Legislator Case Law & Legislation
1459/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment for failure to address vague and inadmissible claims.

Case Number 1459/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by four individuals against a final judgment of the Thessaloniki Court of Appeal regarding a breach of contract dispute. The appellants argued the lower court failed to address a specific claim about the appellant's remaining assets, but the court ruled this was an inadmissible denial of the contract's historical basis rather than a substantive legal issue. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellants were ordered to pay the opposing parties' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 1 and 8 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court fails to address a vague, indefinite, and generally inadmissible claim, or if it implicitly rejects a claim by accepting contrary facts as proven.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility inadmissible claim breach of contract legal costs historical basis implicit rejection

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OL AP 2/1989
OL AP 14/2004
OL AP 12/1997
OL AP 25/2003
OL AP 11/1996
OL AP 1363/2008
AP 857/2007
Supreme Court dismisses appeal on inheritance law grounds, ruling lower court properly weighed evidence.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1459 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1459/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδων Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Α. του Π., 2) Φ. Α. του Α., 3) Σ. Α. του Α., 4) Π. Α. του Α., 5) Ά. συζύγου Π. Α., το γένος Α. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", με διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μπιζάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/7/2017 αγωγή της πρώτης ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 46/ΤΠ/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 977/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11/7/2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της πρώτης αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση η από 11-7-2020 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 977/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/κης.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η από 9-11-2018 έφεση της ενάγουσας και η από 11-11-2019 αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση της εταιρείας με την επωνυμία "...", ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά της υπ' αριθμ. 46/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βεροίας, η οποία είχε απορρίψει την από 10-7-2017 αγωγή της ενάγουσας για τη διάρρηξη των εκεί αναφερόμενων δικαιοπραξιών λόγω καταδολίευσης δανειστών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 905/2017). Εξάλλου, έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα κα χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 184/2017).

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 166/2016).

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1999, ΑΠ 148/2008). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 939 έως 942 ΑΚ προκύπτει, ότι για τη γέννηση της αξίωσης προς διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας απαιτείται η συνδρομή των κατωτέρω προϋποθέσεων :

α) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένη κατά το χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, β) απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη περιουσιακού στοιχείου, γ) πρόθεση βλάβης των δανειστών, δ) γνώση του τρίτου υπέρ του οποίου η απαλλοτρίωση, και ε) αφερεγγυότητα του οφειλέτη, η οποία συντρέχει όταν η υπολειπόμενη εμφανής περιουσία τούτου δεν επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή.

Απαλλοτρίωση κατά την έννοια του άρθρου 939 ΑΚ συνιστά και η παραχώρηση εμπράγματης ασφάλειας από τον οφειλέτη σε τρίτο δανειστή του, ο οποίος τελεί σε γνώση ότι ο οφειλέτης χορηγεί σε αυτόν το δικαίωμα τούτο προς βλάβη των άλλων δανειστών του, διότι με αυτή ανατρέπεται ο ισχύων κατά την εκτέλεση εκ του νόμου κανόνας περί της σειράς κατατάξεως των δανειστών (ΟλΑΠ 15/2012).

Η πρόθεση βλάβης εξακολουθεί να υφίσταται και όταν άλλος, εις ολόκληρον οφειλέτης, διαθέτει επαρκή περιουσία για την ικανοποίηση του δανειστή, καθόσον ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτριώσεως κρίνεται από στοιχεία που συντρέχουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο του απαλλοτριούντος και δεν επηρεάζεται από την οικονομική κατάσταση των λοιπών συνοφειλετών, όπως άλλωστε συνάγεται και από τη διάταξη του άρθρου 486 Α.Κ. (ΑΠ 1902/2013).

Έτσι, βασική προϋπόθεση για την ύπαρξη αξίωσης του δανειστή προς διάρρηξη, ως καταδολιευτικής, της γενόμενης από τον οφειλέτη προς τρίτο απαλλοτρίωσης στοιχείου της περιουσίας του αποτελεί η δημιουργούμενη εξ αιτίας αυτής για τον οφειλέτη αφερεγγυότητα, δηλαδή η ανεπάρκεια της υπολειπόμενης περιουσίας του προς ικανοποίηση του δανειστή, πρέπει δε η αφερεγγυότητα να υπάρχει και κατά το χρόνο άσκησης της σχετικής αγωγής, οπότε κρίνεται το στοιχείο της βλάβης του δανειστή (Ολ.

ΑΠ 12/2012, ΑΠ 1116/2018, 1902/2013), ενώ αδιάφορο είναι, αν η απαίτηση του δανειστή τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία ή αν αυτή έχει δικαστικά βεβαιωθεί και εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο, αρκεί αυτή να έχει γεννηθεί κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, δηλαδή να έχουν συντελεσθεί τα παραγωγικά γεγονότα αυτής και να είναι ληξιπρόθεσμη κατά τη συζήτηση της σχετικής αγωγής (Ολ.

ΑΠ 709/1974, ΑΠ 928/2014, ΑΠ 1720/2014, ΑΠ 278/2011). Πρέπει δε η αφερεγγυότητα αυτή του οφειλέτη, η οποία αποτελεί ένα από τα στοιχεία της βάσεως της περί δάρρηξης αγωγής, να υπάρχει κατά το χρόνο άσκησης αυτής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης του δανειστή. Από αυτά έπεται, ότι στο δικόγραφο της αγωγής πρέπει να αναφέρονται αφ'ενός μεν το ποσόν της απαίτησης του δανειστού, αφ'ετέρου δε η αξία του απαλλοτριωθέντος στοιχείου κατά τον χρόνο της άσκησής της (Α.Π. 1800/2008, Α.Π.1112/2004).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 941 ΑΚ, που ορίζει, ότι η απαλλοτρίωση υπόκειται σε διάρρηξη, αν ο τρίτος, υπέρ του οποίου έγινε, γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του, θα πρέπει ο τρίτος να γνωρίζει θετικά κατά την απαλλοτρίωση την καταδολιευτική πρόθεση του οφειλέτη και δεν αρκεί η υπαίτια άγνοια του, έστω και οφειλόμενη σε βαριά αμέλειά του (ΑΠ 928/2014).

Τεκμαίρεται όμως, ότι ο τρίτος το γνωρίζει, αν κατά την απαλλοτρίωση είναι σύζυγος του οφειλέτη ή συγγενής του σε ευθεία γραμμή ή συγγενής του σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο. Το τεκμήριο δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής(ΑΠ 1116/2018, 708/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλομένης απόφασης, δέχθηκε τα εξής : "Μεταξύ της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη … και της τράπεζας "... Α.Ε.", ειδική διάδοχος της οποίας κατέστη στη συνέχεια η ενάγουσα, συνάφθηκε η υπ' αριθμ. .../22-1 -2007 σύμβαση πιστώσεως με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό μέχρι του ορίου των 1.200.000 ευρώ, στη συνέχεια δε καταρτίσθηκαν οι υπ' αριθμ. ...20-6- 2007, ...27-6-2007, ...30-10-2008, .../8-10-2014, .../27-2-2015, .../13-10-2015 πρόσθετες πράξεις αυτής, με τις οποίες αυξήθηκε το όριο της πιστώσεως μέχρι του ποσού των 1.700.000 ευρώ.

Την τήρηση των όρων της συμβάσεως αυτής εγγυήθηκε, ως αυτοφειλέτης, ο πρώτος των εναγομένων, νόμιμος εκπρόσωπός της, που ήταν πρόεδρος του διοικητικού της συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλός της, παραιτούμενος από την ένσταση διζήσεως και διαιρέσεως. Λόγω μη εκπληρώσεως εκ μέρους της πιστούχου και του εγγυητή της, των όρων της ως άνω συμβάσεως, η ενάγουσα με την από 9-3-2017 εξώδικη πρόσκληση - δήλωση - καταγγελία, η οποία επιδόθηκε στην πιστούχο και στον εγγυητή (πρώτο εναγόμενο) στις 10-3-2017, κατήγγειλε τη σύμβαση και έκλεισε τον τηρούμενο λογαριασμό, ο οποίος εμφάνισε κατάλοιπο ύψους 1.740.619,27 ευρώ, πλέον τόκων.

Ακολούθως, η ενάγουσα προέβη στην υποβολή αιτήσεως για την έκδοση διαταγής πληρωμής, βάσει της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 39/ΔΠ/2017 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, με την οποία η πιστούχος εταιρεία και ο πρώτος εναγόμενος επιτάσσονταν να της καταβάλουν, σε ολόκληρο, το ανωτέρω ποσό πλέον τόκων από την επομένη της καταγγελίας της συμβάσεως (9-3- 2017).

Συνεπώς, η αξίωση της ενάγουσας σε βάρος της πιστούχου και του πρώτου εναγομένου ανήλθε στο ανωτέρω ποσό. Εξάλλου, μετά τη γέννηση της εκκρεμοδικίας, δυνάμει της από 12-9-2019 συμβάσεως, που καταχωρίσθηκε νόμιμα στα βιβλία του ενεχυροφυλακείου Αθηνών, η εκκαλούσα τράπεζα μεταβίβασε, λόγω τιτλοποίησης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10, 13 και 14 του ν. 3156/2003, προς την αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία "..." απαιτήσεις της, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η επίδικη.

Δυνάμει δε της από 12-9-2019 συμβάσεως, που καταρτίσθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 14 και 16 του ν. 3156/2003, η οποία καταχωρίσθηκε νόμιμα στα βιβλία του ενεχυροφυλακείου Αθηνών, η ως άνω αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού ανέθεσε τη διαχείριση του ως άνω χαρτοφυλακίου στην ενάγουσα "... Α.Ε.". Ακολούθως, προς την παρεμβάσα εταιρεία, που συστάθηκε στις 16-9- 2019 με την επωνυμία "..." και ήδη μετονομάσθηκε σε "... ...", με το διακριτικό τίτλο "... ...", εισφέρθηκε σε είδος από την "...

Α.Ε.", σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1 του ν. 4548/2018, ο κλάδος διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, στον οποίο περιλαμβάνεται και η προαναφερόμενη από 12-9-2019 συμφωνία διαχείρισης των ανωτέρω τιτλοποιημένων απαιτήσεων και συνακόλουθα η ως άνω εταιρεία κατέστη διαχειρίστρια των προαναφερόμενων απαιτήσεων, των οποίων δικαιούχος είναι η εταιρεία "...".

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, κατά το χρονικό διάστημα Ιουνίου - Οκτωβρίου 2015, ο πρώτος εναγόμενος προέβη στις ακόλουθες μεταβιβάσεις στοιχείων της ακίνητης περιουσίας του, από χαριστική αιτία, στα μέλη της οικογένειας του δεύτερο έως Πέμπτη εναγόμενους και ειδικότερα.....(εκτίθενται τα μεταβιβασθέντα περιουσιακά στοιχεία και τα συμβολαιογραφικά έγγραφα με την αναφορά της αξίας τους. ...Οι ανωτέρω τιμές, που κατά βάση αντιστοιχούν στις αντικειμενικές αξίες των ακινήτων ή στις τιμές, οι οποίες προσδιορίσθηκαν από την αρμόδια ΔΟΥ κατά τη μεταβίβασή τους (εκτός εάν ορίσθηκαν υπέρτερες πρωτοδίκως, που δεν αμφισβητούνται), κρίνεται ότι ανταποκρίνονται στις εμπορικές τιμές των επίδικων ακινήτων, τόσο κατά τους χρόνους μεταβιβάσεώς τους, όσο και κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής.

Η συνολική δε αξία των μεταβιβασθέντων ακινήτων ανέρχεται σε 770.184,81 ευρώ. Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, μετά την κατάρτιση των ανωτέρω συμβάσεων μεταβιβάσεώς, ο πρώτος εναγόμενος παρέμεινε κύριος των ακόλουθων ακινήτων, που διατήρησε μέχρι την άσκηση και την πρωτόδικη συζήτηση της αγωγής : α) συγκύριος σε ποσοστό 25 % εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου, εμβαδού 148 τ.μ., με ημιτελή οικοδομή επ' αυτού, κειμένου επί της οδού ...

δ στο Ο.Τ... στη Βέροια, αξίας 127.000 ευρώ, β) ενός αγρού, εμβαδού 571,95 τ.μ., κειμένου στη θέση "..., αξίας 95.000 ευρώ, γ) ενός αγρού, εμβαδού 2,091,50 τ.μ., κειμένου στη θέση "..., αξίας 200.000 ευρώ, δ) ενός διαμερίσματος, εμβαδού 125 τ.μ., του πρώτου ορόφου οικοδομής επί οικοπέδου, που βρίσκεται στη ..., αξίας 80.000 ευρώ, ε) τμήματος του υπ' αριθμ. ...

αγρού, εμβαδού 9.472 τ.μ., κειμένου στη θέση "..., αξίας 18.900 ευρώ, στ) ενός αγρού, εμβαδού 10.198,27 τ.μ., μετά του επ' αυτού κτίσματος, (εργοστασίου), συνολικού εμβαδού 2.300 τ.μ., που βρίσκεται στο ... αξίας 900.000 ευρώ, ζ) ενός αγρού, εμβαδού 3.069 τ.μ., κειμένου στην θέση "... της κτηματικής περιοχής ..., αξίας 120.000 ευρώ, η) ενός οικοπέδου, εμβαδού 252 τ.μ., κειμένου επί της οδού ...

στο Ο.Τ..., εντός της πόλης της Βέροιας, αξίας 355.626 ευρώ. Οι ανωτέρω τιμές, που αντιστοιχούν στις αγοραίες αξίες των ακινήτων κατά τους χρόνους των απαλλοτριώσεων και της ασκήσεως της αγωγής, είτε ταυτίζονται με τις αντικειμενικές, είτε βρίσκονται πλησίον των εκτιμήσεων της ενάγουσας για την εμπορική αξία των ακινήτων,.

Σημειώνεται δε ότι, από τα παραπάνω ακίνητα, μετά την έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως, εκπλειστηριάσθηκαν αναγκαστικά: 1) το ανωτέρω υπό στοιχείο στ' ακίνητο, στις 18-7-2018, με πλειστηρίασμα 805.000 ευρώ και 2) το ανωτέρω υπό στοιχείο η' ακίνητο, στις 19-6-2019, με πλειστηρίασμα 210.002 ευρώ. Δηλαδή, η συνολική αξία των παραπάνω ακινήτων, που παρέμεινε η ίδια μέχρι και την πρωτόδικη συζήτηση της αγωγής, ανερχόταν σε 1.896.526 ευρώ....Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, κατά τους χρόνους των επίδικων μεταβιβάσεων (Ιούλιος- Οκτώβριος 2015), συνολικού ύψους 770.184,81 ευρώ, σε βάρος του πρώτου εναγόμενου, ως εγγυητή, υπήρχε γεννημένη απαίτηση της ενάγουσας, ύψους 1.579.986,48 ευρώ, ενώ η υπολειπόμενη (μετά τις μεταβιβάσεις) περιουσία αυτού ανερχόταν στο ποσό των 1.896.526 ευρώ.

Όμως, όπως αποδείχθηκε, κατά τους χρόνους των επίδικων απαλλοτριώσεων, ο πρώτος των εναγομένων, πέραν της ως άνω οφειλής του προς την ενάγουσα, είχε επίσης μεγάλες οφειλές και προς την τράπεζα .... Συγκεκριμένα, ο ανωτέρω ήταν υπόχρεος, ως εγγυητής, προς την τελευταία αυτή τράπεζα, για τραπεζικό δανεισμό της πρωτοφειλέτριας εταιρείας με την επωνυμία "...", ύψους 8.500.000 ευρώ περίπου (βλ.

ιδίως τις καταθέσεις αμφοτέρων των μαρτύρων και την από 21-5-2019 αίτηση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας για την επικύρωση της από 24-4-2019 συμφωνίας εξυγίανσης της ως άνω εταιρείας και του πρώτου εναγόμενου αφενός, με την ... αφετέρου). Οι απαιτήσεις αυτές της ως άνω τράπεζας, που μέχρι το Φεβρουάριο του 2019 είχαν περιορισθεί στο ποσό των 7.229.063,16 ευρώ, προέρχονταν από α) σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, β) πρόγραμμα εκδόσεως κοινού ομολογιακού δανείου και γ) έκδοση πιστωτικής κάρτας.

Επομένως, κατά τους χρόνους των επίδικων απαλλοτριώσεων, το σύνολο των υποχρεώσεων του πρώτου των εναγόμενων προς τους δανειστές του υπερέβαινε κατά πολύ την αξία της υπολειπόμενης περιουσίας του και, συνεπώς, η τελευταία δεν επαρκούσε για την ικανοποίησή τους, γι' αυτό, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο ισχυρισμός των εναγόμενων περί φερεγγυότητας του πρώτου εξ αυτών.

Εξάλλου, όπως αποδείχθηκε, η πιστούχος εταιρεία, "...", ήδη από το 2011-2012 είχε αρχίσει να έχει οικονομικές δυσκολίες και να εμφανίζει ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την ενάγουσα. Μάλιστα, προς μερική εξασφάλισή της, η τελευταία ζήτησε και έλαβε συναινετική προσημείωση υποθήκης από τον εγγυητή της (πρώτο των εναγομένων), για ποσό 450.000 ευρώ, το Φεβρουάριο του 2015, επί του προαναφερόμενου οικοπέδου του, εμβαδού 252 τ.μ., ευρισκόμενου επί της οδού ....

Τον Οκτώβριο του 2015, η πιστούχος εταιρεία και ο παραπάνω εγγυητής της κατέστησαν εκ νέου υπερήμεροι στις υποχρεώσεις τους προς την ενάγουσα, η οποία προέβη σε σχετική όχλησή τους. Μετά ταύτα, οι ανωτέρω, αφού αναγνώρισαν εγγράφως τη μέχρι τότε διαμορφωθείσα οφειλή τους, ζήτησαν από την ενάγουσα μία χρονική διευκόλυνση προς αποπληρωμή των οφειλών τους, με κεφαλαιοποίηση μέρους των οφειλόμενων τόκων, αίτημα στο οποίο η τράπεζα συναίνεσε.

Προς τούτο, συνάφθηκε μεταξύ των μερών η από 13-10-2015 πρόσθετη πράξη τροποποιήσεως της συμβάσεως πιστώσεως ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού, που υπήρχε μεταξύ τους, με την οποία το όριο της πιστώσεως αυξήθηκε από το ποσό των 1.500.000 ευρώ στο ποσό των 1.700.000 ευρώ. Αυτό συνέβη διότι, ενόψει των ανωτέρω, το χρεωστικό υπόλοιπο της πιστούχου εταιρείας υπερέβη σημαντικά το πιστωτικό όριο των 1.500.000 ευρώ και δεν υπήρξε βέβαια οποιαδήποτε πρόσθετη χρηματοδότηση της ως άνω εταιρείας, ούτε η σύμβαση αυτή καταδεικνύει εμπιστοσύνη της ενάγουσα για τη φερεγγυότητα και καλή πορεία της πιστούχου εταιρείας και του εγγυητή της, όπως οι εναγόμενοι αβασίμως ισχυρίζονται.

Όμως, αφού ολοκληρώθηκαν οι επίμαχες μεταβιβάσεις των ακινήτων, η ως άνω εταιρεία και ο πρώτος των εναγόμενων δεν τήρησαν τις υποσχέσεις τους προς την ενάγουσα και από τον Ιανουάριο του 2016 έπαυσαν να καταβάλλουν προς αυτήν οποιοδήποτε ποσό έναντι της οφειλής τους. Στη συνέχεια, οι ανωτέρω ζητούσαν από την ενάγουσα απλώς τη μείωση του συμφωνημένου επιτοκίου της συμβάσεώς τους, ενώ αρνήθηκαν πρόταση της τράπεζας για την παροχή εκ μέρους τούς, πρόσθετων εμπράγματων εξασφαλίσεων, γι' αυτό, εν τέλει, η ενάγουσα προέβη στην προαναφερόμενη καταγγελία της συμβάσεώς πιστώσεως.

Ενδεικτικό στοιχείο της κακής οικονομικής πορείας της πιστούχου εταιρείας είναι τα ζημιογόνα αποτελέσματα, που αυτή είχε από το 2015 και εντεύθεν. Συγκεκριμένα, οι ζημίες της κατά τη χρήση 2015 ήταν 126.139,63 ευρώ, κατά τη χρήση 2016 ήταν 367.301,94 ευρώ και κατά τη χρήση 2017 ήταν 1.437.784,45 ευρώ. Εν τέλει δε, όπως προεκτέθηκε, η ως άνω εταιρεία και ο πρώτος των εναγομένων, εγγυητής της, υπέβαλαν προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας την από 21-5-2019 (υπ' αριθμ.

καταθ. ...23-5-2019) αίτηση για την έναρξη διαδικασίας εξυγίανσης και την επικύρωση της από 24-4-2019 συμφωνίας εξυγίανσης των αιτούντων με την πιστώτρια τράπεζα .... Από τα ανωτέρω καθίσταται φανερό ότι ο πρώτος των εναγομένων, διαβλέποντας την κακή οικονομική πορεία της πιστούχου εταιρείας και φοβούμενος για την τύχη της προσωπικής του περιουσίας, φρόντισε να μεταβιβάσει σημαντικό μέρος αυτής προς τη σύζυγο και τα τέκνα του.

Προέβη δε στις επίδικες απαλλοτριώσεις με σκοπό τη βλάβη των δανειστών του (περιλαμβανόμενης της ενάγουσας), προκειμένου, ειδικότερα, να αποστερηθεί η τελευταία της δυνατότητας να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις της, που είχε έναντι αυτού, ως εγγυητή της πιστούχου εταιρείας και τις οποίες αυτός πλήρως γνώριζε.

Εξάλλου, ενόψει της χαριστικής αιτίας των ως άνω μεταβιβάσεων του πρώτου των εναγόντων προς τους συνεναγομένους του, μέλη της οικογένειάς του, δεν απαιτείται γνώση των τελευταίων ως προς την ως άνω πρόθεσή του, σύμφωνα με όσα εκτίθενται ανωτέρω, όσα δε αντίθετα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, περί άγνοιας του δεύτερου, της τρίτης, της τέταρτης και της πέμπτης εξ αυτών, είναι απορριπτέα ως αλυσιτελώς προβαλλόμενα.

Εξάλλου, ο ισχυρισμός των εναγόμενων ότι η απαίτηση της ενάγουσας ήταν επιπλέον εξασφαλισμένη, λόγω του γεγονότος ότι η πρωτοφειλέτρια εταιρεία, κατά τους χρόνους των επίδικων απαλλοτριώσεων είχε και συνέχισε να έχει στην ιδιοκτησία της, μέχρι την άσκηση της αγωγής, ακίνητα συνολικής εμπορικής αξίας 1.910.000 ευρώ, πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτριώσεως κρίνεται από τα στοιχεία που συντρέχουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο εκείνου που απαλλοτριώνει - οφειλέτη και δεν επηρεάζεται από την οικονομική κατάσταση των λοιπών συνοφειλετών, έστω και αν αυτοί διαθέτουν επαρκή περιουσία για την ικανοποίηση του δανειστή, ο οποίος δικαιούται, κατ' αρέσκεια, να αξιώσει το χρέος από οποιονδήποτε σε ολόκληρο συνοφειλέτη, συγχρόνως ή διαδοχικά".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της νυν αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 46/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βεροίας δέχθηκε την αγωγή της και διέρρηξε τις αναφερόμενες εκεί δικαιοπραξίες. Το Εφετείο, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για τη κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ούτε περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Κατ'ακολουθία ο πρώτος λόγος της ένδικης αναίρεσης, με τον οποίον οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει το χρόνο μεταγραφής των ως άνω καταδολιευτικών δικαιοπραξιών, πράγμα που δεν απαιτείται, αλλά αρκεί η αφερεγγυότητα του οφειλέτη κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, καθώς και ο τρίτος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο οι ίδιοι ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει επαρκής αιτιολογία ως προς το ότι η εναπομένουσα περιουσία του πρώτου εναγομένου δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας, εν όψει των εγγεγραμμένων προσημειώσεων προς εξασφάλισή της σε ακίνητα του πρώτου εναγομένου, στοιχείο που αναιρεί και την πρόθεση βλάβης του, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του καταδήλως διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, εξαιτίας της οποίας καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 516/2016). Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 25/2017, ΑΠ 1071/2015).

Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα για τη βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 1539/2018, 99/2016, ΑΠ 379/2015).

Όμως, δεν συνιστούν ¨έγγραφο¨, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, εκείνα που δεν χαρακτηρίζονται κατά τα άρθρ. 339 και 432 - 449 ΚΠολΔ, ως αποδεικτικά έγγραφα και απλώς αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι εκθέσεις με τις γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων (ΑΠ 672/2011) ή προσώπων με ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (ΑΠ 86/2015).

Για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται (α) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, (β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, (γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και (δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 305/2016, ΑΠ 177/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η εκκαλουμένη απόφαση παρέλειψε να αναγνώσει την από 21-5-2019 αίτηση για την επικύρωση της από 24-4-2019 συμφωνίας εξυγίανσης της εταιρείας με την επωνυμία "...", της οποίας ο πρώτος εναγόμενος είναι πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλός της, ως προς το ποσοστό του 88,3% των μετοχών της που κατέχει ο ίδιος σ' αυτήν και της αξίας τους που δεν συνυπολογίστηκε στην υπάρχουσα περιουσία του, με συνέπεια η εκκαλουμένη απόφαση να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα ότι η εναπομείνασα, μετά τις ένδικες απαλλοτριώσεις, περιουσία του να επαρκεί προς ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος (ΑΠ 2/2009) αφενός διότι την ως άνω αίτηση εξυγίανσης έλαβε υπόψη του το Εφετείο, όχι ως κύριο αποδεικτικό μέσο και δίχως να εξάρει την αποδεικτική του ισχύ, αλλά συνεκτιμήθηκε με άλλα αποδεικτικά μέσα για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα της εκκαλουμένης απόφασης, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπησή της.

Αφετέρου διότι εδώ δεν συνιστά λόγο αναίρεσης η διαφορετική εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, όταν καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρούν ως ορθό οι αναιρεσείοντες, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8(β) του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από την ήδη αναιρεσείουσα (ΑΠ 354/2011) γιατί διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας, δεν επιτρεπόταν να τους λάβει υπόψη (Ολ.

ΑΠ 2/2001). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1933/2006), και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 760/2004, ΑΠ 539/2003), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ (Ολ.

ΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο. Αντίθετα, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΑΠ 2166/2009).

Συνακόλουθα, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμη ή αλυσιτελή (Ολ ΑΠ 2/1989, 14/2004), ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.

Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997, 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (Ολ.

ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1363/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το εναπομένον πρώτο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η εκκαλουμένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της το νομίμως προβληθέντα ουσιώδη ισχυρισμό της που έχει επιρροή στην έκβαση της δίκης συνιστάμενο στο ότι "η υπόλοιπη περιουσία του πρώτου εναγομένου επαρκούσε κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής εν όψει των εγγραφεισών πρώτων προσημειώσεων υπέρ της ενάγουσας για την ικανοποίησή της".

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι ο ως άνω ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής εκ του άρθρου 939 ΑΚ και δεν συνιστά πράγμα, κατά τα προαναφερθέντα, ανεξάρτητα από το εάν αυτός λήφθηκε υπ' όψη και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, κατά τα προαναφερθέντα.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η άνω αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, οι οποίες κατέθεσαν η κάθε μία προτάσεις θα υπολογιστούν συνολικά, εν όψει του ότι λόγω της φύσης της διαφοράς και της ταυτότητας του περιεχομένου τους δεν κρίνεται αναγκαία η κατάθεση διακριτών προτάσεων, και θα επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 180, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 977/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/κης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ