Legislator Case Law & Legislation
1467/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for vague and incomplete legal arguments.

Case Number 1467/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal lodged by a company against a labor court judgment regarding unpaid Sunday and night work premiums. The appellant argued that the lower court failed to provide specific reasoning for its findings on overtime calculations and violated procedural rules by ignoring evidence. The court ruled that the appeal was inadmissible because the appellant's submissions lacked the necessary specificity to identify the exact legal errors and factual assumptions challenged.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(c), 335, 338-340, 346 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are vague and fail to specify the exact legal provisions violated or the precise factual assumptions challenged by the appellant.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague legal grounds specific reasoning requirement procedural defect labor dispute overtime calculation Sunday work premium

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1)(c) of the Code of Civil Procedure
Articles 335, 338-340, 346 of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1467 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1467/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Καλλιόπη Πανά, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7η Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Τ. Ε. και Δ. Μ. Μ. Ε. Π. Ε." και το διακριτικό τίτλο "Τ. Ε. Δ. Μ. Μ.Ε.Π.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον … και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Αθανασόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Π. Τ. του Α., κατοίκου …, που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Ηλία Πολύμερου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν η 221/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 278/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-12-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΑΠ Ολομ. 42/2002, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 343/2017), οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.

Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΑΠ Ολομ., 8/2016, 2/2008). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 92/2020, ΑΠ 1221/2018, ΑΠ 845/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: Ότι ο ενάγων στις 10-3-2011 προσελήφθη από τον Β. Τ., ο οποίος λειτουργούσε ατομική επιχείρηση διεθνών και εθνικών μεταφορών με ιδιόκτητα φορτηγά αυτ/τα, με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως οδηγός.

Με την υπ' αρ. … πράξη του Συμβ/φου Ιωαννίνων Παύλου Κιτνή, που καταχωρήθηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ) στις 26-3-2014 και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 3157/27-3-2014 τ.ΑΕ - ΕΠΕ @ Γ.Ε.ΜΗ, συστάθηκε η εναγόμενη εταιρεία, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος και μοναδικό μέλος είναι ο Β. Τ.. Από τις 10-3-2011 μέχρι τις 27-3-2014 ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του, όχι στην εναγόμενη εταιρεία αλλά αποκλειστικά στην ατομική επιχείρηση του Β.

Τ., έκτοτε δε συνέχισε να απασχολείται από το ίδιο πρόσωπο, αλλά για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας. Ότι, τα έντυπα αναγγελίας οικειοθελούς αποχώρησης του ενάγοντος στις 15-5-2014 από την ατομική επιχείρηση του Β. Τ., αναγγελίας πρόσληψης στις 16-5-2014 από την εναγόμενη εταιρεία και ασφάλισης αυτού στο ΙΚΑ, προς τον ΟΑΕΑ, δεν παρέχουν επαρκή πίστη ως προς την ημερομηνία αποχώρησης και πρόσληψης του ενάγοντος κατά τα ανωτέρω, διότι αυτά συντάχθηκαν από τον προαναφερόμενο νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, αποκλειστικά προς το συμφέρον του, χωρίς να φέρουν και την υπογραφή του ενάγοντος.

Έτσι ο ενάγων συνέχιζε να παρέχει τις υπηρεσίες του με το ίδιο νομικό καθεστώς και με τους ίδιους όρους εργασίας χωρίς να γνωρίζει την αλλαγή αυτή του εργοδότη του. Η νομική σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι αυτή της μίσθωσης ανεξαρτήτων υπηρεσιών, διότι η συμφωνία τους ήταν να παρέχει ο ενάγων τις υπηρεσίες του υπό καθεστώς προσωπικής και νομικής εξάρτησης υπό τις δεσμευτικές εντολές και οδηγίες του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, που ασκούσε εποπτεία και καθόριζε τον τόπο, τον τρόπο και τον χρόνο της εργασίας του ενάγοντος (δρομολόγια, διαδρομή, ώρα αναχώρησης κλπ.) ότι τα ανωτέρω ενισχύονται από την αναγγελία πρόσληψης, στην οποία ο τύπος απασχόλησης του ενάγοντος αναφέρεται ως σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, από την από 21-3-2015 έγγραφη καταγγελία της εναγομένης, που αναφέρεται σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, και την ασφάλιση του ενάγοντος στο ΙΚΑ ως μισθωτού καθ' όλο το χρόνο απασχόλησης, χωρίς να δύναται να οδηγήσει σε αντίθετο αποτέλεσμα ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι προέβη στην ασφάλιση αυτή κατόπιν παράκλησης του ενάγοντος, ο οποίος διατηρούσε παράλληλα ατομική επιχείρηση κρεοπωλείου στα …, επειδή αυτός είχε διακόψει την ασφάλισή του στον ΟΑΕΕ - ΤΕΒΕ λόγω των μεγάλων ασφαλιστικών εισφορών.

Ότι με την εναγομένη ο ενάγων συμφώνησε προφορικά να παρέχει τις υπηρεσίες του ως οδηγός (ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης φορτηγών αυτ/των Γ' κατηγορίας) από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή, τις ώρες 10.00'- 18.00', ήτοι 40 ώρες εβδομαδιαίως, έναντι μεικτών αποδοχών 800 €, όντας έγγαμος με ένα ανήλικο τέκνο και έχοντας προϋπηρεσία οκτώ (8) ετών.

Ότι κατά τη συμφωνία των μερών, ο ενάγων το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο έως Απρίλιο και από Οκτώβριο έως Δεκέμβριο θα εκτελούσε δύο (2) δρομολόγια κάθε μήνα στο εξωτερικό και τους μήνες αιχμής, από Μάιο έως Σεπτέμβριο, θα εκτελούσε τέσσερα (4) δρομολόγια κάθε μήνα στο εξωτερικό έναντι αμοιβής 800 € για κάθε δρομολόγιο, το οποίο διαρκούσε επτά (7) ημέρες.

Έτσι ο ενάγων το χρονικό διάστημα από 1-10-2014 μέχρι την απόλυσή του, στις 21-3-2015, απασχολήθηκε δύο εβδομάδες το μήνα σε διεθνείς μεταφορές, ενώ τις άλλες δύο εβδομάδες απασχολείτο σε εθνικές μεταφορές, όπως λχ στην …, στο …, στην …, από Δευτέρα έως και Παρασκευή, τα δε δρομολόγια αυτά των εθνικών μεταφορών ελάμβαναν χώρα αυθημερόν και μέσα στο συμφωνηθέν ωράριο λόγω των μικρών αποστάσεων από την έδρα της εναγομένης στα ….

Έτσι ο ενάγων στο διάστημα αυτό των δύο εβδομάδων κάθε μήνα κατά το χρονικό διάστημα από 1-10-2014 μέχρι τις 21-3-2015, που εκτελούσε εθνικές μεταφορές, δεν δικαιούται αποζημίωση από υπερεργασία (την οποία δεν ζητεί), υπερωριακή απασχόληση και από παροχή εργασίας Κυριακής και νύχτα, απορριπτομένων των κεφαλαίων αυτών της αγωγής ως ουσιαστικά αβασίμων. .............

Ότι ο ενάγων έχει τις εξής αξιώσεις εναντίον της εναγομένης: Α) Για το χρονικό διάστημα από 27-3-2014 έως 30-9-2014: Στο διάστημα αυτό ο ενάγων πραγματοποιούσε 4 δρομολόγια εξωτερικού με συνολική αμοιβή 3.200 € και δικαιούται: 1) Για προσαύξηση Κυριακών 1.023,3 € (νόμ. μην. μισθ. 1.263,35 : 1/25 = 50,53 νόμ. ημερομ. Χ 75% προσαύξηση= 37,90 €/Κυρ.

Χ 27 Κυριακ. = 1.023,3 €, 2) για προσαύξηση νυκτερινής εργασίας 494 € (νομ. μην. μισθ. 1.263,35 Χ 0.006 = 7,58 ωρομ. Χ 25% προσαύξ. = 1,90 Χ 10 ωρ/εβδ. = 19 €/εβδ. Χ 26 εβδ. = 494 €) και 3) για παράνομη υπερωριακή εργασία 8.985,6 € [( συμβ. Μισθ. 3.200 Χ 0,006 = 19,20 ωρομ. + 80% (προσαύξ. 15,36) = 34,56 Χ 10 ώρ/εβδ. = 345,60 €/εβδ. Χ 26 εβδ. = 8.985,6]. Β) Για το χρονικό διάστημα από 1-10-2014 έως 21-3-2015:

Στο διάστημα αυτό ο ενάγων πραγματοποιούσε 2 δρομολόγια εξωτερικού με συνολική αμοιβή 1.600 € και δικαιούται: 1) Για προσαύξηση Κυριακών 909,60 € (νόμ. μην. μισθ. 1.263,35 : 1/25 = 50,53 νόμ. ημερομ. Χ 75% προσαύξ. = 37,90 €/Κυρ. Χ 24 Κυριακ. = 909,60), 2) για προσαύξηση νυκτερινής εργασίας 475 € (νομ. μην. μισθ. 1.263,35 Χ 0.006 = 7,58 ωρομ. Χ 25% προσαύξ. = 1,90 Χ 10 ωρ/εβδ. = 19 €/εβδ.

Χ 25 εβδ. = 475) και 3) για παράνομη υπερωριακή εργασία 4.320 € [( συμβ. Μισθ. 1.600 Χ 0,006 = 9,6 ωρομ. + 80% (προσαύξ. 7,68) = 17,28 Χ 10 ώρ/εβδ. = 172,8 €/εβδ. Χ 25 εβδ. = 4.320). Συνολικά ο ενάγων δικαιούται 15.907,5 € (μικτές αποδοχές).

Με βάση αυτές τις παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας, να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 2.332 ευρώ και υποχρέωσε αυτή να του καταβάλει αυτό των 636 ευρώ, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη-αναιρεσείουσα να του καταβάλει το ποσό των 1.073,60 ευρώ, ενώ αναγνώρισε και την υποχρέωση αυτής να του καταβάλει ακόμη το ποσό των 15.133,9 ευρώ.

Ήδη με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, και τα εξής έγγραφα, τα οποία αυτή επικαλέσθηκε δια των προτάσεών της και προσκόμισε προς ανταπόδειξη κατά της αγωγής: 1) το έγγραφο του ΚΤΕΛ … ΑΕ, από το οποίο, όπως ισχυρίζεται, προκύπτει ότι ο ενάγων πραγματοποίησε 2 ημέρες εργασίας σ' αυτό κατά το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2014 και 2) τις προσκομισθείσες βεβαιώσεις των ναυτιλιακών εταιρειών που δραστηριοποιούνται στην γραμμή … -…, δηλαδή των κοινοπραξιών Α.

Α.-S. F. και B. S. F., από τις οποίες προκύπτουν όλες οι αναχωρήσεις του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου προς την δυτική Ευρώπη μέσω … -…, αλλά και οι αφίξεις αυτού καθ' όλη την διάρκεια της εργασίας του στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας από 27-3-2014 έως 21-3-2015. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι από τις βεβαιώσεις αυτές προκύπτει ότι ο ενάγων-αναιρεσίβλητος κατά την επίδικη χρονική περίοδο:

α) από 27-3-2014 έως 30-9-2014 πραγματοποίησε 18 εβδομαδιαία δρομολόγια εξωτερικού κατά τις αναφερόμενες σ' αυτά αναλυτικά ημερομηνίες και όχι 27 εβδομαδιαία δρομολόγια, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη και ότι εργάσθηκε 17 Κυριακές και όχι 27 Κυριακές, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη, β) από 3-10-2014 έως 20-3-2015 πραγματοποίησε 16 δρομολόγια εξωτερικού, κατά τις αναφερόμενες αναλυτικά στις βεβαιώσεις αυτές ημερομηνίες, και όχι 24, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη και ότι εργάσθηκε επί 16 Κυριακές και όχι 24 Κυριακές, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη.

Από τις προπαρατεθείσες δε παραδοχές της προσβαλλόμενης και παρά την γενική βεβαίωση του εφετείου, ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι για τον σχηματισμό της δικανικής του κρίσεως επί του ουσιώδους ζητήματος των Κυριακών, κατά τις οποίες εργάσθηκε ο αναιρεσίβλητος ενάγων, τις ώρες νυκτερινής εργασίας και παράνομης υπερωριακής εργασίας που εργάσθηκε επίσης κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, το εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε η εναγομένη, μεταξύ των οποίων και τα προαναφερθέντα, αλλά καταλείπονται αμφιβολίες για το αν τα ανωτέρω έγγραφα ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις, τούτο δε ιδίως διότι σε ουδεμία μνεία ή σχολιασμό προέβη παρότι τα έγγραφα αυτά είναι σημαντικά.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος είναι ορισμένος, καθόσον περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία που προεκτέθηκαν για το ορισμένο αυτού, είναι βάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Ειδικότερα στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου και γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή, για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013).

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Συνακόλουθα, η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης τη αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, Ολ ΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 109/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο κατά το πρώτο σκέλος λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 1 εδ α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος λάμβανε για κάθε δρομολόγιο εξωτερικού το ποσό των 800 ευρώ, στο οποίο ένα ποσό αφορούσε την επταήμερη διατροφή του και τα μικροέξοδά του και συνεπώς αυτό δεν αποτελούσε μέρος του μισθού του, εντούτοις στον υπολογισμό του ωρομισθίου για την παρασχεθείσα παράνομη υπερωριακή απασχόληση λαμβάνει ως βάση του υπολογισμού του και ως συμβατικό μισθό αυτό των 3.200 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 27-3-2014 έως 30-9-2014 (δηλαδή 4 εβδομαδιαία δρομολόγια επί 800 ευρώ), για δε το χρονικό διάστημα από 1-10-2014 έως 21-3-2015 το ποσό των 1.600 ευρώ (δηλαδή 2 εβδομαδιαία δρομολόγια επί 800 ευρώ).

Επίσης, για τον υπολογισμό των προσαυξήσεων για την εργασία Κυριακών και νυκτερινή εργασία λαμβάνει ως βάση υπολογισμού το νόμιμο μισθό των 973 ευρώ πλέον επιδομάτων, δύο εκ των οποίων δεν θα έπρεπε να υπολογισθούν, δηλαδή το επίδομα γάμου και το επίδομα εξομάλυνσης εγγάμων, ποσού 97,30 και 17,91 ευρώ αντίστοιχα.

Και ότι, συνεπεία των πλημμελειών αυτών μη νόμιμα προσαύξησε την ωριαία αποζημίωση για παράνομη υπερωριακή εργασία. Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας και της ύπαρξης αντιφατικών αιτιολογιών σ' αυτή, διότι ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος εργαζόταν δύο Κυριακές το μήνα, κατά την εκτέλεση δρομολογίων στο εξωτερικό, στη συνέχεια εντελώς αναιτιολόγητα και αντιφατικά δέχεται ότι αυτός εργαζόταν όλες τις Κυριακές του ως άνω χρονικού διαστήματος.

Με το περιεχόμενο αυτό οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης, όπως ορθώς επισημαίνει με τις κατατεθείσες προτάσεις του ο αναιρεσίβλητος, είναι απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, διότι στο οικείο δικόγραφο δεν διαλαμβάνονται, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του περί οφειλής της αναιρεσείουσας από προσαύξηση για εργασία Κυριακών και για νυχτερινή εργασία, καθώς και για παράνομες υπερωρίες.

Επίσης, στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται οι ουσιαστικές διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και ποιες είναι οι ανεπάρκειες που προσάπτονται στις παραδοχές του Εφετείου και ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, ώστε να κριθεί αν συντελέσθηκε η επικαλούμενη ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης και κατά τα δύο σκέλη του είναι απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει, παρελκούσης της εξετάσεως των λοιπών λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να καταδικασθεί δε ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Αναιρεί την υπ' αριθ. 278/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

-

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

-

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ