Supreme Court dismisses appeal in construction contract dispute over poultry farm damages and costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Single Court of Appeals' decision in a construction contract dispute regarding damages for a poultry farm. The appellant argued the lower court failed to consider a specific document proving the timing of profitable farming operations, which they claimed negated the causal link between machine defects and bird losses. The court rejected this argument as inadmissible because it concerned a separate deposit claim not part of the main suit and violated the principle of judicial review of evidence assessment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal argument alleging a lower court failed to consider a specific document is inadmissible if it concerns a claim outside the scope of the main suit and attacks the unreviewable judicial evaluation of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1472 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1472/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδων Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Βέλλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Β. Λ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Μήτση που ανακάλεσε την από 9/9/2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/4/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 296/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 133/2019 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/10/2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 5-10-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 133/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία δέχθηκε την από 24-4-2017 έφεση του ενάγοντος και αφού εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 296/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, δέχθηκε εν μέρει την από 7-4-2019 αγωγή του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου για την καταβολή αποζημίωσης από ενδοσυμβατική ευθύνη (σύμβαση έργου). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ. 3 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 12/2000) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 792/2015).
Οι ισχυρισμοί πρέπει να είναι ουσιώδεις, δηλαδή να επιδρούν στην έκβαση της δίκης και να επηρεάζουν ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της απόφασης. Επομένως, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων, τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Πράγματα, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, είναι και οι λόγοι της έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης και, συνεπώς, η παραδοχή από το Εφετείο ανύπαρκτου λόγου έφεσης ή η επανάκριση κεφαλαίου της απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναίρεσης, εκτός αν πρόκειται για λόγο έφεσης ή ισχυρισμούς που όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 1677/2010).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Δεν καθιδρύεται ο πιο πάνω λόγος όταν το δικαστήριο, εφαρμόζοντας αυτεπάγγελτα το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό της διαφοράς με βάση τα εκτιθέμενα, έστω και αν καταλήγει σε διάφορο συμπέρασμα από τον διάδικο που προτείνει τα περιστατικά (ΑΠ 1326/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής και της έφεσης κατά της υπ' αριθμ. 296/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων προκύπτει ότι ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι στο πλαίσιο σύμβασης έργου με την εναγομένη για την εγκατάσταση του εκεί αναφερόμενου εξοπλισμού στο πτηνοτροφείο του, παρουσιάστηκαν προβλήματα στα συστήματα εξαερισμού, ψύξης και θέρμανσης και καθιστούσαν ελαττωματικό το παραδοθέν έργο, με συνέπεια την απώλεια πτηνών.
Ότι αμέσως κάλεσε την εναγόμενη να διορθώσει τα ως άνω ελαττώματα, πλην όμως αυτή δεν ανταποκρίθηκε, με συνέπεια αυτός να προβεί με δαπάνες του στην αγορά και εγκατάσταση των αναφερόμενων στην αγωγή πραγμάτων συνολικού ποσού 15.927, 61 ευρώ. Ότι συνεπεία της πλημμελούς εγκατάστασης του συμφωνηθέντος έργου αυτός απώλεσε το ποσό των 34.084 ευρώ, το οποίο θα απεκέρδαινε από την εκτροφή των πτηνών μετά βεβαιότητας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Ζήτησε μεταξύ των άλλων, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει τα ως άνω ποσά. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, αντιφατική και συνεπώς απαράδεκτη, διότι δέχθηκε ότι απ' αυτήν προκύπτει ότι "μολονότι ο ενάγων εκθέτει ότι με άτυπη και μονομερή δήλωση που απηύθυνε προς την εναγόμενη άσκησε το δικαίωμά του προς διόρθωση των ελαττωμάτων του έργου, στο υπό κρίση δικόγραφο σωρεύει τόσο αξίωση καταβολής των δαπανών διόρθωσης των ελαττωμάτων αυτών, όσον και αξίωση προς αποζημίωση της αποθετικής ζημίας", ενώ τα ως άνω δύο δικαιώματα τελούν σε διαζευκτική συρροή κατά το άρθρο 306 ΑΚ και η επιλογή του ενός αποκλείει το άλλο.
Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε έφεση παραπονούμενος ότι εσφαλμένως απέρριψε την αγωγή του το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως απαράδεκτη, μεταβιβάζοντας έτσι στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την υπόθεση. Το Εφετείο κατά την δικαιωματική κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔ αυτεπάγγελτη εξέταση της νομικής βασιμότητας της αγωγής υπήγαγε τα επικαλούμενα από τον ενάγοντα πραγματικά περιστατικά στη διάταξη του άρθρου 688 ΑΚ και δέχθηκε ότι ο αυτός είχε επιλέξει το δικαίωμα διόρθωσης των ελαττωμάτων του πλημμελώς εκτελεσθέντος έργου, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατά το άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔΔ, δέχθηκε την αγωγή του και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλλει το αιτηθέν ποσό των 15.927,61 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγμα που δεν προτάθηκε, διότι η υπόθεση είχε μεταβιβαστεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο συνεπεία της έφεσης από τον ενάγοντα, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διάταξης που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς το χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης.
Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 255/2010).
Εξάλλου, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 74/2016). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα εξής : "Ο ενάγων ....την 13-3-2006 συνήψε σύμβαση έργου με τον Β.
Κ., νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης εταιρείας υπό την επωνυμία "....", δυνάμει της οποίας η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύσει και να εγκαταστήσει τον μηχανολογικό εξοπλισμό του πτηνοτροφείου, αντί της συμφωνηθείσης εργολαβικής αμοιβής των 75.000 ευρώ, την οποία κατέβαλε εξ ολοκλήρου. Συγκεκριμένα η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να εγκαταστήσει α) έναν (1) μεταλλικό σιλό φυράματος 21,1 m3 περίπου β) έναν αγωγό μεταφοράς τροφής Φ 90 γ) πέντε (5) σειρές "ταΐστρα" ...
εξήντα εννέα (69) m εκάστη, δ) έξι σειρές "πιπίλα, ... εξήντα εννέα (69) μέτρων εκάστη, ε) ένδεκα ανεμιστήρες ..., στ) τριάντα έξι (36) "πάνελ, ... πάχους 15cm και ύψους 150 cm. ..., ζ) υδραυλική εγκατάσταση των "πάνελ,, ψύξεως, η) ένα (1) αερόθερμο ..., θ) δώδεκα (12) θερμομητέρες ..., ι) σύστημα αναρτήσεως και μηχανισμός ασφαλείας των παραθύρων ια) έναν (1) ...
ιβ) δύο (2) δεξαμενές νερού 2.000 lt εκάστη και ιγ) σύστημα ελέγχου περιβάλλοντος .... Εν συνεχεία με την φροντίδα και επίβλεψη των αρμοδίων τεχνικών της εναγομένης έλαβε χώρα η εγκατάσταση του εξοπλισμού. Μετά την εγκατάσταση του τεχνικού εξοπλισμού και την παραλαβή του έργου και από τον Νοέμβριο του έτους 2006 ανέκυψαν προβλήματα με τα συστήματα εξαερισμού, ψύξεως και θερμάνσεως καθώς δεν εκκινούσαν αυτόματα και δεν λειτουργούσαν ορθά, με αποτέλεσμα να μην επικρατούν οι κατάλληλες συνθήκες στον θάλαμο εκτροφής του πτηνοτροφείου και να επέρχεται ο θάνατος μεγάλου αριθμού πτηνών (βλ.
την από 12-11-2007 γνωμάτευση των κτηνιάτρων Ε. Μ. και Α. Δ.). Όπως διεπίστωσε ο ενάγων και άλλοι ειδικοί τους οποίους εκάλεσε τα συστήματα τεχνικού εξοπλισμού είχαν εγκατασταθεί από τους τεχνικούς της εναγομένης εσφαλμένα και συγκεκριμένα : α) το σύστημα ελέγχου του περιβάλλοντος ... δεν λειτουργούσε κατάλληλα.
Το σύστημα αυτό αποτελείται από υπολογιστή ελέγχου του περιβάλλοντος, πέντε ανεμιστήρες καμινάδας, εκατόν δύο θυρίδες εισαγωγής αέρα, ηλεκτρικό βαρούλκο, υπολογιστή ασφαλείας, αυτόματη κουρτίνα των "πάνελς,, ψύξεως και ηλεκτρικό πίνακα. Το σύστημα αυτό ήταν πλημμελώς ρυθμισμένο και συντονισμένο, με συνέπεια να μην επικρατούν κατάλληλες συνθήκες και επέφερε την απώλεια μεγάλου αριθμού πτηνών, β) έξι (6) "πιπίλες" ...
εξήντα εννέα (69) μέτρων εκάστη ήταν πλημμελώς εγκατεστημένες. Συγκεκριμένα το σύστημα μεταφοράς νερού και υδρεύσεως των πτηνών λειτουργούσε πλημμελώς, με αποτέλεσμα τα πτηνά να μην πίνουν επαρκή ποσότητα νερού, γ) τα "πάνελ" τριάντα έξι (36) ... ήταν πλημμελώς εγκατεστημένα, με αποτέλεσμα να προκαλούν προβλήματα στην σωστή θέρμανση του πτηνοτροφείου, 4) η υδραυλική εγκατάσταση των "πανελ" ψύξεως ήταν πλημμελώς εγκατεστημένη, με συνέπεια τα ύδατα, τα οποία είχαν προορισμό τηn ψύξη του θαλάμου να συσσωρεύονται εντός του θαλάμου και να δημιουργείται υγρασία.
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ο ενάγων από την πρώτη εκτροφή διεπίστωσε την απώλεια πτηνών και ειδοποίησε την εναγομένη για τα προβλήματα και τον νόμιμο εκπρόσωπο αυτής Β. Κ., ο οποίος ναι μεν μετέβη στο πτηνοτροφείο, αλλά ουδέν έπραξε για την επίλυση αυτών. Τα προβλήματα αυτά και την απώλεια πτηνών, όπως προελέχθη, διεπίστωσαν και οι αρμόδιοι κτηνίατροι Ε.
Μ. και Α. Δ. (βλ. την από 12-11-2007 γνωμάτευση). Ο ενάγων μετά την δεύτερη εκτροφή, όπως και στις επόμενες, διεπίστωσε και πάλιν προβλήματα με τα συστήματα εξαερισμού και θερμάνσεως και ειδοποίησε τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης περί των προβλημάτων, ο οποίος όμως εκώφευσε. Ο ενάγων ευρισκόμενος πλέον σε δυσμενή οικονομική κατάσταση από την απώλεια κερδών την 31-01-2008 έλαβε επαγγελματικό δάνειο ποσού 50.000 ευρώ από την τράπεζα Κύπρου (βλ.
την από 7-10-2008 βεβαίωση του υποκαταστήματος Άρτας). Ακολούθως προέβη στις κάτωθι δαπάνες προς αποκατάσταση των ελαττωμάτων του εκτελεσθέντος έργου : α) για την αγορά και εγκατάσταση του συστήματος ελέγχου περιβάλλοντος ..., το οποίο αποτελεί ουσιαστικώς τον εγκέφαλο του πτηνοτροφείου, κατέβαλε το ποσόν των 11.007,50 ευρώ (βλ.
το υπ'αριθμ. .../21-11-2008 δελτίο αποστολής - τιμολόγιο της ομόρρυθμης εταιρείας υπό την επωνυμία "... Ο.Ε."), β) για την εγκατάσταση των ηλεκτρικών πινάκων και κυκλοφορητών κατέβαλε το ποσόν των 800 ευρώ (βλ. το υπ'αριθμ. ...25-11-2008 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών του ηλεκτρολόγου Σ. Σ.), γ) για την ορθή υδραυλική εγκατάσταση κατέβαλε το ποσόν των 1.695,8 ευρώ και το ποσόν των 450 ευρώ (βλ.
τα υπ'αριθμ. .../12-08-2008 και υπ'αριθμ. ...8-03-2008 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών του υδραυλικού Δ. Μ.), δ) για την εγκατάσταση υδραυλικών συστημάτων κατέβαλε το ποσόν των 186,18 ευρώ (βλ. το υπ'αριθμ. .../28-02-2008 τιμολόγιο-δελτίο αποστολής τρυ Συνεταιρισμού εργολάβών υδραυλικών Ν. Άρτας,) ε) για την υδραυλική εγκατάσταση "πάνελ,, ψύξεως κατέβαλε το συνολικό ποσόν των 528,39 ευρώ (βλ.
τα υπ'αριθμ. .../16-05-2008, ...23-02-2008, .../18-02- 2008, .../5-03-2008, και .../5-03-2008 τιμολόγια-δελτία αποστολής της Α. Μ.) στ) για τις υδραυλικές επίσης εγκαταστάσεις κατέβαλε το ποσόν των 429,49 ευρώ (βλ. το υπ'αριθμ. .../28-02-2008 τιμολόγιο- δελτίο αποστολής της Ο. Ν.) και ζ) για την κατασκευή τεντών κατέβαλε το ποσόν των 830,25 ευρώ (βλ. το υπ'αριθμ. ...-03-2008 τιμολόγιο-δελτίο αποστολής του Χ.
Τ.), ήτοι εδαπάνησε συνολικώς το ποσόν των 15.927,61 ευρώ". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για τη κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν ως προς την ύπαρξη των πραγματικών ελαττωμάτων του εκτελεσθέντος έργου και το επιλεγέν δικαίωμα διόρθωσής τους και συνακόλουθα το δικαίωμα αποζημίωσης του αναιρεσίβλητου λόγω της υπερημερίας της αναιρεσείουσας, ενώ έχει τις απαιτούμενες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς και πλήρεις, έστω και συνοπτικές, και δεν αντιφάσκουν, κατά τρόπο που καθιστούν ευχερή τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερθεισών διατάξεων.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της ένδικης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος.
Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 693, 948, 954 παρ. 1 και 959 του ΑΚ, συνάγεται ότι εάν κινητό πράγμα ενωθεί με ακίνητο κατά τρόπο ώστε να μην δύναται να αποχωρισθεί χωρίς βλάβη αυτού ή του ακινήτου ή χωρίς αλλοίωση του οικονομικού του προορισμού γίνεται συστατικό μέρος του ακινήτου και συναφώς ακίνητη εγκατάσταση για την οποία ισχύει η παραγραφή των δέκα ετών για τις αξιώσεις του εργοδότη κατά του εργολάβου λόγω ύπαρξης πραγματικών ελαττωμάτων (ΑΠ 598/1990 ΕΕΝ 1991.178).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι ο εγκατασταθείς μηχανολογικός εξοπλισμός στο πτηνοτροφείο του ενάγοντος έχει ενωθεί με το ακίνητο, ώστε να μην δύναται να αποχωρισθεί χωρίς βλάβη αυτού ή χωρίς αλλοίωση του οικονομικού του προορισμού και συνεπώς αποτελεί ακίνητη εγκατάσταση για την οποία ισχύει η δεκαετής παραγραφή για τις αξιώσεις που γεννώνται από την επίδικη σύμβαση έργου, στη συνέχεια απέρριψε την ένσταση της αναιρεσείουσας περί παρέλευσης του εξαμήνου από την παραλαβή του εκτελεσθέντος έργου τον Σεπτέμβριο του έτους 2006 έως την έγερση της αγωγής τον Μάιο του έτους 2009.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 693 ΑΚ και πρέπει ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη, ένορκες βεβαιώσεις κ.λ.π., ΑΠ 1038/2019, 1536/2018).
Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει, κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ. ΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση, αδιστάκτως βέβαιο (Ολ. ΑΠ 13-14-15/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρ. 559 περ. 11γ' αναιρετικός λόγος (ΑΠ 577/2015, ΑΠ 1461/13).
Εξ άλλου, το επίμαχο αποδεικτικό μέσο πρέπει να είναι χρήσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμού ή γεγονότος που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Με το τελευταίο τέταρτο λόγο της ένδικης αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος, το υπ' αριθμ. ...11-2007 έγγραφο του πτηνοτροφικού συνεταιρισμού Άρτας που επικαλέστηκε και αυτή με τις προτάσεις της ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας κατ' εφαρμογή του άρθρου 346 ΚΠολΔ, το οποίο βεβαιώνει ότι η τελευταία (πέμπτη) μη κερδοφόρος εκτροφή πουλερικών έγινε στις 7-11-2007, και ότι οι λοιπές εκτροφές (6-10) που ήταν κερδοφόρες έγιναν κατά το χρονικό διάστημα από 14-2-2008 έως 29-9-2008, σε χρόνο δηλ.
πριν λάβει χώρα η αντικατάσταση από τον ενάγοντα των ελαττωματικών ως άνω μηχανημάτων, και επομένως η όποια απώλεια πτηνών να μη συνδέεται αιτιωδώς με τα φερόμενα ως άνω ελαττώματα. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι κατ' αρχάς αφορά στο κονδύλιο της αποθετικής ζημίας του ενάγοντος, που δεν κατέστη αντικείμενο της δίκης, το οποίο αναφέρεται μόνο στην αποζημίωση για μη προσήκουσα εκπλήρωση σύμβασης, κατά τα προαναφερθέντα.
Αν ήθελε εκτιμηθεί ως έμμεση απόδειξη για την άρνηση της ύπαρξης πραγματικών ελαττωμάτων του συμφωνηθέντος έργου, τότε από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, η τελευταία έλαβε υπόψη της άλλα αποδεικτικά μέσα για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος από τα οποία προέκυπτε η ύπαρξη των ως άνω ελαττωμάτων (ΑΠ 1279/2010).
Τούτο, ανεξάρτητα του ότι η δια του ερευνόμενου λόγου προβαλλομένη περαιτέρω αιτίαση ότι από το παραπάνω αποδεικτικό μέσο συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση κρίνεται επί πλέον απαράδεκτη καθόσον, με την επίκλησή της, πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το αριθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 609/13, ΑΠ 495/13, ΑΠ 1127/13).
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η άνω αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις θα επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 133/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα εταιρεία με την επωνυμία στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ