Supreme Court dismisses appeal against insurance contract termination, ruling facts are uncontrollable.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment terminating the insurance contract. The appellant argued the insurer acted in bad faith by abruptly stopping payments, but the court found this challenged the uncontrollable factual assessment of the original trial. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court's review of factual findings is limited, and appeals challenging the substantive assessment of facts or the existence of a contract are inadmissible when such facts were already established as final.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1458 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1458/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδων Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:
Π. Σ. του Η., κατοίκου ... Αττικής, ως μοναδικού κληρονόμου και καθολικού διαδόχου της αποβιωσάσης αρχικά ενάγουσας Κ. Σ., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Ευφροσύνης Γκρανιά και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου:
Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ», που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Πετσάλα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 05.02.2007 αγωγή της ήδη αποβιωσάσης Κ. Σ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5163/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2282/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 02.01.2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Υπόκειται προς κρίση η από 02.01.2020 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθμ. 2282/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η από 10.12.2012 έφεση του καθολικού διαδόχου της αρχικής ενάγουσας αναιρεσείοντος κατά της υπ’ αριθμ. 5163/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει την από 05.05.2007 αγωγή της δικαιοπαρόχου του. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), εν όψει του ότι παράβολο για την άσκηση της αναίρεσης δεν κατατέθηκε, διότι ο αναιρεσείων απολαύει νομικής βοήθειας με την υπ’ αριθμ. 442/2019 πράξη του Προέδρου του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης του Εφετείου Αθηνών.
[II] Από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Γενικότερα απαράδεκτοι είναι οι λόγοι που υπό την επίφαση νομικής πλημμέλειας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας επί πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 1/1995, ΑΠ 871/2018, 86/2018) ή χαρακτηρίζονται και ως αλυσιτελείς όταν, ανεξαρτήτως αν αληθεύουν ή όχι, δεν μπορούν να επιφέρουν την έννομη συνέπεια που επιδιώκουν δηλ. δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 531/2018, 1188/2018, 696/2019).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα κα χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 184/2017).
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 166/2016).
Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και: (α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, (β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και (γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ’ επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1999, ΑΠ 148/2008). Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω οι λόγοι αναίρεσης πρέπει να είναι και λυσιτελείς δηλ.
ανεξάρτητα από το εάν αληθεύουν ή όχι πρέπει να μπορούν να επιφέρουν έννομη συνέπεια που επιδιώκουν δηλ. να επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 696/2019, 531/2018), διαφορετικά απορρίπτονται ως απαράδεκτοι.
[III] Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης υπό την επίκληση της παραβίασης των αρ. 10 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι «προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο εσφαλμένως απέρριψε ως αβάσιμους τους λόγους έφεσης» αιτιολογώντας στη συνέχεια τις πλημμέλειες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καταλήγοντας ότι το δικάσαν δικαστήριο «εσφαλμένα ερμήνευσε το σύνολο του προσκομιζόμενου αποδεικτικού υλικού με την παραδοχή του ότι [...] το άνω επίδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο έχει καταγγελθεί νόμιμα από την αντίδικο ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία ήδη από τον Μάϊο του έτους 2005 λόγω μη προσήκουσας καταβολής των ασφαλίστρων από τη θανούσα μητέρα μου [...]». Επί πλέον ο αναιρεσείων ισχυρίζεται «δεν εκτιμήθηκε ορθά η αλληλογραφία της αντιδίκου με την επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης, συνεπώς ουδέποτε η αντίδικος κατήγγειλε την μεταξύ της μητέρας μου και της ιδίας ασφαλιστική σύμβαση».
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το δικάσαν Εφετείο «εσφαλμένα με αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες στο σκεπτικό της απόφασης θεώρησε ότι η μεταξύ της μητέρας μου και της αντιδίκου ασφαλιστική σύμβαση είχε καταγγελθεί νόμιμα τον Μάϊο του έτους 2005 λόγω μη προσήκουσας καταβολής ασφαλίστρων. Η μόνη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται όχι στα προσαγόμενα και επικαλούμενα έγγραφα της υπό δίκη έφεσης, αλλά σε έτερες δικαστικές αποφάσεις. Ουδεμία αναφορά κάνει όμως η προσβαλλόμενη απόφαση για την αιτία που δεν αξιολογεί ως κρίσιμα για την ευδοκίμηση των λόγων έφεσής μου, τα νέα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισα και αποδεικνύουν την εν τοι πράγμασι αποδοχή από την αντίδικό μου τρόπου καταβολής των ασφαλίστρων [...]».
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο «με το να κρίνει ότι είναι νόμιμος ο σκοπός της αναιρεσίβλητης η οποία δια των αρμοδίων οργάνων της α) αίφνης και προφανώς παράνομα σταμάτησε την αποστολή στη θανούσα μητέρα μου των ειδοποιητήριων πληρωμής των ασφαλίστρων, έτσι ώστε να δημιουργήσει ασάφεια στη διαδικασία καταβολής τους λειτουργούσα προφανώς παράνομα, κακόπιστα, αντισυμβατικά και εν τέλει άδικα και β) παράνομα και αντισυμβατικά σταμάτησε να εισπράττει τα καταβαλλόμενα από τη μητέρα μου ασφάλιστρα δεν εφάρμοσε ορθά το νόμο, καθόσον η συμπεριφορά αποτελεί αδικοπραξία συρρέουσα με την αντισυμβατική συμπεριφορά της ανιαρεσίβλητης».
Όλοι, όμως, οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, διότι ουσιαστικά πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ανυπαρξία της επικαλούμενης από τη μητέρα του αναιρεσείοντος ασφαλιστική σύμβαση με την αναιρεσίβλητη, συνεπεία της οποίας η σχετική αγωγή της απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη. Τούτο, ανεξάρτητα της αοριστίας του δεύτερου λόγου που δεν εκθέτει τα προαναφερθέντα στοιχεία της μείζονος πρότασης. Επί πλέον είναι απορριπτέοι και ως αλυσιτελείς, αληθώς υποτιθέμενοι, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αυτή απέρριψε την ως άνω αγωγή βασιζόμενη στο δεδικασμένο της υπ’ αριθμ. 2419/2011 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει ότι η ένδικη ασφαλιστική σύμβαση έχει λυθεί λόγω καταγγελίας της από την νυν αναιρεσίβλητη και το έλαβε στη συνέχεια υπόψη της αυτεπάγγελτα, προκειμένου να απορρίψει την ως άνω ένδικη αγωγή, η οποία αφορούσε απαιτήσεις της μητρός του αναιρεσείοντος για μεταγενέστερα χρονικά διαστήματα απορρέουσες από την ως άνω καταγγελθείσα ασφαλιστική σύμβαση.
Συνεπώς οι ως άνω λόγοι δεν θα μπορούσαν να επιδράσουν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
[IV] Κατ’ ακολουθίαν, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθ. 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), διότι μπορεί μεν αυτός να απολαύει νομικής βοήθειας με βάση την υπ’ αριθμ. 28/2020 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, ωστόσο η νομική βοήθεια δεν αίρει την υποχρέωση του διαδίκου να καταβάλει τα δικαστικά έξοδα που επιδικάζονται στον αντίδικό του (άρθρο 9 παρ. 6 ν. 3226/2004), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό. Η είσπραξη όμως αυτών δεν μπορεί να επιδιωχθεί με αναγκαστική εκτέλεση πριν πάψουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή του ευεργετήματος πενίας ή της νομικής βοήθειας και βεβαιωθεί τούτο με απόφαση του αρμόδιου δικαστή (ΑΠ 895/2018, ΑΠ 724/2017, ΑΠ 2069/2013, ΑΠ 1403/2012)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 02.01.2020 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 2282/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ