Supreme Court dismisses appeal against lawyer fees ruling, holding local authorities do not enjoy public sector fee reductions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the Thessaly Region's appeal against a lower court ruling on legal fees. The region argued that local authorities should receive the same fee reductions as the public sector, but the court found this legally incorrect. Consequently, the appeal was dismissed, and the region was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 15 para. 2 of Law 6/1961; Art. 23 para. 5 of PD 282/1996; Art. 3 of Law 31/1968: Local authorities do not enjoy the same fee reductions for their lawyers as the public sector and are governed by the Code of Lawyers instead.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1462 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1462/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Περιφέρειας Θεσσαλίας, διαδόχου ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Τρικάλων, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Τίγκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚπολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Χ. Β. του Α., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγο της δικηγορικής του ιδιότητος, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚπολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 960/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:10/213 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 149/2014 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 5-3-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου, ανέγνωσε την από 21-2-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.
Ο από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση της γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή παραγνωρίζοντας αναγκαία για τη θεμελίωση της γεγονότα που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 §2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, και γ) για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 §2 ΚΠολΔ. (ΑΠ 398/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου και συγκεκριμένα ότι δέχθηκε ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή του ενάγοντος, παρά το γεγονός ότι αυτή ήταν αόριστη.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος ως αόριστος αφού η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται παραδεκτή προβολή αυτού, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αλλά και από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβαθμίου δίκης, της με αριθμό 10/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, δεν προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, ως εναγομένη, διατύπωσε τέτοιο ισχυρισμό με καταχώρισή του στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, ως εκ της εφαρμοζόμενης ειδικής διαδικασίας των εργατικών διαφορών και ανάπτυξη στις έγγραφες προτάσεις της.
2. Σύμφωνα με το άρθρο 307 παρ. 1 εδ. α` του Π.Δ. 410/1995 "Δημοτικός - Κοινοτικός Κώδικας" "οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, που διορίζονται από δήμο ή κοινότητα αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα περί δικηγόρων που ισχύουν κάθε φορά", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν.Δ. 31/1968 "πάντα τα επί των πολιτικών ποινικών και διοικητικών υποθέσεων δικονομικά προνόμια του Δημοσίου, τα αναγνωριζόμενα υπό του Κώδικος Νόμων περί Δικών του Δημοσίου και υπό ετέρων γενικών ή ειδικών διατάξεων, εφαρμόζονται αναλόγως και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, εφόσον ούτοι δεν απολαύουν μέχρι τούδε ευνοϊκωτέρων και ευρυτέρων προνομίων υπό της κείμενης νομοθεσίας".
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης απολαύουν μεν των αναφερομένων παραπάνω προνομίων του Δημοσίου, όσον αφορά όμως την καταβλητέα στους απασχολουμένους δικηγόρους τους, ανά υπόθεση, δικηγορική αμοιβή, δεν εξομοιώνονται με το Δημόσιο αλλά υπάγονται στις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων.
Επομένως, δεν εφαρμόζονται στις σχέσεις των Οργανικών Τοπικής Αυτοδιοίκησης με τους δικηγόρους αυτών η διάταξη του άρθρου 15 παρ.2 του ΒΔ 6/1961, του άρθρου 23 παρ. 5 του Π.Δ/τος 282/1996, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 4 του Ν. 2873/2000, το οποίο καταργήθηκε με το άρθρο 56 του ΠΔ 238/2003 και του άρθρου 24 παρ. 5 του Ν. 3086/2002, (που ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο) (ΑΠ 800/2008).
Η αναιρεσείουσα, που αποτελεί Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα δεν εφάρμοσε το άρθρο 15 παρ. 2 του ΒΔ 6/1961 και του άρθρου 3 του ΝΔ 31/68, και επιδίκασε ολόκληρη την δικηγορική αμοιβή, όπως αυτή προσδιορίστηκε κατά τον Κώδικα περί Δικηγόρων, διότι έπρεπε να εφαρμόσει τούτο αναλογικά και για την αμοιβή των δικηγόρων των ΟΤΑ και να μειώσει την αμοιβή του αναιρεσιβλήτου στο ήμισυ, όπως προβλέπει ο πιο πάνω νόμος για τους δικηγόρους του Δημοσίου.
Ο λόγος τούτος είναι αβάσιμος, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, η δε η προσβαλλόμενη απόφαση αρθά εφάρμοσε το νόμο και δεν προέβη σε μείωση της δικηγορικής αμοιβής του αναιρεσιβλήτου, αφού η εκ του παραπάνω άρθρου μείωση της δικηγορικής αμοιβής των δικηγόρων του Δημοσίου, δεν εφαρμόζεται και στους δικηγόρους των ΟΤΑ. 3.
Στη συνέχεια και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ.Ν.
Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και 2 της 134423 ΟΙΚ/1992 κοινής υπουργικής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5-3-2015 αίτηση της Περιφέρειας Θεσσαλίας για αναίρεση της 149/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ