Supreme Court dismisses appeal on inheritance law grounds, ruling lower court properly weighed evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by four heirs against a first-instance court decision regarding inheritance distribution. The appellants argued the lower court ignored specific documents and witness testimonies, but the court found the appellate judgment explicitly considered all submitted evidence and witness depositions. Consequently, the appeal was dismissed because the lower court did not violate legal rules on the weight of evidence by evaluating witness credibility or omitting relevant materials.
Legislator headnote
AI generatedArticles 629, 638, 667 of the Ionian Civil Code; Article 559(12) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the violation of rules regarding the weight of evidence is inadmissible if the lower court merely assessed the credibility of witnesses or omitted specific evidence without granting it undue weight.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 857 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 857/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη-Eισηγητή, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 και 4)Χ4,που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Τζάνο.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Ψ1, 2) Ζ1, 3) Ζ2, 4) Ψ2 και 5) Ζ3.Οι 2ος και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σκοπελίτη, οι 1ος,4η και 5η δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-11-1990 αγωγή των αρχικών εναγόντων Ζ4,Ψ1,Ζ και Ψ2,που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 63/1992 μη οριστική, 126/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 173/2004 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-12-2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καπερώνης ανέγνωσε την από 8-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 31-12-2004 αίτησης αναίρεσης της 173/2004 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παρισταμένων αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Επειδή, όπως προκύπτει από τις 4599Β/28-9-2005, 4594Β/27-9-2005 και 4592Β/26-9-2005 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ......, ακριβή αντίγραφα της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στους πρώτο, τετάρτη και πέμπτη, αντιστοίχως, των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν στη σημειουμένη στην αρχή της παρούσας νόμιμη δικάσιμο, ούτε υπέβαλαν την, από το άρθρο 242 ΚΠολΔ, δήλωση μη εμφανίσεως στο ακροατήριο.
Συνεπώς, πρέπει το Δικαστήριο τούτο να προχωρήσει στη συζήτηση σαν να ήταν παρόντες και οι διάδικοι αυτοί (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ),.
ΙΙ.- Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 629, 638 και 667 του Ιονίου Αστικού Κώδικα, κατά τα ενδιαφέροντα εν προκειμένω μέρη τους, προκύπτουν τα ακόλουθα: Υπό την ισχύ του ανωτέρω Κώδικα, δηλαδή μέχρι τις 22-2-1946, κληρονόμοι του αποβιούντος χωρίς διαθήκη ήταν καταρχάς μεν τα άρρενα τέκνα του ή οι από αυτά (εξ αρρενογονίας) κατιόντες και μάλιστα κατ΄ ισομοιρία και κατά κεφαλές όταν ήταν όλοι πρώτου βαθμού, στη συνέχεια δε και εάν ο αποβιώσας δεν κατέλειπε υιούς, θυγατέρες, ούτε κατιόντες αυτών, ούτε και ανιόντες ως κληρονόμοι του εκαλούντο οι αμφιθαλείς ή ομαίμονες αδελφοί του και οι άρρενες, από αρρενογονία, κατιόντες των προαποβιωσάντων αμφιθαλών ή ομαιμόνων αδελφών του.
Η σχετική αποδοχή κληρονομίας μπορούσε να ήταν ρητή ή σιωπηλή, Ρητή εθεωρείτο η αποδοχή όταν κάποιος λάμβανε το όνομα του κληρονόμου σε δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο και σιωπηλή όταν ο κληρονόμος ενεργούσε κάποια πράξη, από την οποία να προέκυπτε αναγκαίως η θέλησή του προς αποδοχή της κληρονομίας και την οποία (πράξη) είχε δικαίωμα να κάνει μόνο ως κληρονόμος.
Για τη σιωπηλή, δηλαδή, αποδοχή ήταν απαραίτητο να προβούν οι κληρονόμοι σε εμφανείς υλικές πράξεις, οι οποίες να μαρτυρούν σαφώς τη θέλησή τους να εξουσιάζουν τα κληρονομιαία ως κληρονόμοι του αποβιώσαντος (κληρονομουμένου). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1813, 1814 και 1820 του ΑΚ, που ισχύει από 23-2-1946, ως κληρονόμοι του αποβιούντος, χωρίς διαθήκη, καλούνται κατά σειρά οι κατιόντες, όπως αναφέρονται στο άρθρο 1813 ΑΚ, εκ των οποίων τα τέκνα κατ΄ ισομοιρία και στη συνέχεια οι γονείς και αδελφοί του κληρονομουμένου και τα τέκνα και οι έγγονοι προαποβιωσάντων αδελφών του, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 1814 ΑΚ, και τέλος ο επιζών σύζυγος, ο οποίος, όταν μεν συντρέχει με τους συγγενείς της πρώτης τάξεως, λαμβάνει το ένα τέταρτο της κληρονομίας, ενώ όταν συντρέχει με συγγενείς των άλλων τάξεων καλείται στο μισό της κληρονομίας (πλέον του "εξαιρέτου").
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 1846 ΑΚ, ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως την κληρονομία μόλις γίνει η επαγωγή, με την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 1198 ΑΚ, δηλαδή, προκειμένου περί ακινήτου, με την προϋπόθεση της αποδοχής της κληρονομίας και την μεταγραφή της σχετικής δηλώσεως, με τη σημείωση εδώ ότι είναι δυνατόν να γίνει αποδοχή περισσοτέρων κληρονομιών με μία συμβολαιογραφική πράξη ή και αποδοχή, για λογαριασμό αποβιώσαντος κληρονόμου, από τον κληρονόμο του τελευταίου.
Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες εκθέτουν στην αγωγή τους, κατ΄ ορθή εκτίμηση του δικογράφου αυτής, τα εξής: 'Ότι το επίδικο ακίνητο (παλαιά οικία με οικότοπο), που με λεπτομέρεια περιγράφουν σ' αυτή και ήταν της κυριότητας του Ζ, μετά το θάνατο αυτού, στις 8-8-1914, περιήλθε στα τέσσερα άρρενα τέκνα του, Ζ5, Ζ6 , Ζ2 και Ζ7 κατ΄ ισομοιρία. 'Ότι οι τελευταίοι αποδέχθηκαν σιωπηλά την άνω κληρονομία και άσκησαν από το θάνατο του δικαιοπαρόχου τους συγκεκριμένες εμφανείς πράξεις εκδηλώνοντας τη θέλησή τους να είναι κληρονόμοι και ειδικότερα διέμεναν στην οικία και καλλιεργούσαν τον οικότοπο οι μεν Ζ6 και Ζ5 μέχρι το θάνατό τους το έτος 1927 και 1942 αντίστοιχα, οι δε λοιποί μέχρι, που έφυγαν από τη περιοχή και εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα, έχοντας, όμως, ως αντιπροσώπους τους, στην άσκηση των άνω υλικών πράξεων, τους αδελφούς τους, επιπλέον δε επισκέπτονταν συστηματικά το επίδικο, διέμεναν στην οικία, φρόντιζαν και ενδιαφέρονταν για το επίδικο και συμμετείχαν στις δαπάνες για τη καλή διατήρησή του. 'Ότι το έτος 1927, που απεβίωσε ο Ζ6, το κληρονομικό του μερίδιο περιήλθε στους άρρενες αδελφούς τους κατ΄ ισομοιρία. 'Ότι περί το έτος 1942 απεβίωσε και ο Ζ5 και το κληρονομικό του μερίδιο περιήλθε στους άρρενες γυιούς του Ζ. (πρώτο εναγόμενο στην αγωγή) και Χ, μετά το θάνατο του οποίου, το έτος 1985, το κληρονομικό του μερίδιο περιήλθε στη σύζυγό του ....και τα τέσσερα τέκνα του Χ1, Χ2 , Χ3 και Χ4 κατά τα ειδικότερα στην αγωγή αναφερόμενα ποσοστά (λοιποί εναγόμενοι στην αγωγή), ενώ μετά το θάνατο και της άνω συζύγου του το κληρονομικό του ποσοστό περιήλθε στα τέσσερα τέκνα του κατ΄ ισομοιρία. 'Ότι το έτος 1946 απεβίωσε και ο Ζ2 και το κληρονομικό του μερίδιο από την κληρονομία περιήλθε ση σύζυγό του και τα τρία τέκνα του κατά τα ειδικότερα στην αγωγή αναφερόμενα εξ αδιαιρέτου ποσοστά, μετά δε το θάνατο της συζύγου του το έτος 1960 το κληρονομικό του μερίδιο περιήλθε κατ΄ ισομοιρία στα τρία τέκνα του Ψ1, Ψ3 και Ψ2. 'Οτι μετά το θάνατο του Ζ7 το έτος 1971 το κληρονομικό του μερίδιο από την κληρονομία περιήλθε στην αδελφή του Ζ4 (πρώτη ενάγουσα), στα τέκνα του ήδη αποβιώσαντος, από το 1942, αδελφού του Ζ5,....
και .... και στα τέκνα του αποβιώσαντος, από το έτος 1946, αδελφού του Ζ2 (λοιποί ενάγοντες). 'Ότι μετά τη μετανάστευση στην Αθήνα των αδελφών Ζ2 , Ζ7 και Ζ4 (πρώτης ενάγουσας) και τον θάνατο των δύο άλλων αδελφών στην οικία του επιδίκου διέμεναν τα τέκνα του αρχικού κληρονόμου Ζ5, Ζ μέχρι το έτος 1945, που μετακινήθηκε στην Αθήνα και ....μέχρι το θάνατό του το έτος 1985, χωρίς οι λοιποί συγκληρονόμοι να παραιτηθούν των δικαιωμάτων τους από την κληρονομία του αρχικού κληρονομουμένου Ψ3. 'Ότι με τις νόμιμα μεταγραμμένες υπ' αριθμ. ....
και ....δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας, αντίστοιχα, η πρώτη ενάγουσα αποδέχθηκε το κληρονομικό ποσοστό της επί του κληρονομικού μεριδίου του αποβιώσαντος αδελφού της Ζ7, οι δε λοιποί ενάγοντες αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομία τόσο του πατέρα τους Ζ2, όσο και της μητέρας τους, ως και του αδελφού του πατέρα τους Ζ7 μεταγράφοντας την σχετική περί αποδοχής δήλωσή τους, γενόμενοι όλοι οι παραπάνω ενάγοντες συγκύριοι στο επίδικο ακίνητο κατά τα ειδικότερα στην ένδικη αγωγή αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου.
Ενόψει αυτών, ως εκ του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει, για μεν τις κληρονομίες, που περιήλθαν στους προαναφερόμενους κληρονόμους μέχρι της ισχύος του Ιονίου Κώδικα, οι τελευταίοι σιωπηλά αποδέχθηκαν αυτές ως κληρονόμοι, προβαίνοντες εμφανώς στις παραπάνω υλικές πράξεις επί του επιδίκου είτε αυτοπροσώπως είτε δι' αντιπροσώπου, από τις οποίες προκύπτει η θέλησή τους ν' αποδεχθούν τα καταλεlφθέντα εις ένα έκαστο τούτων κληρονομιαία ποσοστά.
Για δε τις κληρονομίες, που περιήλθαν στους μετέπειτα κληρονόμους ενάγοντες, από της ισχύος του ΑΚ (1946), οι τελευταίοι, προκειμένου να ισχυριστούν συγκυριότητά τους επί του κληρονομιαίου ακινήτου επικαλούνται στο ένδικο αγωγικό δικόγραφό τους αντίστοιχες δηλώσεις αποδοχής των κληρονομικών τους ποσοστών και μεταγραφή των δηλώσεων αυτών.
Έτσι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η αγωγή είναι ορισμένη, ως προς τις επικαλούμενες κληρονομικές διαδοχές, τόσο υπό την ισχύ του Ιονίου όσο και του ισχύοντος Αστικού Κώδικα και συνεπώς είναι απορριπτέος ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως, και με τα τέσσερα μέρη του οποίου οι αναιρεσείοντες παραπονούνται, ουσιαστικώς, για τη μη απόρριψη της ένδικης αγωγής ως αόριστης
ΙΙΙ.- Επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς, κρίση του τα ακόλουθα : "Ο απώτατος δικαιοπάροχος των διαδίκων Ζ, περί το έτος 1897, ήλθε εις την Κέρκυρα από τη Θεσπρωτία και αγόρασε ατύπως από τρεις καθολικές καλόγριες το επίδικο ακίνητο, που οι τελευταίες χρησιμοποιούσαν ως θερμοκήπιο και συγκεκριμένα ένα οικόπεδο, εκτάσεως 1019 τ.μ., μέσα στο οποίο υπήρχε ισόγεια οικία 64 τ.μ., το οποίο (οικόπεδο) κείται στη θέση....
του προαστίου ....και συνορεύει...... Από της κτήσεως του άνω ακινήτου ο απώτατος δικαιοπάροχος των διαδίκων Ζ ασκούσε σ΄ αυτό με διάνοια κυρίου, συνεχώς, αδιάκοπα, ειρηνικά και φανερά, απέναντι σε εκείνους, που είχαν συμφέρον να αντείπουν, πράξεις, που δεν επιδέχονται διττή ερμηνεία ως προς τον χαρακτήρα τους και ταίριαζαν στη φύση και τον προορισμό του και ειδικότερα χρησιμοποιούσε την οικία ως κατοικία του ίδιου και της πολυμελούς οικογενείας του και στο οικόπεδο καλλιεργούσε δένδρα και κηπευτικά.
Μετά το θάνατό του το έτος 1914 κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα άρρενα τέκνα του Ζ5, Ζ6 , Ζ2 και Ζ7 κατά ποσοστό 144/576 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, οι οποίοι συνέχισαν να ασκούν στο επίδικο, με διάνοια συγκυρίων, συνεχώς, αδιάκοπα, ειρηνικά και φανερά απέναντι σ΄ αυτούς, που είχαν συμφέρον να αντείπουν, πράξεις δηλωτικές της θελήσεώς τους να είναι συγκληρονόμοι σ΄ αυτό (επίδικο) και που ταίριαζαν στη φύση και τον προορισμό του, είτε αυτοπροσώπως, είτε δι΄ αντιπροσώπου.
Συγκεκριμένα ο Ζ5 διέμενε οικογενειακώς στην οικία μετά της οικογενείας του μέχρι το έτος 1942, που απεβίωσε, Ζ6 διέμενε ομοίως στην οικία μετά της συζύγου του μέχρι την ημέρα του θανάτου του το έτος 1927, ο Ζ2 χρησιμοποιούσε την οικία ως κατοικία του ιδίου και της συζύγου του μέχρι το έτος 1925, που μετοίκησε στην Αθήνα και ο Ζ7 διέμενε στην οικία μέχρι το έτος 1926, που μετοίκησε στην Αθήνα, οι δύο δε τελευταίοι και μετά την εγκατάστασή τους στην Αθήνα συνέχισαν να επισκέπτονται σποραδικά το επίδικο ακίνητο και να χρησιμοποιούν τον Ζ5 αδελφό τους ως αντιπρόσωπό τους στην άσκηση πράξεων δηλωτικών της θελήσεώς τους να είναι συγκληρονόμοι μέχρι του θανάτου του το έτος 1942.
Κατά συνέπεια άπαντες οι ανωτέρω κατέστησαν, μετά από προσμέτρηση της νομής και του πατέρα τους Ζ , συγκύριοι του επιδίκου κατά τα προαναφερόμενα εξ αδιαιρέτου ποσοστά με τριακονταετή παραγραφή. Μετά το θάνατο του Ζ6 , το έτος 1927, το ως άνω εξ αδιαιρέτου μερίδιό του περιήλθε στους άρρενες εν ζωή αδελφούς του Ζ5 , Ζ2 και Ζ7 κατ' ισομοιρία, οι οποίοι συνέχισαν να ασκούν τις δηλωτικές της νομής τους επί του επιδίκου πράξεις, που φανέρωναν τη θέλησή τους να είναι συγκληρονόμοι του ανωτέρω αδελφού τους κατά το συγκεκριμένο ποσοστό του έκαστος και μάλιστα ο μεν Ζ5 αυτοπροσώπως, οι άλλοι δε δύο (Ζ2 και Ζ7) έχοντας ως αντιπρόσωπό τους τον Ζ5 μέχρι το θάνατο του τελευταίου το έτος 1942 και αργότερα τα τέκνα του (αναφέρονται τα 2 τεκνα του Ζ5), που διενεργούσαν τις προαναφερόμενες πράξεις μέχρι τα έτη 1945 και 1977 αντίστοιχα και για λογαριασμό των λοιπών συγκληρονόμων, από τους οποίους κανένας δεν εξεδήλωσε τη πρόθεσή του να αποξενωθεί του κληρονομιαίου ακινήτου, καίτοι δεν διέμεναν μονίμως στη Κέρκυρα, γεγονός, που προκύπτει από την κατά καιρούς εκδήλωση ενδιαφέροντος για την αξιοποίηση και φροντίδα τούτου.
Στις 13-1-1942 απεβίωσε στη Κέρκυρα ο Ζ5 και κατέλιπε εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τον (αναφέρονται τα τέκνα του Ζ5) (άμεσο δικαιοπάροχο των εκκαλούντων) γιούς του, οι οποίοι κατέστησαν κληρονόμοι του κατ' ισομοιρία στο εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητας αυτού, όπως τούτο είχε πλέον διαμορφωθεί μετά και το θάνατο του Ζ6 , που δεν κατέλιπε κληρονόμους κατιόντες, σε ποσοστό 192/576 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου, και οι οποίοι συνέχισαν να ασκούν επ' αυτού πράξεις, που φανέρωναν τη θέλησή τους να είναι συγκληρονόμοι του κατά ποσοστό 96/576 εξ αδιαιρέτου έκαστος και μάλιστα ο ....
αυτοπροσώπως μεν μέχρι το έτος 1945, κατοικώντας στην οικία και από το έτος 1945 και μετά, που εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, έχοντας αντιπρόσωπό του τον ....., μέχρι το 1985, που απεβίωσε, ο δε ....αυτοπροσώπως, διαμένοντας στην οικία μετά της οικογενείας του και χρησιμοποιώντας μέρος αυτής για την ενάσκηση του επαγγέλματός του ως επισκευαστού υποδημάτων, επιπλέον προβαίνοντας σε επιδιορθώσεις της οικίας ως και στην υδροδότηση και ηλεκτροδότησή της αργότερα, και όλα αυτά στα πλαίσια του δικαιώματος συγκληρονομίας, χωρίς ποτέ, μέχρι και το έτος 1977, να αμφισβητήσει τα δικαιώματα των λοιπών συγκληρονόμων, στο όνομα των οποίων ενεργούσε τις άνω πράξεις και δη του αδελφού του ....., αλλά και των άλλων κληρονόμων των αρχικών κληρονόμων του κληρονομούμενου Ψ3.
Στις 2-4-1946 απεβίωσε στην Αθήνα ο Ζ2 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του και τα τέκνα του δεύτερο, τρίτο και τετάρτη των αρχικών εναγόντων. Οι τελευταίοι μετά το θάνατο της μητέρας τους το έτος 1960 απέκτησαν κατ' ισομοιρία το κληρονομικό ποσοστό του πατέρα τους επί της αρχικής κληρονομίας του Ψ3 , όπως αυτό είχε διαμορφωθεί μετά το θάνατο του Ζ6 σε ποσοστό 192/576 εξ αδιαιρέτου και δη κατά ποσοστό 64/576 εξ αδιαιρέτου έκαστος, ενώ αποδεχθέντες την άνω κληρονομία με την υπ' αριθμ......δήλωση αποδοχής του συμβολαιογράφου Αθηνών Τριαντ.
Παπαδόπουλου και μεταγράφοντας αυτή κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου κατά τα ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστά έκαστος συνεχίζοντας ν' ασκούν νομή επ' αυτού με αντιπροσώπους τα εξαδέλφια τους (αναφέρονται τα τέκνα του Ζ5) που κατείχαν το ακίνητο και επ' ονόματί τους μέχρι τα έτη 1945 και 1977 αντίστοιχα. Στις 21-3-71 απεβίωσε στην Αθήνα, άγαμος, ο Ζ7 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την εν ζωή τότε αδελφή του Ζ4 (πρώτη των αρχικών εναγόντων) τα τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού του Ζ5 , δηλαδή τον .....
και τον ...., και τα τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού του Ζ2 , δηλαδή, Ψ1, Ψ3 και Ψ2 το γένος Ψ (δεύτερο, τρίτο και τετάρτη των αρχικών εναγόντων). Συγκεκριμένα το κληρονομικό ποσοστό του αποβιώσαντος Ζ7 από την αρχική κληρονομία του πατέρα του Ζ, όπως τούτο είχε διαμορφωθεί μετά το θάνατο του αδελφού του Ζ6 ανερχόταν, κατά το χρόνο του θανάτου του, σε 192/576 εξ αδιαιρέτου και περιήλθε κατά 64/576 εξ αδιαιρέτου στην Ζ4, (πρώτη των αρχικώς εναγόντων), κατά 64/576 εξ αδιαιρέτου στους αδελφούς ....
και ....(δηλαδή κατά 32/576 εξ αδιαιρέτου εις έκαστο) και στους αδελφούς Ψ1 , Ψ3 και Ψ2 (δεύτερο, τρίτο και τέταρτη των αρχικώς εναγόντων) κατά 64/576 εξ αδιαιρέτου (δηλαδή κατά 21, 33/576 εξ αδιαιρέτου εις έκαστο). Οι παραπάνω αρχικοί ενάγοντες, αποδέχθηκαν το κληρονομικό τους μερίδιο στην άνω κληρονομία με τις υπ' αριθμ. ....
και .... δηλώσεις αποδοχής του συμβολαιογράφου Αθηνών Τριαντ. Παπαδόπουλου και μετέγραψαν αυτές γενόμενοι συγκύριοι του επιδίκου κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου έκαστος και συνεχίζοντας να ασκούν σ' αυτό πράξεις νομής δια του δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων ...., μέχρι το έτος 1977, που ο τελευταίος αμφισβήτησε τα δικαιώματα ενός εκάστου, επί του επιδίκου.
Τέλος στις 8-8-85 απεβίωσε, στην Κέρκυρα, ο Χ και άφησε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του ..... (δεύτερη από τους αρχικούς εναγομένους) κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου και τα τέκνα του Χ1 ,Χ2, Χ3 και Χ4 (τρίτο, τέταρτη και έκτο από τους αρχικούς εναγομένους), οι οποίοι με τη νόμιμα μεταγραμμένη υπ' αριθμ. ....
δήλωση αποδοχής κληρονομίας αποδέχθηκαν το κληρονομικό ποσοστό του συζύγου και πατέρα τους, αντίστοιχα, Χ, όπως αυτό είχε ήδη διαμορφωθεί μετά το θάνατο του Ζ7, δηλαδή τα 128/576 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου (96/576 εξ αδιαιρέτου από τον Ζ5 + 32/576 εξ αδιαιρέτου από τον Ζ7) κατά το προαναφερόμενο εξ αδιαθέτου ποσοστό του έκαστος και κατέστησαν συγκύριοι της αρχικής κληρονομίας του απώτατου δικαιοπαρόχου του Ψ3 κατά 30,4/576 εξ αδιαιρέτου η αρχική δεύτερη εναγομένη ....χήρα Χ και κατά 24,4/576, εξ αδιαιρέτου έκαστος από τους αρχικούς τρίτο, τέταρτη, πέμπτη και έκτο εναγομένους.
Ενόψει των παραπάνω η μερίδα συγκυριότητας των αρχικών εναγόντων στην ένδικη αγωγή ανέρχεται σε ποσοστό 320/576 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου συνολικά και αναλυτικά της πρώτης αρχικά ενάγουσας Ζ4 σε ποσοστό 64/576 εξ αδιαιρέτου, του δευτέρου, τρίτου και τετάρτης από τους αρχικά ενάγοντες (Ψ1 , Ψ3 και Ψ2 ) σε ποσοστό 85,32/576 εξ αδιαιρέτου, ενώ η μερίδα συγκυριότητας των αρχικών εναγομένων στην ένδικη αγωγή ανέρχεται σε ποσοστό 256/576 εξ αδιαιρέτου συνολικά επί του επιδίκου ακινήτου και αναλυτικά του πρώτου αρχικά εναγομένου Χ1 σε ποσοστό 128/576 εξ αδιαιρέτου, της δεύτερης αρχικά εναγομένης ....
χήρας Χ σε ποσοστό 30,4/576 εξ αδιαιρέτου και του τρίτου, τετάρτης, πέμπτης και έκτου από τους αρχικά εναγομένους (Χ1 , Χ2 , Χ3 και Χ4 ) σε ποσοστό 24,4/576 εξ αδιαιρέτου έκαστος. Ας σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός των εκκαλούντων εναγομένων ότι το επίδικο περιήλθε στη κυριότητα του αμέσου δικαιοπαρόχου τους Χ μετά από άτυπη από αυτόν αγορά του από την οικογένεια ...., το έτος 1935, δια χρημάτων της συζύγου του .... (δεύτερης από τους αρχικά εναγομένους) δεν κρίνεται βάσιμος, αφού όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από 18-9-82 έγγραφες προτάσεις του ιδίου του δικαιοπαρόχου τους Χ, ο τελευταίος απαντώντας σε προηγούμενη από 29-3-82 αγωγή διανομής του επιδίκου ακινήτου που είχαν ασκήσει εναντίον του και εναντίον του αδελφού του Ζ (πρώτου απ' τους αρχικά εναγομένους στην ένδικη αγωγή) οι νυν ενάγοντες ισχυριζόταν ότι ο πατέρας αυτού Ζ5 (παππούς των ήδη εκκαλούντων) αγόρασε δια χρημάτων της συζύγου του ...
και ιδικών του το επίδικο ακίνητο το έτος 1906 από την οικογένεια .... και ότι ο προπάππος τους Ζ ήταν απλός μισθωτής τούτου. Επίσης, ενώ οι νυν εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι το επίδικο αγοράστηκε από τον πατέρα τους Χ, άτυπα, το έτος 1935, και αυτός ο ίδιος εξ ιδίων χρημάτων προέβη στις επισκευές των βλαβών αυτού κατά τους βομβαρδισμούς του πολέμου εντούτοις ο Ζ, στις ως άνω, από 18-9-1982, έγγραφες προτάσεις του, αναγνώρισε ότι οι επισκευές δινεργήθηκαν από κοινού με τον αδελφό του Ζ, ο οποίος ήταν συγκύριος κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου.
Πέρα απ' αυτά ενώ οι ίδιοι προκειμένου να ενισχύσουν τον άνω ισχυρισμό τους περί αποκλειστικής κυριότητας του επιδίκου από τον Χ λόγω αγοράς, δια χρημάτων της μητέρας τους προσκομίζουν το υπ' αριθμ. .....συμβόλαιο πωλήσεως από το οποίο φαίνεται ότι η μητέρα τους ..... έχοντας στη κυριότητά της, μαζί με τα αδέλφια της, μια οικία από κληρονομιά της μητέρας της, την πώλησε αντί τιμήματος 10.000 δραχ., εντούτοις ισχυριζόμενοι ότι τα χρήματα αυτά διετέθησαν από τον πατέρα τους Χ για την αγορά του επιδίκου ουδόλως προσκομίζουν αντίστοιχο συμβολαιογραφικό έγγραφο για την αγοραπωλησία παρά το γεγονός ότι και αυτή κατά τους ισχυρισμούς τους καταρτίστηκε το έτος 1935.
Άλλωστε η μεταβαλλόμενη θέση και άποψη των εκκαλούντων, σε σχέση με εκείνη του αμέσου δικαιοπαρόχου τους Χ, εξ αφορμής προηγούμενης αγωγής διανομής, ως και η ύπαρξη διπλών αποδοχών κληρονομίας του τελευταίου εκ μέρους αυτών (εκκαλούντων) κατά τα έτη 1986 και 1987 δεν αιτιολογείται πειστικά, από το ότι ο πατέρας τους Χ ισχυρίσθηκε τα παραπάνω στις, από 18-9-1982 έγγραφες προτάσεις του, για να μη νομιμοποιηθούν οι νόμιμες αξιώσεις της συζύγου του ...., με την οποία βρισκόταν σε διάσταση και με της οποίας τα χρήματα αγόρασε, το έτος 1935, το επίδικο ακίνητο, αφού κάτι τέτοιο δεν είναι λογικά εξηγήσιμο αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η ίδια η ....
προέβη και στις δύο ως άνω αποδοχές κληρονομίας του τότε εν διαστάσει συζύγου της Χ για λογαριασμό της και ως πληρεξουσία των ήδη εκκαλούντων". Με αυτά, που δέχθηκε και έτσι, που έκρινε, το πιο πάνω Δικαστήριο διέλαβε, στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για όλα τα κρίσιμα στην προκειμένη υπόθεση θέματα και κατέληξε σε πλήρες και σαφές αποδεικτικό πόρισμα και επομένως πρέπει να απορριφθεί, ως κατ' ουσία αβάσιμος, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως και κατά τα τέσσερα μέρη του, από τη διάταξη του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Σημειώνεται ότι τα περαιτέρω αναφερόμενα στο λόγο αυτό αναιρέσεως περί "αντιφάσεων" των παραδοχών του Εφετείου, όχι μεταξύ τους, αλλά προς τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων ή προς τα, κατά τις απόψεις τους, αποδειχθέντα πραγματικά γεγονότα, απαραδέκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ., προβάλλονται.
ΙV.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ ΑΠ 3/1997).
Δεν αποτελούν "πράγματα", μεταξύ άλλων, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων και τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ ΑΠ 469/1984), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως. Για να ιδρυθεί δε ο από την περ, β΄ της παραπάνω διατάξεως λόγος (για μη λήψη υπόψη προταθέντων πραγμάτων), θα πρέπει ο σχετικός ισχυρισμός να είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 2/1989). και να αναφέρονται στο αναιρετήριο αφενός τα "πράγματα", που δεν λήφθηκαν υπόψη και η επίδραση, που θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης, και αφετέρου τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτώς, από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο και ήταν νόμιμος, ενώ επί ενστάσεως (θα πρέπει να αναφέρονται) και τα περιστατικά, που την συγκροτούν, χωρίς να αρκεί η αναφορά μόνο των διατάξεων.
Εξάλλου, αν από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι ο ισχυρισμός εξετάσθηκε και απορρίφθηκε, ως απαράδεκτος ή κατ' ουσία, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος (Ολ ΑΠ 12/1991). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 262 παρ. 1 και 269 ΚΠολΔ και 281 ΑΚ συνάγεται ότι για την πληρότητα της, από το τελευταίο άρθρο, ενστάσεως και το παραδεκτό αυτής, από απόψεως χρόνου προβολής της, απαιτείται τα συγκροτούντα την κατάχρηση περιστατικά να προβάλλονται με επάρκεια κατά την πρώτη, στον πρώτο βαθμό, συζήτηση της υποθέσεως, από τον εναγόμενο, που ζητεί την απόρριψη της αγωγής και συγχρόνως να γίνεται επίκληση από τον ίδιο της, από τα περιστατικά αυτά, προκύπτουσας καταχρήσεως και να διατυπώνεται από αυτόν και αίτημα απορρίψεως της αγωγής για την αιτία αυτή.
Επίσης, αν ο ισχυρισμός περί δεδικασμένου δεν είναι νόμιμος ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, αν το Εφετείο απέρριψε σιγή την σχετική ένσταση. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τους τρίτο και πέμπτο λόγους της υπό κρίση αιτήσεως υποστηρίζουν ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της προαναφερομένης διατάξεως (άρθρ. 559 αριθ. 8 περ.
β' ΚΠολΔ), διότι δεν έλαβε υπόψη : α) "τον ισχυρισμό τους, που αφορούσε την ύπαρξη δεδικασμένoυ από την 186/1981 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας (Τμήματος ασφαλιστικών μέτρων)", β) τον ισχυρισμό τους, κατά τον οποίο "το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν εκτίμησε ουσιαστικά το γεγονός ότι το επίδικο πριν από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο ανήκε αποκλειστικά στο δικαιοπάροχό τους Χ και από τότε μέχρι και την έναρξη της αντιδικίας για πενήντα χρόνια οι αντίδικοι και οι δικαιοπάροχοί τους δεν είχαν σχέση ή επαφή με το ακίνητο.....
και εξήντα έτη μετά την αποχώρησή τους από Κέρκυρα προσπαθούν να εμφανίσουν ότι είχαν συγκυριότητα στο ακίνητο, όταν κάτι τέτοιο δεν υπήρχε...... ότι οι αντίδικοι δεν έχουν να επιδείξουν ούτε μία διακατοχική πράξη και ουδέποτε είχαν συμμετοχή σε οποιαδήποτε δαπάνη για το επίδικο, η δε προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε τους ισχυρισμούς τους χωρίς αυτοί να αποδειχθούν και χωρίς να εκτιμήσει την πραγματική κατάσταση, η οποία είχε διαμορφωθεί στο επίδικο για ένα περίπου αιώνα...... ...
αποδεικνύεται λοιπόν ότι προτάθηκαν τα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ και το δικαστήριο όφειλε να εξετάσει τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της ενστάσεως αυτής, πράγμα, που, παρά το νόμο, παρέλειψε", και γ) "τους ισχυρισμούς τους ότι ο πατέρας τους (Χ ) ήταν αγράμματος, ακατάστατος, μέθυσος και ασθενής και για το λόγο αυτό τους ισχυρισμούς, που προέβαλε με τις προτάσεις του σε προηγούμενη δίκη στις 18-9-1982, στην ουσία τους προέβαλε ο αδελφός του Ζ , ο οποίος χάραζε την υπερασπιστική γραμμή, ανέθεσε την υπόθεση σε δικηγόρο της αρεσκείας του και βρήκε και τους μάρτυρες, η προσβαλλομένη απόφαση δε δεν έλαβε υπόψη τους στην προκειμένη δίκη ισχυρισμούς τους (όσο αφορά τις πράξεις νομής επί του επιδίκου), αλλά στηρίχθηκε σε προηγούμενο (σε άλλη δίκη) διαφορετικό ισχυρισμό του μη διαδίκου-πατέρα τους, ανατρέπουσα τοιουτοτρόπως άπαντες τους δικούς τους ισχυρισμούς".
Οι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι: 1) ο περί "αγνoήσεως" του "δεδικασμένου από την 186/1981 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας", διότι, εκτός της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι, κατά τα άρθρα 324 και 325 ΚΠολΔ, προϋποθέσεις υπάρξεως δεδικασμένου (ταυτότητα προσώπων κλπ και ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας), ο σχετικός ισχυρισμός είναι μη νόμιμος, δεδομένου ότι, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 332, 682 και 683 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων εκδιδομένη απόφαση είναι προσωρινής ισχύος και δεν επηρεάζει την έκβαση της κυρίας υποθέσεως, αλλά παράγει, όταν γίνει τελεσίδικη, προσωρινό μόνο δεδικασμένο, που δεσμεύει το δικαστήριο μόνο όταν πρόκειται να δικάσει, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και πάλι, την ίδια υπόθεση μεταξύ των αυτών διαδίκων, 2) ο από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (ισχυρισμός) διότι, από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως, προκύπτει ότι δεν έχει διατυπωθεί κατά τρόπο ορισμένο σχετική ένσταση και σε κάθε περίπτωση δεν υπάρχει αίτημα απορρίψεως της αγωγής για την αιτία αυτή (καταχρήσεως δικαιώματος), πράγμα που δεν μνημονεύεται ούτε στο αναιρετήριο, έστω και αν θεωρηθεί ότι τα παρατιθέμενα σ' αυτό λοιπά περιστατικά μπορούν να θεμελιώσουν την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση, και 3) οι ισχυρισμοί, που αναφέρονται ανωτέρω με στοιχ.
γ΄ διότι δεν αποτελούν "πράγματα" με την εκτεθείσα στην αρχή της παρούσας σκέψεως έννοια, αλλά απλά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων για τα διαδραματισθέντα κατά τις δικαστικές διενέξεις για το επίδικο. Επομένως, ορθώς το Εφετείο απέρριψε σιγή τις ενστάσεις δεδικασμένου και καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος και δεν ασχολήθηκε ιδιαιτέρως με όλα τα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν αποτελούν πράγματα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ.
V.- Επειδή, ο, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ΄ ΚΠολΔ) λόγος αναιρέσεως, απορρίπτεται, ως κατ' ουσία αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλομένη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν με επίκληση. Συνήθως δε αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός από αυτά και χωρίς διάκριση από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποιά έμμεση απόδειξη.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τον τέταρτο λόγο της κρινομένης αιτήσεως, υποστηρίζουν ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα στα με στοιχ. Α΄ και B΄ μέρη του λόγου αυτού έγγραφα και τις, με στοιχ. Γ΄, καταθέσεις των μαρτύρων τους. Από την, στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, όμως, βεβαίωση ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, συνεκτίμησε "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και των δύο διαδίκων μερών, που περιέχονται στις 64/1995, 4/1993, 13/1993 και 16/1993 εκθέσεις του Εισηγητή και των εντεταλμένων Δικαστών και όλα τα προσκομιζόμενα, από τα διάδικα μέρη, έγγραφα" και από το όλο περιεχόμενό της (αναιρεσιβαλλομένης), συνάγεται αδιστάκτως ότι το ανωτέρω Δικαστήριο έλαβε υπόψη του, αφενός και τα αναφερόμενα, στα, με τα πιο πάνω στοιχεία Α΄ και Β΄ του ανωτέρω λόγου, έγγραφα και αφετέρου τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ....
και .... και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος ο λόγος αυτός αναιρέσεως (και κατά τα τρία μέρη του).
Vl.- Επειδή, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολoνότι την είχε κατά νόμο και όχι όταν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά, ισοδύναμα κατά νόμo, αποδεικτικά μέσα ή αν έκρινε τους μάρτυρες του ενός διαδίκου περισσότερο αξιόπιστους από του άλλου.
Επίσης, δεν συνιστά την πλημμέλεια της ανωτέρω διατάξεως η γενική παράλειψη του δικαστηρίου να διαστείλει ποιά μέσα λήφθηκαν υπόψη για άμεση και ποιά για έμμεση απόδειξη. Επoμένως ο έκτος και τελευταίος λόγος της κρινομένης αιτήσεως, κατά τον οποίο "η προσβαλλομένη δέχθηκε τους ισχυρισμούς των εναγόντων αναφορικά με τα άνω περιστατικά, στηριζομένη αποκλειστικά στις ως άνω καταθέσεις των μαρτύρων τους, αποδίδουσα μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη, που απονέμει ο νόμος σ' αυτές και έτσι τις διαφοροποίησε έναντι όλων των άλλων αποδεικτικών μέσων, τα οποία αγνόησε εντελώς, αφού ούτε καν αναφέρει έστω και ένα εξ αυτών, υποπεσούσα στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ" είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
Σε κάθε περίπτωση, στην προσβαλλομένη απόφαση μνημονεύεται ρητώς, κατά τα προαναφερόμενα, ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, συνεκτιμώντας "τις καταθέσεις των μαρτύρων και των δύο διαδίκων μερών, που περιέχονται... ... .όλα τα προσκομιζόμενα έγγραφα, σε συνδυασμό με τα όσα τα διάδικα μέρη συνομολογούν με τις έγγραφες προτάσεις τους".
Συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την, από 31 Δεκεμβρίου 2004, αίτηση των Χ1 , Χ2 , Χ3 και Χ4 για αναίρεση της 173/2004 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων (δευτέρου και τρίτου) αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ