και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται από επιχείρηση Ο.Τ.Α. με σύμβαση (ή σχέση) εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων. Απαγορεύεται πλέον αδιακρίτως και η από το νόμο ακόμα μονιμοποίηση του προσωπικού αυτού ή η μετατροπή των συμβάσεών του (ή σχέσεων) εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, όχι μόνο στην περίπτωση που καλύπτονται παροδικές και απρόβλεπτες λειτουργικές - υπηρεσιακές ανάγκες, αλλά και στην περίπτωση που πράγματι καλύπτονται τέτοιες ανάγκες επιχειρήσεως Ο.Τ.Α., δηλ.
ανάγκες πάγιες και διαρκείς. Γ.- Διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίζονται με επιχείρηση Ο.Τ.Α. υπό την ισχύ του άρθρου 103 Συντάγματος (από 18.4.2001) δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν αυτές πράγματι πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες λειτουργικές - υπηρεσιακές ανάγκες επιχειρήσεως Ο.Τ.Α.
ούτε αφήνεται πεδίο εκτιμήσεως των επίμαχων συμβάσεων, με ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσεως κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές πράγματι καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού ο εργοδότης δεν έχει ευχέρεια για την κατάρτιση συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, δηλ.
ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι αλυσιτελής. Έτσι, στις συμβάσεις αυτές δεν είναι δυνατή η εφαρμογή του άρθρου 8 παρ.3 ν. 2112/1920 (ΑΠ ολ. 20/2007, ΑΠ 514/2019). Δ.- Με το άρθρο 21 παράγραφοι 2 και 6 Συντάγματος λαμβάνεται πρόνοια για όσους πάσχουν από ανίατη σωματική ή πνευματική νόσο, έτσι παρέχεται υπόδειξη προς τον κοινό νομοθέτη για τη λήψη των κατάλληλων μέτρων φροντίδας και αφήνεται σε αυτόν (κοινό νομοθέτη) η ευχέρεια να προσδιορίσει, κατά την εκτίμησή του, το είδος και την έκταση της ειδικής φροντίδας (ΣτΕ ολ. 986/2014).
Ειδικότερα, το Σύνταγμα δεν θέτει κανόνα αμέσως και ευθέως εφαρμοστέο, θεσπίζει μόνο κατευθυντήρια διάταξη και υποδεικνύει στον κοινό νομοθέτη να λάβει για ορισμένη κατηγορία πολιτών ειδική φροντίδα. Οι ρυθμίσεις του ν. 2643/1998 αποσκοπούν στην διευκόλυνση της επαγγελματικής αποκαταστάσεως ατόμου με αναπηρία ή με ειδικές ανάγκες (ΑΜΕΑ) και έχουν έρεισμα στο άρθρο 21 παράγραφοι 2 και 6 του Συντάγματος (ΑΕΔ 8/2019, ΣτΕ 296/2020).
Άτομο, συνεπώς, με αναπηρία ή με ειδικές ανάγκες νομίμως καταρτίζει, στα πλαίσια και κατ' εφαρμογή "προγραμμάτων" επιχορηγήσεως από τον Ο.Α.Ε.Δ. νέων θέσεων εργασίας για ΑΜΕΑ, συμβάσεις εργασίας με επιχείρηση Ο.Τ.Α. για το χρονικό διάστημα, που προβλέπει το εκάστοτε επιδοτούμενο "πρόγραμμα". Η (επιδοτούμενη) πρόσληψη συνδέεται με την ανάγκη πραγματώσεως του "προγράμματος" και γι' αυτό διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, όπως καθορίζονται στο "πρόγραμμα".
Το άρθρο 11 παρ. 1 εδάφια (δ) και (ε) ν. 3227/2004 -και όπως το εδ. (ε) προστέθηκε με το άρθρο 56 ν. 4186/2013- ως προς τη δυνατότητα απασχολήσεως και μετά τη λήξη του "προγράμματος", εξασφαλίζει περαιτέρω φροντίδα ατόμου με αναπηρία ή με ειδικές ανάγκες (ΑΜΕΑ) και διαμορφώνει κατεύθυνση του κοινού νομοθέτη για οιονεί αυτόματη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου σε αορίστου χρόνου, εφ' όσον ο εργοδότης εκφράσει βούληση για τη συνέχιση της συμβάσεως.
Δηλαδή διευρύνεται το πεδίο εφαρμογής και επεκτείνεται η προστασία του ν. 2643/1998 και στη συνέχιση της απασχολήσεως ΑΜΕΑ μετά την πρόσληψη του για ορισμένο χρονικό διάστημα, όμως, εάν συντρέχει (και) η προϋπόθεση, ο εργοδότης να εκφράσει βούληση για τη συνέχιση της συμβάσεως. Τότε μόνο υπάρχει οιονεί αυτόματη μετατροπή της συμβάσεως εργασίας ΑΜΕΑ από ορισμένου σε αορίστου χρόνου και δεν έχει εφαρμογή η απαγόρευση για τη συνέχισή της κατά τα άρθρα 103 παράγραφοι 7 και 8 Συντάγματος, αφού οι ρυθμίσεις του ν. 2643/1998 εδράζονται στην αρχή της ανάγκης ειδικής προστασίας ΑΜΕΑ κατά το άρθρο 21 παράγραφοι 2 και 6 Συντάγματος (ΑΠ 531/2016), ενώ δεν μπορεί να θεωρηθεί ανίσχυρο το άρθρο 21 παράγραφοι 2 και 6 Συντάγματος συνεπεία αντιθέσεώς του προς το άρθρο 103 παράγραφοι 7 και 8 του ιδίου Συντάγματος, εν όψει της τυπικής νομικής ισοδυναμίας όλων των διατάξεων του Συντάγματος και των αρχών, που πηγάζουν από αυτές, με συνέπεια κάθε διάταξη του Συντάγματος να εφαρμόζεται υποχρεωτικώς ως προς το ειδικώς ρυθμιζόμενο από αυτή αντικείμενο (Α.Ε.Δ. 11/2003).
Με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως αποδίδονται στην 2/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, η οποία ενσωματώνεται στην 798/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, τα παρακάτω σφάλματα: (α).- Το από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ σφάλμα και συγκεκριμένα ότι η 2/2017 απόφαση, κατά τις πραγματικές παραδοχές της, όπως πλήρως και σαφώς εκτίθενται στο έγγραφο αναιρέσεως, ευθέως παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 56 ν. 4186/2013, την οποία εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, έτσι η αγωγή έγινε δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, (β).- Το από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ σφάλμα και ειδικότερα ότι η 2/2017 απόφαση (κατά τις πραγματικές παραδοχές της ως άνω ,εκ πλαγίου παραβίασε με αντιφατικές αιτιολογίες την ίδια ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 56 ν. 4189/2013 (σελίδες 4 - 9).
Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην (II) μείζονα σκέψη, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως κατά την υπό στοιχείο (α) μερικότερη αιτίαση είναι παραδεκτός (ορισμένος) και όσα αντίθετα ο αναιρεσίβλητος υποστηρίζει με τις πιο πάνω από 27.1.2021 έγγραφες προτάσεις του (σελ. 30) είναι αβάσιμα. Περαιτέρω, από τα διαδικαστικά έγγραφα της προκειμένης δίκης και συγκεκριμένα από την με ημερομηνία 22.5.2015 ένδικη αγωγή και την 2/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, τα οποία ο Άρειος Πάγος παραδεκτώς επισκοπεί, χάριν της εξετάσεως της βασιμότητας του (μοναδικού) λόγου αναιρέσεως κατά την πιο πάνω μερικότερη αιτίαση [άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ], προκύπτουν τα εξής:
Στην από 22.5.2015 ένδικη αγωγή, ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) εξέθεσε: Ότι είναι άτομο με αναπηρία σε ποσοστό 67% (ΑΜΕΑ). Ότι στα πλαίσια και κατ' εφαρμογή "προγράμματος" επιχορηγήσεως από τον Ο.Α.Ε.Δ. νέων θέσεων εργασίας για ΑΜΕΑ, κατήρτισε μετά του εναγομένου ν.π.ι.δ. - επιχειρήσεως Ο.Τ.Α. (ήδη αναιρεσείοντος) διαδοχικές συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (από 19.8.2008 μέχρι 18.8.2012 και από 19.8.2012 μέχρι 27.2.2015).
Ότι δυνάμει των συμβάσεων αυτών απασχολήθηκε συνεχώς επί πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα και επί οκτώ (8) ώρες ημερησίως, ως υπάλληλος γραφείου, αντί μηνιαίου μισθού. Ότι το εναγόμενο χαρακτήρισε τις συμβάσεις ως ορισμένου χρόνου όμως πράγματι ήταν αορίστου χρόνου, αφού με την εργασία του κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του εναγομένου και ο καθορισμός της χρονικής διάρκειας έγινε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας υπαλλήλου.
Ότι οι συμβάσεις πράγματι αποτελούσαν μία ενιαία σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι από τις 27.2.2015, αφ' ότου έληξε ο χρόνος διάρκειας του "προγράμματος", το εναγόμενο έπαυσε να τον απασχολεί και "του χορήγησε έγγραφο, κατά το πρώτο δεκαήμερο του Μαρτίου 2015, (ώστε να το καταθέσει στην υπηρεσία του Ο.Α.Ε.Δ.
για την επιδότησή του, ως ανέργου" (σελ. 13). Ότι αυτή η καταγγελία της ενιαίας συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που έγινε χωρίς έγγραφο και την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως, είναι άκυρη, άλλως ανυπόστατη. Ότι το εναγόμενο κατέστη υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας του στο χρονικό διάστημα από 28.2.2015 μέχρι 31.12.2015.
Ακολούθως ζήτησε: (ί).- Να αναγνωρισθεί πως συνδέεται μετά του εναγομένου με μία ενιαία σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 παρ.3 ν. 2112/1920, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 281, 671 ΑΚ και 25 παράγραφοι 1, 3 Συντάγματος, (ii).- Να αναγνωρισθεί πως η καταγγελία της επίμαχης ενιαίας συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι άκυρη, άλλως ανυπόστατη, (iii).- Να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τον απασχολεί πραγματικά ως υπάλληλο γραφείου, (iv).- Να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει τους μισθούς υπερημερίας από 28.2.2015 μέχρι 31.12.2015, συνολικού ποσού 11.784 ευρώ. (ν).- Άλλως, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση καταγγελίας ποσού 4.582,67 ευρώ.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής, με την 2/2017 απόφασή του, έκρινε την αγωγή νόμιμη κατά τα κύρια αιτήματα "στηριζόμενη στα άρθρα 21 Συντάγματος, 11 ν. 3227/2004, 14 παρ. 2 στοιχεία ιη και ιθ του ν. 2190/1994, 648, 669, 671 ΑΚ καθώς και στο ν. 2643/1998" (σελ. 11). Στη συνέχεια, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα παρακάτω κρίσιμα (σελίδες 12 - 14): "Ο ενάγων, πάσχων από αναπηρία σε ποσοστό 67% λόγω χρόνιων κρίσεων επιληψίας ...
προσλήφθηκε στις 19.8.2008 από την εναγομένη "Κοινωφελή Επιχείρηση Δήμου Πολυγύρου", η οποία είχε υπαχθεί στο πρόγραμμα επιχορήγησης από τον Ο.Α.Ε.Δ. Νέων θέσεων Εργασίας Ατόμων με Αναπηρίες. Η πρόσληψη του ενάγοντος έγινε κατ' εφαρμογή του ανωτέρω προγράμματος, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος γραφείου για το χρονικό διάστημα από 19.8.2008 έως 18.8.2012.
Αμέσως μετά τη λήξη της ανωτέρω σύμβασής του, στις 18.8.2012, ο ενάγων κατάρτισε με την εναγομένη νέα σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, κατ' εφαρμογή του ίδιου προγράμματος, προκειμένου να εργασθεί με την ίδια ειδικότητα για το χρονικό διάστημα από 19.8.2012 έως 27.2.2015. Σε εκτέλεση των διαδοχικών αυτών συμβάσεων ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη με πενθήμερη εργασία και πλήρες ωράριο, ενώ ο μηνιαίος μισθός του ανερχόταν σε 750 ευρώ και 944 ευρώ αντίστοιχα.
Μετά το πέρας του χρόνου διάρκειας της ανωτέρω 2ης σύμβασης εργασίας στις 27.2.2015 έληξε αυτοδικαίως η εργασιακή σχέση του ενάγοντος με την εναγομένη. Στην πραγματικότητα όμως ο ενάγων καθ' όλη τη διάρκεια παροχής της εργασίας του, ήτοι για 6,5 συνεχή έτη (κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, καθ' όσον οι καλυπτόμενες από την εργασία του ανάγκες της εναγομένης είναι σταθερές, τακτικές και προβλέψιμες.
Μάλιστα, η τελευταία, μετά την αποχώρηση του ενάγοντος, αναγκάστηκε να προσλάβει άλλον υπάλληλο με την ίδια ειδικότητα. Ο ενάγων με την από 22.12.2014 αίτησή του προς την εναγομένη, επικαλούμενος τις διατάξεις του ν. 2643/1998, ζήτησε τη μετατροπή της σύμβασής του σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε σιωπηρά από την εναγομένη και στη συνέχεια η τελευταία έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, θεωρώντας ότι η σύμβαση εργασίας είχε λήξει στις 27.2.2015 (βλ.
την από 2.3.2015 βεβαίωση - δήλωση εργοδότη που υπέβαλε η εναγομένη στον Ο.Α.Ε.Δ.). Όμως από την εκτίμηση των ισχυρισμών της εναγομένης και σε συνάφεια με τα προεκτεθέντα ως προς το αντικείμενο της εργασίας του ενάγοντος, συνάγεται ότι η εναγομένη είχε ανάγκη από τις υπηρεσίες του τελευταίου και επιθυμούσε αληθώς την παραμονή αυτού στην εργασία του, ενώ η μη αποδοχή της εργασίας του μετά τις 28.2.2015 οφείλεται σε πεπλανημένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του ν. 2643/1998 σχετικά με τη δυνατότητα παραμονής στη θέση του μετά τη λήξη του επιδοτούμενου προγράμματος.
Ειδικότερα, ο ενάγων υπάγεται στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 4186/2013 και συγκεκριμένα στο άρθρο 56 αυτού, που ψηφίσθηκε στις 17.9.2013, με το οποίο διευρύνεται το εφαρμοστικό πεδίο του ν. 2643/1998 και επεκτείνεται η προστασία του νόμου αυτού και στη συνέχεια απασχόλησης των ΑΜΕΑ μετά την πρόσληψή τους για ορισμένο χρονικό διάστημα ...
Επομένως, δεν ισχύει για τις συμβάσεις αυτές η απαγόρευση της συνέχισης της διάρκειάς τους βάσει των διατάξεων των άρθρων 103 παράγραφοι 7 και 8 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 ... Επομένως, δεδομένου ότι ο ενάγων είναι άτομο με αναπηρία, έχει απασχοληθεί μέσα στο τελευταίο έτος πριν τη δημοσίευση του ν. 4186/2013 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου στην εναγομένη (που συνιστά δημόσια επιχείρηση κατά την παράγραφο 8 του άρθρου 2 του ν. 2643/1998^εωρείται ως προς όλες τις συνέπειες ότι τοποθετήθηκε και συνεχίζει να παρέχει την εργασία του δυνάμει του ν. 2643/1998.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος έχει καταστεί αορίστου χρόνου και άκυρη κρίνεται η επίδικη καταγγελία, που έλαβε χώρα δια της μη αποδοχής της εργασίας του από 28.2.2015 και εντεύθεν ως αντικείμενη στις διατάξεις του ν. 2643/1998. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από τις 28.2.2015 και εφ' εξής ο ενάγων προσέφερε προσηκόντως και πραγματικά τις υπηρεσίες του στην εναγομένη, η οποία τις αρνήθηκε και συνεπώς υποχρεούται να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 28.2.2015 έως 31.12.2015 συνολικού ποσού 11.784 ευρώ.
Ειδικότερα, υποχρεούται να του καταβάλει: (1).- ποσό 9.820 ευρώ (982 ευρώ Χ 10 μήνες) για μισθούς υπερημερίας, (2).- ποσό 491 ευρώ για δώρο Πάσχα 2015, (3).- ποσό 982 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων 2015 και (4).- ποσό 491 ευρώ για επίδομα άδειας 2015. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη και στη συνέχεια: (α).- να αναγνωρισθεί ότι η επίδικη σύμβαση είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, (β).- να αναγνωρισθεί ότι η σιωπηρή καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος είναι άκυρη, (γ).- να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος αορίστως, καταβάλλοντάς του συγχρόνως τις νόμιμες αποδοχές και (δ).- να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 11.784 ευρώ ...".
Κατά τα γενόμενα δεκτά στην (III) μείζονα σκέψη, η αγωγή υπό το προηγούμενο περιεχόμενο, δεν είναι νόμιμη. Τούτο διότι στην ένδικη υπόθεση δεν είναι εφαρμοστέα η ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 56 ν. 4186/2013 -με την οποία προστέθηκε το εδάφιο (ε) στο άρθρο 11 ν. 3227/2004 και ισχύει από 17.9.2013- αφού δεν συνέτρεχε η προϋπόθεση, μετά την ολοκλήρωση στις 27.2.2015 του επίδικου "προγράμματος" επιχορηγήσεως από τον Ο.Α.Ε.Δ.
νέων θέσεων εργασίας για ΑΜΕΑ, το εναγόμενο (αναιρεσείον), ως εργοδότης ( να έχει εκφράσει τη βούλησή του για τη συνέχιση απασχολήσεως του ενάγοντος (αναιρεσίβλητου) ώστε να υπάρχει οιονεί αυτόματη μετατροπή της επίμαχης συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος (ΑΜΕΑ) από ορισμένου σε αορίστου χρόνου. Αντίθετα, όπως εκτέθηκε, το εναγόμενο "χορήγησε" στον ενάγοντα "έγγραφο κατά το πρώτο δεκαήμερο του Μαρτίου 2015 ώστε να το καταθέσει στην υπηρεσία του Ο.Α.Ε.Δ.
για την επιδότησή του, ως ανέργου". Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, σύμφωνα με την υπό στοιχείο (α) μερικότερη αιτίαση του μοναδικού λόγου αναιρέσεως διότι εσφαλμένα εφάρμοσε το άρθρο 56 ν. 4186/2013, το οποίο το αναιρεσείον επικαλείται και έτσι δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη και βάσιμη στην ουσία, ενώ η αγωγή ήταν μη νόμιμη.
Πρέπει ως εκ τούτου, κατά παραδοχή ως βάσιμου του μοναδικού λόγου αναιρέσεως κατά την υπό στοιχείο (α) μερικότερη αιτίασή του, να αναιρεθεί η 798/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης - στην οποία ενσωματώνεται η 2/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής- στο σύνολο της, ήτοι και κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, το οποίο συναναιρείται, αφού έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα [άρθρο 579 παρ.1 ΚΠολΔ], (ενώ παρέλκει η εξέταση του λόγου αναιρέσεως ως προς την πιο πάνω υπό στοιχείο (β) μερικότερη αιτίασή του από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ.
(IV).- Κατά το ισχύον άρθρο 580 παρ.3 εδ. (α) ΚΠολΔ, "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".
Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα, δεδομένου ότι η αγωγή δεν είναι νόμιμη. Πρέπει, συνεπώς, όπως εκτέθηκε στην (IV) μείζονα σκέψη, ο Άρειος Πάγος να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, να εξαφανισθεί στο σύνολο η 798/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, στην οποία ενσωματώνεται η 2/2017απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής και να απορριφθεί η από 22.5.2015 (Γ.Α.Κ. 879/Α.Κ.Δ. 26/22.5.2015) ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη.
Η δικαστική δαπάνη του πρώτου και δεύτερου βαθμού και της παρούσας δίκης, πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολο μεταξύ των διαδίκων εξ αιτίας ιδιαίτερης δυσχέρειας στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν [άρθρα 183, 106, 179, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί στο σύνολο την 798/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, στην οποία ενσωματώνεται η 2/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 13-7-2017 εφέσεως κατά της 2/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής.
Δέχεται την έφεση.
Εξαφανίζει την 2/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής.
Δικάζει επί της από 22-5-2015 αγωγής.
Απορρίπτει την από 22.5.2015 αγωγή. Και Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη του πρώτου και δεύτερου βαθμού και της παρούσας δίκης στο σύνολο μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ