Legislator Case Law & Legislation
1471/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of legal interest in divorce dissolution case.

Case Number 1471/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Inadmissible

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece declared the appellant's appeal inadmissible because she lacked a legal interest in challenging the divorce judgment. The court found that both spouses had effectively 'won' the underlying divorce proceedings, as the judgment dissolved the marriage based on mutual claims of relationship breakdown. Consequently, the court ruled that neither party had a procedural interest to contest the finality of the divorce ruling.

Legislator headnote

AI generated

Articles 68, 73, 532, 577 of the Code of Civil Procedure; Legal interest constitutes a procedural prerequisite for litigation, and its absence renders the appeal inadmissible when both parties have achieved their respective objectives in the first instance.

Keywords

AI generated
legal interest inadmissible appeal divorce dissolution procedural prerequisite mutual claims Code of Civil Procedure legal interest absence

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Articles 68, 73, 532 and 577 of the Code of Civil Procedure
Article 1439 § 1 of the Civil Code
Articles 176, 183 and 191 § 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 491 § 3 and 591 § 1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1471 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1471/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. συζύγου Ι. Ζ., το γένος ..., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο της Απόστολο Φίλη. Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Ζ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Φουρλή, ο οποίος ανακάλεσε την από 20-9-2019 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, ο δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το αίτημα της αναβολής το λόγο έλαβε και ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος δε συναίνεσε.

Το Δικαστήριο διασκέφθηκε και διά της Προεδρεύουσάς του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης, κατά την οποία η αναιρεσείουσα δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την ασκηθείσα με τις προτάσεις ανταγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 233/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 407/2015 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-5-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση από τη 3834β'/2.7.2019 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κορίνθου Δ. Λ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο επισπεύδων τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσίβλητος, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 27.6.2016 αιτήσεως για αναίρεση της 407/2015 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου με την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου που υπάρχει κάτω από αυτήν και με κλήση για συζήτηση της αιτήσεως κατά τη δικάσιμο της 23.9.2019, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα.

Εξάλλου από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή αυτής της αποφάσεως δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίστηκε η αναιρεσείουσα ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Επομένως, με βάση όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία της. Κατά το άρθρο 1439 § 1 Α.Κ. καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει διαζύγιο όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσεως να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα.

Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσεως, χωρίς να απαιτείται το στοιχείο της υπαιτιότητας για να μπορεί να ζητηθεί το διαζύγιο. Έτσι ο ενάγων, για τη θεμελίωση και παραδοχή της αγωγής του, πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι ο γάμος έχει κλονισθεί από ορισμένα γεγονότα που αναφέρονται στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, με την έννοια της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στα, αντικειμενικώς πρόσφορα, κλονιστικά της έγγαμης σχέσεως γεγονότα αυτά και στο πρόσωπο του εναγομένου συζύγου του ή και των δύο και ότι ο κλονισμός είναι τόσο ισχυρός ώστε βασίμως η εξακολούθηση της συμβιώσεως έχει καταστεί αφόρητη γι' αυτόν.

Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται, ανεξαρτήτως από το ποιον από τους δύο συζύγους βαρύνει περισσότερο η ύπαρξή του και από το εάν υπάρχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο ενός μόνο. Αν όμως το κλονιστικό γεγονός συνδέεται αποκλειστικώς με το πρόσωπο του ενάγοντος, δεν γεννάται υπέρ αυτού δικαίωμα διαζεύξεως με βάση την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 1439 § 1 Α.Κ.

Το ότι για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός, συνεπάγεται ότι στη δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμιά πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας, το δε δεδικασμένο της διαπλαστικής αποφάσεως του διαζυγίου δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας σε καμιά περίπτωση, ούτε και στη δίκη διατροφής μετά το διαζύγιο, όπως προβλέπει το άρθρο 1442 Α.Κ., ενόψει της διατάξεως του άρθρου 1444 § 1 Α.Κ. (ΑΠ477/2012,ΑΠ 50/2013).

Αντικείμενο δε της δίκης διαζυγίου είναι όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσεως του γάμου. Κατ' ακολουθίαν, αν ασκηθούν αντίθετες αγωγές, με τις οποίες ο καθένας από τους συζύγους ζητεί τη λύση του γάμου για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης από λόγο που αφορά το πρόσωπο του άλλου συζύγου, και το δικαστήριο έκανε δεκτές τις αγωγές, κρίνοντας ότι ο κλονισμός αφορά το πρόσωπο και των δύο συζύγων, τότε, ενόψει του προαναφερόμενου αντικειμένου της δίκης περί διαζυγίου και του δεδικασμένου που παράγεται από τη σχετική απόφαση, καθένας από τους συζύγους θεωρείται ότι νίκησε, διότι με την παραδοχή των αγωγών, επήλθε η έννομη συνέπεια, την οποία επιδίωκαν αμφότεροι οι διάδικοι με το αίτημα των αγωγών τους.

Το γεγονός ότι η απόφαση περιέχει αιτιολογίες δυσμενείς για καθένα διάδικο, δηλαδή δέχεται ότι ο κλονισμός της έγγαμης σχέσης επήλθε εξαιτίας γεγονότων που αφορούν και το πρόσωπό του, δεν ασκεί καμία δυσμενή επιρροή στις έννομες σχέσεις του, αφού από τις αιτιολογίες αυτές, που δεν έχουν στοιχεία διατακτικού, δεν παράγεται δεδικασμένο για ζητήματα υπαιτιότητας σε άλλη δίκη.

Συνεπώς, κανένας από τους διαδίκους συζύγους δεν έχει στην περίπτωση αυτή, επειδή νίκησε, έννομο συμφέρον να ασκήσει το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της oυσίας (ΑΠ 1570/2014). Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 532 και 577 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης και η συνδρομή του ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, η δε έλλειψή του συνεπάγεται την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου (Α.Π. 1242/2011, ΑΠ706/2017,ΑΠ1568/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος της ήδη αναιρεσείουσας για την άσκησή της, η έφεσή της κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απαγγελθεί η λύση του γάμου των διαδίκων, κατά παραδοχή αγωγής του αναιρεσιβλήτου και ανταγωγής της ίδιας για τον από το άρθρο 1439 § 1 Α.Κ.

προβλεπόμενο λόγο του ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσεώς τους, που αφορούσε η καθεμία στο πρόσωπο του αντιδίκου του. Από δε τις παραδοχές της πρωτόδικης αποφάσεως και το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσεως του γάμου των διαδίκων, στο οποίο το Εφετείο, ως αποκλειστικό αντικείμενο της δίκης, κατέληξε, δεχόμενο την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, οι οποίες είχαν το αυτό αντικείμενο και αίτημα και την ίδια πραγματική θεμελίωση, διέφεραν δε μόνο κατά το στοιχείο της υπαιτιότητας, προκύπτει, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί προηγουμένως, ότι η αναιρεσείουσα δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου που δεν κατέθεσε προτάσεις σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.). Εξάλλου, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου που κατέθεσε κατά την άσκηση της αναίρεσης, αφού η παρούσα υπόθεση εξαιρείται από τη σχετική υποχρέωση (άρθρα 495 παρ. 3, 592 αρ. 1 Κ.ΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27 Μαΐου 2016 αίτηση της Π. συζ. Ι. Ζ. για αναίρεση της 407//2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου