Supreme Court annuls appeal judgment and remands case for new substantive trial on labor contract termination.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court of Appeal's decision of April 2020 regarding a labor dispute between a corporation and an employee. The court found that the appeal request was procedurally admissible but the substantive arguments regarding the termination of the employment contract required fresh examination. Consequently, the case was remanded for a new substantive trial within the same chamber to determine the validity of the contract termination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 559, 580 of the Code of Civil Procedure; Upon annulment of a referral judgment, the Supreme Court conducts the substantive trial itself without remitting the case for a new referral.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1474 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1474/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μήλλα, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Τ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αλαβάνο - Τσαπαλίρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/6/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 641/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 5490/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 729/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 2353/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρία με την από 2/7/2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας εταιρίας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 2 Ιουλίου 2021 και με αριθ. κατάθ. 5345/707/7.7.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 2353/10.4.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία της αναιρεσείουσας ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρείας και του αναιρεσίβλητου, ως δικαστηρίου της παραπομπής, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 729/19.4.2018 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προηγουμένη υπ' αριθ. 5490/31.12.2015 απόφαση του ως άνω δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Με την ως άνω απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου της παραπομπής έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσία η από 28.8.2014 με αριθμ. καταθ. 5758/8.9.2014 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ'αριθμ. 641/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει ως κατ'ουσία βάσιμη η από 17.6.2011 με αριθμ. καταθ. 111710/3515/21.6.2011 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.3 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης έχει ως εξής : Με την από 17.6.2011 με αριθ. καταθ. 111710/3515/21.6.2011 αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ιστορούσε ότι προσλήφθηκε από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, στις 1.9.2005, ότι από την πρόσληψή του ασκούσε καθήκοντα εσωτερικού ελεγκτή και βοηθού λογιστή μέχρι την απόλυσή του στις 22.3.2011.
Ότι η απόλυσή του δεν οφείλεται σε πλημμελή άσκηση των συμβατικών του υποχρεώσεων, ούτε σε οικονομοτεχνικούς λόγους, αλλά έγινε κατά κατάχρηση του δικαιώματος της εναγομένης και για λόγους εκδικητικότητας και ειδικότερα λόγω της εχθρότητας προς το πρόσωπό του του Α. Π., ανεψιού του μεγαλομετόχου και προέδρου του Δ/Σ της εναγομένης εταιρείας Γ.
Κ. και υιού της μεγαλομετόχου αυτής Α. Π.. Ζητούσε δε μετά από μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται η εναγόμενη να του καταβάλει για αποδοχές υπερημερίας για το διάστημα από 1.4.2011 έως 31.12.2012 περιλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας, το ποσό των 30.441,38 ευρώ με το νόμιμο τόκο.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ'αριθ. 641/2014 απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ'ουσία βάσιμη, αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και την υποχρέωση της εναγόμενης να καταβάλει στον ενάγοντα για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 23.613, 80 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Επί της από 28.8.2014 με αριθ. καταθ. 5758/8.9.2014 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμ 5490/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσία η έφεση. Κατά της ως άνω με αριθμ 5490/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών η εναγόμενη-εκκαλούσα άσκησε την από 29.7.2016 αίτηση αναίρεσης επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμ. 729/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία έγιναν δεκτοί λόγοι αναίρεσης για αναιρετικές πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης εκ των αριθμών 19, 11γ και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και αναιρέθηκε στο σύνολό της η ως άνω απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου.
Ειδικότερα το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου έκρινε ότι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς την κατάφαση του ισχυρισμού του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της εναγομένης να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας και ειδικότερα έκρινε ότι "...Διότι, ενώ δέχεται ότι η ενέργειά της (ενν.
εναγομένης) υπαγορεύτηκε από διάθεση εκδικήσεως του Α. Π. προς τον ενάγοντα, δεν διευκρινίζει πώς διαμορφώθηκε η διάθεση αυτή (εν όψει του ότι το αναφερόμενο περιστατικό θεωρείται επουσιώδες για να τη δημιουργήσει από μόνο του) και πώς επηρέασε τη βούληση του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης Γ. Κ., ώστε να καταγγείλει αμέσως την ένδικη σύμβαση.
Και τούτο, σε συνδυασμό προς το ότι το Μονομελές Εφετείο, για να αποκλείσει την αλήθεια του αρνητικού ισχυρισμού της εναγομένης περί του ότι η καταγγελία οφειλόταν αποκλειστικά σε οικονομικούς λόγους, παραθέτει στοιχεία από τον ισολογισμό της εναγομένης χωρίς να αναλύει τη σημασία των σχετικών μεγεθών.
Πέραν αυτών, όμως, ενώ το δικαστήριο της ουσίας αναφέρει ότι η κρίση του στηρίζεται μεταξύ άλλων και στις καταθέσεις των μαρτύρων Β. Τ. και Ε. Θ., από την επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης (προκειμένου να διερευνηθεί η βασιμότητα του σχετικού αναιρετικού λόγου) προκύπτει ότι ο μεν μάρτυρας Β.
Τ., που ήταν συνάδελφος του ενάγοντος και εξετάσθηκε με επιμέλεια αυτού, είχε αποχωρήσει από την εταιρία το έτος 2009 (δηλ. μια διετία πριν το επίμαχο επεισόδιο, για το οποίο κατέθεσε ως μάρτυρας το έτος 2013) και το μόνο που βεβαιώνει επί του θέματος είναι ότι "Είχε γίνει κάποιο συμβάν και την άλλη μέρα απελύθη.
Ανεψιός του βασικού μετόχου ήταν αυτός, που μετείχε στο συμβάν". Ο δε μάρτυρας Ε. Θ., που φέρεται ως αυτόπτης και εξετάσθηκε με επιμέλεια της εναγομένης, αναφέρει αντιστοίχως ότι "Το Μάρτιο του 2011 απολύθηκε. Ο Π. ζήτησε από τον Τ. να ετοιμάσει κάποιο έγγραφο, το οποίο και ετοίμασε. Το Φεβρουάριο αποφασίστηκε μείωση προσωπικού".
Η περί εκδικητικότητας, δηλαδή, παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης δεν βρίσκει επαρκές έρεισμα στις εν λόγω καταθέσεις και γι' αυτό δημιουργούνται σοβαρές αμφιβολίες κατά τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το αν αυτές (και όχι μόνο το ιστορικό της αγωγής) λήφθηκαν υπ' όψη από το Μονομελές Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος.
Και έτι περαιτέρω, ενώ το δικαστήριο της ουσίας αναφέρει ότι η κρίση του στηρίζεται μεταξύ άλλων σε στοιχεία του ισολογισμού της εναγόμενης, σύμφωνα με τα οποία η οικονομική της δυσπραγία δεν επιβεβαιώνεται, διότι "στη χρήση του 2010 υπήρξαν ζημιές προ φόρων ύψους 732.714,76 ευρώ έναντι 1.153.007,52 ευρώ στη χρήση του 2009", από την επισκόπηση του εν λόγω ισολογισμού (προκειμένου να διερευνηθεί η βασιμότητα του σχετικού αναιρετικού λόγου) προκύπτει ότι το δεύτερο από τα ως άνω ποσά, το αναφερόμενο στη χρήση του έτους 2009, δεν αναφέρεται σε ζημίες, όπως η παράθεσή του αφήνει να εννοηθεί, αλλά σε κέρδη.
Πράγμα που σημαίνει ότι η διαφορά μεταξύ των δύο μεγεθών από έτος σε έτος είναι ιδιαίτερα δυσμενής (από κέρδη 1.153.007,52 σε ζημίες 732.714,76 ευρώ) και το δικαστήριο, με τον τρόπο που τα κατενόησε και τα παρέθεσε, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ισολογισμού, από τον οποίο τα πήρε...". Ακολούθως και κατόπιν της από 2.5.2018 με αριθμ.
καταθ. 4315/3537/2018 κλήσης της καλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας κατά του καθού η κλήση και ήδη αναιρεσίβλητου εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η αναιρεσιβαλλομένη με αριθ. 2523/10.4.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την από 28.8.2014 έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ.3 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.
Η καταγγελία είναι καταχρηστική και όταν γίνεται εκ λόγων εκδίκησης, εμπάθειας ή εχθρότητας, συνεπεία προηγούμενης συμπεριφοράς του εργαζομένου νόμιμης μεν, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη (ΑΠ 725/2020, ΑΠ 1584/2018, ΑΠ 315/2014) ή του νομίμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου ή προκειμένου να ικανοποιηθούν τέτοια αισθήματα προσώπου με το οποίο συνδέεται στενά (ΑΠ 1621/2006).
Όμως δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι` αυτή κάποια αιτία, αφού ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής κατά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι` αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 258/2019, ΑΠ 868/2018, ΑΠ 1000/2017, ΑΠ 244/2017).
Ειδικότερα επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, σκοπός των οποίων είναι η προσαρμογή του προσωπικού στις ανάγκες της επιχείρησης ή/και η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της με την αλλαγή του τρόπου λειτουργίας της επιχείρησης ή η μείωση του προσωπικού για καλύτερη απόδοσή της (απαλλαγή από το πλεονάζον προσωπικό) ή η μείωση του μισθολογικού κόστους προκειμένου ν' αποφευχθεί η διακοπή της λειτουργίας αυτής, λόγω της εξακολούθησης της συσσώρευσης ζημιών, η απόφαση (η επιλογή) του εργοδότη να ανταπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχείρησης δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.
Η στάθμιση αυτή ανήκει στον εργοδότη, που έχει υπόψη όλα τα στοιχεία της επιχείρησής του και τις συνθήκες λειτουργίας της αγοράς (ΑΠ 485/2019, ΑΠ 606/2017, ΑΠ 31/2013). Το γεγονός ότι οι οικονομοτεχνικοί λόγοι προέρχονται από τη σφαίρα ευθύνης του εργοδότη και όχι του εργαζομένου, με συνέπεια μέσω της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας μισθωτών ο κίνδυνος των λόγων αυτών να επιρρίπτεται σε τελική ανάλυση σε βάρος των εργαζομένων, οι οποίοι δεν φέρουν καμία απολύτως ευθύνη για τη δημιουργία του συγκεκριμένου λόγου, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον η έννομη τάξη δεν αναγνωρίζει ένα δικαίωμα του εργαζομένου στη θέση εργασίας, με την έννοια της απόλυτης προστασίας αυτού από την απόλυση, ανεξαρτήτως των συνθηκών υπό τις οποίες δραστηριοποιείται η επιχείρηση στην οποία εργάζεται (ΑΠ 485/2019).
Ελέγχονται όμως από τα δικαστήρια αφ' ενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας συγκεκριμένου εργαζομένου, ως εσχάτου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχείρησης και αφ' ετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 485/2019, ΑΠ 31/2013).Η επίκληση, δε, από τον εργοδότη των λόγων [ή του λόγου], που τον οδήγησαν στην καταγγελία της συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, με την οποία ζητείται η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και η επιδίκαση μισθών υπερημερίας (ΑΠ 366/2020).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει αιτιολογία ή έχει ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Η διάταξη αυτή αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει δε από αυτήν ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 1410/2017).
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την θεμελίωση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κάποιο αποδεικτικό μέσο, το οποίο ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 του ΚΠολΔ, και το οποίο προσκομίστηκε με επίκληση προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο, γεγονότος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 2/2008, Ολ. ΑΠ 42/2002, ΑΠ 2081/2017), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και την διάκριση από ποία από αυτά προκύπτει άμεση και από ποία έμμεση απόδειξη, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) που λήφθηκαν υπόψη.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδιαστίκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Δεν αποκλείεται όμως να στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν, παρότι στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας γίνεται ειδική μνεία ορισμένου αποδεικτικού μέσου, ωστόσο, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως τις αιτιολογίες της γεννώνται αμφιβολίες αν πράγματι αυτό λήφθηκε υπόψη (ΑΠ 1147/2019, ΑΠ 2081/2017, ΑΠ 1569/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της παραπομπής με την προσβαλλομένη απόφαση, επαναλαμβάνονται ουσιαστικά σχεδόν κατά λέξη τις παραδοχές της αναιρεθείσας υπ' αριθ. 5490/2015 απόφασης αυτού, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον το αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "...Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε στις 1/9/2005 μεταξύ του ενάγοντος (ήδη αναιρεσίβλητου) και της εναγόμενης εταιρίας (ήδη αναιρεσείουσας), η οποία είναι χρηματιστηριακή ανώνυμη εταιρία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών και εποπτευόμενη από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Ελλάδος, η τελευταία προσέλαβε τον ενάγοντα, ο οποίος είναι απόφοιτος Α.Ε.Ι., ειδικότερα, κατέχει πτυχίο από την ΑΣΟΕΕ, με, ειδίκευση στη Χρηματοοικονομική Μηχανική, που απέκτησε το 2003.
Επίσης γνωρίζει, άριστα Αγγλικά (παραδόσεις, βιβλία, εξετάσεις και πτυχιακή των μεταπτυχιακών σπουδών ήταν όλα στην αγγλική γλώσσα). Ειδικότερα, αντικείμενο της εργασίας του ήταν καθήκοντα εσωτερικού ελεγκτή και βοηθού λογιστή, τα οποία άσκησε καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής του απασχόλησης σ' αυτήν επί πέντε (5) και πλέον έτη, ήτοι, από 16/12/2005 έως 22/3/2011 οπότε, ενόψει απόλυσής του, απόφαση (ενν.
αποφασίσθηκε) με ομόφωνη απόφαση του Δ.Σ. της εναγομένης η αντικατάστασή του (βλ. υπ'αριθ. πρωτοκόλλου 4425/3.12.2013 έγγραφο Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς). Στα καθήκοντα του ενάγοντος ως εσωτερικού ελεγκτή περιλαμβάνονταν οι ενέργειες που απαιτούνταν για τη συμμόρφωση της εταιρείας στους νόμους και το κανονιστικό πλαίσιο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς του Χρηματιστηρίου Αθηνών και της Τράπεζας της Ελλάδος, η σύνταξη σχετικών αναφορών, επίσης, οι ενέργειες για συμμόρφωση της λειτουργίας των τμημάτων της εταιρίας, στις εσωτερικές διαδικασίες που είχαν τεθεί από τη διεύθυνση αυτής.
Στα καθήκοντα του ως βοηθός λογιστής περιλαμβάνονταν λογιστικές εγγραφές, τήρηση και έλεγχος λογιστικών αρχείων, μηνιαίοι ισολογισμοί, 6μηνιαίες και ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, υπολογισμός μισθοδοσίας, πληρωμές εισφορών ΙΚΑ, ΦΜΥ, Φόρου εισοδήματα και λοιπών φορολογικών υποχρεώσεων. Επιπλέον των ανωτέρω ανέλαβε τα εξής καθήκοντα:
α] δια της υπ' αριθ. 2/.../1-1 1-2007 απόφασης του Δ.Σ της εναγόμενης, ορίστηκε ως υπεύθυνος Κανονιστικής Συμμόρφωσης, θέση την οποία κατείχε έως 22/3/2011 οπότε, ενόψει απόλυσής του, με την ίδια ως άνω απόφαση του Δ.Σ. της εναγόμενης αποφασίστηκε η αντικατάστασή του (βλ. ως άνω έγγραφο Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς) και β) κατά την από 21/3/2007 συνεδρίαση του Δ.Σ.
της εναγομένης, ορίστηκε αναπληρωτής υπεύθυνος συμμόρφωσης για την πρόληψη της νομιμοποίησης των εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, πρακτικό της οποίας υποβλήθηκε στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σύμφωνα υπ' πρωτ. .../5-12-2013 έγγραφο της τελευταίας, θέση την οποία διατήρησε μέχρι την απόλυσή του.
Περαιτέρω, τον Δεκέμβριο του έτους 2007 διαγνώστηκε (ο ενάγων) με καρκίνο του πνεύμονα. Άμεσα ξεκίνησαν οι χημειοθεραπείες και στις 14/4/2008 υποβλήθηκε στο Ιατρικό Αθηνών σε χειρουργική επέμβασης αφαίρεσης πνεύμονα (...). Λόγω του προβλήματος αυτού της υγείας του, ο ενάγων απουσίασε συνεχώς από την εργασία του από 14/4/2008 μέχρι 31/8/2008 (ήτοι επί 3,5 μήνες) χρόνος που καθορίστηκε αναγκαίος λόγω σοβαρότητας της κατάστασης με οικείες γνωμοδοτήσεις αρμόδιας υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ.
Περαιτέρω άδειες δεν έλαβε ο ενάγων ούτε απουσίασε από τα πιο πάνω εργασιακά του καθήκοντα, τα οποία, χωρίς να επηρεαστεί από την επιβαρυμένη υγεία του, συνέχισε να εκτελεί ο εναγόμενος προσηκόντως με αποδοτικότητα και αμείωτο ενδιαφέρον. Ως προς δε τους ισχυρισμούς ότι, "κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων υπήρξε μάλλον μέτριος διότι αν και απόφοιτος της ΑΣΟΕΕ, είχε αρκετές ελλείψεις στην καΤ.ηση της λογιστικής και πάντως χρειαζόταν, για να εκτελέσει την εργασία του, τη βοήθεια των συναδέλφων του και του εξωτερικού λογιστή της εταιρίας κ.
Γ. Σ. (2" σελίδα πρωτόδικων προτάσεων εναγόμενης) "... "όταν ο ενάγων επέστρεψε στα καθήκοντά του παρουσίασε μείωση απόδοσης, αδυναμία συνεργασίας και ομαδικότητας. Παράδειγμα της μείωσης της απόδοσής του ήταν μεταξύ άλλων, η αδυναμία λήψης πρωτοβουλιών σε καθημερινές διεκπεραιωτικές εργασίες και η έλλειψη ζήλου και ουσιαστικού ενδιαφέροντος για την ανάπτυξη της εταιρίας (12" σελίδα πρωτόδικων προτάσεων εναγόμενης) ", δεν κρίνονται πειστικοί, καθώς, εκτός από γενικές κι αόριστες αναφορές περί ανεπαρκούς εργασίας του ενάγοντος, δεν αναφέρεται ούτε ένα συγκεκριμένο συμβάν ή ένα μέτρο που έλαβε η εκκαλούσα (εναγόμενη) σε βάρος του (στα 5,5 έτη εργασίας του) και κυριότερα δεν αιτιολογείται πώς, με τόσο μέτρια απόδοση, δεν απώλεσε νωρίτερα τη θέση εργασίας του.
Απεναντίας, προέκυψε ότι ο ενάγων ως πανεπιστημιακής εκπαίδευσης με μεταπτυχιακό τίτλο στα Οικονομικά και έχοντας ήδη προ της προσλήψεώς του στην εναγόμενη 9ετή προϋπηρεσία στον χρηματιστηριακό κλάδο, ήταν ικανός και έμπειρος υπάλληλος πάνω στο αντικείμενο των καθηκόντων, που του είχαν ανατεθεί από την εναγόμενη(....).
Η απόδειξη της προσήκουσας εκπλήρωσης των καθηκόντων του -πριν αναφανεί το πρόβλημα υγείας του αλλά και μετά- ενισχύεται και από τη στάση της εναγόμενης- εργοδότιδας η οποία του έδωσε τις ανωτέρω αρμοδιότητες που αποτελούν και θέσεις ευθύνης και ουδεμία εξ αυτών - μετά την επάνοδό του από την ανάρρωση- του αφήρεσε, απεναντίας τον διατήρησε σ' όλες τις ανωτέρω θέσεις που είχε απαρχής της σύμβασης εργασίας του έως το χρόνο απόλυσης.
Εντεύθεν, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος κάθε αντίθετος ισχυρισμός της εναγόμενης, περί μειωμένης απόδοσης του ενάγοντα, στην εργασία του. Ο τελευταίος, προσέφερε τις υπηρεσίες του μέχρι 22/3/2011, οπότε η εναγόμενη κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του, καταβάλλοντας σ' αυτόν τη νόμιμη, όπως δεν αμφισβητείται, αποζημίωσή απολύσεως ύψους 4.416,37 ευρώ.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 21/3/2011 έλαβε χώρα επεισόδιο μεταξύ ενάγοντος και Α. Π., υιού και ανεψιού αντίστοιχα, μεγαλομετόχων της εναγόμενης, Α. Κ.-Π. Αντιπροέδρου Δ.Σ. και Γ. Κ. Προέδρου του Δ.Σ. Διευθύνοντος Συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου εναγομένης, αρμοδιότητα που σε περίπτωση κωλύματος ή απουσίας ανατίθεται στην αντιπρόεδρο (βλ.
ΦΕΚ ΤΑΕ-ΕΠΕ αρ. φύλλου 141 18/24-12-2008). Συγκεκριμένα, περί τις 17,25 μ.μ., περίπου πέντε λεπτά πριν αποχωρήσει από την εργασία του ο ενάγων, ο Α. Π. του έδωσε εντολή να απαντήσει σε μια επιστολή του ΣΔΟΕ. Ο ενάγων ετοίμασε την επιστολή την οποία, επειδή χρειαζόταν υπογραφή του κου Κ. άφησε πάνω στο γραφείο του τελευταίου (σημ.
ότι το γραφείο του βρίσκεται δίπλα στο γραφείο του Α. Π.) και τη στιγμή που ετοιμαζόταν να αποχωρήσει, ο Α. Π. του εξέφρασε παράπονα "επειδή δεν τον ενημέρωσε ότι ετοίμασε την επιστολή" ενώ, μπροστά στους συναδέλφους του Ε. Θ. και Κ. Θ., του απηύθυνε με έντονο ύφος τη φράση: "εξαφανίσου, μην πατήσεις το πόδι σου αύριο στην εταιρία, απολύεσαι", περιστατικά που επιβεβαιώνει με την ένορκη κατάθεσή του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ο μάρτυς Β.
Τ. (βλ σχετικά πρακτικά της δίκης). Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα, η οποία έγινε στις 22/3/2011, δηλαδή την αμέσως επόμενη μέρα του συμβάντος δεν οφείλεται και σε πλημμελή εκτέλεση καθηκόντων είτε μειωμένη απόδοση του ενάγοντος. Η καταγγελία αυτή έγινε μόνο από πνεύμα εκδικήσεως του Α.
Π. προς τον ενάγοντα και είναι αποτέλεσμα εμπάθειας, εχθρότητας και προσωπικής αντιπάθειας προς το πρόσωπό του (ενάγοντα). Ωστόσο, το πνεύμα εκδικήσεως και η προσωπική αντιπάθεια του Α. Π., ο οποίος δεν ήταν ένας απλός υπάλληλος αλλά στενός συγγενής (ανεψιός και υιός αντίστοιχα) των δυο μεγαλομετόχων της εταιρίας, Προέδρου και της Αντιπροέδρου του Δ.Σ., υπήρξαν δεσμευτικά της βουλήσεως του πρόεδρου του ΔΣ και νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης Γ.
Κ., ο οποίος την αμέσως επομένη ημέρα (22/3/2011) δήλωσε στο ενάγοντα την απόλυσή του. Βέβαια, η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η καταγγελία οφείλεται σε οικονομοτεχνικούς λόγους, επικαλούμενη ειδικότερα ότι η εταιρία παρουσίασε στη χρήση 2010 σημαντικές ζημιές και ως εκ τούτου αποφάσισε ότι, αν δεν υπήρχε βελτίωση στα αποτελέσματα πρώτου τριμήνου 2011 θα προέβαινε αναγκαστικά σε περικοπή προσωπικού.
Ότι, η βελτίωση δεν επήλθε και σταδιακά αναγκάστηκε να απολύσει (εντός του 2011) τέσσερα άτομα που κατονομάζει (μεταξύ αυτών και τον ενάγοντα). Επ' αυτών, αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη εταιρία παρουσίασε στη χρήση 2010 λειτουργικές δραστηριότητες-ζημίες προ φόρων 732.714,76 ευρώ έναντι 1.153.007,52 ευρώ στη χρήση 2009 και σύνολο εισροών-εκροών από λειτουργικές δραστηριότητες (α) εκροές 419.157,31 ευρώ έναντι εισροών 679.763,93 ευρώ, μακροπρόθεσμες δανειακές υποχρεώσεις 868147,45 ευρώ έναντι 927.235,73 ευρώ στη χρήση 2009, βραχυπρόθεσμες δανειακές υποχρεώσεις 59,088,26 και ίδιο ποσό στην χρήση 2009, λοιπές βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις 581.281,47 ευρώ έναντι 990.534 37 ευρώ στη χρήση 2009, σύνολο υποχρεώσεων (β) 1.581,814,70 ευρώ έναντι 2.060.421,41 ευρώ στη χρήση 2009, κύκλος εργασιών 982.336,33 ευρώ έναντι 1.668.331,13 ευρώ στη χρήση, 2010, κέρδη προ φόρων 155.312,12 ευρώ έναντι 718.820,98 ευρώ στη χρήση 2009, σύνοδο ιδίων κεφαλαίων λήξης χρήσεως 3.246,750,69 ευρώ έναντι 4.498.604,29 ευρώ στη χρήση 2009, σύνολο εισροών/εκροών από επενδυτικές δραστηριότητες (β) εισροές 1.963,27 ευρώ έναντι εκροών 1.780.096,39 ευρώ στη χρήση 2009, σύνολο εισροών/εκροών από χρηματοδοτικές δραστηριότητες (γ) εκροές 873.682,31 ευρώ έναντι εισροών 486.324 ευρώ στη χρήση 2009 και καθαρή αύξηση/μείωση στα ταμειακά διαθέσιμα και ισοδύναμα χρήσης (α) + (β) + (γ), μείωση 873.682,31 ευρώ έναντι μείωσης 614.008,46 ευρώ στη χρήση 2009 (βλ.
δημοσίευση ισολογισμού χρήσης 2010). Ωστόσο, με δεδομένα τα πιο πάνω οικονομικά στοιχεία της εναγόμενης, είναι αβάσιμος κατ' ουσία και απορριπτέος ο ισχυρισμός της ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα οφείλεται, σε οικονομοτεχνικούς λόγους. Ειδικότερα διότι, αφενός η σχετική επιβάρυνση για, το ενάγοντα (ως προσωπικό) δεν ήταν τέτοια σε σχέση με το ύψος των ανωτέρω μεγεθών ούτε μπορούσαν να επιφέρουν -και πράγματι δεν επέφεραν- τα ως άνω δυσμενή οικονομικά αποτελέσματα της εταιρίας, ώστε, για την αντιμετώπισή τους, να καθίσταται αναγκαία η πιο πάνω μείωση του .προσωπικού της επιχείρησης και αφετέρου δεν προέκυψε ότι οι αποχωρήσεις εργαζομένων το έτος 2011 συνδέονται αιτιωδώς με την ανάγκη μείωσης του προσωπικού της συνεπεία οικονομικών προβλημάτων της.
Με τα ανωτέρω περιστατικά η καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας, γενόμενη από λόγους της ως άνω εμπάθειας της εναγόμενης, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του από το άρθρο 669 παρ. 2 του ΑΚ δικαιώματος της καταγγελίας και ως τέτοια είναι, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, άκυρη.
Η εναγόμενη, από τότε που κατήγγειλε άκυρα τη σύμβαση εργασίας (στις 23-03-2009), μη αποδεχόμενη τις υπηρεσίες του ενάγοντος, όπως η άρνηση της αυτή εμπεριέχεται και στην καταγγελία (...), περιήλθε σε υπερημερία και δέον όπως αναγνωριστεί ότι οφείλει να καταβάλει τους μισθούς (υπερημερίας) του ενάγοντος. Ενόψει δε ότι ο μισθός του ενάγοντος κατά το χρόνο της καταγγελίας ανερχόταν στο ποσό των 1.261,82 ευρώ, ο ενάγων δικαιούται, ως μισθούς υπερημερίας για την ένδικη περίοδο (από 1/4/2011 μέχρι 31/12/2012) το συνολικό ποσό των 23.613,80 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τα αναφερόμενα στην εκκαλούμενη απόφαση, όπως επιδίκασε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για το ύψος των οποίων και τον τρόπο υπολογισμού τους δεν παραπονείται η εναγόμενη με την έφεσή της.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, έστω και με διάφορη αιτιολογία, δέχτηκε την ακυρότητα της ένδικης καταγγελίας και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα τους άνω μισθούς υπερημερίας, ορθά εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις και δεν έσφαλε. Γι' αυτό και πρέπει, αφού συμπληρωθεί και εν μέρει αντικατασταθεί η αιτιολογία (αρθρ 534 παρ. 1 του ΚΠολΔ), να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι συναφείς αντίθετοι λόγοι της έφεσης της εναγομένης.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, κρίνοντας ορισμένη και νόμιμη την άνω αξίωση, τη δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη και επιδίκασε για την ίδια αιτία το άνω ποσό των 23.613,80 ευρώ εντόκως, ορθά εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις....". Με την κρίση αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της παραπομπής παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281,174, 180, 349, 350 και 656 του ΑΚ, 5 παρ.1 του Ν. 2112/1920 και 5 και 7 του Ν. 3198/1955, αφού διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της καταχρηστικότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, οφειλόμενης σε εκδικητικότητα και εμπάθεια της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας χρηματιστηριακής ανώνυμης εταιρείας, όπως εκπροσωπείτο νόμιμα και την εξ αιτίας της καταχρηστικότητας αυτής οφειλής μισθών υπερημερίας στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη ορθής εφαρμογής των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν.
Και τούτο διότι, ενώ δέχεται στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η από 22.3.2011 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος ασκήθηκε κατά κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος εκ μέρους της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας ως αποτέλεσμα της εμπάθειας, εχθρότητας και προσωπικής αντιπάθειας του Α.
Π. προς το πρόσωπο του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, που δεν ήταν μόνο απλός υπάλληλος αυτής (αναιρεσείουσας) αλλά στενός συγγενής των δύο μεγαλομετόχων της και ειδικότερα ανεψιός του προέδρου και υιός της αντιπροέδρου του διοικητικού συμβουλίου αυτής Γ. Κ. και Α. Κ.-Π., αντίστοιχα, που ήταν δεσμευτική της βούλησης του ως άνω προέδρου και νομίμου εκπροσώπου της να προβεί στην απόλυση του ενάγοντος, δεν διευκρινίζει πώς διαμορφώθηκε η βούληση αυτή, και με ποιο τρόπο το αναγραφόμενο σ'αυτή (προσβαλλομένη απόφαση) περιστατικό που έλαβε χώρα στις 21.3.2011, την προηγουμένη ημέρα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, επηρέασε τη βούληση του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης Γ.
Κ., ώστε να καταγγείλει την επομένη ημέρα τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος. Επιπρόσθετα, ενώ το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της παραπομπής με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ότι την ως άνω ημερομηνία (21.3.2011) και τη στιγμή που ο ενάγων ετοιμαζόταν να αποχωρήσει από την εργασία του, ο Α. Π. του εξέφρασε παράπονα "επειδή δεν τον ενημέρωσε ότι ετοίμασε την επιστολή" ενώ, μπροστά στους συναδέλφους του Ε.
Θ. και Κ. Θ., του απηύθυνε με έντονο ύφος τη φράση: "εξαφανίσου, μην πατήσεις το πόδι σου αύριο στην εταιρία, απολύεσαι" και ότι το περιστατικό αυτό επιβεβαιώνει με την ένορκη κατάθεσή του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ο μάρτυς Β. Τ., από την επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης (προκειμένου να διερευνηθεί η βασιμότητα του δεύτερου αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 11περ.
γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι ο μεν μάρτυρας Β. Τ. που ήταν συνάδελφος του ενάγοντος και εξετάσθηκε με επιμέλεια αυτού, είχε αποχωρήσει από την εταιρία το έτος 2009 (δηλ. μια διετία πριν το ως άνω περιστατικό) το μόνο που βεβαιώνει επί του θέματος είναι ότι "Είχε γίνει κάποιο συμβάν και την άλλη μέρα απελύθη.
Ανεψιός του βασικού μετόχου ήταν αυτός, που μετείχε στο συμβάν", αφετέρου δε ο μάρτυρας Ε. Θ., που εξετάσθηκε ως μάρτυρας της εναγομένης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατέθεσε ως προς το ως άνω περιστατικό ότι "...ο Π. δεν έχει εξουσία στους υπαλλήλους μόνο για το καλό της εταιρείας ενδιαφέρεται. Ο Π. είναι αντικρυστής...
Το Μάρτιο του 2011 απολύθηκε. Ο Π. ζήτησε από τον Τ. να ετοιμάσει κάποιο έγγραφο το οποίο και ετοίμασε". Η περί εκδικητικότητας, δηλαδή, παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης δεν βρίσκει επαρκές έρεισμα στις εν λόγω καταθέσεις και γι' αυτό δημιουργούνται σοβαρές αμφιβολίες κατά τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το αν αυτές (και όχι μόνο το εκτιθέμενα από τον ενάγοντα στο ιστορικό της αγωγής του) λήφθηκαν υπ' όψη από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της παραπομπής κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος.
Ακόμη το ως άνω Δικαστήριο της παραπομπής, απέρριψε ως κατ'ουσία αβάσιμο τον αρνητικό ισχυρισμό της εναγομένης περί του ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, όπως και άλλων τριών (3) υπαλλήλων εντός του έτους 2011, οφειλόταν αποκλειστικά σε οικονομικούς λόγους, με τις παραδοχές ότι αφενός μεν η σχετική επιβάρυνση της εναγομένης από τη μισθοδοσία του ενάγοντος δεν ήταν τέτοιου ύψους που να επιφέρει και που πράγματι δεν επέφερε τα δυσμενή οικονομικά αποτελέσματα της εταιρείας ώστε για την αντιμετώπισή τους να καθίσταται αναγκαία η μείωση του προσωπικού της και αφετέρου ότι δεν προέκυψε ότι οι αποχωρήσεις προσωπικού της εναγομένης το έτος 2011 συνδέονται αιτιωδώς με την ανάγκη μείωσης προσωπικού συνεπεία οικονομικών προβλημάτων της.
Πλην, όμως, η ως άνω παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία παρατίθενται στοιχεία από τον ισολογισμό της εναγομένης για τη χρήση του έτους 2010 σε σχέση με τη χρήση του προηγουμένου έτους (2009) χωρίς να αναλύεται η σημασία των σχετικών μεγεθών, ως προς το μέγεθος της επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης της εναγομένης το έτος 2010 σε σχέση με αυτή του προηγουμένου έτους, δεν είναι νόμιμη κατά το σκέλος της με το οποίο αποφάνθηκε ότι η οικονομική επιβάρυνση της εναγομένης από τη μισθοδοσία του ενάγοντος και των λοιπών υπαλλήλων που απολύθηκαν το έτος 2011 δεν ήταν τέτοια που να επιφέρει και που δεν επέφερε τα δυσμενή οικονομικά αποτελέσματα της εναγομένης, καθότι, όπως προεκτέθηκε στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε, επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, η απόφαση (η επιλογή) του εργοδότη να ανταπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχείρησης δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια κατά, δε, το σκέλος της με το οποίο αποφάνθηκε ότι οι αποχωρήσεις εργαζομένων της εναγομένης το έτος 2011 δεν αποδείχθηκε ότι συνδέονται αιτιωδώς με την ανάγκη μείωσης προσωπικού συνεπεία οικονομικών προβλημάτων στερείται επαρκούς αιτιολογίας καθότι δεν έχει παραδοχές από ποια αιτία έγιναν οι πιο πάνω αποχωρήσεις προσωπικού της εναγομένης, δεδομένου ότι η εναγόμενη είχε ισχυρισθεί παραδεκτά ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας ότι απέλυσε σταδιακά το έτος 2011 τέσσερα (4) άτομα, μεταξύ των οποίων και τον ενάγοντα, λόγω των οικονομοτεχνικών προβλημάτων που αντιμετώπισε από τη ραγδαία μείωση του χρηματιστηριακού τζίρου (κύκλου εργασιών) λόγω της οικονομικής κρίσης και χωρίς να εξειδικεύεται γιατί η απόλυση του ενάγοντος δεν συνδέεται αιτιωδώς με τα εμφανισθέντα οικονομικά προβλήματα της εναγομένης προς μείωση του μισθολογικού της κόστους.
Επομένως πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι κατ'ουσία α) ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 281, 174, 180, 349, 350 και 656 του ΑΚ, 5 παρ.1 του Ν. 2112/1920 και 5 και 7 του Ν. 3198/1955, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου κατά το μέρος που αναφέρεται στην εκ πλαγίου παράβαση εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του ιδίου αναιρετικού λόγου, με το οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου (πρβλ.
ΑΠ 301/2018) και β) ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 11 περ.γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι, κατ'ουσία, δεν έλαβε υπόψη της τις μαρτυρικές καταθέσεις των μαρτύρων Β. Τ. και Ε. Θ. που δόθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και περιέχονται στα πρακτικά συνεδρίασής του, ως προς το προαναφερθέν περιστατικό της 21.3.2011 μεταξύ του αναιρεσίβλητου και του Α.
Π., υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης και στενούς συγγενούς του προέδρου-διευθύνοντος συμβούλου και της αντιπροέδρου του Δ/Σ αυτής, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αφού με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσίβλητου εκ μέρους της αναιρεσείουσας έγινε λόγω της εμπάθειας, εχθρότητας και προσωπικής αντιπάθειας του ως άνω υπαλλήλου, προς το πρόσωπο του αναιρεσίβλητου.
Εφόσον δε αναιρείται η προσβαλλομένη με αριθ. 2353/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στο οποίο η υπόθεση είχε παραπεμφθεί με την με αριθ. 729/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, μετά από αναίρεση της προηγουμένης με αριθ. 5490/2015 απόφασης του ως άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για την ίδια υπόθεση, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση στο τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα, ύστερα από κλήση, με φροντίδα του επιμελέστερου των διαδίκων, κατ' εφαρμογή των δύο τελευταίων εδαφίων της παρ. 3 του άρθρου 580 του ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης, τα οποία ορίζουν ότι αν η (μετ' αναίρεση) απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής αναιρεθεί εκ νέου, δεν γίνεται νέα παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης και ότι στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα (ΑΠ 751/2020, ΑΠ 503/2017).
Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας εταιρείας που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθ. 2353/10.4.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση που θα ορισθεί στο παρόν αναιρετικό τμήμα, ύστερα από επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ