Supreme Court dismisses appeal on grounds that lower court already considered and rejected the contested facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court erred by failing to accept a claim that a specific will was unsigned, but the court found this argument was already addressed and rejected as baseless by the appellate court. Consequently, the appeal was rejected because the lower court had taken the contested facts into consideration and ruled against them, rendering the cassation grounds inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(10), 559(12), 559(13), 559(19) of the Code of Civil Procedure: Cassation grounds based on failure to consider facts or lack of legal basis are inadmissible if the lower court has already examined and rejected the contested arguments as baseless.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1463 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1463/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Απριλίου 2013 με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δήμου Γκουντουνά και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Θ. Λ. του Π., κατοίκου ... και 2. Σ. χήρας Α. Λ., το γένος Π. Λ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ευστράτιου Ταγαράκη, που ανακάλεσε την από 18-4-2013 δήλωσή του και παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 7134/14-2-2008 τριτανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23513/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 233/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-4-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λαμπρόπουλος, ανέγνωσε την από 5-4-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 744 Κ.Πολ.Δ. το δικαστήριο μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος. Με τη διάταξη αυτή εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 Κ.Πολ.Δ. και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και μη προταθέντων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έτσι, το δικαστήριο, που δικάζει κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να λάβει υπόψη πραγματικούς ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν από τους διαδίκους για εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων.
Συνεπώς, κατά την ανωτέρω διαδικασία δεν ιδρύονται οι λόγοι αναιρέσεως από τους αριθ. 10, 12 και 13 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι το δικαστήριο εδώ δεν είναι υποχρεωμένο να εκδώσει προδικαστική απόφαση και να διατάξει αποδείξεις, επιπλέον ισχύει στην εκούσια αυτή διαδικασία η ελεύθερη απόδειξη και στο πλαίσιο αυτής ο δικαστής για τη δικανική του πεποίθηση λαμβάνει υπόψη του κάθε πρόσφορο αποδεικτικό στοιχείο, ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα ή αποδεικτικά μέσα εκτός των προβλεπομένων του άρθρου 339 Κ.Πολ.Δ., και αποδεσμεύεται από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (άρθρα 744 και 759 Κ.Πολ.Δ.) (ΑΠ 960/2012).
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε, όπως από αυτή προκύπτει, επί εφέσεως κατ' αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου, κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας διαδικασίας (άρθρ. 739 επ. Κ.Πολ.Δ.), την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ., ότι παραβίασε τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα στήριξε την κρίση του, εις ότι αφορά την πλαστότητα της επίμαχης διαθήκης, στη διεξαχθείσα πραγματογνωμοσύνη είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται, ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται, ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίση του. Βέβαια, δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αναμφίβολα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση, ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 14/2005, 2/2008, ΑΠ 600/2010, ΑΠ 266/2011, ΑΠ 424/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι η επίμαχη διαθήκη ήταν πλαστή, καθόσον δεν είχε γραφεί και υπογραφεί από την ίδια τη διαθέτιδα Π. Μ., χωρίς να λάβει υπόψη του τα εις το αναιρετήριο αναφερόμενα έγγραφα, πιστοποιητικά, ένορκες βεβαιώσεις και φωτογραφίες. Όμως, το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του βεβαιώνει, ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της πλαστότητας ή όχι της επίμαχης διαθήκης, αφού έλαβε υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα. Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου και το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι έλαβε υπόψη της και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα. Επομένως, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση του αριθ. 11 περ.γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ο εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται, ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 849/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. και ειδικότερα παραπονείται, ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 1721 ΑΚ σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 131 ΑΚ, γιατί δέχθηκε ότι η επίμαχη διαθήκη δεν έχει γραφεί ούτε υπογραφεί από την διαθέτιδα Π.
Μ. κι' επομένως ήταν πλαστή. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, διότι ο αναιρεσείων υπό την επίκληση της παραβιάσεως κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 1721 ΑΚ, 131 ΑΚ) πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων, αφού σε αυτόν αναφέρεται ότι το Εφετείο έπρεπε να δεχθεί άλλα και δέχθηκε άλλα εσφαλμένα ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της τριτανακοπής την οποία έπρεπε να απορρίψει.
Ο από τη διάταξη του αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και η ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (ΑΠ (Ολ.) 3/1997, ΑΠ 22/2005, ΑΠ 1182/2010). "Πράγμα" αποτελεί και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του επιδίκου του (ΑΠ 1703/2008).
Ο λόγος όμως αυτός δεν ιδρύεται, αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε το λόγο της έφεσης ως απαράδεκτο ή αβάσιμο, γεγονός που σημαίνει ότι του έλαβε υπόψη. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε τον ισχυρισμό, ότι τα αναφερόμενα στην τριτανακοπή των αναιρεσιβλήτων, και ειδικότερα ότι η επίμαχη διαθήκη της Π.
Μ. δεν είχε γραφεί και υπογραφεί από την ίδια, ήταν ψευδή και ανυπόστατα. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο έλαβε υπόψη αυτόν και τον απέρριψε ως αβάσιμο.
Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/2008, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιές επί πλέον αιτιολογίες θα έπρεπε να περιέχει, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση, δηλαδή η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 1506/2009).
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. μη περιέχον τα ως άνω στοιχεία, είναι αόριστος κι' εντεύθεν απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Απριλίου 2011 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 233/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο χρηματικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ