Legislator Case Law & Legislation
1479/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds and orders refund of appeal fee for labor dispute.

Case Number 1479/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the National Bank of Greece Pension Fund against a labor court decision. The court held that the appeal was inadmissible because the appellant failed to specify the violated substantive law provision and the factual basis for the abuse of rights claim in the appeal document. Consequently, the court ordered the refund of the appeal fee and awarded the opposing parties their legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495(3) and 559(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal for labor disputes is exempt from the appeal fee, and a ground of appeal regarding violation of substantive law must explicitly cite the specific provision violated and the factual basis for the alleged error.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal inadmissible appeal abuse of rights appeal fee refund substantive law violation

Cited Legislation

AI generated
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 346 of the Civil Code
Article 7(5) of the Pension Fund's Regulations
3220/2004, της § 7 του άρθρου 20 του ν.

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1479 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1479/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Αυτασφάλισης Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσάκωνα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Θ. Κ. του Σ. , κατοίκου ... , 2)Κ. - Ε. Δ. του Α. , κατοίκου ... , 3)Α. Χ. του Μ. , κατοίκου ... , 4)Α. Μ. του Π. , κατοίκου ... , 5)Ε. Δ. του Θ. , κατοίκου ... , 6)Δ. Κ. του Κ. , κατοίκου ... και 7)Γ. Γ. του Χ. , κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Λιάπα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-06-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1107/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 3262/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου με την από 5-06-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη της § 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης κατά απόφασης Εφετείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο. Σύμφωνα όμως με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 614 αρ. 3 του ιδίου Κώδικα (εργατικές διαφορές). Στην προκειμένη περίπτωση, αν και η αναιρεσιβαλλόμενη εφετειακή απόφαση αφορά εργατική διαφορά, το αναιρεσείον επικαλείται και προσκομίζει το υπ' αριθ. ... ηλεκτρονικό παράβολο, ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης. Η ως άνω διαφορά όμως, ως εργατική, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στο αναιρεσείον, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της αίτησης αναίρεσης.

Με την από 5-6-2020 και με αριθ. κατάθεσης 3475/412/22-6-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 3262/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλομΑΠ 1/2016, ΟλομΑΠ 7/2006).

Εξάλλου, με την 9/29.10.1926 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Εθνικής Τραπέζης, συστήθηκε, ύστερα από την από 24 Απριλίου 1926 απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων της Εθνικής Τραπέζης, το "Ταμείο Αυτασφαλείας Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης" (ΤΑΠΕΤΕ) ως αυτοτελής και αυτόνομος Οργανισμός, διεπόμενος από τις διατάξεις του Κανονισμού του, ο οποίος εγκρίθηκε με την ίδια απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Εθνικής Τράπεζας και ανακοινώθηκε κατά τη συνεδρίαση 2 της 6.4.1927 του ιδίου Γενικού Συμβουλίου, με σκοπό την καταβολή εφάπαξ παροχής στους ασφαλιζόμενους σε αυτό.

Ακολούθως, με το άρθρο μόνο του ν. 3483/1928 κυρώθηκε και απέκτησε ισχύ νόμου, η από 23.2.1928 σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος "περί διακανονισμού των μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος σχέσεων και περί της εφεξής λειτουργίας της Τραπέζης ταύτης", το ως άνω δε Ταμείο, με την από 9.5.1928 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της ως ανωτέρω Τραπέζης, μετονομάσθηκε και λειτούργησε ως κοινό "Ταμείο Αυτασφαλείας του Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, της Τραπέζης της Ελλάδος και της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης της Ελλάδος" ως αυτόνομος Οργανισμός, διοικούμενος σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού του.

Ακολούθως, με το ν.δ. 2626/1953 το Ταμείο αναδιοργανώθηκε ως ειδικό "Ταμείον Αυτασφαλίσεως Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης" και μετατράπηκε από νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Περαιτέρω, στην § 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 "Μεταρρύθμιση Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης", όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε διαδοχικώς με τις διατάξεις της § 6 του άρθρου 35 του ν. 3220/2004, της § 7 του άρθρου 20 του ν. 3232/2004, της § 3 του άρθρου 63 του ν. 3518/2006 και της § 8 του άρθρου 138 του ν. 3655/2008 και ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι: "Οι αυτοτελείς κλάδοι ή Τομείς Πρόνοιας που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, για τα οποία καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζόμενους, δύνανται να μετατρέπονται σε Ν.Π.Ι.Δ.

με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, μετά από αίτηση που υποβάλει προς αυτούς το Διοικητικό Συμβούλιο κάθε Ταμείου. Κατά την ανωτέρω μετατροπή, η ακίνητη και κινητή περιουσία των υφιστάμενων ασφαλιστικών ταμείων περιέρχεται αυτοδίκαια στο νέο ΝΠΙΔ χωρίς την καταβολή φόρου μεταβίβασης...

Με την ίδια κοινή απόφαση εγκρίνεται και το καταστατικό του Ν.Π.Ι.Δ. Τα εν λόγω ταμεία με αποφάσεις των Διοικητικών τους Συμβουλίων, ύστερα από αναλογιστική μελέτη η οποία και υποβάλλεται προς έγκριση στους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, καθορίζουν το ύψος των παρεχόμενων εφάπαξ βοηθημάτων για τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους τους, διασφαλίζοντας την αναλογιστική ισορροπία κάθε ταμείου...

Το εφάπαξ βοήθημα των Ταμείων αυτών, καθώς και οι όροι χρηματοδότησης δύνανται να ανακαθορίζονται με απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από πρόταση των οργάνων διοίκησης των νέων Ταμείων και σύνταξη αναλογιστικής μελέτης, που υποβάλλεται στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και εγκρίνεται με την ίδια απόφαση...".

Κατ' επίκληση του πρώτου εδαφίου της ανωτέρω εξουσιοδοτικής διατάξεως εξεδόθη η Φ.80000/30226/1366/14.1.2004 (ΦΕΚ Β' 27) κοινή απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με την οποία το Ταμείο Αυτασφάλειας του Προσωπικού της ΕΤΕ μετατράπηκε σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, εγκρίθηκε η εκπονηθείσα το Δεκέμβριο του έτους 2003 αναλογιστική μελέτη του Ταμείου και, τέλος, εγκρίθηκε και το καταστατικό αυτού.

Περαιτέρω, κατ' επίκληση του ως άνω τελευταίου εδαφίου της ίδιας εξουσιοδοτικής διατάξεως της § 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002, εξεδόθη η Φ.80000/35187/1180/19-12-2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας "Τροποποίηση του Καταστατικού του Ταμείου Αυτασφάλειας Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος" (ΦΕΚ Β' 3239/19-12-2013), με την οποία εγκρίθηκε η με ημερομηνία 18-11-2013 αναλογιστική μελέτη και αντικαταστάθηκε, αφού υιοθετήθηκε η απόφαση 23/16-12-2013 του ΔΣ του ΤΑΠΕΤΕ, το άρθρο 7 του Καταστατικού του ΤΑΠΕΤΕ, στο οποίο καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της χορηγούμενης από το Ταμείο εφάπαξ παροχής και ορίστηκε ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος εφαρμόζεται αναδρομικά και για όσους έχουν ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία από 3.1.2012 και δεν έχουν λάβει το σύνολο του βοηθήματος αυτού, ήτοι εφαρμόζεται:

α) Για όσους έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία από τις 3.1.2012 μέχρι την ημερομηνία λήψης της επίμαχης αποφάσεως του ΔΣ του Ταμείου (16.12.2013) και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής και β) Για όσους θα αποχωρήσουν από την ως άνω ημερομηνία και στο εξής. Όπως συνάγεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις της § 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002, στους αυτοτελείς κλάδους ή Τομείς Πρόνοιας που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, για τα οποία καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζόμενους (όπως είναι και το αναιρεσείον νπιδ ΤΑΠΕΤΕ), παρέχεται μεν η δυνατότητα μεταβολής του τρόπου υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγούν στους ασφαλισμένους τους, αποφασιστική όμως αρμοδιότητα επί του ζητήματος τούτου έχουν οι αναφερόμενοι στη διάταξη Υπουργοί που εκδίδουν τη σχετική εγκριτική απόφαση (ΚΥΑ) και όχι το προτείνον προς αυτούς ΔΣ του Ταμείου, του οποίου η απόφαση επί του θέματος έχει γνωμοδοτικό χαρακτήρα (κατά το νόμο "πρόταση") και συνεπώς, χωρίς τη σχετική εγκριτική Υπουργική απόφαση είναι ανίσχυρη.

Εξάλλου, από τις διατάξεις του Συντάγματος περί διακρίσεως των εξουσιών (άρθρο 26) και περί παροχής στα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως (άρθρο 43) συνάγεται ότι δεν είναι επιτρεπτή η αναδρομική κανονιστική ρύθμιση εφόσον τούτο δεν προβλέπεται ρητώς στην εξουσιοδοτική διάταξη (ΟλομΣτΕ 1210/2010).

Εν προκειμένω, η ως άνω διάταξη της § 20 εδ. τελ. του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 δεν παρέχει ρητή εξουσιοδότηση στους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων να ανακαθορίζουν αναδρομικώς το ύψος του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγούν τα ως άνω νομικά πρόσωπα και επομένως και το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος.

Με το δεδομένο αυτό, η Φ.80000/35187/1180/19-12-2013 κοινή υπουργική απόφαση, που εκδόθηκε κατ' επίκληση της ως άνω διατάξεως, ως προς το μέρος της με το οποίο ανακαθορίζεται αναδρομικώς το απονεμόμενο από το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος εφάπαξ βοήθημα και ορίζεται ειδικότερα ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού της εφάπαξ παροχής εφαρμόζεται και για όσους έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία από τις 3.1.2012 μέχρι την ημερομηνία λήψεως της επίμαχης αποφάσεως του ΔΣ του Ταμείου (16.12.2013) και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής, δεν είναι νόμιμη, αφού εκδόθηκε χωρίς σχετικό εξουσιοδοτικό έρεισμα.

Επομένως είναι άκυρη και δεν ισχύει έναντι εκείνων που εμπίπτουν στην αναδρομική περίοδο, ήτοι έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος λόγω συνταξιοδοτήσεως από τις 3.1.2012 μέχρι την ημερομηνία λήψεως της 23/16-12-2013 αποφάσεως του ΔΣ του ΤΑΠΕΤΕ και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής, οι οποίοι ούτω εξακολουθούν να υπάγονται στην προηγούμενη ρύθμιση.

Ήδη με την απόφαση 1530/2018 του ΣτΕ, η ως άνω ΚΥΑ κρίθηκε μη νόμιμη ως προς την άνω αναδρομική της ρήτρα.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης, με την από 12-6-2014 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι ενάγοντες πλείονες κατ' αριθμό, εκ των οποίων οι 7 ήδη αναιρεσίβλητοι, ισχυρίστηκαν ότι ήταν πρώην υπάλληλοι της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και ασφαλισμένοι στο εναγόμενο -αναιρεσείον νπιδ για τη λήψη εφάπαξ βοηθήματος κατά τη συνταξιοδότησή τους.

Ότι αποχωρήσαντες λόγω συνταξιοδότησης κατά το χρονικό διάστημα από 24-1-2012 έως 1-11-2012 και ενώ εκκρεμούσαν οι αιτήσεις τους για τη λήψη των δικαιούμενων εφάπαξ παροχών, το εναγόμενο με την υπ' αρ. 23/16-12-2013 απόφαση του διοικητικού του συμβουλίου που εγκρίθηκε με την ΚΥΑ Φ.80000/35187/1180/19-12-2013 τροποποίησε το άρθρο 7 του Καταστατικού του με το οποίο καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της εφάπαξ παροχής, με συνέπεια αυτή να μειωθεί και μάλιστα με αναδρομική ισχύ, έτσι ώστε να καταλαμβάνονται από το νέο τρόπο υπολογισμού και οι εργαζόμενοι της Εθνικής Τράπεζας που αποχώρησαν από τις 3-1-2012 και εφεξής και επικαλούμενο και εφαρμόζοντας το νέο αυτόν τρόπο υπολογισμού, τους κατέβαλε μέρος μόνο των εφάπαξ παροχών που δικαιούνταν να λάβουν.

Ζήτησαν δε, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Καταστατικού του εναγομένου, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο αποχώρησής τους από την εργασία τους και του εξουσιοδοτικού νόμου 3029/2002 να υποχρεωθεί το εναγόμενο (εν μέρει αναγνωριστικά) να τους καταβάλει τις αιτούμενες διαφορές. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή ως νόμω και ουσία βάσιμη, κατ' έφεση δε του εναγομένου - αναιρεσείοντος νπιδ, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε αυτή (έφεση) κατ' ουσίαν.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τα ζητήματα επί των οποίων εκτείνεται ο αναιρετικός έλεγχος, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, επί λέξει τα εξής: "Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, αποδείχθηκε ότι εργάστηκαν ως υπάλληλοι της τράπεζας "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, ο μεν πρώτος (1ος αναιρεσείων) από τις 29-3-1981, μέχρι την 30-3-2012, οπότε και αποχώρησε λόγω παραίτησης με τον βαθμό του Τμηματάρχη Α', έχοντας συνολικό χρόνο υπηρεσίας 31 έτη, ο δεύτερος (2ος αναιρεσείων) από την 4-2-1980, που προσλήφθηκε αρχικά από την Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία ακολούθως συγχωνεύτηκε με την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος μέχρι την 24-1-2012, οπότε και αποχώρησε λόγω παραίτησης με τον βαθμό του Αρχιμηχανικού, έχοντας συνολικό χρόνο υπηρεσίας 32 έτη, ο τρίτος (3ος αναιρεσείων) από την 8-11-1982 που προσλήφθηκε αρχικά από την Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία ακολούθως συγχωνεύτηκε με την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, μέχρι την 1-11-2012, οπότε και αποχώρησε λόγω παραίτησης με τον βαθμό του Τμηματάρχη Α', έχοντας συνολικό χρόνο υπηρεσίας 30 έτη, ο τέταρτος (4ος αναιρεσείων) από την 10-1-1977 μέχρι την 17-4-2012, οπότε και αποχώρησε λόγω παραίτησης με τον βαθμό του Τμηματάρχη Β', έχοντας συνολικό χρόνο υπηρεσίας 33 έτη, ο έκτος (5ος αναιρεσείων) από την 14-6-1984 μέχρι την 15-3-2012, οπότε και αποχώρησε λόγω παραίτησης με τον βαθμό του Τμηματάρχη Α', έχοντας συνολικό χρόνο υπηρεσίας 28 έτη, η έβδομη (6η αναιρεσείουσα) από την 6-3-1978 μέχρι την 10-2-2012, οπότε και αποχώρησε λόγω παραίτησης με τον βαθμό του Τμηματάρχη Α', έχοντας συνολικό χρόνο υπηρεσίας 34 έτη και η όγδοη (7η αναιρεσείουσα) από την 30-6-1984 μέχρι την 30-4-2012, οπότε και αποχώρησε λόγω παραίτησης με τον βαθμό του Τμηματάρχη Α', έχοντας συνολικό χρόνο υπηρεσίας 28 έτη.

Καθ' όλο το χρονικό διάστημα της εργασίας τους, οι ενάγοντες ήταν ασφαλισμένοι, αρχικά στο ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος" και στη συνέχεια, μετά την μετατροπή αυτού σε ν.π.ι.δ., στο εναγόμενο ν.π.ι.δ. με την ίδια επωνυμία, ήτοι "Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος", καταβάλλοντας καθ' όλο το διάστημα της εργασίας τους τις αναλογούσες στους ίδιους εισφορές υπέρ του Ταμείου.

Μετά την αποχώρηση των εναγόντων από την εργασία τους, αυτοί αιτήθηκαν από το εναγόμενο να λάβουν την εφάπαξ παροχή που προβλέπεται με βάση το άρθρο 5 του Κανονισμού του, η οποία, με βάση τις αποδοχές τους κατά το χρόνο αποχώρησής τους, τον βαθμό τους και τα έτη της υπηρεσίας τους, υπολογίζονταν σύμφωνα με το σχετικό άρθρο 7 του Κανονισμού, όπως αυτό ίσχυε κατά το χρόνο αποχώρησης των εναγόντων, στο συνολικό ποσό των 111.003,94 ευρώ για τον πρώτο εξ αυτών, των 134.922,59 ευρώ για τον δεύτερο, των 99.414,72 ευρώ για τον τρίτο, των 93.942,71 ευρώ για τον τέταρτο, των 91.669,52 ευρώ για τον έκτο (5ο αναιρεσείοντα), των 118.463,71 ευρώ για την έβδομη (6η αναιρεσείουσα) και των 87.520,953 ευρώ για την όγδοη (7η αναιρεσείουσα).

Το εναγόμενο ωστόσο κατάβαλε μόνο: α) Στον πρώτο ενάγοντα... και συνολικά το ποσό των 69.158,89 ευρώ, ενώ του οφείλει το υπόλοιπο ποσό ύψους 41.845,05 ευρώ. β) Στον δεύτερο ενάγοντα... και συνολικά το ποσό των 83.598,77 ευρώ, ενώ του οφείλει το υπόλοιπο ποσό ύψους 51.323,82 ευρώ. γ) Στον τρίτο ενάγοντα... και συνολικά το ποσό των 62.509,10 ευρώ, ενώ του οφείλει το υπόλοιπο ποσό ύψους 36.905,62 ευρώ.

δ) Στον τέταρτο ενάγοντα... και συνολικά το ποσό των 58.081,82 ευρώ, ενώ του οφείλει το υπόλοιπο ποσό ύψους 35.860,89 ευρώ. ε) Στον έκτο ενάγοντα (5ο αναιρεσείοντα)... και συνολικά το ποσό των 60.497,30 ευρώ, ενώ του οφείλει το υπόλοιπο ποσό ύψους 31.172,22 ευρώ, εκ του οποίου ο ενάγων ζητεί να του επιδικαστεί το ποσό των 30.936,87 ευρώ.

στ) Στην έβδομη ενάγουσα (6η αναιρεσείουσα)... και συνολικά το ποσό των 72.881,01 ευρώ, ενώ της οφείλει το υπόλοιπο ποσό ύψους 45.582,70 ευρώ. ζ) Στην όγδοη ενάγουσα (7η αναιρεσείουσα)... και συνολικά το ποσό των 56.392,21 ευρώ, ενώ της οφείλει το υπόλοιπο ποσό ύψους 31.128,74 ευρώ, εκ του οποίου η ενάγουσα ζητεί να της επιδικαστεί το ποσό των 30.999,22 ευρώ.

Περαιτέρω, το εναγόμενο ισχυρίζεται ότι τα παραπάνω αναγραφόμενα ποσά που κατέβαλε στους ενάγοντες, είναι αυτά που δικαιούνται να λάβουν σύμφωνα με το άρθρο 7 του Κανονισμού του, όπως αυτό τροποποιήθηκε, δυνάμει της με αριθμό 23/16-12-2013 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του και της με αριθμό Φ.80000/35187/1180/19-12-2013 Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, με την οποία εγκρίθηκε η παραπάνω τροποποίηση του Κανονισμού και μάλιστα αναδρομικά, καταλαμβάνοντας η τροποποίηση αυτή και τους υπαλλήλους που αποχώρησαν από την "Εθνική Τράπεζα" από 3-1-2012 και εφεξής, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ενάγοντες.

Η ανωτέρω Κοινή Υπουργική Απόφαση όμως, ακυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 1530/2018 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατά το μέρος που με αυτή προβλέπεται η αναδρομική εφαρμογή της και για όσους έχουν ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία από την 3-1-2012 και δεν έχουν λάβει το σύνολο του εφάπαξ βοηθήματος, καθώς κρίθηκε ότι...

εν προκειμένω, η ... διάταξη της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 δεν παρέχει εξουσιοδότηση στους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων να ανακαθορίζουν αναδρομικώς το ύψος του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγεί το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος...

Το εναγόμενο ισχυρίζεται ότι η παραπάνω απόφαση του ΣτΕ και η με αυτή ακύρωση λόγω τυπικής παράλειψης, της με αριθμό Φ.80000/35187/1180/19-12-2013 Κ.Υ.Α., δεν επηρεάζει την επίδικη ιδιωτικής φύσης διαφορά, αφού η υπ' αριθμ. 23/16-12-2013 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του, περί τροποποίησης του άρθρου 7 του Κανονισμού του, όσον αφορά στον τρόπο υπολογισμού της εφάπαξ παροχής είναι καθ' όλα νόμιμη, εφόσον για τη λήψη της απόφασης τηρήθηκαν όσα ορίζονται από τη διάταξη του άρθρου 6 του ν. 3029/2002, ήτοι η εκπόνηση αναλογιστικής μελέτης, η έγκρισή της από την Αναλογιστική Αρχή και ο με βάση τις παραδοχές της αναλογιστικής μελέτης ανακαθορισμός της εφάπαξ παροχής, συμπεριλαμβανομένων και όσων αποχώρησαν προ της 19-12-2013, ήτοι και των εναγόντων, για τους οποίους γίνεται ρητή αναφορά στον νόμο.

Η ανωτέρω δε απόφαση, με δεδομένο ότι το ίδιο (εναγόμενο) έχει χαρακτήρα σωματείου, ουδέποτε προσβλήθηκε από οποιονδήποτε εντός της εξάμηνης προθεσμίας που ορίζει το άρθρο 101 του ΑΚ, με αποτέλεσμα να καταστεί πλέον απρόσβλητη ως προς την εγκυρότητά της και για το λόγο αυτό θα έπρεπε να απορριφθεί η σε βάρος του αγωγή.

Ο ισχυρισμός όμως αυτός του εναγόμενου, είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος. Ειδικότερα, αφενός μεν το εναγόμενο δεν έχει τον χαρακτήρα του σωματείου, έτσι ώστε να τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 101 του ΑΚ, αλλά είναι ν.π.ι.δ. που συστάθηκε με βάση την ειδική διάταξη του άρθρου 6 παρ. 20 του ν. 3029/2002 και τα όσα προβλέπονται σε αυτή, αφετέρου δε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 20 του ν. 3029/2002, την αποφασιστική αρμοδιότητα για το ζήτημα της αναδρομικής μεταβολής του τρόπου υπολογισμού της εφάπαξ παροχής που χορηγεί το εναγόμενο, είχαν οι παραπάνω αναγραφόμενοι συναρμόδιοι Υπουργοί, ενώ η επικαλούμενη απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του εναγόμενου είχε απλώς γνωμοδοτικό χαρακτήρα και ως τέτοια δεν υπόκειται στην ακυρωτική αγωγή του άρθρου 101 ΑΚ, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται το εναγόμενο...

Τέλος, τα παραπάνω επιδικασθέντα ποσά, το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει σε καθένα από τους ενάγοντες με τους νόμιμους τόκους από της επιδόσεως της αγωγής, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 346 ΑΚ, που ορίζει ότι ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής και εάν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκοι επιδικίας)...

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε τα ίδια... πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη...".

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, δεχόμενο την ένδικη αγωγή, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 6 § 20 ν. 3029/2002, υπήγαγε σ' αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ανέλεγκτα ότι αποδείχθηκαν, τα οποία ήταν αρκετά για την εφαρμογή τους, κρίνοντας ότι από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, αφενός ότι προβλέπεται δυνατότητα μεταβολής του τρόπου υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος που παρέχει το αναιρεσείον ΤΑΠΕΤΕ, μετά από απόφαση (πρόταση) του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, αποφασιστική όμως αρμοδιότητα επί του ζητήματος τούτου έχουν οι αναφερόμενοι στη διάταξη Υπουργοί που εκδίδουν τη σχετική εγκριτική απόφαση και όχι το ΔΣ του Ταμείου, του οποίου η απόφαση επί του θέματος έχει γνωμοδοτικό χαρακτήρα και αφετέρου ότι η εξουσιοδοτική διάταξη της § 20 του άρθρου 6 εδ. τελ. του ν. 3029/2002 δεν παρέχει εξουσιοδότηση στους Υπουργούς Οικονομίας, Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων να ανακαθορίζουν αναδρομικώς το ύψος του εφάπαξ βοηθήματος, εφόσον δεν προβλέπει τούτο ρητά, σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος περί διακρίσεως των εξουσιών (άρθρ. 26) και περί παροχής στα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως (άρθρ. 43).

Συνεπώς, εφόσον το ΔΣ του Ταμείου με την απόφαση 23/16-12-2013 πρότεινε την αντικατάσταση του άρθρου 7 του Καταστατικού του, στο οποίο καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της χορηγούμενης από το Ταμείο εφάπαξ παροχής και όρισε ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος εφαρμόζεται αναδρομικά και για όσους έχουν ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία από 3.1.2012 και δεν έχουν λάβει το σύνολο του βοηθήματος αυτού, η Φ.80000/35187/1180/19.12.2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας που ενέκρινε την ως άνω υπό του ΔΣ προταθείσα αναδρομική ρύθμιση είναι άκυρη ως προς την αναδρομική αυτή ρήτρα ως εκδοθείσα χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση και δεν ισχύει έναντι εκείνων που εμπίπτουν στην αναδρομική περίοδο, όπως είναι οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι ούτω εξακολουθούν να υπάγονται στην προηγούμενη ρύθμιση του άρθρου 7 του Κανονισμού του ΤΑΠΕΤΕ.

Εξάλλου, ενόψει του ότι η απόφαση αυτή (πρόταση) του ΔΣ του αναιρεσείοντος (23/16-12-2013) έχει γνωμοδοτικό χαρακτήρα και όχι αποφασιστικό (δεσμευτικό), τον οποίο έχει η εγκριτική ΚΥΑ, είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι λόγω του σωματειακού του χαρακτήρα, η άνω απόφαση του ΔΣ του είναι έγκυρη, ως μη προσβληθείσα εντός της αποκλειστικής 6μηνης προθεσμίας του άρθρου 101 εδ. 3 ΑΚ και, εκ τούτου, δεσμεύει τα μέλη του.

Όπως αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός του ότι, δεδομένου του ιδιωτικού χαρακτήρα της σχέσης του με τους αναιρεσίβλητους και της βάσει αυτής τροποποιήσεως του Κανονισμού, η τροποποίηση αυτή χαρακτηρίζεται από νομιμότητα, είναι δε άλλο ζήτημα το θέμα της Διοικήσεως να εγκρίνει ή να μην εγκρίνει την απόφαση αυτή, ούτως ώστε να πληροί τους όρους του Ν. 3029/2002, μέχρι δε τότε και δεδομένου του όλως προσφάτου της εκδόσεως της ακυρωτικής αποφάσεως του ΣτΕ (1530/2018), ή μέχρι την τυχόν τροποποίηση του Κανονισμού με νεώτερη άλλη απόφαση, ούτως ώστε να επέλθει "ισορροπία" μεταξύ των δύο πράξεων, το όλο ζήτημα μένει και πρέπει να παραμείνει σε εκκρεμότητα, λαμβανομένου υπ' όψιν ότι ο συνολικός αριθμός των αναλόγων με τους αναιρεσίβλητους περιπτώσεων ανέρχεται σε 572 περίπου άτομα, η δε συνολική για το Ταμείο δαπάνη για την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους στο ύψος των 16.000.000 € περίπου, ποσό που προφανώς ανατρέπει την αναλογιστική ισορροπία του Ταμείου, κάτι που δεν συμβαδίζει με τη βούληση των μερών για τη λειτουργία της δικαιοπρακτικής τους σχέσης, καθότι το αναιρεσείον διέπεται από το ν. 3026/2002, δεν είναι αυτεξούσιο και οι κρίσιμες αποφάσεις του που αφορούν το ύψος των παρεχόμενων παροχών τελούν υπό την έγκριση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινων.

Ασφαλίσεων. Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης που κρίνονται ενιαίως, με τους οποίους το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα, προσάπτοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια (κατ' εκτίμηση) του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 346 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 ν. 4055/2012, που ισχύει, κατά το άρθρ. 113 του νόμου αυτού, από 2-4-2012 "Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας). Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία.

Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως. Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ' εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας.

Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ' εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας.

Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της οριστικής απόφασης". Σύμφωνα με τη ρύθμιση αυτή, η οποία πρόκειται για διάταξη αναγκαστικού δικαίου και μόνη προϋπόθεση έχει την επίδοση της αγωγής, ανεξαρτήτως υπερημερίας, αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιοριστούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο οφειλέτης που, μεταξύ των άλλων, πριν από τη συζήτηση της αγωγής, αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως.

Αν μάλιστα εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως, διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, γι' αυτό και εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Η εξαίρεση που προβλέπεται επιτρέπει στο δικαστή να σταθμίσει εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος ευλόγως αντιδικεί, επειδή πρόκειται για απαίτηση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (π.χ.

ηθική βλάβη) ή επειδή προβάλλει ένσταση συμψηφισμού (βλ. αιτιολογική έκθεση ν. 4055/2012). Έτσι, ο νόμιμος τόκος, μετά την επίδοση της αγωγής, είναι πλέον ο (αυξημένος) τόκος επιδικίας. Σημειώνεται ότι δεν απαιτείται ρητή μνεία γι' αυτό στη δικαστική απόφαση, ενώ, αντίθετα, απαιτείται ρητή αναφορά σ' αυτήν, όταν το δικαστήριο κατ' εξαίρεση επιδικάζει την απαίτηση με το νόμιμο ή το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας (ΑΠ 1207/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, κατ' εκτίμηση εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παραπονείται, το μεν (1ος λόγος) ότι το Εφετείο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία εφάρμοσε το άρθρο 346 ΑΚ, ενώ έπρεπε, όπως παραδεκτά ζήτησε, κατ' εφαρμογή των άρθρων 345 & 342 ΑΚ να μην επιδικάσει τόκους υπερημερίας, διότι, ενόψει της ισχύος της επίμαχης ΚΥΑ πριν την ακύρωσή της με την υπ'αριθ.1530/2018 απόφαση του ΣτΕ δεν υπήρχε νομική δυνατότητα εξοφλήσεως, καθότι θα διέπραττε ποινικό αδίκημα, αποκλειομένης ούτω της επέλευσης υπερημερίας του, το δε (2ος λόγος) ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε την ΑΚ 346, διότι κατά το άρθρο 7 § 5 του Κανονισμού του που έχει δικαιοπρακτική ισχύ, για τυχόν μη έγκαιρη καταβολή της εφάπαξ παροχής αποκλείεται η υποχρέωση του Ταμείου για την καταβολή τόκων ή οποιασδήποτε άλλης αποζημίωσης.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, αφού η διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ είναι αναγκαστικού δικαίου και μόνη προϋπόθεση για την εφαρμογή της είναι η επίδοση της αγωγής ανεξαρτήτως υπερημερίας, το αναιρεσείον δε, δεν επικαλείται κάποια από τις εξαιρέσεις που υπάρχουν στη διάταξη αυτή, ενώ το άρθρο 7 § 5 του Κανονισμού του αναιρεσείοντος δεν αναφέρεται σε τόκους επιδικίας.

Επομένως οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 § 1 και 577 § 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ) πρέπει στο δικόγραφο της αναίρεσης να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου. Αν δε η επικαλούμενη πλημμέλεια αφορά την απόρριψη ή μη της αγωγής ή ένστασης ως μη νόμιμης πρέπει να αναφέρεται με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, άλλως ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΟλομΑΠ 28/1998, ΑΠ 651/2018).

Εν προκειμένω, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον παραπονείται ότι η προσβαλλόμενη έσφαλε επειδή απέρριψε ως μη νόμιμη άνευ επαρκούς αιτιολογίας την υποβληθείσα απ' αυτό ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (281 ΑΚ), ως δήθεν θεμελιουμένης μόνο σε δυσμενείς για το Ταμείο επιπτώσεις και όχι στο σύνολο των ασφαλισμένων του που προσδοκούν στη λήψη αξιοπρεπούς εφάπαξ παροχής, αφού είναι νπιδ μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που διανέμει εκ του κεφαλαίου του παροχές στους δικαιούχους, εάν δε θιγεί το κεφάλαιό του αυτό, είναι προφανές ότι θίγεται καταχρηστικώς το σύνολο των ασφαλισμένων του. Ωστόσο, δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αναίρεσης τα επικληθέντα, ενώπιον του Εφετείου με τη σχετική ένσταση, πραγματικά περιστατικά που συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ ούτε ο τρόπος υποβολής του σχετικού ισχυρισμού στο Πρωτοδικείο και επαναφοράς του στο Εφετείο, προκειμένου να κριθεί το παραδεκτό της προβολής του σχετικού ισχυρισμού ενώπιον των Δικαστηρίων της ουσίας (αρθ.562 παρ.2 ΚΠολΔ). Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστεί το αναιρεσείον λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος υπ' αριθ. ... παραβόλου ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ στο αναιρεσείον.

Απορρίπτει την από 5-6-2020 και με αριθ. κατάθεσης 3475/412/22-6-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3262/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ