Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring order due to inadmissible arguments regarding income reduction and living costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a debt restructuring fund against a final first-instance judgment ordering debt repayment. The appellant argued that the lower court failed to assess specific income reductions and living costs, claiming this violated the principle of permanent insolvency. The court rejected these claims as inadmissible because they merely challenged the factual evaluation and reasoning of the trial court without providing new evidence or legal grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(6) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; Arguments challenging the factual assessment of income reduction and living costs in debt restructuring cases are inadmissible as they attack the unreviewable reasoning of the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1478 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1478/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Αθανάσιο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Σ. του Θ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Θεοδωράτου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 2η και 3η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2013 αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Μεγαλόπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 84/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 85/2018 τελεσίδικη του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-7-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Νικολόπουλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και ο 1ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη, από 13-07-2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 31/2020, αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 85/2018 απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην της εκ των εφεσιβλήτων δεύτερης και τρίτης ανώνυμων τραπεζικών εταιριών και ήδη δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων
Παρά, όμως την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον της δεύτερης αναιρεσίβλητης, διότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 67/2020, ΑΠ 153/2017).
Αυτή είναι παραδεκτή [ άρθρα 577 παρ.1 του ΚΠολΔ ], διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 του Ν.4335/2015, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης [άρθρα 552,553,556,558,564 αρ 3 ΚΠολΔ].
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος, που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στην συζήτηση με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από εκείνον, που επισπεύδει τη συζήτηση.
Στην περίπτωση, κατά την οποία δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί (Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 1294/2022, Α.Π. 904/2022, Α.Π. 1544/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη, από 13-07-2020 (με αριθμό καταθέσεως 31/13-07-2020), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 85/2019 οριστικής αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάζοντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", προσδιορίστηκε για τη αρχική δικάσιμο της 06-10-2023, οπότε ματαιώθηκε η συζήτησή της, ενόψει των Αυτοδιοικητικών εκλογών της 08/10/2023 και των επαναληπτικών εκλογών της 15-10-2023, και προσδιορίσθηκε εκ νέου με αυτεπάγγελτη πράξη της Προέδρου του Δ τμήματος, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, (άρθρ. 568 παρ. 2-4 του Κ.Πολ.Δ.).
Περαιτέρω, από τις υπ' αριθμ. ...-2022 και ...-2022 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Δ. Α., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νομίμως το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", το οποίο επισπεύδει την συζήτηση της αναιρέσεως, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία της πληρεξούσιας δικηγόρου αυτού, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στις δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών για την αρχική δικάσιμο της 06-10-2023, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, λόγω της αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων.
Με την από 16/10/ 2023 πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος ορίστηκε αυτεπαγγέλτως νέα δικάσιμος για την εκδίκαση της υπόθεσης η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, η οποία γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων ..., στο site του Αρείου Πάγου ..., στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των δικηγορικών συλλόγων ...
ως και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους προς ενημέρωση των διαδίκων , ενεγράφη δε η υπόθεση στο οικείο πινάκιο από το γραμματέα του Δικαστηρίου και η εγγραφή αυτή ισχύει ως κλήτευση ως προς όλους τους διαδίκους (άρθρο 260 αρ 4 ΚΠολΔ). Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με την σειρά της από το οικείο πινάκιο δεν εμφανίστηκαν η τρίτη και τέταρτη των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 του Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της, παραστάθηκαν δε νομίμως και προσηκόντως, μόνον το επισπεύδον τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως αναιρεσείον και ο πρώτος των αναιρεσίβλητων.
Επομένως, αφού οι ανωτέρω τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκαν νομίμως και εμπροθέσμως κατά τα ανωτέρω, πρέπει, να προχωρήσει η συζήτηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Επομένως, η υπό κρίση αναίρεση, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγω της [ άρθρο 577 παρ. 3.ΚΠολΔ ] Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με την διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, προκύπτει ότι ο αιτών και ήδη πρώτος των αναιρεσιβλήτων κατέθεσε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μεγαλόπολης, την με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2/12-02-2013 αίτησή του, με την οποία, επικαλούμενος ότι είναι φυσικό πρόσωπο, χωρίς πτωχευτική ικανότητα και ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τους καθών η αίτησή της, ήτοι το ήδη αναιρεσείον Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και τις δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες, ζήτησε τη δικαστική ρύθμιση των οφειλών του προς τους ως άνω πιστωτές της, κατά το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του, κατά το άρθρο 9 του ιδίου νόμου.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 84/2014, απόφασή του, με την οποία δέχθηκε την αίτηση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, ρύθμισε τα χρέη του αιτούντος-πρώτου αναιρεσιβλήτου και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του. Κατά της ως άνω απόφασης ασκήθηκε από το ήδη αναιρεσείων, η με αριθμό κατάθεσης 03/22-01-2015 έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως αβάσιμη.
Ο νομοθέτης σε ένα σύγχρονο κράτος δικαίου, οφείλει να ασκήσει τη ρυθμιστική του παρέμβαση προς αντιμετώπιση του φαινομένου της υπερχρέωσης. Η υπερχρέωση αναδεικνύεται σε ένα από τα κρίσιμα κοινωνικά προβλήματα. Σηµαντικό µέρος των πολιτών έχει οδηγηθεί στη περιθωριοποίηση, καθώς, µη διαθέτοντας σοβαρή αγοραστική δύναµη και δυνατότητα απεγκλωβισµού από την υπερχρέωση, δεν είναι σε θέση να σχεδιάσει τη συμμετοχή του στην οικονοµική και κοινωνική ζωή.
Με το ν. 3869/2010 δόθηκε ακριβώς η δυνατότητα σε υπερχρεωμένους πολίτες που έχουν αποδεδειγμένη και μόνιμη αδυναμία να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους, να ρυθμίσουν την εξόφλησή τους με ευνοϊκότερους όρους και να απαλλαγούν από αυτά, εφόσον εξυπηρετήσουν για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα με βάση το εισόδημά τους ένα μέρος των χρεών τους και ρευστοποιηθεί η περιουσία τους, πλην της κύριας κατοικίας τους, για τη διάσωση της οποίας επίσης πρέπει να καταβληθεί σημαντικό τίμημα, που προσεγγίζει την πραγματική της αξία.
Η δυνατότητα ρύθμισης για το φυσικό πρόσωπο των χρεών του, με απαλλαγή από αυτά, βρίσκει τη νομιμοποίησή της ευθέως στο ίδιο το κοινωνικό κράτος δικαίου, που επιτάσσει να μην εγκαταλειφθεί ο πολίτης σε μία, χωρίς διέξοδο και προοπτική, κατάσταση, από την οποία, άλλωστε, και οι πιστωτές δεν μπορούν να αντλήσουν κανένα κέρδος.
Μια τέτοια απαλλαγή χρεών δεν παύει, όμως, να εξυπηρετεί ευρύτερα και το γενικό συμφέρον, καθώς οι πολίτες με την προβλεπόμενη από το νόμο ρύθμιση και απαλλαγή από τα χρέη τους επανακτούν ουσιαστικά, μέσω των εν λόγω διαδικασιών, την αγοραστική τους δύναμη, προάγοντας την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα, καθώς και την επανένταξή τους στο κοινωνικό σύνολο (άρθρα 2 παρ.1, 21 παρ. 1 και 25 παρ. 1α του Συντάγματος).
Στόχος των εν λόγω διατάξεων είναι η επανένταξη του υπερχρεωμένου πολίτη στην οικονοµική και κοινωνική ζωή µε την επανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας που συνεπάγεται η εξάλειψη των χρεών που αδυνατεί να αποπληρώσει. Επομένως, ο ν. 3869/2010 δεν έχει σχεδιαστεί ως νομοθέτημα μεταβατικού χαρακτήρα, με σκοπό την αντιμετώπιση των συνεπειών της οικονομικής κρίσης, αλλά αντιθέτως η λειτουργία του προορίζεται να καταστεί παραπληρωματική προς εκείνη του Πτωχευτικού Κώδικα, διαλαμβάνοντας εκείνες τις περιπτώσεις υπερχρεώσεως που δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του τελευταίου.
Εξ αυτής της απόψεως οι διατάξεις του συνιστούν ειδικό δίκαιο της εκκαθαρίσεως των οφειλών του ιδιώτη, το οποίο συντελεί από οικονομικής απόψεως στην (οιονεί κοινωνική) "ασφάλιση" των φυσικών προσώπων που έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους και ως εκ τούτου συνιστούν αναγκαστικό δίκαιο, αφού η φύσις διατάξεων ως δημοσίας τάξεως ή αναγκαστικού δικαίου συνάγεται εκτός άλλων και εκ του γενικοτέρου σκοπού ή συμφέροντος τον οποίο υπηρετούν (άρθρο 3 ΑΚ).
Ειδικότερα, με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-8-2015) αφού η ένδικη αίτηση κατατέθηκε στις 12-02-2013, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. 2. Δεν επιτρέπεται η ρύθμιση οφειλών οι οποίες: είτε α) έχουν αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της αίτησης για την έναρξη της διαδικασίας κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 4 είτε β) προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, από διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού, τέλη προς Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης είτε γ) προέκυψαν από χορήγηση δανείων από Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του ν. 3586/2007, όπως ισχύουν (Α' 151). 3.
Απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη δύναται να γίνει μία μόνο φορά ".
Εξάλλου ορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 "Αντικειμενικό σύστημα φορολόγησης και άλλες διατάξεις", ότι για την εξυπηρέτηση και ασφάλιση των τοκοχρεωλυτικών δανείων που χορηγούνται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για την απόκτηση πρώτης κατοικίας από δημοσίους υπαλλήλους, συνταξιούχους και λοιπούς δικαιούμενους κατά την κείμενη νομοθεσία κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρήσει υπέρ του δανειστή:
α) μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των τακτικών μηνιαίων απολαβών του (μισθό, επιδόματα, μηνιαία αναλογία δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, ΔΙΒΕΕΤ κ.λπ.), β) μέχρι τα 6/10 της κανονισθησομένης κύριας και επικουρικής συντάξεώς του και όλων γενικά των μερισμάτων και άλλων παροχών που τακτικά λαμβάνει από τα ασφαλιστικά του ταμεία (τα ποσοστά αυτά των εδαφίων α` και β` μειώθηκαν σε 3/10 σύμφωνα με την ΥΑ2/19843/0094 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β` 677/7-3-2012), γ) τα 3/4 από το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σ` αυτόν από οποιοδήποτε ασφαλιστικό του φορέα ή από την οριζόμενη από την εργατική νομοθεσία αποζημίωση, λόγω λύσεως της εργασιακής σχέσεως (παρ.1).
Οι πιο πάνω εκχωρήσεις είναι ισχυρές καταργούμενης κάθε αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως. Για την αναγγελία των εκχωρήσεων αυτών αρκεί η τήρηση των κοινών διατάξεων κατά παρέκκλιση τυχόν ειδικών ρυθμίσεων, όπως του άρθρου 95 του ν. 2362/1995 και του άρθρου 53 του ν.δ. 496/1974. Εκχωρήσεις που έχουν γίνει οποτεδήποτε πριν από την εφαρμογή του παρόντος, χωρίς την εφαρμογή των αναφερόμενων στο προηγούμενο εδάφιο ειδικών ρυθμίσεων, θεωρούνται εξ υπαρχής έγκυρες, εφόσον τηρήθηκαν οι κοινές διατάξεις (παρ. 2).
Από την γραμματική διατύπωση της ανωτέρω διάταξης προκύπτει ότι ο πραγματικά επιδιωκόμενος σκοπός της εν λόγω διάταξης είναι μόνον η εξασφάλιση του εκδοχέα και η παραχώρηση ασφαλείας προς αυτόν ως προς την είσπραξη της απαίτησης από τον εκδοχέα -Τ.Π.Δ. και όχι η οριστική απόκτηση από αυτόν (Τ.Π.Δ.) της απαίτησης.
Τροποποιήσεις και συμπληρώσεις στο άρθρο 62 του ν. 2214/1994 επέφεραν οι νόμοι 2592/1998, 3453/2006, 3867/2010 και 4038/2012.
Εξάλλου, κατά τη ρύθμιση των οφειλών σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3869/2010, δεν εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις του λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, διότι από το σύνολο των διατάξεων του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι αυτές έχουν χαρακτήρα αναγκαστικού δικαίου, καθόσον ο νόμος αυτός περιέχει ειδικότερες ως προς το σκοπό και το εύρος εφαρμογής τους διατάξεις, με τις οποίες υποκαθίσταται η ιδιωτική αυτονομία και η δικαιοπρακτική ελευθερία των μερών από τη δικαστική απόφαση, από την οποία πηγάζουν αναγκαστικού δικαίου συνέπειες για τις απαιτήσεις των δανειστών και τα δικαιώματά τους κατά του υπερχρεωμένου οφειλέτη. Επιπρόσθετα, οι διατάξεις περί δημοσίου λογιστικού δεν κωλύουν την εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3869/2010.
Επίσης, κατά το άρθρο 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων μπορεί ύστερα από αίτηση του υπόχρεου να καθορίζονται όροι εξυπηρέτησης, επιμέρους συμφωνίες των δανειακών συμβάσεων και η διευθέτηση των τόκων υπερημερίας των μη κανονικά εξυπηρετούμενων οποιουδήποτε είδους δανειακών συμβάσεων που έχει χορηγήσει προς φυσικά πρόσωπα το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Με βάση τα ανωτέρω, επιβάλλεται από την καλή πίστη αλλά και από την ratio του νόμου, ο οποίος αποσκοπεί μεν στην προστασία του υπερχρεωμένου φυσικού προσώπου, αλλά και στην εξισορρόπηση των συμφερόντων των πιστωτών, η διαφάνεια της περιουσιακής κατάστασης (καθήκον ειλικρίνειας έναντι των πιστωτών αλλά και της ίσης μεταχείρισης αυτών), η οποία υπαγορεύει την υποχρέωση του αιτούντα-οφειλέτη να συμπεριλάβει στην αίτησή του όλους τους πιστωτές του, αλλά και το σύνολο των ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών του, ώστε να μπορεί κάθε δανειστής να καθορίζει την στάση του, βάσει της συνολικής οικονομικής κατάστασης του οφειλέτη του.
Συνεπώς η συλλογική διαδικασία με το γνωστό χαρακτηριστικό της καθολικότητας, σημαίνει ότι η διαδικασία καταλαμβάνει όλη την περιουσία του οφειλέτη και όλους τους πιστωτές, με μόνη εξαίρεση τις οφειλές του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3869/2010, στις οποίες δεν περιλαμβάνονται οι εκ των στεγαστικών δανείων απαιτήσεις του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων.
Επομένως, σαφώς προκύπτει ότι στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 υπάγονται και οφειλές από στεγαστικά δάνεια τα οποία το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων χορήγησε σε υπαλλήλους που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας και τα οποία δάνεια οι δανειολήπτες εξοφλούν με επιτρεπόμενη κατά νόμο προεκχώρηση του οριζόμενου ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους.
Ο νόμος με την άνω ρύθμιση θέλησε να υπαχθούν στις ρυθμίσεις του χρηματικές οφειλές από δάνεια προς όλους τους πιστωτές (ιδιώτες και μη), στην περίπτωση δε που ήθελε να εξαιρέσει από το νόμο τις εκ δανείων οφειλές προς το ανωτέρω πιστωτικό ίδρυμα θα το είχε πράξει ρητώς, όπως τούτο συνέβη στην περίπτωση οφειλών από τέλη προς Ν.Π.Δ.Δ.
Αντίθετο δεν προκύπτει από τη ρύθμιση του άρθρου 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010 που παρέχει τη δυνατότητα στον δανειολήπτη να ζητήσει-επιτύχει με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων ευνοϊκότερους όρους εξυπηρετήσεως των δανειακών συμβάσεων. Η παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 αναφέρει τα χρέη εκείνα των οποίων δεν επιτρέπεται η ρύθμιση με δικαστική απόφαση.
Η ένταξη και των έναντι του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων χρεών στη ρύθμιση της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 θα σήμαινε διεύρυνση των περιπτώσεων της παραγράφου αυτής, πράγμα το οποίο δεν προκύπτει ότι θέλησε ο νομοθέτης. Αντιθέτως ο τελευταίος, με την άνω διάταξη, έστω και αν δεν χρησιμοποιεί σχετική διατύπωση, ορίζει τις περιπτώσεις των μη υπαγόμενων στη ρύθμιση του νόμου χρεών.
Είναι πρόδηλο, ότι η εξαίρεση από τη ρύθμιση του νόμου των έναντι του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων χρεών, θα δημιουργούσε προνομιακή κατάσταση του τελευταίου έναντι των λοιπών δανειστών, οι απαιτήσεις των οποίων υπάγονται στη ρύθμιση του νόμου και κατά τις περιστάσεις υφίστανται την οριζόμενη με την δικαστική απόφαση περικοπή.
Η εξαίρεση των δανείων του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων από τη ρύθμιση του ν. 3869/2010 παρίσταται αδικαιολόγητη, εφόσον δεν εξαιρούνται ούτε οι οφειλές από στεγαστικά δάνεια που χορήγησαν τα άλλα πιστωτικά ιδρύματα. Η ερμηνευτική εξαίρεση των οφειλών προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων από τις διατάξεις του ν. 3869/2010 παραβιάζει την αρχή της ισότητας (άρθρο 4 του Συντάγματος) κατά διττό τρόπο, διότι αφενός οι οφειλές του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων θα στερούνταν αναιτιολόγητα την προστασία των ευνοϊκών διατάξεων του ν. 3869/2010 έναντι των δανειοληπτών των υπολοίπων πιστωτικών ιδρυμάτων και αφετέρου τα υπόλοιπα πιστωτικά ιδρύματα θα υποχρεούνταν να δέχονται τη μείωση των χρηματικών απαιτήσεών τους μέσω της αναγκαστικής συμμετοχής τους στη διαδικασία του ν. 3869/2010 σε αντίθεση με το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων που θα διατηρούσε αλώβητες τις δικές του απαιτήσεις.
Ο δικαιολογητικός λόγος που ενδεχομένως θα μπορούσε να προβληθεί και σχετίζεται με την προστασία του δημοσίου συμφέροντος, δεδομένου του δημόσιου χαρακτήρα του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (άρθρα 1 και 2 π.δ/τος 95/1996 "Οργανισμός Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων"), ήταν γνωστός στο νομοθέτη κατά τη θέσπιση και τις τροποποιήσεις του ν. 3869/2010, αλλά αυτός προτίμησε να μην το συμπεριλάβει στους δημόσιους φορείς, οι οφειλές προς τους οποίους εξαιρούνται από το πεδίο ρύθμισης του νόμου αυτού.
Ενδεικτικό προς τούτο πλέον είναι ότι μετά την τροποποίηση του ανωτέρω άρθρου με την παρ. 1 του άρθρου 1 της υποπαρ. Α. 4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, οι μόνες οφειλές έναντι του Δημοσίου γενικώς, που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του νόμου πλέον είναι οι οφειλές, οι οποίες συνίστανται σε διοικητικά πρόστιμα ή χρηματικές ποινές. (ΟλΑΠ 4/2023).
Με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως αυτό ίσχυε, πριν αντικατασταθεί με την παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α` 94/14-8-2015) και εφαρμόζεται στην ένδικη περίπτωση (άρθρ. 2 ΥΠΟΠΑΡ. Α4 άρθρ. 2 παρ.5 του ίδιου νόμου 4336/2015), ως εκ του χρόνου υποβολής - κατάθεσης, στις 12-02-2013, της ένδικης αίτησης του άρθρ. 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ορίζεται ότι: "Αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητουμένων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για την ρύθμιση των οφειλών και την απαλλαγή του οφειλέτη".
Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (ΑΠ 103/2024, ΑΠ 1036/2024, ΑΠ 550/2023, ΑΠ 1482/2022, ΑΠ 1169/2022).
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, έλλειψης δηλαδή όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Ειδικότερα, ρευστοποιήσιμη είναι η περιουσία η οποία είναι δεκτική εκποίησης κατά τρόπο που παρέχει προσδοκία απόληψης ανάλογου ανταλλάγματος, όταν δηλαδή μπορεί και αξίζει να εκποιηθεί για τον παραπάνω σκοπό. Αυτό συμβαίνει, όταν εκτιμάται ότι σε εύλογο διάστημα θα επιτευχθεί τίμημα τέτοιο, που θα επιφέρει σοβαρή ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών.
Πότε συμβαίνει αυτό είναι θέμα συγκεκριμένης περίπτωσης, δηλαδή το δικαστήριο θα κρίνει αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι αναγκαία η ρευστοποίηση για την ικανοποίηση των πιστωτών. Για το προσδιορισμό της ρευστότητας, προκειμένου να κριθεί η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη, κατ` αρχάς, το εισόδημα του οφειλέτη.
Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται, αφενός τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και αφετέρου οι βιοτικές (και όχι απλώς οι στοιχειώδεις) ανάγκες του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών (ΑΠ 103/2024, 1482/2022, ΑΠ 1351/2021, ΑΠ 545/2021, ΑΠ 507/2020, ΑΠ 71/2020).
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στη κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό δε της ρευστότητας, για τη ρύθμιση των οφειλών από το δικαστήριο και την απαλλαγή του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη, όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών, λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται, σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας (ΑΠ 1103/2023, ΑΠ 785/2022, ΑΠ 544/2022, ΑΠ 1035/2021, ΑΠ 311/2021).
Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κλπ (ΑΠ 691/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1098/2024, ΑΠ 1482/2022, ΑΠ 785/2022, ΑΠ 544//2022) Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 1098/2024, ΑΠ 103/2024, ΑΠ 1036/2024, 656/2021). Όπως δε προαναφέρθηκε, η αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογενείας του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του (ΑΠ 1098/2024, ΑΠ 1054/2023, ΑΠ 1103/2023, ΑΠ 1050/2021, Α.Π. 933/2021, ΑΠ 834/2021).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδάφ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 59/2021).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018). Ακόμη, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ των άλλων, και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), όπως είναι η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο παραπάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1353/2021, ΑΠ 883/2020).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τον πρώτο και δεύτερο αναιρετικούς λόγους, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και εκ πλαγίου τις διατάξεις 3 του ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Ν.3869/2010, κατά το μέρος που η αναιρεσιβαλλόμενη κρίνει τις τελευταίες , ως διατάξεις αναγκαστικού δικαίου.
Σε σχέση με το ως άνω ζήτημα, το Μονομελές Πρωτοδικείο Τρίπολης, που δίκασε ως Εφετείο, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 εδάφ. β'του ν. 3869/2010, 739 επ. ΚΠολΔ), την από 28-02-2014 έφεση του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" κατά της 84/2014 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Μεγαλόπολης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την υπαγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου στην ρύθμιση του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 των υφισταμένων, έναντι του αναιρεσείοντος, χρεών του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), κρίση του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, τα ακόλουθα: "Με το δεύτερο λόγο εφέσεώς του, το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 455, 460, 461, 462 ΑΚ, 53 ν.δ. 496/1974, 62 ν. 2214/1994 και 1 ν. 3869/2010, έκρινε ότι το ποσό που είχε εκχωρήσει ο δανειολήπτης και ήδη πρώτος εφεσίβλητος από το μισθό του προς αυτό (ΤΠ&Δ), πρέπει να συμπεριληφθεί στο διαθέσιμο εισόδημά του για την ικανοποίηση όλων των πιστωτών του, ενώ εάν είχε ερμηνεύσει και εφαρμόσει ορθά τις ανωτέρω διατάξεις, θα είχε αφαιρέσει από τις οικονομικές δυνάμεις του ολόκληρο το χρηματικό ποσό της εξοφλητικής δόσης που εκχωρήθηκε από τον αιτούντα και ήδη εφεσίβλητο προς αυτό (Τ.Π&Δ.) και παρακρατούνταν από το μισθό του και καταβαλλόταν στο ίδιο.
Κατ' άρθρο 455 ΑΚ o δανειστής μπορεί με σύμβαση να μεταβιβάσει σε άλλον την απαίτηση του χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη (εκχώρηση). Κατ' άρθρο 460 ΑΚ o εκδοχέας δεν αποκτά δικαίωμα απέναντι στον οφειλέτη και στους τρίτους πριν ο ίδιος η ο εκχωρητής αναγγείλει την εκχώρηση στον οφειλέτη. Η εκχώρηση είναι αμετάκλητη, εκτός εάν συμφωνηθεί άλλως.
Αντικείμενο εκχώρησης είναι δυνατό να είναι και η μέλλουσα απαίτηση. H συμφωνία μεταξύ του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και του δανειολήπτη, με την οποία ο δεύτερος προς εξόφληση του δανείου που έλαβε από το πρώτο, εκχωρεί σε αυτό την απαίτηση έναντι του εργοδότη του για μέρος του μισθού του, είναι έγκυρη και πλέον της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων στηρίζεται και στο άρθρο 62 § 1 ν. 2214/1994.
Ζήτημα προκύπτει, εάν είναι δυνατό να περιληφθεί σε ρύθμιση κατά τις διατάξεις του ν. 3869/2010 μία οφειλή από δάνειο που έλαβε φυσικό πρόσωπο από το ΤΠ&Δ., εφόσον ήδη έχει εκχωρήσει μέρος των αποδοχών του σε αυτό. Κατ' αρχήν η εγκυρότητα της σύμβασης εκχωρήσεως συνεπάγεται ότι το ΤΠ&Δ. δικαιούται να εισπράττει απ' ευθείας από τον εργοδότη επί μισθωτού ή από τον ασφαλιστικό φορέα επί συνταξιούχου το μέρος των αποδοχών του οφειλέτη, το οποίο εκχωρήθηκε.
Κατά τη ρύθμιση των οφειλών του υπερχρεωμένου δανειολήπτη δυνάμει των διατάξεων του ν. 3869/2010 το δικαίωμα που έχει αποκτήσει το ΤΠ&Δ. με τη σύμβαση εκχωρήσεως είναι δυνατό να αλλοιώνεται και δη να περιορίζεται κατά το μέτρο που υπαγορεύουν οι ανάγκες της ρύθμισης. Δεν τίθεται εν αμφιβολία η εγκυρότητα της σύμβασης εκχωρήσεως, ούτε πρόκειται για καταγγελία αυτής εκ μέρους του εκχωρητή αλλά για εφαρμογή διατάξεων αναγκαστικού δικαίου, οι οποίες λόγω αυτής της φύσης τους επιδρούν στη συναφθείσα ενοχική σύμβαση και ματαιώνουν την ολοσχερή ικανοποίηση της απαίτησης του ΤΠ&Δ., η οποία επιδιώχθηκε με την εκχώρηση της απαίτησης του δανειολήπτη επί τμήματος των αποδοχών του.
Η ρύθμιση των οφειλών του υπερχρεωμένου δανειολήπτη κατά τις διατάξεις του ν. 3869/2010 αποσκοπεί στην αντιμετώπιση των σοβαρών οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων, στα οποία οδήγησε η υπερχρέωση των φυσικών προσώπων ακόμη και στο μη εμπορική τομέα της οικονομίας.
Πρόκειται, δηλαδή για διατάξεις, οι οποίες προστατεύουν το κοινωνικό και κατ' επέκταση το δημόσιο συμφέρον και ως εκ τούτου δικαιολογείται ο περιορισμός του δικαιώματος των δανειστών να ικανοποιήσουν πλήρως τις χρηματικές απαιτήσεις τους, έστω και αν για την ικανοποίηση αυτή χρησιμοποιείται ως νομικό εργαλείο η σύμβαση της εκχώρησης απαιτήσεων και δη τμήματος των αποδοχών (μισθών ή συντάξεων) των οφειλετών.
Η αντίθετη εκδοχή, ότι δηλαδή η εκχώρηση εκ μέρους του υπερεχρεωμένου δανειολήπτη της απαίτησης του να εισπράξει τμήμα των αποδοχών του καταλείπεται ανέπαφη από την εφαρμογή του ν. 3869/2010, αντίκειται στη φύση των διατάξεων του νόμου αυτού ως διατάξεων αναγκαστικού δικαίου, διότι Θα είχε ως συνέπεια τη ματαίωση του σκοπού του νομοθέτη.
Δηλαδή, μέσω της σύμβασης εκχωρήσεως κατ' άρθρο 455 AK θα μπορούσαν οι δανειστές να απαγορεύσουν στον οφειλέτη να ασκήσει το δικαίωμα που του χορηγεί ο ν. 3869/2010 να ρυθμίσει τα χρέη του. Τέτοια συμφωνία όμως, η οποία θα απαγόρευε στον υπερχρεωμένο δανειολήπτη να καταφύγει στις ευμενείς γι' αυτόν διατάξεις του ν. 3869/2010 θα ήταν άκυρη, διότι θα αναιρούσε το χαρακτήρα των διατάξεων του νόμου αυτού ως διατάξεων αναγκαστικού δικαίου (...).
Επομένως, ανεπίτρεπτη είναι και η ερμηνεία της σύμβασης εκχωρήσεως κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να συνεπάγεται εν τοις πράγμασι απαγόρευση του υπερχρεωμένου δανειολήπτη να αξιώσει την κατά τις διατάξεις του ν. 3869/2010 ρύθμιση της οφειλής του, η οποία εξυπηρετείται μέσω της εκχώρησης μέρους του μισθού ή σύνταξης.
Το γεγονός ότι η εκχώρηση μέρους του μισθού ή σύνταξης του δανειζομένου από το ΤΠΚΔ, προσώπου είναι υποχρεωτική κατ' άρθρο 62 παρ.1 Ν.2214/1994 δεν ασκεί έννομη επίδραση, διότι η ως άνω διάταξη αφορά την εξυπηρέτηση για ασφάλεια των δανείων που χορηγεί το ΤΠΚΔ, αλλά δεν είναι διάταξη δημόσιας τάξης, τα δε δικαιώματα που αποκτά το ΤΠ&Δ.
μέσω της εφαρμογής της υποκύπτουν ενώπιον της εφαρμογής των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του ν. 3869/2010 (...). Κατά συνέπεια με βάση τις προμνημονευθείσες διατάξεις, ως ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, που εν προκειμένω κατά την κρατούσα άποψη (...), που και το παρόν το Δικαστήριο δέχεται, εφαρμόζονται, αφού δεν εξαφανίζεται η πρωτόδικη (ΚΠολΔ 533 § 2), ο δεύτερος λόγος εφέσεως είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η οφειλή του αιτούντος - πρώτου εφεσιβλήτου προς το εκκαλούν υπάγεται στις διατάξεις του ν. 3869/2010 και έκρινε ότι το ποσό που είχε εκχωρήσει από το μισθό του σε αυτό πρέπει να συμπεριληφθεί στο διαθέσιμο εισόδημά του για την ικανοποίηση όλων των πιστωτών του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις".
Με βάση τα ανωτέρω, το Μονομελές Πρωτοδικείο Τρίπολης, απέρριψε ως μη νόμιμο το δεύτερο λόγο της από 28-02-2014, έφεσης του ΤΠΚΔ κατά της 84/2014 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Μεγαλόπολης. Κρίνοντας το, ως Εφετείο, δικάσαν ως άνω Δικαστήριο ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, έστω και αν τα δάνειά του προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων είναι ενήμερα, εξυπηρετούμενα κανονικά, λόγω της εκχώρησης ποσοστού από το μισθό του, μπορεί να υπαχθεί και ως προς τα δάνεια αυτά στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, του οποίου οι διατάξεις έχουν χαρακτήρα αναγκαστικού δικαίου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, καθόσον η φύση διατάξεως ως δημοσίας τάξεως ή αναγκαστικού δικαίου συνάγεται εκτός άλλων και εκ του γενικοτέρου σκοπού ή συμφέροντος τον οποίο εξυπηρετεί, εν προκειμένω δε η ρύθμιση των οφειλών του υπερχρεωμένου δανειολήπτη κατά τις διατάξεις του ν. 3869/2010 αποσκοπεί στην αντιμετώπιση των σοβαρών οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων, στα οποία οδήγησε η υπερχρέωση των φυσικών προσώπων ακόμη και στο μη εμπορικό τομέα της οικονομίας, αφού η απαλλαγή των χρεών του υπερχρεωμένου δανειολήπτη εξυπηρετεί ευρύτερα το γενικό συμφέρον, καθώς οι πολίτες με την προβλεπόμενη από το νόμο ρύθμιση και απαλλαγή από τα χρέη τους επανακτούν ουσιαστικά μέσω των εν λόγω διαδικασιών την αγοραστική τους δύναμη, προάγοντας την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα καθώς και την επανένταξή τους στο κοινωνικό σύνολο.
Πιο συγκεκριμένα, πρόκειται, για διατάξεις, οι οποίες προστατεύουν το κοινωνικό και κατ' επέκταση το δημόσιο συμφέρον και ως εκ τούτου δικαιολογείται ο περιορισμός του δικαιώματος των δανειστών να ικανοποιήσουν πλήρως τις χρηματικές απαιτήσεις τους, έστω και αν για την ικανοποίηση αυτή χρησιμοποιείται ως νομικό εργαλείο η σύμβαση της εκχώρησης απαιτήσεων και δη τμήματος των αποδοχών (μισθών ή συντάξεων) των οφειλετών.
Η εξαίρεση των δανείων του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων από τη ρύθμιση του ν.3869/2010 παρίσταται αδικαιολόγητη, εφόσον δεν εξαιρούνται ούτε οι οφειλές από στεγαστικά δάνεια που χορήγησαν τα άλλα πιστωτικά ιδρύματα. Η ερμηνευτική εξαίρεση των οφειλών προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων από τις διατάξεις του ν. 3869/2010 παραβιάζει την αρχή της ισότητας (άρθρο 4 του Συντάγματος) κατά διττό τρόπο, διότι αφενός οι οφειλές του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων θα στερούνταν αναιτιολόγητα την προστασία των ευνοϊκών διατάξεων του ν. 3869/2010 έναντι των δανειοληπτών των υπόλοιπων πιστωτικών ιδρυμάτων και αφετέρου τα υπόλοιπα πιστωτικά ιδρύματα θα υποχρεούνταν να δέχονται τη μείωση των χρηματικών απαιτήσεών τους μέσω της αναγκαστικής συμμετοχής τους στη διαδικασία του ν. 3869/2010 σε αντίθεση με το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων που θα διατηρούσε αλώβητες τις δικές του απαιτήσεις.
Ο δικαιολογητικός λόγος που προβάλλεται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και σχετίζεται με την προστασία του δημοσίου συμφέροντος, δεδομένου του δημόσιου χαρακτήρα του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (άρθρα 1 και 2 π.δ/τος 95/1996 "Οργανισμός Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων"), ήταν γνωστός στο νομοθέτη κατά τη θέσπιση και τις τροποποιήσεις του ν. 3869/2010, αλλά αυτός προτίμησε να μην το συμπεριλάβει στους δημόσιους φορείς, οι οφειλές προς τους οποίους εξαιρούνται από το πεδίο ρύθμισης του νόμου αυτού, ενώ κατά τη ρύθμιση των οφειλών, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3869/2010, δεν εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις του λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, διότι από το σύνολο των διατάξεων του ν. 3869/2010 προκύπτει, όπως προαναφέρθηκε, ότι αυτές έχουν χαρακτήρα αναγκαστικού δικαίου, καθόσον ο νόμος αυτός περιέχει ειδικότερες ως προς το σκοπό και το εύρος εφαρμογής τους διατάξεις, με τις οποίες υποκαθίσταται η ιδιωτική αυτονομία και η δικαιοπρακτική ελευθερία των μερών από τη δικαστική απόφαση, από την οποία πηγάζουν αναγκαστικού δικαίου συνέπειες για τις απαιτήσεις των δανειστών και τα δικαιώματά τους κατά του υπερχρεωμένου οφειλέτη.
Επιπρόσθετα, οι διατάξεις περί δημοσίου λογιστικού δεν κωλύουν την εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3869/2010. Το γεγονός ότι η εκχώρηση μέρους του μισθού ή σύνταξης του δανειζομένου από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων προσώπου είναι υποχρεωτική κατ' άρθρο 62 παρ. 1 ν. 2214/1994 δεν ασκεί έννομη επίδραση, διότι η ως άνω διάταξη αφορά την εξυπηρέτηση και ασφάλεια των δανείων που χορηγεί το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, αλλά δεν είναι διάταξη δημόσιας τάξης, τα δε δικαιώματα που αποκτά το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων μέσω της εφαρμογής της υποκύπτουν ενώπιον της εφαρμογής των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του ν. 3869/2010.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ.560 του ΚπολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Εφόσον δε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμο το δεύτερο λόγο της έφεσής του ήδη αναίρεσείοντος, δεν τίθεται ζήτημα έλλειψης νόμιμης βάσης κατά την απόρριψή του και ως εκ τούτου ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Περαιτέρω, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, το αναιρεσείον αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση, την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε εκ πλαγίου, λόγω πλήρους έλλειψης άλλως ανεπαρκούς αιτιολογίας, την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, δεχόμενη ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του.
Σχετικά με τον ως άνω αναιρετικό λόγο, από τη προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρ. 561 αριθ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο, αναφορικά με το ζήτημα αυτό δηλ. αναφορικά με την περιέλευση του αιτούντος πρώτου αναιρεσείοντος σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών του, στη συνέχεια δε για την ουσιαστική απόρριψη της με αριθ. έκθ. κατάθεσης 3/22-01-2015 έφεσης του αναιρεσείοντος, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα:
" ... Ο αιτών, ηλικίας 40 ετών, είναι έγγαμος με την Ε. Τ. με την οποία απέκτησε μία θυγατέρα στις 3-04-2014, η οποία είναι ανήλικη. Απασχολείται στο δημόσιο τομέα και ειδικότερα στη Δ.Ο.Υ. Τρίπολης, με αποδοχές που ανέρχονται μηνιαίως στο ποσό των 1.348,73 ευρώ. Από το ποσό αυτό παρακρατείτο μηνιαίως από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό των 910,83 ευρώ, σε εξόφληση του χορηγηθέντος προς αυτόν δανείου, το οποίο μετά την έκδοση της από 12-02-2013 Προσωρινής Διαταγής του Ειρηνοδίκη Μεγαλόπολης διαμορφώθηκε στο ποσό των 500 ευρώ.
Η σύζυγος του αιτούντος είναι εκπαιδευτικός και εργάζεται στο Γυμνάσιο Βυτίνας, με αποδοχές που ανέρχονται μηνιαίως στο ποσό των 987,26 ευρώ. Αμφότεροι δεν διαθέτουν εισοδήματα από άλλες πηγές (καταθέσεις, μισθώματα, αποζημιώσεις κ.α.) κι έτσι, το οικογενειακό εισόδημά τους προέρχεται αποκλειστικά από τους μισθούς τους, το άθροισμα των οποίων αποτελεί την πραγματική παροντική ρευστότητά τους.
Δεν επιβαρύνονται με δαπάνες στέγασης, καθώς διαμένουν σε ιδιόκτητο διαμέρισμα του αιτούντος, που βρίσκεται στον δεύτερο όροφο πολυκατοικίας κείμενης στη Μεγαλόπολη Αρκαδίας και επί της οδού ..., πλην όμως βαρύνονται με σημαντικές δαπάνες για την καθημερινή μετακίνησή τους στον τόπο εργασίας τους (Τρίπολη και Βυτίνα αντίστοιχα) λόγω της απόστασής του από τον τόπο κατοικίας τους, οι οποίες ανέρχονται κατά μέσο όρο στο ποσό των 600 ευρώ μηνιαίως, περιλαμβανομένων του κόστους των καυσίμων, διοδίων και συντήρησης αυτοκινήτου.
Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αιτήσεώς του, ο αιτών είχε αναλάβει τα κάτωθι χρέη, που κατέστησαν ληξιπρόθεσμα με την κοινοποίηση της αιτήσεώς του, για τα οποία οφείλει : 1) στο ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ το ποσό των 154.930,55 ευρώ, από την υπ' αριθ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, 2) στην ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.
το ποσό των 46.361,18 ευρώ από την υπ' αριθ. ... δανειακή σύμβαση, στην οποία συμβλήθηκε ως εγγυητής, και 3) στην ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ποσό 24.950,96 ευρώ από την υπ' αριθ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου. Συνολικά, τα χρέη του αιτούντος προς τους καθ' ων πιστωτές ανέρχονται στο ποσό των 226.242,69 ευρώ. Η οικονομική κατάσταση του αιτούντος και της οικογενείας του, κατά το χρόνο ανάληψης των ως άνω δανείων, ήταν πολύ διαφορετική από την τωρινή, καθώς το οικογενειακό τους εισόδημα ήταν πολύ μεγαλύτερο και δη τέτοιο που του επέτρεπε την εξυπηρέτηση των αναληφθέντων εξ αυτών υποχρεώσεών του.
Ωστόσο, τα τελευταία έτη τα εισοδήματά του έχουν υποστεί σταδιακή μείωση, κυρίως από το 2012 και εφεξής. Ειδικότερα, το φορολογικό έτος 2010 το ετήσιο εισόδημά του ανήλθε στο ποσό των 22.721,88 ευρώ, το 2011 στο ποσό των 22.090,37 ευρώ, το 2012 στο ποσό των 17.723,22 ευρώ, και το 2013 στο ποσό των 16.659,48 ευρώ. Η ως άνω μείωση των εισοδημάτων του επήλθε συνεπεία των σημαντικών περικοπών στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων στο πλαίσιο των μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής της χώρας προς το σκοπό αντιμετωπίσεως της δυσμενούς οικονομικής κατάστασης στην οποία αυτή έχει περιέλθει σε συνδυασμό και με την έκτακτη βαριά φορολόγηση των πάσης φύσεως εισοδημάτων.
Οι ανωτέρω εξελίξεις είχαν σαν αποτέλεσμα ο αιτών, να περιέλθει κατά το έτος 2012 σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώσει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές του, ελλείψει ρευστότητας, ήτοι ελλείψει των χρημάτων που απαιτούνται για να ανταποκριθεί στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, καθώς δεν επαρκούν τα εισοδήματά του και δεν διαθέτει άλλη περιουσία, πλην της μόνιμης κατοικίας του, για την οποία ζητεί εξαίρεση από την εκποίηση και ως εκ τούτου, δεσμεύει το Δικαστήριο.
Η αδυναμία του δεν οφείλεται σε παροδικές ή μεταβατικές καταστάσεις, ούτε περαιτέρω διαφαίνεται, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, βελτίωση στην οικονομική του κατάσταση, εν όψει και της αρνητικής οικονομικής συγκυρίας των τελευταίων ετών.
Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε δόλος του αιτούντος ως προς την περιέλευσή του στην ανωτέρω κατάσταση, ούτε κατά την ανάληψη των υποχρεώσεων έναντι των καθ' ων πιστωτριών, ούτε όμως μετά από αυτήν, αφού η αδυναμία του για πληρωμή των ληξιπρόθεσμων χρεών του οφείλεται αποκλειστικά σε εξωγενείς παράγοντες και εκτός της σφαίρας επιρροής του και δη στη μείωση των εισοδημάτων του που επήλθε στα πλαίσια της γενικότερης οικονομικής ύφεσης της χώρας, την οποία δεν μπορούσε αντικειμενικά να προβλέψει και η οποία αποτέλεσε τη βασική αιτία της αδυναμίας του να εξυπηρετήσει τα χρέη του. Από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο αιτών με την εν γένει συμπεριφορά του, είτε αρχική, είτε επιγενόμενη, συνέβαλε και δη αποφασιστικά στην πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, ούτε περαιτέρω ότι αυτός επεδίωξε, με πράξεις ή παραλείψεις του, την αδυναμία των πληρωμών του.
Εξάλλου, η έλλειψη δόλου στο πρόσωπο του επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι αυτός, από την ανάληψη των δανείων και επί μακρό χρονικό διάστημα προτού επέλθει η ως άνω σημαντική και μη οφειλόμενη σε υπαιτιότητά του μείωση των εισοδημάτων του, ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις τον έναντι των πιστωτριών και πλήρωνε τις συμφωνηθείσες δόσεις. Ευλόγως δε ανέμενε τη σταδιακή αύξηση των αποδοχών του από την εργασία του με την πάροδο των ετών. Επομένως, δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι ο αιτών προέβη σε υπερδανεισμό, προκειμένου να εξασφαλίσει ανώτερο επίπεδο διαβίωσης από αυτό που επέτρεπε το εισόδημά του και ότι αυτός γνώριζε εξ αρχής ότι ήταν αδύνατη η εξυπηρέτηση των υποχρεώσεών του.
Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε η καταφυγή του αιτούντος σε πολυτελή μέσα διαβίωσης, ούτε υπαίτια κατασπατάληση των εισοδημάτων του, καθώς αυτός ανάλωσε τα εισοδήματα των παρελθόντων ετών, προερχόμενα από τον μισθό και τον δανεισμό του, για την αγορά της κύριας κατοικίας του και τις ανάγκες της οικογενείας του.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο δέχθηκε ότι ο αιτών περιήλθε σε άνευ δόλου μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του και απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την ένσταση δόλιας - υπαίτιας αδυναμίας πληρωμής των οφειλών του που προβλήθηκε από το καθ'ου πιστωτικό ίδρυμα και ήδη εκκαλούν, ορθώς ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό ..." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε, ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 (περιέλευσή του σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του) και απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την προαναφερθείσα έφεση του εκκαλούντος -αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης, οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Μεγαλόπολης, που είχε κρίνει ομοίως.
Από το προεκτεθέν και αυτολεξεί παρατεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με τις ανωτέρω παραδοχές του, το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του αιτούντος -πρώτου αναιρεσίβλητου στις διατάξεις του ν. 3869/2010, λόγω μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της προς το αναιρεσείον πιστωτή του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη καθ' όσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας της ως άνω διάταξης και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συνδρομή της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμής εκ μέρους του αναίρεσε ίο ντος των χρηματικών του οφειλών.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο προσδιορίζει αναλυτικά: α)το συνολικό ύψος των δανειακών συμβάσεων που ανάλαβε ο αιτών, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την υποβολή της αίτησης, προς το σύνολο των πιστωτών του, αναιρεσείοντος και δεύτερου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων ποσού 226.242,69), β) την ηλικία του, 40 ετών, την οικογενειακή του κατάσταση, έγγαμος , με ένα τέκνο που γεννήθηκε το έτος 2014, γ) τις μηνιαίες αποδοχές του αιτούντος που ανέρχονται στο ποσό των 1348,73 ευρώ καθώς και το ετήσιο οικογενειακό εισόδημά του, ως υπαλλήλου στο δημόσιο τομέα, το οποίο ανέρχονταν στα ποσά το φορολογικό έτος 2010 σε 22.271,88 ευρώ ευρώ το φορολογικό έτος 2011, σε 22.090,37 ευρώ το φορολογικό έτος 2012, σε 17.732,22 ευρώ και το φορολογικό έτος 2013, σε 16.659,48 ευρώ, καθώς και τις μηνιαίες αποδοχές της συζύγου του, ως εκπαιδευτικού, που ανέρχονται στο ποσό των 987,26 ευρώ δ) την κατά μήνα δόση (όλων) των δανειακών του υποχρεώσεων η οποία ανέρχεται στο ποσό των 910,83 ευρώ ε) το μηνιαίο κόστος διαβίωσης της οικογενείας του, το οποίο επιβαρύνεται με ποσό των 600 ευρώ, για τις δαπάνες της καθημερινής μετακίνησής τους στον τόπο εργασίας του ιδίου και της συζύγου του στον τόπο εργασίας τους (Τρίπολη και Βιτύνα αντίστοιχα) και στ] την αντιπαραβολή των συνολικών εισοδημάτων του (ρευστότητα) που διατίθενται μηνιαίως για τη κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και της οικογενείας του, δηλ.
για την αξιοπρεπή διαβίωσή τους, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει, όπως έχει προεκτεθεί, να εξετάζεται η επίμαχη αδυναμία πληρωμών, παράλληλα με την ικανοποίηση της απαίτησης των δανειστών του, η οποία ανέρχεται στο προαναφερόμενο ποσό, το Εφετείο έκρινε ότι ο αιτών-οφειλέτης, δεν μπορεί να ικανοποιήσει όλα αυτά και τελεί σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών και, επομένως πρέπει να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010.
Τα περιστατικά αυτά, που το δικαστήριο δέχτηκε ανελέγκτως αναιρετικά, ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν ώστε να καταγνωστεί ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος -αιτών τελεί σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, αφού, στη προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρονται και τα μηνιαία εισοδήματά του και το ύψος της μηνιαίας δόσης που οφείλει να καταβάλει προς τους πιστωτές για τη κάλυψη των προς αυτούς δανειακών του υποχρεώσεων, καθώς και οι, βασικές τουλάχιστον, βιοτικές ανάγκες του ίδιου και της οικογένειάς του από την αντιπαραβολή δε των εισοδημάτων τους (ρευστότητα) με τις (μηνιαίες) δαπάνες τους για τη κάλυψη των βιοτικών αναγκών και την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών, καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ύπαρξης ή μη της δυνατότητας να ικανοποιήσει όλα αυτά και, συνεπώς, δικαιούται να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στη προεκτεθείσα νομική σκέψη.
Οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείον αιτιάσεις περί έλλειψης άλλως ανεπαρκούς αιτιολογίας, ως προς, το χρονικό σημείο συνομολόγησης όλων των δανείων, τα εισοδήματά του κατά το έτος ανάληψης των δανειακών του υποχρεώσεων, τα εισοδήματα της συζύγου του κατά τους αντίστοιχους χρόνους, ώστε να κριθεί η συνεισφορά της , το ύψος του δανεισμού του κι η μηνιαία δόση την οποία όφειλε να καταβάλει σε κάθε πιστωτή κατά τους ως άνω χρόνους, ο μη προσδιορισμός της ουσιώδους μείωσης των εισοδημάτων του κατά το χρόνο άσκησης της αίτησής του , το ύψος της μηνιαίας δόσης που θα έπρεπε να καταβάλει στους πιστωτές του κατά το χρόνο της υποβολής της αίτησης και τέλος ποιο είναι το ακριβές κόστος διαβίωσης του αιτούντος, πέραν τις ουσιαστικής τους, κατά τα προαναφερόμενα, αβασιμότητας, πρέπει να απορριφθούν και ως απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται σε επιχειρήματα αυτής προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτή εκδοχής περί της μη περιέλευσής του (αναιρεσείοντος) σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των χρηματικών οφειλών του η οποία δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό (ΑΠ 624/2024, ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 1504/2022, ΑΠ 1172/2022).
Σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω αναφερόμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες και διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.
Εξάλλου το πόρισμα, δηλ. το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές, καθόσον αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς, ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις, που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης. Οι ως άνω παραδοχές στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που έχει νόμιμη βάση και συνεπώς ο σχετικός από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος και απαράδεκτος κατά τις ως άνω διακρίσεις.
Μετά τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης. Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται διότι το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση κατ' άρθρο 28 παρ.4 του N.2579/1998 (ΑΠ 1047/2021, ΑΠ 1150/2019).
Τέλος, διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν θα περιληφθεί, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του ν. 3869/2010, κατά την οποία "δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 597/2024, ΑΠ 1713/2024).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 13-07-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. 31/13-07-2020), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 85/2018 τελεσίδικης απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ