Supreme Court dismisses appeal in divorce case where appellant won the divorce and has no legal interest to appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision granting the divorce. The appellant had successfully won the divorce proceedings by having their counterclaim accepted, rendering the divorce final and unappealable. The court ruled that the appellant lacked legal interest to appeal because the divorce was already finalized and the reasons for the breakdown of the marriage did not create res judicata for future litigation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68, 73, 556 para. 1 and 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant has no legal interest, which is absent when the appellant has already won the divorce and the resulting legal consequence is final and unappealable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 706 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 706/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Τ. Κ. (M. J. C.), κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γεώργιο Μπαζίνα και Χαρούλα Απαλαγάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Έ. Κ.-Α. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ιωάννη Δεληκωστόπουλο και Γ. Κ. και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/10/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, και την από 14/9/2011 ανταγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 94/2015 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 94/2015 αίτησή του και τους από 8/12/2015 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 30/12/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 22/5/2015 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 94/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ως και των από 8/12/2015 προσθέτων λόγων αυτής.
Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 73 και 556 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, είναι και η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να υφίσταται, τόσο κατά το χρόνο άσκησης όσο και κατά το χρόνο συζήτησης της (ΑΠ 1663/2010, ΑΠ 390/2009).
Η έλλειψη δε του εννόμου συμφέροντος ερευνάται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο και πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση. Πρέπει, δηλαδή, να κρίνεται πρωταρχικά, αν ο διάδικος, που ασκεί την αναίρεση έχει ηττηθεί εν όλω ή εν μέρει ή έχει νικήσει με την προσβαλλόμενη απόφαση, και αν στην τελευταία περίπτωση βλάπτεται από τις αιτιολογίες της απόφασης από τις οποίες δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του για άλλη δίκη, υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 322, 324 και 325 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, κατά το αγγλικό δίκαιο και συγκεκριμένα κατά το νόμο περί των λόγων διαζυγίου του 1973, που εφαρμόστηκε στην προκείμενη περίπτωση από το Εφετείο, για τη λύση του γάμου των διαδίκων, σύμφωνα με τα άρθρα 14 και 16 του ΑΚ, ως το δίκαιο της κοινής κατά τη διάρκεια του γάμου ιθαγένειάς τους, ορίζεται ως λόγος λύσης του γάμου με διαζύγιο, ο ισχυρός κλονισμός υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις: " 1. (1) Υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 3 πιο κάτω, αγωγή διαζυγίου μπορεί να υποβληθεί στο δικαστήριο από οποιοδήποτε σύζυγο για το λόγο ότι ο γάμος έχει κλονιστεί ανεπανόρθωτα. (2) Το δικαστήριο που δικάζει αγωγή διαζυγίου δεν θα κρίνει ότι ο γάμος έχει κλονισθεί ανεπανόρθωτα παρά μόνον εάν ο ενάγων πείσει το δικαστήριο (αποδείξει) για ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα πραγματικά, δηλαδή: (α)...(β) ότι ο εναγόμενος συμπεριφέρθηκε με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην μπορεί να αναμένεται εύλογα από τον ενάγοντα να ζει με τον εναγόμενο, (γ)..., (δ)..., (ε)..., (3) Σε περίπτωση αγωγής διαζυγίου θα είναι καθήκον του δικαστηρίου να ερευνήσει, εφόσον εύλογα μπορεί, τα περιστατικά που επικαλείται ο ενάγων και τα περιστατικά που επικαλείται ο εναγόμενος. (4) Εάν το δικαστήριο πείθεται από τις αποδείξεις (για τη συνδρομή) οιουδήποτε τέτοιου πραγματικού από αυτά που αναφέρονται στην παράγραφο 2 ανωτέρω, τότε, εκτός εάν πείθεται από το σύνολο των αποδείξεων ότι ο γάμος δεν έχει κλονισθεί ανεπανόρθωτα, εκδίδει απόφαση περί διαζυγίου ...".
Η παραπάνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 και 2β καθιερώνει ως λόγο διαζυγίου τον αντικειμενικό κλονισμό της έγγαμης σχέσης, χωρίς να απαιτείται το στοιχείο της υπαιτιότητας για να δύναται να ζητηθεί το διαζύγιο. Έτσι, ο ενάγων, για τη θεμελίωση και παραδοχή της αγωγής του θα πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει, ότι ο γάμος έχει ανεπανόρθωτα κλονισθεί, όταν ο εναγόμενος συμπεριφέρθηκε με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην μπορεί να αναμένεται, εύλογα, από αυτόν να ζει με τον εναγόμενο.
Το ότι για τη λύση του γάμου είναι αδιάφορο, αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός, σημαίνει, ότι στη δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε κάποια πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας, το δε δεδικασμένο της διαπλαστικής απόφασης του διαζυγίου, το οποίο στην προκειμένη περίπτωση καθορίζεται από το ελληνικό δικονομικό δίκαιο, ως το δίκαιο του κράτους έκδοσης της περί αυτού απόφασης, αφορά, κατά τα άρθρα 322 και 324 ΚΠολΔ, στην έννομη σχέση ή συνέπεια ή στο δικαίωμα που κρίθηκε και δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας σε καμιά περίπτωση.
Αντικείμενο, δηλαδή, της δίκης διαζυγίου είναι, όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου διαζυγίου που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, αν ασκηθούν δύο αντίθετες αγωγές διαζυγίου, με τις οποίες ο καθένας σύζυγος ζητεί τη λύση του γάμου για ανεπανόρθωτο κλονισμό του γάμου, από συμπεριφορά του εναγομένου συζύγου με τέτοιο τρόπο, ώστε να μη μπορεί να αναμένεται, εύλογα, από τον ενάγοντα να ζει με τον εναγόμενο και το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε και τις δύο, τότε, ενόψει του προαναφερομένου αντικειμένου της δίκης περί διαζυγίου και του δεδικασμένου που παράγεται από την απόφαση αυτή, καθένας από τους συζύγους θεωρείται ότι νίκησε, διότι με την παραδοχή και των δύο αγωγών επήλθε η έννομη συνέπεια που αμφότεροι οι διάδικοι επιδίωκαν με το αίτημα των αγωγών τους, ήτοι η λύση του γάμου.
Το γεγονός ότι η απόφαση περιέχει δυσμενείς για τον καθένα διάδικο αιτιολογίες, δέχεται, δηλαδή, ότι ο ανεπανόρθωτος κλονισμός της έγγαμης σχέσης επήλθε, εξαιτίας του ότι και αυτός συμπεριφέρθηκε κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μην μπορεί να αναμένεται εύλογα από τον άλλο να ζει με αυτόν, δεν ασκεί κάποια δυσμενή επιρροή στις έννομες σχέσεις του, αφού από τις αιτιολογίες αυτές, που δεν έχουν προσόντα διατακτικού, δεν ιδρύεται δεδικασμένο για ζητήματα υπαιτιότητας, το οποίο μπορεί να χρησιμεύσει σε άλλη δίκη.
Συνεπώς, κανένας από τους διαδίκους συζύγους δεν έχει, στην περίπτωση αυτή, επειδή νίκησε, έννομο συμφέρον ούτε και ηθικό τοιούτο να ασκήσει κατ’ άρθρο 556 παρ. 2 ΚΠολΔ, το ένδικο μέσο της αναίρεσης, κατά της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας. Κατά μείζονα λόγο, δεν υφίσταται έννομο συμφέρον για την άσκηση αναίρεσης από τον ένα μόνο διάδικο κατά της άνω απόφασης και δη κατά το μέρος που δέχτηκε την αγωγή του αντιδίκου του, αφού με την παραδοχή της δικής του αγωγής, επήλθε, λόγω του αμετακλήτου της απόφασης, ως προς την αγωγή του αυτή, αφού δεν ασκήθηκε αναίρεση από τον άλλο διάδικο, το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου και δεν υπάρχει, πλέον, το αντικείμενο της δίκης ( ΑΠ 1570/2014, ΑΠ 477/2012, ΑΠ 1514/2010, ΑΠ 28/2009, ΑΠ 13/2009, ΑΠ 170/2008, ΑΠ 1756/2006, ΑΠ 669/2005).
Για τον ίδιο λόγο δε, δεν υφίσταται το έννομο συμφέρον του και όταν ο αντίδικός του παραιτήθηκε από την εκ μέρους του ασκηθείσα κατά της απόφασης ως προς την παραδοχή της αγωγής του, αναίρεση, σύμφωνα με τα άρθρα 294, 295, 297 και 299 ΚΠολΔ, αφού η παραίτηση αυτή έχει ως αποτέλεσμα ότι η αναίρεση θεωρείται πως δεν ασκήθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, που δίκασε επί της από 17-2-2014 έφεσης της αναιρεσίβλητης Έ. Α. και επί της από 24-2-2014 έφεσης του αναιρεσείοντος Μ. Τ. Κ. κατά της υπ’ αριθ. 11/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει για έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας τις αντίθετες αγωγή και ανταγωγή αντιστοίχως διαζυγίου των διαδίκων, για τον από το άρθρο 1 παρ.1 και 2β του προαναφερόμενου αγγλικού νόμου λόγο του ανεπανόρθωτου κλονισμού της έγγαμης σχέσης, που επήλθε εξαιτίας του ότι καθένας από τους εναγομένους συζύγους συμπεριφέρθηκε κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μην μπορεί να αναμένεται, εύλογα, από τον άλλο να ζει με αυτόν, δέχτηκε με την ήδη προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, τις άνω εφέσεις, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και αφού δίκασε την αγωγή και την ανταγωγή, δέχθηκε αυτές και απήγγειλε τη λύση του γάμου των διαδίκων, που είχε τελεστεί στις 10-9-1983 στην πόλη ..., για τον προαναφερόμενο και ερειδόμενο επί του άρθρου 1 παρ. 1 και 2β λόγο του αγγλικού νόμου, που καθιερώνει ως λόγο διαζυγίου τον αντικειμενικό κλονισμό της έγγαμης σχέσης, χωρίς να απαιτείται το στοιχείο της υπαιτιότητας.
Από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου των διαδίκων, στο οποίο, ως αποκλειστικό αντικείμενο της δίκης, αυτή κατέληξε, δεχόμενη αμφότερες τις αντίθετες αγωγή και ανταγωγή των διαδίκων, έχουσες το αυτό αντικείμενο και αίτημα και την ίδια πραγματική θεμελίωση, διαφέρουσες μόνο κατά το στοιχείο της υπαιτιότητας, προκύπτει, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ότι ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει κατά της απόφασης αυτής, κατά το μέρος που δέχτηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης, το ένδικο μέσο της αναίρεσης, επειδή νίκησε, αφού με την παραδοχή της δικής του ανταγωγής επήλθε η επιδιωκόμενη έννομη συνέπεια της λύσης του γάμου, η οποία κατέστη και αμετάκλητη, μετά την δια του από 18-11-2015 δικογράφου της αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 24-11-2015, υπογράφεται από τον πληρεξούσιό της δικηγόρο, Γ.
Κ., δυνάμει του υπ’ αριθ. ...-11-2015 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Παρασκευής Αποστόλου και επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα, όπως συνομολογείται, παραίτησή της από το δικόγραφο της δικαζόμενης κατά την ίδια δικάσιμο από 28-5-2015 αίτησης αναίρεσής της κατά της αυτής απόφασης, με την οποία παραπονείτο για την παραδοχή αυτής (ανταγωγής) του αναιρεσείοντος και τη λύση του γάμου τους.
Οι σχετικές δε με τη συμπεριφορά του στον επελθόντα ανεπανόρθωτο κλονισμό της έγγαμης σχέσης αιτιολογίες της απόφασης αυτής, δεν έχουν προσόντα διατακτικού και δεν παράγουν για ζητήματα υπαιτιότητας δεδικασμένο, που μπορεί να χρησιμεύσει σε άλλη δίκη και, συνεπώς, δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να θεμελιώσουν έννομο συμφέρον, ούτε και ηθικό τοιούτο, ώστε να δικαιολογείται η άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων.
Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής κατά της προσβαλλόμενης υπ’ αριθ. 94/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού δεν δικαιολογείται το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος προς άσκησή τους, το οποίο πρέπει να υφίσταται, τόσον κατά την άσκηση, όσον και κατά τη συζήτησή τους, ζήτημα που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, αλλά και κατά παραδοχή του σχετικού ισχυρισμού, που, κατ’ άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, υπέβαλε και η αναιρεσίβλητη με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες στις 18-12-2015, ήτοι πλέον των είκοσι ημερών πριν από την ορισμένη για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δικάσιμο (11-1-2016), προτάσεις της.
Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300,00) ευρώ, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. 530/2015 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθ. 176, 183, 189 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-5-2015 αίτηση του Μ. Τ. Κ., κατοίκου πριγκιπάτου του Μονακό, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 94/2015 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, καθώς και τους από 8-12-2015 προσθέτους λόγους αυτής.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300,00) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ