Supreme Court dismisses appeal where lower court relied on admitted evidence despite alleged lack of proof.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision. The appellant argued that the lower court accepted unproven financial claims without evidence, violating procedural rules. However, the court found that the Third Instance Court had properly evaluated all submitted witness testimonies, sworn statements, and documents before reaching its conclusion.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(10) K.Pol.D.; Art. 559(19) K.Pol.D.: An appeal based on the lack of proof for facts accepted by the court is inadmissible if the court's decision explicitly demonstrates that it derived its judgment from admissible evidence presented by the parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1473 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1473/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Τ. του Φ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αλεξάκη. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Β. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-3-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 3/2016 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-6-2016 αίτησή της και τους από 2-9-2019 προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.
Στην πρώτη περίπτωση η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως (ή της κλήσεως με την οποία φέρεται προς συζήτηση) με την πράξη ορισμού δικασίμου και την κλήση παράστασης κατ' αυτήν, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικό του. Το αντίγραφο αυτό με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή, που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση.
Στη δεύτερη περίπτωση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επιδόσεως του αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση (ΑΠ 254/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. .../8-10-2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θράκης Β.
Β., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση της υπόθεσης αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση αυτής κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (14-10-2019), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο.
Όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, ο τελευταίος, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στην προαναφερόμενη δικάσιμο, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε παραστάθηκε με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει αυτός να δικαστεί ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης χωρίς την παρουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).
Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ.α' ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.
Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 132/2004).
Αντίθετα, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν, ως αντικείμενο, δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 684/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης από 21-6-2016 αίτησης ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (14-10-2019), η δε αιτούσα άσκησε πρόσθετους λόγους αναιρέσεως με το από 2-9-2019 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε αυθημερόν στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου, δηλαδή τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω αρχική δικάσιμο.
Από την υπ' αριθμ. .../4-9-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θράκης Κ. Κ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι αντίγραφο του δικογράφου των ως άνω πρόσθετων λόγων επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο στις 4-9-2019, ήτοι τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο.
Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω.
Κατά το άρθρο 1400 παρ. 1 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του ν. 1329/1983, "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέστηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή". Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου: "Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων, που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια". Η απαίτηση του κάθε συζύγου από το άρθρο 1400 ΑΚ είναι, κατ` αρχήν, ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου άμεση ή έμμεση.
Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά τον χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της έγερσης της αγωγής θα κριθεί αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.
Προς υπολογισμό της τελικής περιουσίας, κρίσιμος χρόνος θεωρείται στη μεν περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη, στη δε περίπτωση της τριετούς διάστασης (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), κρίσιμος είναι ο χρόνος της άσκησης της αγωγής (ΑΠ 1899/2014, ΑΠ 406/2003).
Για την εξεύρεση όμως της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος άσκησης της αγωγής, (ΑΠ 1316/2017, ΑΠ 492/2017). Η συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί με οποιονδήποτε τρόπο, ακόμη και με παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο ο υπόχρεος σύζυγος έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του.
Η αποτίμηση των υπηρεσιών του ενάγοντος με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου του, δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο και νόμιμο της αγωγής, όταν αυτή ερείδεται επί της εξ 1/3 τεκμαρτής συμβολής του στα αποκτήματα του συζύγου του, ή σε μικρότερο ποσοστό, όπως αντιθέτως απαιτείται, όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής.
Μόνο στην τελευταία περίπτωση, για να ληφθούν υπόψη και να υπολογισθούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η, κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμηση τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν (ΑΠ 43/2015, ΑΠ 1280/2014).
Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα του ενός συζύγου από τον άλλο με βάση το άρθρο 1400 ΑΚ είναι: α) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή, κατ` ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου γ) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο, περιλαμβανομένης και της υπερβαίνουσας το μέτρο της συνεισφοράς του ενάγοντος συζύγου συμβολής του στις τρέχουσες οικογενειακές δαπάνες, με χρηματικές εισφορές ή εισφορές χρήσης ακινήτου για στέγαση της οικογένειας ή με παροχή προσωπικών υπηρεσιών στην αντιμετώπιση των οικογενειακών εν γένει αναγκών και δ) η αιτιώδης σχέση της συμβολής αυτής προς την αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου (ΑΠ 492/2017).
Ο εναγόμενος ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου φέρεται ή περιουσία, ότι αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων και στις δύο περιπτώσεις του άρθρου 1400 του ΑΚ, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει κάποια συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει, ότι ο φερόμενος δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος, είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων, είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ` αυτόν.
Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση (ΑΠ 492/2017, ΑΠ 1899/2014), ενώ όσον αφορά τον πραγματικό υπολογισμό αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 566/2014).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στις 13-5-2000 στην Ξάνθη, από τον οποίο απέκτησαν ένα τέκνο, τη Χ. που γεννήθηκε στις 26-8-2002. Με την αριθ. 184/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, η οποία κατέστη αμετάκλητη στις 29-7-2010, ο γάμος των διαδίκων λύθηκε συναινετικά.
Κατά το χρόνο της τέλεσης του γάμου τους η εναγομένη σύζυγος δεν είχε περιουσία και ήταν άνεργη. Ο ενάγων εργαζόταν αρχικά, από το έτος 1995 και μέχρι την 30-4-2008 ως προϊστάμενος ασφαλείας στο ... και την 31-7-2008 προσλήφθηκε ως βοηθός υγειονομικού προσωπικού στο Γενικό Νοσοκομείο …. Η εναγομένη τα πρώτα χρόνια του γάμου δεν εργάσθηκε, πέρα από ένα εξάμηνο του έτους 2001, κατά τη διάρκεια του οποίου έκανε πρακτική άσκηση σε ένα λογιστικό γραφείο και απασχολήθηκε με μειωμένο ωράριο ως υπάλληλος στο κατάστημα με το διακριτικό τίτλο …..
Περίπου ένα έτος μετά τη γέννηση της κόρης τους, δηλαδή από το μήνα Ιούλιο του έτους 2003, η εναγομένη άρχισε να εργάζεται στην εταιρεία με το διακριτικό τίτλο "...". Τα ετήσια εισοδήματα του ενάγοντος από την εργασία του υπερείχαν πάντοτε αυτών της εναγομένης. Συγκεκριμένα το σύνολο των εισοδημάτων του ενάγοντος, καθόλη τη διάρκεια της έγγαμης σχέσης, ήτοι από την 13-5-2000, ημερομηνία τέλεσης του γάμου, μέχρι την κατά τα ανωτέρω αμετάκλητη λύση του, ανήλθαν στο ποσόν των 136.939,32 και αυτών της εναγομένης στο ποσόν των 58.590 ευρώ.
Λίγους μήνες μετά την τέλεση του γάμου, με το αριθ. .../23-11-2000 συμβόλαιο γονικής παροχής..., η εναγομένη απέκτησε ένα οικόπεδο έκτασης 3.361,42 τ.μ. ευρισκόμενο στην περιοχή … Ξάνθης. Το επόμενο έτος οι διάδικοι αποφάσισαν να ανεγείρουν μονοκατοικία επί του οικοπέδου της εναγομένης ώστε να αποκτήσουν ιδιόκτητη οικογενειακή στέγη και εκδόθηκε μετά από κοινή αίτησή τους η...
οικοδομική άδεια της Δ/νσης Πολεοδομίας Ν. Ξάνθης. Τα έξοδα για την έκδοση αυτής, τη σύνταξη του τοπογραφικού και την αμοιβή της μηχανικού..., ανερχόμενα στο ποσό των 2.000 ευρώ, καταβλήθηκαν από τον ενάγοντα. Για την περαιτέρω χρηματοδότηση της ανέγερσης της οικοδομής η εναγομένη έλαβε δάνειο ποσού 58.694 ευρώ από την ΕΤΕ δυνάμει...
σύμβασης, την οποία ο ενάγων υπέγραψε ως εγγυητής. Το δάνειο εγκρίθηκε και εκταμιεύθηκε στο όνομα της εναγομένης, διότι αυτή ήταν η κυρία του οικοπέδου αλλά για την έγκρισή του ελήφθη υπόψη η οικονομική κατάσταση και δη το εισόδημα του ενάγοντος, δοθέντος ότι η εναγομένη τότε δεν εργαζόταν. Το ποσό του δανείου εκταμιεύθηκε σταδιακά με την πρόοδο των εργασιών και συγκεκριμένα σε τέσσερις δόσεις στις 15-1-2002, 1 -3-2002, 2-5-2002 και 7-6-2002.
Η ανεγερθείσα οικία αποτελείται από ισόγειο επιφανείας 100 τ.μ" υπόγειο επιφανείας 60 τ.μ. και βοηθητικούς χώρους επιφανείας 40 τ.μ.... Το κόστος για την ανέγερση της παραπάνω οικίας και τη διαμόρφωση και αξιοποίηση του περιβάλλοντα χώρου, ανήλθε στο ποσόν των 100.000 ευρώ. Εξ αυτών το ποσόν των 58.694 ευρώ προήλθε από το δάνειο, τις δόσεις του οποίου κατέβαλε η εναγομένη, αρχικά με τη βοήθεια του πατέρα της, καθόσον η ίδια ήταν άνεργη, από το έτος όμως 2003 και μετά, που αυτή άρχισε να εργάζεται, τις κατέβαλε από τα εισοδήματά της από την εργασία της.
Το υπόλοιπο ποσόν το συνεισέφερε ο ενάγων. Ειδικότερα, ο ενάγων δαπάνησε για την ανέγερση και αποπεράτωση της ως άνω οικίας το ποσόν των 15.000 ευρώ, το οποίο προήλθε από ισόποση δωρεά της μητέρας του προς αυτόν και το ποσόν των 21.306 ευρώ το οποίο προήλθε από τα εισοδήματα από την εργασία του. Επίσης αποδείχθηκε ότι επειδή δεν υπήρχαν επαρκείς οικονομικοί πόροι για την πρόσληψη εργατών για όλες τις απαιτούμενες εργασίες, ο ενάγων προσέφερε προσωπική εργασία για την αποπεράτωση της οικίας και τη διαμόρφωση του περαβάλλοντα χώρου.
Εργάστηκε για τη διαμόρφωση του λεβητοστασίου, του χώρου στάθμευσης των οχημάτων, την κατασκευή του πλακόστρωτου διαδρόμου πέριξ της οικίας, των φρεατίων για τα όμβρια ύδατα και την περίφραξη του οικοπέδου. Ασχολήθηκε δηλαδή με τις χειρωνακτικές εργασίες που απαιτούνταν για την εκτέλεση των παραπάνω κατασκευών, δηλαδή με την παρασκευή σκυροδέματος, τη μεταφορά και την τοποθέτηση των οικοδομικών υλικών ενώ τέλος χρωμάτισε τα κιγλιδώματα της οικίας τους.
Λαμβανομένου υπόψη ότι εργαζόταν στο …, δεν είχε την ευχέρεια να προσφέρει την κατά τα ανωτέρω εργασία του επί 8 ώρες ημερησίως αλλά εργαζόταν αναλόγως της κάθε φοράς δυνατότητάς του. Η εργασία του αυτή αποτιμώμενη σε μισθωτή εργασία αντιστοιχεί σε 100 ημερομίσθια ποσού 30 ευρώ καθένα, δηλαδή η αξία της υπολογίζεται στο ποσόν των 3.000.
Σημειωτέον ότι η παροχή των παραπάνω υπηρεσιών του ενάγοντος δεν επιβάλλονταν από την υποχρέωση συνεισφοράς του στις οικογενειακές ανάγκες (ΑΚ 1390) και ήταν πέραν αυτής. Επομένως, η αποτίμηση της συμβολής του ενάγοντος στην κατασκευή της παραπάνω οικίας που αποτελεί και τη μοναδική περιουσία της εναγομένης κατά το κρίσιμο χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου ανέρχεται στο συνολικό ποσόν των 41.306 (2.000 + 15.000 + 21.306 + 3.000) ευρώ.
Με αναγωγή δε σε ποσοστό επί τοις εκατό ο ενάγων συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης κατά 41,30%. Περαιτέρω, ... η αξία της περιουσίας της εναγομένης κατά τον χρόνο που η απόφαση της λύσης του γάμου των διαδίκων κατέστη αμετάκλητη, αλλά και κατά το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής, ανερχόταν στην κατά το χρόνο εκείνο αξία της άνω οικίας, ανερχομένης στο ποσό των 150.000 ευρώ (μη συμπεριλαμβανο μένης στο παραπάνω ποσόν της αξίας του οικοπέδου το οποίο ως προιόν γονικής παροχής δεν συνυπολογίζεται), αφαιρουμένου του ποσού των 25.000 ευρώ που αποτελεί το υπόλοιπο του δανείου, με την καταβολή του οποίου βαρύνεται η εναγομένη.
Επομένως, η συμμετοχή του ενάγοντος στην επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης ανέρχεται στο ποσό των 51.625 ευρώ (150.000 - 25.000 = 125.000 X 41,30%), ποσό το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει η εναγομένη στον ενάγοντα νομιμότοκα από την άσκηση της αγωγής, απορριπτομένης ως ουσιαστικά αβάσιμης της ένστασης μηδενικής συμβολής του ενάγοντος την οποία προέβαλε πρωτοδίκως η εναγομένη και την οποία επαναφέρει με σχετικό λόγο της έφεσής της...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή κατά το ποσό των 8.625 ευρώ, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση και, στη συνέχεια, δικάζοντας κατ' ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει σε αυτόν, ως συμβολή του στην αύξηση της περιουσίας της, το ποσό των 51.625 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως την ολοσχερή εξόφληση.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ειδικότερα ότι οι αναφερόμενες στην απόφαση παροχές του αναιρεσιβλήτου στην επαύξηση της περιουσίας της αναιρεσείουσας δεν επιβάλλονταν από την υποχρέωση συνεισφοράς του στις οικογενειακές ανάγκες και ήταν πέραν αυτής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400 παρ.1ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για τη συμβολή του αναιρεσιβλήτου στην επαύξηση της περιουσίας της αναιρεσείουσας συζύγου του, με βάση τον πραγματικό υπολογισμό, δικαιολογούν την παραδοχή κατά ένα μέρος της αγωγής.
Εξάλλου, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές στο αποδεικτικό πόρισμα προκύπτει ότι το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, της αύξησης της περιουσίας της αναιρεσείουσας συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου και της συμβολής στην επαύξηση αυτή του αναιρεσιβλήτου, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 1400 ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν την συμβολή του αναιρεσιβλήτου στην επαύξηση της περιουσίας της αναιρεσείουσας και την απόρριψη του ισχυρισμού της περί μηδενικής συμβολής στην επαύξηση αυτή του τελευταίου.
Ειδικότερα δε το Εφετείο, με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, ορθά υπολόγισε την τελική περιουσία της αναιρεσείουσας κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου, λαμβάνοντας στη συνέχεια, για την εξεύρεση της αξίας της σε χρήμα, ως κρίσιμο χρόνο αυτόν της της άσκησης αγωγής, δεχόμενο ανελέγκτως ότι αυτή ήταν η ίδια και κατά τα δύο αυτά χρονικά σημεία.
Επομένως, οι δεύτερος, από τον αρ. 1, πρώτος, τρίτος και τέταρτος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), πρόσθετοι λόγοι της αναίρεσης, είναι αβάσιμοι. Επισημαίνεται ότι η παραδοχή του Εφετείου πως ο γάμος των διαδίκων λύθηκε αμετάκλητα στις 29.7.2010 και πως το ποσό των 15.000€ που ο αναιρεσίβλητος δαπάνησε για την ανέγερση της οικίας προήλθε από ισόποση δωρεά της μητέρας του, είναι σαφής και οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ελλείψεις αναφερόμενες στην ανάλυση και αιτιολόγηση αυτής, δεν ιδρύουν τον από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.ΠολΔ αναιρετικό λόγο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 1795/08).
Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ. Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002).
Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
Α.Π. 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. Α.Π. 2/1989, ΑΠ 1437/2017, ΑΠ 1143/2015). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη, καίτοι παραδεκτώς προέβαλε ενώπιόν του με λόγο έφεσης, τον ισχυρισμό της περί μηδενικής συμβολής του αναιρεσιβλήτου στην επαύξηση της περιουσίας της.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός, εφόσον η αγωγή έγινε δεκτή με βάση τον πραγματικό και όχι τον τεκμαρτό υπολογισμό, ήτοι έγινε δεκτή συμβολή του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος σε ποσοστό υπέρτερο του τεκμηρίου, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (πρβλ. ΑΠ 1696/2018), η οποία, κατά τα ανωτέρω, δεν συνιστά "πράγμα", με αποτέλεσμα να μη θεμελιώνεται η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας περιέχεται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας, ο επικαλούμενος από την αναιρεσείουσα ως άνω ισχυρισμός ρητώς λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμος με τις ειδικότερα αναφερόμενες σ' αυτήν αιτιολογίες.
Κατά τα λοιπά, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας προβαλλόμενες με τον ίδιο ως άνω λόγο της αίτησης αναίρεσης, ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε ως ουσιαστικώς αβάσιμος ο ισχυρισμός της περί μηδενικής συμβολής του αναιρεσιβλήτου στην περιουσιακή της επαύξηση, είναι απαράδεκτες, διότι υπό την κατ' επίφαση επίκληση πλημμέλειας από την ανωτέρω διάταξη, πλήττεται αποκλειστικά η κατ' άρθρο 561 παρ.1ΚΠολΔ μη ελεγχόμενη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Πρέπει, όμως, για την ίδρυση του προκειμένου λόγου, το αποδεικτικό μέσο να ήταν χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση δια τεκμηρίων απόδειξη (ΑΠ 1134/1993) γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 173/15). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1349/2017, ΑΠ 1204/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' Κ.Πολ.Δ., αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιον του προσκομισθέντα ουσιώδη αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα την ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μάρτυρα της αναιρεσείουσας Φ.
Τ., σχετικά με τη συνολική δαπάνη κατασκευής της κατοικίας της. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, πλην των 83 παραστατικών δαπανών, των 5 αποδεικτικών κατάθεσης χρημάτων από τον πατέρα του αναιρεσιβλήτου και των 18 παραστατικών καταβολής των μηνιαίων δόσεων του στεγαστικού δανείου προς την ΕΤΕ, τα οποία ο αναιρεσίβλητος απαράδεκτα, όπως κρίθηκε, προσκόμισε τον πρώτον στη δευτεροβάθμια δίκη, καθώς επίσης και τις νομίμως ληφθείσες και προσκομισθείσες ένορκες βεβαιώσεις, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και την ανωτέρω, φερόμενη ως αγνοηθείσα, ένορκη κατάθεση του προαναφερόμενου μάρτυρα της αναιρεσείουσας.
Κατόπιν αυτών, ο ανωτέρω πρώτος από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από την κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο ως προς το ύψος της δαπάνης κατασκευής της κατοικίας της αναιρεσείουσας, είναι απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας του εν λόγω αποδεικτικού μέσου.
Από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά, δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει (ΑΠ 451/2014).
Εφόσον συνεπώς προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 438/2018, ΑΠ 898/2017, ΑΠ 516/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το δικαστήριο χωρίς απόδειξη, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα, έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τον αγωγικό ισχυρισμό του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου ότι δαπάνησε για την ανέγερση της κατοικίας της αναιρεσείουσας τα χρηματικά ποσά των 15.000 ευρώ και 21.036 ευρώ, τα οποία προήλθαν, αντίστοιχα, από δωρεά της μητέρας του και από εισοδήματα από την εργασία του.
Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, όλων των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή των καταθέσεων των μαρτύρων, των ενόρκων βεβαιώσεων και των εγγράφων τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, κατά τα ήδη εκτιθέμενα στην εξέταση του προηγούμενου λόγου αναίρεσης.
Έτσι στην παραδοχή του αυτή το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και ο παραπάνω από τον αρ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθούν η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Διάταξη περί δικανικών εξόδων δεν θα περιληφθεί, καθόσον ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ερημοδικίας του, δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-6-2016 αίτηση και τους από 2-9-2019 προσθέτους λόγους της Μ. Τ. για αναίρεση της 3/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στη Δημόσιο Ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Δεκεμβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου