Supreme Court annuls first instance judgment for admitting supplementary claim in property dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the first-instance judgment that accepted a supplementary claim filed by the municipality against the employees. The employees argued the claim was inadmissible, but the court found the procedural basis valid. Consequently, the judgment was overturned, the supplementary claim was accepted, and the employees were ordered to pay court costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560 and 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a judgment if it admits a supplementary claim that was not previously filed, thereby violating the principle of legal certainty and the specific procedural rules governing such claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1467 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1467/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Δελφών", που εδρεύει στην Άμφισσα Φωκίδας, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φωτεινή Κουτσούκου, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσειόντων: 1. …και 19. …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αργυρούλα - Ηλιάνα Σειτανίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/6/2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 189/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 107/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την από 7/1/2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 7 Ιανουαρίου 2020 και με αριθμό κατάθεσης 2/14.1.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα με αριθμό 107/1.11.2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, που δίκασε ως Εφετείο κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών -εργατικών διαφορών την από 30.10.2018 και με αριθμό κατάθεσης 60/2018 έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά της με αριθμό 189/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Άμφισσας, το οποίο δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών -εργατικών διαφορών απέρριψε την από 30.6.2017 και με αριθμό κατάθεσης 24/2017 αγωγή των εναγόντων -εκκαλούντων - αναιρεσίβλητων ως μη νόμιμη.
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 30.10.2018 (με αριθμό κατάθεσης 60/2018) έφεση των εναγόντων -εκκαλούντων και ήδη αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε τη με αριθμό 189/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Άμφισσας και, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη την επικουρική βάση της από 30.6.2017 (με αριθμό κατάθεσης 24/2017) αγωγής και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου - εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος ΟΤΑ να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα τα στην προσβαλλόμενη απόφαση αναγραφόμενα ποσά για επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2015, 2016 και 2017, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας στις 14.1.2020 και η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου επίδοση, δημοσιεύθηκε την 1.11.2019 (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ.
Επίσης, για το παραδεκτό της άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης από τον αναιρεσείοντα ΟΤΑ με την επωνυμία "Δήμος Δελφών" και για την πρόσληψη της πληρεξούσιας του Δικηγόρου, προσκομίζονται, κατά το άρθρο 72 παρ. 1 του ν. 3852/2010 όπως ισχύει κατά τον ένδικο χρόνο: α) οι με αριθμούς 334/27.12.2019 και 35/27.1.2022 αποφάσεις της Οικονομικής του Επιτροπής, με τις οποίες εγκρίθηκε ο ορισμός της δικηγόρου του Δικηγορικού Σύλλογου Άμφισας Φωτεινής Κουτσούκου και της παρασχέθηκε η εντολή να ασκήσει αναίρεση κατά της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, δικάσαντος ως Εφετείου και να εκπροσωπήσει τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο κατά τη συζήτηση αυτής και β) το με αριθμό 4459/7.2.2022 πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου Άμφισσας Αθανάσιου Παναγιωτόπουλου του Ηλία, δυνάμει του οποίου ο Δήμαρχος του αναιρεσείοντος ΟΤΑ, Π.
Τ., παρείχε με την ιδιότητά του αυτή, την πληρεξουσιότητα στην προαναφερόμενη δικηγόρο για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και για την εκπροσώπηση του αναιρεσείοντος κατά τη συζήτηση αυτής (ΟλΑΠ 13/2018, ΑΠ 77/2022, ΑΠ 92/2020, ΑΠ 640/2016).
Συνεπώς, η από 7.1.2020 αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Το Σύνταγμα ορίζει, στο μεν άρθρο 4 παρ.1 και 5 ότι: "1. Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. 2.[...], 3. [...], 4. [...], 5.Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους", στο δε άρθρο 25 παρ. 1 και 4 ότι: "1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους [...] Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. 2. [...], 3. [...], 4.
Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης". Περαιτέρω, στο άρθρο 79 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι: "Η Βουλή κατά την τακτική ετήσια σύνοδό της ψηφίζει τον προϋπολογισμό των εσόδων και εξόδων του Κράτους για το επόμενο έτος", και στο άρθρο 106 παρ. 1 αυτού, ότι "Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας...".
Από το συνδυασμό των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων συνάγεται ότι σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών, που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο, λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων σε βάρος τους μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος.
Η δυνατότητα, όμως, αυτή δεν μπορεί να είναι απεριόριστη, αλλά έχει ως όριο τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής να κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων τόσο στον δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, όπως, επίσης, και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, δεδομένου, μάλιστα, ότι η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών είναι προς όφελος όλων.
Και τούτο διότι, ενόψει και της καθιερούμενης στο άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος αξίωσης του Κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας, να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, ώστε η σωρευτική επιβάρυνση αυτών να είναι ιδιαίτερα μεγάλη και να είναι πλέον εμφανής η υπέρβαση των ορίων της αναλογικότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών, αντί της προώθησης διαρθρωτικών μέτρων ή της είσπραξης των φορολογικών εσόδων, από τη μη εφαρμογή των οποίων ευνοούνται, κυρίως, άλλες κατηγορίες πολιτών (ΟλΣτΕ 481, ΟλΣτΕ 431/2018, ΑΠ 1280/2020).
Συνεπώς, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε επικρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, δύναται, καταρχήν, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, η συνταγματικότητα των οποίων υπόκειται σε οριακό μόνο έλεγχο εκ μέρους του δικαστή.
Η αντίληψη αυτή περί των περιθωρίων εκτίμησης που απολαμβάνει ο εθνικός νομοθέτης σε ζητήματα δημοσιονομικής πολιτικής υιοθετείται και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.), το οποίο παγίως δέχεται ότι στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.
εμπίπτουν μεν οι δεδουλευμένες αποδοχές του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου και η προσδοκία για τη μελλοντική καταβολή τους, εφόσον υφίσταται επαρκής νομική βάση στο εθνικό δίκαιο για την ικανοποίηση των σχετικών αξιώσεων, πλην όμως, με τις διατάξεις αυτές δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε διαρκή απόληψη αποδοχών και συντάξεων συγκεκριμένου ύψους (ΕΔΔΑ, απόφαση της 19.4.2007 E. κατά Φινλανδίας, απόφαση της 20.3.2012 P. κατά Ρουμανίας), εκτός αν συντρέχει περίπτωση διακινδύνευσης της αξιοπρεπούς διαβίωσης του ενδιαφερομένου (ΑΠ 77/2022, ΑΠ 899/2021, ΑΠ 1280/2020, ΟλΣτΕ 1307/2019, ΟλΣτΕ1308/2019, ΟλΣτΕ 481/2018, ΟλΣτΕ 668/2012).
Περαιτέρω, με την εμφάνιση της οξύτατης δημοσιονομικής κρίσης στις αρχές του έτους 2010, ο νομοθέτης, εκτιμώντας ότι υφίστατο άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης της οικονομίας και χρεοκοπίας της Χώρας και ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπισθεί η κατάσταση ήταν η προσφυγή στη χρηματοδοτική υποστήριξη από τα κράτη της Ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, έλαβε, έναντι της υποστήριξης αυτής, κυριαρχικώς, σειρά μέτρων περιστολής των δημόσιων δαπανών, μεταξύ των οποίων και η διενέργεια περικοπών και μειώσεων των αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα.
Οι περικοπές και οι μειώσεις αυτές, οι οποίες ξεκίνησαν με την αναδρομική μείωση των αποδοχών κατά 12% και των επιδομάτων εορτών και αδείας κατά 30% και τον ορισμό νέου ορίου στις συνολικές αποδοχές των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα (άρθρα 1 παράγραφοι 2 και 9, 2 παρ. 1 και 20 παρ. 1 ν. 3833/2010) και συνεχίσθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα με την περαιτέρω μείωση των αποδοχών κατά 8%, καθώς και με την αποσύνδεση του ύψους των επιδομάτων εορτών και αδείας από το βασικό μισθό, την πρόβλεψη για καθένα από τα επιδόματα αυτά ενός πάγιου και εκ των προτέρων καθορισμένου ποσού και τη θέσπιση μέγιστου ορίου συνολικών αποδοχών για την επιτρεπτή καταβολή των εν λόγω επιδομάτων (άρθρο τρίτο παρ. 1 και 6 ν. 3845/2010), την εν συνεχεία αναστολή των διατάξεων περί μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων (άρθρο 38 παρ. 5 ν. 3986/2011), την αναδρομική μείωση κατά το ήμισυ, του κίνητρου απόδοσης (άρθρο 55 παρ. 23 περ.
α' ν. 4002/2011), καθώς και την καθιέρωση νέου ενιαίου μισθολογίου-βαθμολογίου (ν. 4024/2011) με συνέπεια την περαιτέρω περικοπή των αποδοχών, εντάσσονται στις δέσμες μέτρων που είχαν ως βάση τις προβλέψεις του πρώτου "Μνημονίου Συνεννόησης" και του πρώτου "Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής" (ετών 2012-2015) και απέβλεπαν στην άμεση μείωση των κρατικών δαπανών για την εξεύρεση πόρων προς αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης, στην οποία βρέθηκε η Χώρα.
Για τους λόγους δε αυτούς, όπως έχει κριθεί, ειδικώς τα θεσπισθέντα με τους ανωτέρω νόμους 3833/2010, 3845/2010 και 4024/2011 μισθολογικά μέτρα (περικοπές αποδοχών και επιδομάτων) δεν παρίσταντο, καταρχήν, απρόσφορα, και μάλιστα προδήλως, ούτε μη αναγκαία, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με αυτά ως άνω σκοπών (ΟλΣτΕ 3372/2015, ΟλΣτΕ 3373/2015, ΑΠ 77/2022).
Ειδικότερα ως προς τα επιδόματα εορτών και αδείας με τις διατάξεις του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 ορίσθηκαν τα εξής: ".....6. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως και 4, ...
καθορίζονται ως εξής: α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500) ευρώ, β) Το επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, γ) Το επίδομα αδείας σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Τα επιδόματα του προηγούμενου εδαφίου καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων του προηγούμενου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους" και με το άρθρο 16 του ν. 4024/2011 τα ανωτέρω επιδόματα επανακαθορίσθηκαν στα ίδια ως άνω ποσά ως εξής "1.
Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 16 Απριλίου μέχρι 15 Δεκεμβρίου κάθε έτους και καταβάλλεται την 16η Δεκεμβρίου κάθε έτους. 2. Το επίδομα εορτών Πάσχα ορίζεται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 16 Δεκεμβρίου μέχρι και 15 Απριλίου του επόμενου έτους και καταβάλλεται δέκα ημέρες πριν από το Πάσχα. 3.
Το επίδομα αδείας ορίζεται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 1ης Ιουλίου μέχρι και 30ης Ιουνίου του επόμενου έτους και καταβάλλεται την 1η Ιουλίου κάθε έτους. 4. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε για χρονικό διάστημα μικρότερο από τα οριζόμενα στις παραγράφους 1, 2 και 3 του άρθρου αυτού, καταβάλλεται τμήμα επιδόματος ανάλογο με αυτό που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα της μισθοδοσίας του. 5.
Τα επιδόματα των παραγράφων 1, 2 και 3 καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως μηνιαίες αποδοχές συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων αυτών δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως μηνιαίες αποδοχές υπερβαίνουν, κατά την ημερομηνία καταβολής τους, το ύψος αυτό, τα επιδόματα αυτά καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωση τους".
Στη συνέχεια και προς εφαρμογή του εγκριθέντος με το ν. 4046/2012 δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης, δημοσιεύθηκε ο ν. 4093/2012, με τις διατάξεις του οποίου ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η Χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική "συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, την περαιτέρω μείωση των αποδοχών των μισθοδοτούμενων από το Δημόσιο.
Στο πλαίσιο αυτό, με τη διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 καταργήθηκαν πλήρως, από 1.1.2013, τα επιδόματα εορτών και αδείας. Ειδικότερα με τη διάταξη αυτή ορίσθηκε ότι: "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη, ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ., και Ο.Τ.Α., καθώς και για τα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχως της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, καταργούνται από 1.1.2013".
Όπως προειπώθηκε, από καμία συνταγματική διάταξη ή αρχή δεν κωλύεται, καταρχήν, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και των μισθοδοτούμενων από το Δημόσιο και τους ως άνω φορείς του Δημοσίου υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, οι οποίες υπόκεινται σε οριακό, μόνο, δικαστικό έλεγχο.
Δύναται, επομένως, ο νομοθέτης, για λόγους τους οποίους αυτός εκτιμά και η κατ' ουσίαν αξιολόγηση των οποίων δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών που συνεπάγονται οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό, σύνταξη ή άλλες παροχές από το δημόσιο ταμείο, λόγω της ανάγκης άμεσης απόδοσης και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος.
Στις περιπτώσεις δε αυτές, το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης δεν προσδιορίζεται με βάση τις προηγούμενες αποδοχές των προσώπων αυτών, αλλά με βάση τις γενικότερα επικρατούσες συνθήκες και σε συνάρτηση με το επίπεδο διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας εν γένει.
Εν προκειμένω, με την επίμαχη διάταξη του ν. 4093/2012 ο νομοθέτης προέβη στην πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας για τους λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους στρατιωτικούς, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμησή του, συνεχιζόμενης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης.
Το μέτρο αυτό αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής ("Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016") και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο αποσκοπεί τόσο στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας και την αντιμετώπιση των ιδιαίτερα αυξημένων ελλειμμάτων, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασής της (βλ.
σχετικές αναφορές στο εγκριθέν με το ν. 4046/2012 Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, καθώς και στην αιτιολογική έκθεση του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016), δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημόσιου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν, κατ' αρχήν, τη λήψη μέτρων περιστολής μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.
Εξάλλου, τα επιδόματα εορτών και αδείας δεν συνιστούν απόλυτα προνόμια και ο περιορισμός των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων με την κατάργησή τους δικαιολογείται για λόγους γενικού συμφέροντος, που αποσκοπεί στη διασφάλιση της δημοσιονομικής εξυγίανσης και στη μείωση των δημοσίων δαπανών της Χώρας και, κατά συνέπεια, το μέτρο αυτό ανταποκρίνεται επίσης στους σκοπούς που επιδιώκει η Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή στη διασφάλιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας των κρατών-μελών που έχουν ως νόμισμα το ευρώ και στην εξασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της ζώνης του ευρώ.
Επομένως, το επίδικο μέτρο της κατάργησης των επιδομάτων εορτών και αδείας, το οποίο, λόγω της φύσης του, συμβάλλει άμεσα στην περιστολή των δημόσιων δαπανών, τεκμηριώνεται επαρκώς με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, δεν παρίσταται δε απρόσφορο, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων ως άνω σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με αυτό το μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται γενικά σε όλους τους μισθωτούς του δημόσιου τομέα, γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης, η οποία υπαγορεύεται από επιταγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μείωση του υπερβολικού δημοσίου ελλείμματος (πρβλ.
αποφάσεις ΔΕΕ C-49/18, C. E. V., σκ. 67 και C-64/16, A. S. dos J. P., σκ. 49 και 52). Εξάλλου, κατά τη λήψη του επίμαχου μέτρου της κατάργησης των εν λόγω επιδομάτων εορτών και αδείας, ο νομοθέτης είχε πλήρη επίγνωση όχι μόνο του εν γένει επιπέδου διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας, αλλά και ειδικά του επιπέδου διαβίωσης των υπαλλήλων του Δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα.
Συγκεκριμένα, και όπως προκύπτει από τα δημοσιευμένα και διαθέσιμα στις υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τον κρίσιμο χρόνο θέσπισης του ν. 4093/2012 (12.11.2012), στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), δηλαδή της κατά τα άρθρα 1 παρ. 2 και 10 του ν. 3832/2010 (ΦΕΚ Α'38), όπως ισχύει, ανεξάρτητης αρχής, η οποία αποτελεί την εθνική στατιστική αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 223/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαρτίου 2009 (L 87/164), και υπάγεται στον έλεγχο της Βουλής των Ελλήνων, το 2011 το όριο κινδύνου φτώχειας ανά άτομο μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (ΕΚΑΣ και λοιπά κοινωνικά επιδόματα) είχε διαμορφωθεί στα 6.591 ευρώ (βλ.
έκδοση ΕΛΣΤΑΤ, Συνθήκες Διαβίωσης στην Ελλάδα, 2.11.2012), τη στιγμή που το μέσο ετήσιο ισοδύναμο ατομικό εισόδημα ανήρχετο στα 12.637,08 ευρώ (βλ. το από 2.11.2012 Δελτίο Τύπου της ΕΛΣΤΑΤ με τίτλο "Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών 2011"). Παράλληλα, με τον ν. 4024/2011 θεσπίστηκε, όπως εκτέθηκε προηγουμένως, νέο, ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων (και του ευρύτερου δημόσιου τομέα), με το βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΥΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 780 ευρώ, τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΔΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 858 ευρώ, τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΤΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 1.037 ευρώ και τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΠΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 1.092 ευρώ (άρθρο 13 του ν. 4024/2011), ενώ με τον ν. 4093/2012 ο κατώτατος βασικός μισθός στον ιδιωτικό τομέα διαμορφώθηκε στα 586,08 ευρώ και το κατώτατο ημερομίσθιο στα 26,18 ευρώ.
Κατά συνέπεια, οι αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων (και των υπαλλήλων του ευρύτερου δημόσιου τομέα), ακόμη και μετά την κατάργηση των επίμαχων επιδομάτων, εξασφάλιζαν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, τόσο σε σχέση με όσους διαβιούσαν στα όρια της φτώχειας όσο και με όσους απασχολούνταν στον ιδιωτικό τομέα με τον κατώτατο βασικό μισθό και ημερομίσθιο.
Εξάλλου, ενόψει του ότι η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσης από αυτόν κρίσιμης κατάστασης υπόκειται, κατά τα ανωτέρω, σε οριακό μόνο δικαστικό έλεγχο, δεδομένου ότι ο νομοθέτης απολαμβάνει μεγάλης ελευθερίας επιλογής στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ιδίως όταν η επιλογή αυτή αναφέρεται σε χορήγηση παροχών και εντάσσεται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που αποσκοπεί στη δημοσιονομική εξυγίανση, ενόψει των περιορισμένων πόρων του κράτους (βλ.
απόφαση Ε.Δ.Δ.Α., Κ. και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, της 7.5.2013, σκ. 39), τυχόν ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων για το νομοθέτη δεν καθιστά από μόνη της μη αιτιολογημένη την επίδικη ρύθμιση, ούτε, άλλωστε, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η συγκεκριμένη επιλογή, αν, δηλαδή, ο νομοθέτης επέλεξε τον καλύτερο τρόπο χειρισμού του προβλήματος ή αν έπρεπε να είχε ασκήσει διαφορετικά την εξουσία του (πρβλ.
Ε.Δ.Δ.Α., Κ. και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, σκ. 48). Περαιτέρω, ενόψει της φύσης των επιδομάτων εορτών και αδείας και του λόγου της θέσπισής τους, καθώς και του ύψους, στο οποίο είχαν διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατάργησή τους στερείται, προδήλως, εύλογης βάσης, ούτε ότι η επερχόμενη με αυτήν μείωση των συνολικών αποδοχών θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των υπαλλήλων (πρβλ.
ΟλΣτΕ 3404-3406/2014, 3177/2014, πρβλ. και Ε.Δ.Δ.Α., Κ. και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, σκ. 31, 45 και 46). Εξάλλου, εκ μόνου του λόγου ότι άλλες ρυθμίσεις του ν. 4093/2012, οι οποίες αφορούν διαφορετικά θέματα (μισθούς και συντάξεις), κρίθηκαν αντισυνταγματικές, δεν προκύπτει αναγκαίως αντισυνταγματικότητα και της επίδικης ρύθμισης (ΑΠ 899/2021, ΟλΣτΕ 1307/2019, ΟλΣτΕ 1308/2019).
Αντίθετη εκδοχή θα ισοδυναμούσε με αφηρημένο έλεγχο συνταγματικότητας του νόμου, ο οποίος, σύμφωνα με το Σύνταγμα, δεν έχει ανατεθεί στη Δικαστική εξουσία. Ενόψει αυτών, η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπ. Γ.1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με την οποία, κατ' εκτίμηση του δημοσιονομικού κόστους (ετήσια εξοικονόμηση δαπάνης ποσού 469.600.000 ευρώ, βλ.
έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους που συνόδευε το σχέδιο του ν. 4093/2012 κατά την υποβολή του προς ψήφιση στη Βουλή) καταργήθηκαν τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας, δεν παραβιάζει τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων ιδίως των υπαλλήλων των Ο.Τ.Α. (δηλαδή και των αναιρεσίβλητων) και συνεπώς αυτή δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (ΑΠ 77/2022, ΑΠ 899/2021, ΑΠ 1280/2020, ΟλΣτΕ 798/2021, ΟλΣτΕ 1307/2019, 1308/2019).
Τέλος, η επίδικη διάταξη δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 5, 22 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος, δεδομένου ότι πρόκειται για μέτρο που αφορά όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα της χορήγησης των επιδομάτων εορτών και αδείας στους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι αποτελούν διαφορετική κατηγορία, σε βάρος της οποίας έχουν επιβληθεί άλλα οικονομικής φύσεως μέτρα (ΑΠ 77/2022, ΑΠ 889/2021, ΑΠ 1280/2020, ΟλΣτΕ 798/2021, ΟλΣτΕ 1307/2019, 1308/2019).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010, του άρθρου 16 του ν. 4024/2011 και της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, κρίνοντας εσφαλμένα ότι η πλήρης κατάργηση με την τελευταία διάταξη των επιδομάτων εορτών και των επιδομάτων αδείας προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 5, 5 παρ. 1, 25 παρ.1 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Π.Π.Π.
της Ε.Σ.Δ.Α και ότι, ως εκ τούτου, τυγχάνουν εφαρμοστέες οι διατάξεις του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 και του άρθρου 16 του επακολουθήσαντος ν. 4024/2011, οι οποίες προέβλεπαν την καταβολή των ως άνω επιδομάτων στο ποσό των 500 ευρώ για το επίδομα Χριστουγέννων και στο ποσό των 250 ευρώ για καθένα από τα επιδόματα Πάσχα και αδείας και τούτο διότι η κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας με τις διατάξεις της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 δεν ήταν αντίθετη με τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις και το μέτρο αυτό ήταν αναγκαίο για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης και της δυσμενούς οικονομικής κατάστασης που είχε περιέλθει η Χώρα, συνέβαλε στην δημοσιονομική πειθαρχία, στην περιστολή των δημοσίων δαπανών και υλοποιούσε δεσμεύσεις δημοσιονομικών στόχων που απέρρεαν για τη Χώρα μας από αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για περιορισμό των υπερβολικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων.
Από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, που γίνεται για την έρευνα του ως άνω αναιρετικού λόγου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 30.6.2017 (με αριθμό κατάθεσης 24/2017) αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Άμφισσας, οι ενάγοντες -εκκαλούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεταν ότι οι ένατη (9η), δέκατη έκτη (16η) και δέκατος ένατος (19ος) από αυτούς συνδέονταν με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου με την πρώην δημοτική κοινωφελή επιχείρηση με την επωνυμία "Διαδημοτική Επιχείρηση Πολιτισμού - Τουρισμού - Ανάπτυξης των Δήμων Αμφίκλειας, Τιθορέας, Παρνασού - (Δ.ΕΠ.Τ.Α)" και οι λοιποί συνδέονταν με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου με την πρώην δημοτική κοινωφελή επιχείρηση με την επωνυμία "Οι Αμφικτυονίες".
Ότι από το χρόνο που ως άνω δημοτικές επιχειρήσεις διαλύθηκαν, δηλαδή από τις 4.12.2015 αναφορικά με την πρώτη και από τις 7.10.2013 αναφορικά με τη δεύτερη, απασχολούνται με την ειδικότητα που αναλυτικά προσδιορίζουν για τον καθένα τους, στο εναγόμενο -εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείοντα ΟΤΑ, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, αμειβόμενοι σύμφωνα με τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου (ν. 4024/2011).
Ότι κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 και εν συνεχεία του άρθρου 16 του 4024/2011, από 1.6.2010 ο εναγόμενος -εφεσίβλητος -αναιρεσείων τους κατέβαλε μόνο το ποσό των 500 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων και το ποσό των 250 ευρώ για καθένα από τα επιδόματα Πάσχα και αδείας και από 1.1.2013, κατ' εφαρμογή της υποπαραγράφου Γ.1 παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, σταμάτησε να τους καταβάλει επιδόματα εορτών και αδείας.
Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενοι ότι οι ως άνω διατάξεις, κατ' εφαρμογή των οποίων ο εναγόμενος -εφεσίβλητος -αναιρεσείων από 1.6.2010 περιέκοψε και από 1.1.2013 σταμάτησε να τους καταβάλει τα επιδόματα εορτών και αδείας, είναι ανίσχυρες ως αντικείμενες στα άρθρα 4 παρ. 5, 5 παρ. 1, 22 παρ. 1, 25 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, ζήτησαν κατά την κύρια βάση της ένδικης αγωγής να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου -εφεσίβλητου- αναιρεσείοντος να τους καταβάλει για επιδόματα Χριστουγέννων και αδείας του έτους 2015, για επιδόματα εορτών και αδείας του έτους 2016 και για επιδόματα Πάσχα και αδείας του έτους 2017 τα αναγραφόμενα για τον κάθε ενάγοντα-εκκαλούντα-αναιρεσίβλητο ποσά, τα οποία υπολόγισαν με βάση τις διαμορφωθείσες κατά το ν. 4024/2011 (ενιαίο μισθολόγιο) μηνιαίες τους αποδοχές και δίχως τις περικοπές που επιβλήθηκαν με το άρθρο τρίτο του ν. 3845/2010 και επανακαθορίσθηκαν με το άρθρο 16 του ν. 4024/2011, άλλως και επικουρικώς τα επιδόματα εορτών και αδείας των ιδίων ετών όπως αυτά ορίσθηκαν με το άρθρο τρίτο του ν. 3845/2010 και επανακαθορίσθηκαν με το άρθρο 16 του ν. 4024/2011, με το νόμιμο τόκο από την ημέρα που καθένα από τα επιδόματα είναι απαιτητά, άλλως από την επίδοση της ένδικης αγωγής.
Το Ειρηνοδικείο Άμφισσας, που δίκασε την υπόθεση, με τη με αριθμό 189/2018 απόφασή του απέρριψε στο σύνολό της την ένδικη, από 30.6.2017 (με αριθμό κατάθεσης 24/2017) αγωγή, ως μη νόμιμη. Κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου οι ενάγοντες -εκκαλούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας την από 30.10.2018 και με αριθμό κατάθεσης 60/2018 έφεσή τους, με την οποία, αιτιώμενοι ότι η εκκαλουμένη απόφαση, κρίνοντας συνταγματικά επιτρεπτές τις περικοπές των αιτηθέντων επιδομάτων τους, δεν είναι νομικά ορθή, ζήτησαν αυτή να εξαφανισθεί και να γίνει δεκτή η από 30.6.2017 αγωγή τους.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας, δικάζοντας ως Εφετείο, δέχθηκε τυπικά την από 30.10.2018 έφεση και ερευνώντας αυτήν κατ' ουσίαν, τη δέχθηκε εν μέρει. Συγκεκριμένα, την απέρριψε κατά το μέρος που έπληττε το κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης με το οποίο απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η κύρια βάση της ένδικης αγωγής και τη δέχθηκε κατ' ουσία ως προς μέρος με το οποίο έπληττε την πρωτόδικη απόφαση για την απόρριψη ως μη νόμιμης και της επικουρικής αγωγικής βάσης.
Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η διάταξη της υποπαραγράφου Γ1 περίπτωση 1 με τίτλο "ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ" της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 δεν τυγχάνει εφαρμογής καθώς αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1, 2 και 5, 5 παρ. 5, 21, 22 παρ. 1, 25 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Π.Π.Π.
της Ε.Σ.Δ.Α. και ότι η επικουρική βάση της αγωγής είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 346, 361, 648 επομ. ΑΚ, 1 του ν. 3833/2010, του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 και του άρθρου 16 του ν. 4024/2011. Κατόπιν αυτού, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εξαφάνισε τη με αριθμό 189/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Άμφισσας και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν, δέχθηκε, μετά την εκτίμηση των προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) τα εξής:
Ότι οι 9η, 16η και 19η ενάγουσες (ορθό οι 9η, 16η και 19ος ενάγοντες) συνδέονταν με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου με την πρώην δημοτική κοινωφελή επιχείρηση με την επωνυμία "ΔΙΑΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ-ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ-ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΤΩΝ ΔΗΜΩΝ ΑΜΦΙΚΛΕΙΑΣ, ΤΙΘΟΡΕΑΣ, ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ (Δ.ΕΠ.Τ.Α.)", ενώ οι λοιποί συνδέονταν με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου με την πρώην δημοτική κοινωφελή επιχείρηση με την επωνυμία "ΟΙ ΑΜΦΙΚΤΥΟΝΙΕΣ".
Ότι από το χρόνο που οι ως άνω επιχειρήσεις διαλύθηκαν, δηλαδή από 4.12.2015 αναφορικά με την πρώτη και από 7.10.2013 αναφορικά με τη δεύτερη, εργάζονται ως υπάλληλοι του Δήμου Δελφών (δηλαδή του εναγομένου -εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, αμειβόμενοι σύμφωνα με τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου (Ν. 4024/2011) και απασχολούμενοι με τις ειδικότητες που προσδιορίζονται για τον καθένα τους.
Ότι μετά την ψήφιση του ν. 4093/2012 σταμάτησαν να τους καταβάλλονται τα επιδόματα εορτών και αδείας κατ' επίκληση της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ως άνω νόμου, η οποία τυγχάνει ανεφάρμοστη ως αντικείμενη στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 2 και 5, 5 παρ. 1, 21, 22 παρ. 1, 25 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Π.Π.Π.
της ΕΣΔΑ, καθόσον τους στερεί το δικαιούμενο, ικανοποιητικό και αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης χαμηλόμισθων Ελλήνων μισθωτών και ότι λόγω του ανίσχυρου της ως άνω διάταξης, οι ενάγοντες -εκκαλούντες- αναιρεσίβλητοι δικαιούνται να λάβουν τα επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2015 - 2017 κατ' άμεση εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 16 του ν. 4024/2011, όπως ίσχυε πριν τη θέσπιση της κατά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αντισυνταγματικής διάταξης της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, δεδομένου ότι οι πάσης φύσεως μηνιαίες αποδοχές τους δεν υπερβαίνουν το ποσό των 3.000 ευρώ, αφού ληφθεί, όμως υπόψη ο πραγματικός χρόνος απασχόλησης του κάθε ενάγοντος στο εναγόμενο.
Κατόπιν αυτών, δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την επικουρική βάση της ένδικης, από 30.6.2017, αγωγής και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου-εφεσίβλητου -αναιρεσείοντος να καταβάλει τα στην προσβαλλόμενη απόφαση αναγραφόμενα για κάθε ενάγοντα-εκκαλούντα -αναιρεσίβλητο ποσά, που αυτός αφορούν σε επιδόματα αδείας και Χριστουγέννων του έτους 2015, σε επιδόματα εορτών και αδείας του έτους 2016 και σε επιδόματα Πάσχα και αδείας του έτους 2017, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και με επιτόκιο το οριζόμενο με το άρθρο 45 παρ. 1 του ν. 4607/2019.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας, δικάζοντας ως Εφετείο, με την ως άνω κρίση του, ότι, δηλαδή, η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ1 με τίτλο "ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ" της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, η οποία κατήργησε ολοσχερώς τα επιδόματα εορτών και αδείας από 1.1.2013 για τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, είναι αντισυνταγματική και ότι οι ενάγοντες-εκκαλούντες -αναιρεσίβλητοι δικαιούνται τα επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2015 - 2017, όπως αυτά επανακαθορίσθηκαν με το άρθρο 16 του ν 4024/2011, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 που ήταν εφαρμοστέα, καθόσον κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η διάταξη αυτή δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 5 παρ. 1, 22, 25 παρ. 1 και 106 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ και εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 16 του ν. 4024/2011, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, αφού με την ως άνω διάταξη του ν. 4093/2012 καταργούνται από 1.1.2013 τα επιδόματα εορτών και αδείας για τους εργαζόμενους στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, τα οποία τους είχαν χορηγηθεί από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη και, επομένως, και αυτά που χορηγούνταν με βάση την ως άνω διάταξη του άρθρου 16 του ν. 4024/2011.
Κατόπιν τούτου ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, όπως ήδη εκτέθηκε, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ευθεία παραβίαση των ως άνω ουσιαστικού δικαίου κανόνων, είναι βάσιμος.
Συνεπώς, πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιό της, με το οποίο δέχθηκε κατ' ουσία την από 30.10.2018 και με αριθμό κατάθεσης 60/2018 έφεση των εναγόντων -εκκαλούντων -αναιρεσίβλητων κατά της με αριθμό 189/2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου Άμφισσας, που είχε απορρίψει ως μη νόμιμη και την επικουρική βάση της από 30.6.2017 και με αριθμό κατάθεσης 24/2017 αγωγής και, αφού κράτησε και δίκασε την επικουρική βάση της ως άνω αγωγής τη δέχθηκε ως νόμιμη.
Εξάλλου, αφού κατά παραδοχή ως βάσιμου του πρώτου λόγου αναίρεσης, η ένδικη αναίρεση γίνεται δεκτή, παρέλκει η έρευνα του δεύτερου (και τελευταίου) από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου, η παραδοχή του οποίου οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα (ΑΠ 533/2020, ΑΠ 55/2018, ΑΠ 204/2017). Ενόψει δε του ότι η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ να κρατηθεί αυτή και να δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και στη συνέχεια να απορριφθεί κατ' ουσίαν η από 30.10.2018 και με αριθμό κατάθεσης 60/2018 έφεση των εναγόντων -εκκαλούντων -αναιρεσίβλητων κατά της με αριθμό 189/2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου Άμφισσας, με την οποία, όπως ήδη λέχθηκε, απορρίφθηκε ως νομικά αβάσιμη η από 30.6.2017 αγωγή, τόσο κατά την κύρια βάση αυτής, όσο και κατά την επικουρική της βάση.
Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι, που νικήθηκαν, πρέπει να καταδικασθούν στην πληρωμή των εν γένει δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Δήμου Δελφών, δηλαδή και εκείνων που αφορούν το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας και εκείνων που αφορούν τη παρούσα αναιρετική δίκη (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" (ΑΠ 77/2022, ΑΠ 1207/2019, ΑΠ 1061/2018).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 107/1.11.2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, δικάσαντος ως Εφετείου, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιό της.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
Απορρίπτει κατ' ουσίαν την από 30.10.2018 και με αριθμό κατάθεσης 60/2018 έφεση των εναγόντων -εκκαλούντων -αναιρεσίβλητων, με την οποία ζητούν να εξαφανισθεί η με αριθμό 189/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Άμφισσας, που απέρριψε ως νομικά αβάσιμη (και κατά την κύρια και κατά την επικουρική της βάση) την από 30.6.2017 (με αριθμό κατάθεσης 24/2017) αγωγή τους κατά του εναγομένου - εφεσίβλητου - αναιρεσείοντος ΟΤΑ.
Καταδικάζει τους εκκαλούντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του εφεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ