Supreme Court dismisses appeal on grounds of inadmissibility regarding evidence weight and factual assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of Thessaloniki's decision regarding property ownership. The appellant argued that the lower court incorrectly assessed evidence and misidentified the property owner, but the court found these claims inadmissible. The court ruled that the appellate court's evaluation of evidence and factual findings falls outside the scope of review for this type of appeal.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 13 KPolD; Art. 561 para. 1 KPolD: Appeals based on erroneous application of evidence weight rules are inadmissible when no prior ruling on evidence exists, as they impermissibly interfere with the substantive court's assessment of facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1458 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 1458/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. συζ. Β. Ν., το γένος Α. Ο. Α. και Ζ., κατοίκου …, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος πατρός της Α. Ο. Α. του Α. και της Φ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τσοτανίδη.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Χ. του Δ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Χουλιάρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-11-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 115/2006 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-7-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 12-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.-Σύμφωνα με το άρθρο 1033 του ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ` αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας του ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται, ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, δηλαδή η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση αυτού. Ο τρόπος απόκτησης της νομής του πράγματος δεν έχει σημασία. Αυτή μπορεί να αποκτήθηκε αυτογνωμόνως ή με παράδοσή της από τον προηγούμενο νομέα, με κάποιον από τους προβλεπόμενους στα άρθρα 976, 977 και 979 του ΑΚ τρόπους.
Φυσική εξουσίαση του πράγματος αποτελεί η άσκηση πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του πράγματος, ώστε, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι αυτό βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, τα ακόλουθα: Δυνάμει του ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ξάνθης Εμμανουήλ Ξύλα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ξάνθης, στις 19-10-1989 (τόμος 878 και αριθ. 5), ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος έγινε κύριος, από αγορά από τον αληθινό κύριο Β.
Α. Ο. του Α. ενός οικοπέδου, εμβαδού 4.412 τ.μ., μετά των επ' αυτού κτισμάτων, ήτοι μιας οικίας, που αποτελείται από 3 δωμάτια, κουζίνα και σαλόνι, μιας αποθήκης και ενός στάβλου, που βρίσκεται στο χωριό Ορφανό της Κοινότητας Ευλάλου του Ν. Ξάνθης, και συνορεύει ανατολικά με δρόμο, δυτικά και βόρεια με ακίνητο ιδιοκτησίας Α.
Σ. και νότια με ακίνητο ιδιοκτησίας του εναγομένου, όπως αυτό εμφαίνεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Α στο προσαρτημένο στο άνω συμβόλαιο αγοράς τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Μ. Σ.. Το άνω οικόπεδο αποτελεί τμήμα μείζονος οικοπέδου, εκτάσεως 10.500 τ.μ. περίπου, το οποίο ανήκε κατά κυριότητα στον Α.
Α. Ο. του Α., πατέρα του αρχικώς εναγομένου Α. Ο. Α. του Α., στη δικονομική θέση του οποίου, μετά το θάνατό του, υπεισήλθε η αναιρεσείουσα, και του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, Β. Α. Ο. του Α.. Τούτο άλλωστε συνομολογείται και από τους διαδίκους. Ο εν λόγω Α. Α. Ο. του Α., κατά το 1957 προέβη σε άτυπη διανομή του μείζονος ως άνω οικοπέδου του, χάριν των παραπάνω δύο τέκνων του και ο μεν αρχικώς εναγόμενος έλαβε το νότιο τμήμα αυτού, εκτάσεως 6.000 τ.μ.
μετά των επ' αυτού κτισμάτων, ήτοι μιας οικίας, ενός στάβλου, αποθήκης, υπόστεγου και χώρου πριονοκορδέλας, ο δε δικαιοπάροχος του ενάγοντος το βόρειο τμήμα αυτού, εκτάσεως 4.412 τ.μ. επί του οποίου υπάρχουν τα προαναφερόμενα κτίσματα, μεταξύ των οποίων και η άνω οικία, στην οποία εξακολουθούσε να διαμένει μαζί με το δικαιοπάροχο του ενάγοντος- γιο του πιο πάνω Β.
Α. Ο. του Α.. Το επίδικο ακίνητο, για την κυριότητα του οποίου ερίζουν οι διάδικοι, είναι εδαφική έκταση 700 τ.μ., η οποία αποτελεί τμήμα του άνω ακινήτου του ενάγοντος (εμβαδού 4.412 τ.μ.), και συνορεύει ανατολικά με την κοινοτική οδό, βόρεια με ιδιωτικό δρόμο του ενάγοντος που οδηγεί στην οικία του, νότιο με οικόπεδο του εναγομένου και δυτικά κατά ένα μέρος με μανδρότοιχο και αποθήκη του εναγομένου και κατά ένα μέρος με αποθήκη του ενάγοντος.
Οι ως άνω αποθήκες έχουν από την πλευρά του επιδίκου μεγάλες ξύλινες πόρτες, η ύπαρξη των οποίων χρονολογείται από το έτος 1957, τις είχε δε κατασκευάσει ο προαναφερόμενος Α. Α. Ο. του Α., πατέρας του εναγομένου και του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος. Εκτός από τις πόρτες αυτές τα ως άνω αδέλφια είχαν πρόσβαση στις αποθήκες τους και με μικρότερες πόρτες που υπάρχουν στην εσωτερική πλευρά, ήτοι την πλευρά των αυλών τους.
Το επίδικο μάλιστα, όπως και το σύνολο του ακινήτου αμέσως μετά την παράδοση της νομής του από τον ως άνω πατέρα του, κατά το έτος 1957, περιφράχθηκε από τον άμεσο δικαιοπάροχο του ενάγοντος, ο οποίος, έκτοτε και έως το χρόνο μεταβίβασης του μείζονος οικοπέδου στον ενάγοντα, το κατείχε με διάνοια κυρίου, ασκώντας σ' αυτό κάθε είδους διακατοχικές πράξεις, δηλωτικές ασκήσεως ιδίας νομής.
Ειδικότερα εκείνος (δικαιοπάροχος του ενάγοντος) χρησιμοποιούσε το επίδικο ακίνητο για τη ξήρανση καπνού και αραβοσίτου, για την τοποθέτηση των γεωργικών του εργαλείων και για τη βοσκή από τα ζώα του τού αυτοφυούς χόρτου, γενόμενος έτσι κύριος αυτού δια της παρόδου είκοσι και πλέον ετών, πρωτοτύπως, ήτοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Την άτυπη ως άνω διανομή του μείζονος ακινήτου του, των 10.500 τ.μ. περίπου και την ήδη μεταβιβασθείσα απ' αυτόν νομή των άνω τμημάτων των 6.000 τ.μ. και 4.412 τ.μ. στα παιδιά του θέλησε να "επισημοποιήσει" ο Α. Ο. Α. με την από 13-3-1982 δημόσια διαθήκη του, που συνέταξε ενώπιον του συμβολαιογράφου Ξάνθης Εμμανουήλ Ξύλα.
Σύμφωνα με τη διαθήκη αυτή στον μεν εναγόμενο κατέλιπε το άνω οικόπεδο των 6.000 τ.μ., στο δε δικαιοπάροχο του ενάγοντος κατέλιπε "άπασαν την υπόλοιπο περιουσία του, κινητή και ακίνητον την νυν υπάρχουσα και την τυχόν μετά θάνατο ευρεθησομένην", μεταξύ της οποίας (ακίνητης περιουσίας) συμπεριλαμβάνεται και το περιγραφόμενο μείζον ακίνητο των 4.412 τ.μ., στο οποίο περιλαμβάνεται το επίδικο.
Αμέσως μετά το θάνατο του πατέρα του, στις 28-12-1986, και τη δημοσίευση της ως άνω διαθήκης δια των με αριθμό 5/13-1-1987 πρακτικών συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, ο εναγόμενος, ο οποίος μέχρι τότε ουδέποτε αμφισβήτησε την αποκλειστική κυριότητα του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος επί του επιδίκου, εκμεταλλευόμενος την ύπαρξη αυτής (διαθήκης), αλλά προδήλως και το γεγονός ότι από το περιεχόμενό της δε δύναται να εξακριβωθούν με ασφάλεια η θέση και τα όρια των οικοπέδων που καταλείπονται με αυτήν στους αναγραφόμενους σ' αυτήν κληρονόμους, προέβαλε για πρώτη φορά δικαιώματα διεκδίκησης επ' αυτού.
Συγκεκριμένα κατά το μήνα Δεκέμβριο 1988 και ενώ ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος είχε ήδη οργώσει και σπείρει το επίδικο με σιτάρι, ο εναγόμενος, παράνομα και χωρίς τη θέληση του τελευταίου, εισέβαλε σ' αυτό, καταστρέφοντας την περίφραξη και σπορά του επιδίκου. Μετά από αίτηση που ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ξάνθης εκδόθηκε η 68/1989 απόφαση (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων), κατά της οποίας δεν ασκήθηκε έφεση, καθώς συνομο-λογείται από τους διαδίκους, η οποία ανεγνώρισε αυτόν (δικαιοπάροχο του ενάγοντος) προσωρινά νομέα αυτού (επιδίκου).
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, ο οποίος και στο παρελθόν επεδίωκε να αγοράσει το επίδικο ακίνητο από το δικαιοπάροχο του ενάγοντος, απευθύνθηκε και στον τελευταίο, μετά την απόκτησή του με το άνω συμβόλαιο αγοραπωλησίας. Όταν δε αυτός αρνήθηκε να του το μεταβιβάσει κατά μήνα Φεβρουάριο 1992 το κατέλαβε παράνομα, σταθμεύοντας σ' αυτό (επίδικο) τα αγροτικά του μηχανήματα (τρακτέρ, πλατφόρμα κ.λ.π.) και το οποίο αρνείται να αποδώσει στον ενάγοντα μέχρι σήμερα, παρά τις συνεχείς οχλήσεις του τελευταίου.
Ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε με τις προτάσεις του: 1) ότι ουδέποτε έλαβε χώρα η ως άνω διανομή από τον πατέρα αυτού, 2) ότι ο τελευταίος κατείχε με διάνοια κυρίου συνεχώς το μείζον ακίνητο των 10.500 τ.μ. και συνεπώς και το επίδικο έως του θανάτου του, 3) ότι μετά τον θάνατο του πατέρα του κατείχε το επίδικο ο ίδιος από το έτος 1987, ασκώντας σ' αυτό όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις, 4) ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στο οικόπεδο των 6.000 τ.μ., που του κατέλιπε ο πατέρας του με την ως άνω διαθήκη, κληρονομία την οποία αποδέχθηκε με την αναφερόμενη στις προτάσεις του αποδοχή κληρονομίας, που νόμιμα μεταγράφηκε, γενόμενος έτσι αυτός κύριος του επιδίκου τόσο με παράγωγο, όσο και με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τακτική ή άλλως με έκτακτη χρησικτησία και 5) ότι ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος ουδέποτε κατέστη κύριος αυτού (επιδίκου).
Οι ως άνω ισχυρισμοί του εναγομένου ελέγχονται ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Την κρίση του αυτή το δικαστήριο στηρίζει ιδία στην κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος Λ. Τ., που εξετάστηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αλλά και στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η πρωτόδικη 41/1999 απόφαση, καθώς επίσης και στις καταθέσεις των μαρτύρων Κ.
Ο. Κ. και Α. Ο. Φ., που εξετάστηκαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ξάνθης στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων επί της οποίας εκδόθηκε η 68/1989 απόφαση του άνω δικαστηρίου και οι οποίοι (οι δύο τελευταίοι όμοροι γείτονες) σαφώς, μετά λόγου γνώσεως και εξ ιδίας αντιλήψεως κατέθεσαν, μεταξύ άλλων, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, ήτοι για την άτυπη διανομή που έλαβε χώρα από τον πατέρα των ως άνω αδελφών κατά το 1957, για την έκτοτε άσκηση διακατοχικών.
πράξεων του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος στο επίδικο έως τη μεταβίβασή του στον ενάγοντα και για την ανυπαρξία τέτοιων πράξεων από τον εναγόμενο για να καταλήξουν ότι "ο εναγόμενος περνούσε από το επίδικο αν επέτρεπε ο Βελή, αν δεν επέτρεπε δεν περνούσε". Τα ανωτέρω ενισχύονται εν πολλοίς και από την κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου Μ.
Ο. Ο., ο οποίος, καταθέτοντας στα πλαίσια της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερόμενη 41/1999 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, σε αντίθεση με όσα κατέθεσε πρωτόδικα, αναφέρει επί λέξει "ο γέρος (πατέρας του εναγομένου και του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος) χώρισε τα οικόπεδα το 1962 ... στο βόρειο σημείο υπάρχει πόρτα.
Με τον Α. είμαστε εξαδέλφια ... Πριν πεθάνει ο γέρος μπορεί να έχει περίφραξη ...". Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το Εφετείο έκρινε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή, και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση του αρχικώς εναγομένου, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού εξέθεσε σ' αυτήν, χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, αφού με βάση αυτά δέχθηκε, ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος του ενάγοντος απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία και ο τελευταίος ( αναιρεσίβλητος) απέκτησε την κυριότητα αυτού με (τον επικαλούμενο) παράγωγο τρόπο (αγορά από αληθινό κύριο), συνακόλουθα δε, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προδιαλαμβανόμενες ουσιαστικές διατάξεις του ΑΚ, τις οποίες και εφάρμοσε.
Δεν απαιτείτο δε για τη νομική πληρό-τητα της προσβαλλόμενης απόφασης περαιτέρω αιτιολόγηση αναφορικά με την απόρριψη (ως κατ' ουσίαν αβασίμων) των προαναφερόμενων ισχυρισμών του αρχικώς εναγομένου.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω έλλειψης αιτιολογιών είναι αβάσιμος. 2.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αρ. 19 και 20.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ρητώς εξαιρείται του αναιρετικού ελέγχου η εκτίμηση του δικαστηρίου επί πραγματικών γεγονότων. Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγει το Εφετείο, διότι "εσφαλμένα δέχτηκε ότι ο Α.
Ο. Α. του Α. είχε προβεί κατά το 1957 σε άτυπη διανομή του μείζονος οικοπέδου του και ο μεν Α. Ο. Α. έλαβε το νότιο τμήμα αυτού εκτάσεως 6.000 τ.μ., ο δε δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου το βόρειο τμήμα εκτάσεως 4.412 τ.μ. Η παραδοχή αυτή από την προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθόσον υπερακόντισε τις διατάξεις του κληρονομικού δικαίου και συγκεκριμένα της από 13-3-1982 δημόσιας διαθήκης του Α.
Ο. Α., ο οποίος απεβίωσε στις 28-12-1986. Δηλαδή η προσβαλλομένη δε δέχτηκε τις διατάξεις που αφορούν την εκ διαθήκης διαδοχή, αλλά την άτυπη διανομή, παρά τη βούληση και την ερμηνεία αυτής (διαθήκης) του διαθέτη. Έτσι η προσβαλλομένη παραβίασε κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, όπως εν προκειμένω της ερμηνείας των διατάξεων της διαθήκης του διαθέτη και απώτερου δικαιοπαρόχου όλων μας και κατέστησε εαυτήν αναιρετέα".
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος, αφού η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση της προαναφερόμενης πλημμέλειας εκ του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, πλήττει αποκλειστικά την εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση) δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Ολ.ΑΠ 1/1995).
Δεν υφίσταται δε, στην προκειμένη περίπτωση θέμα ερμηνείας της διαθήκης και δεν τίθεται θέμα παραβίασης των σχετικών περί κληρονομικής διαδοχής διατάξεων, ενόψει των πιο πάνω σαφών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης για την εκ μέρους του ανωτέρω Α. Ο. Α. του Α. κατά το 1957 άτυπη παραχώρηση της νομής του επίδικου ακινήτου στον άμεσο δικαιοπάροχο του ενάγοντος, ο οποίος και έκτοτε το είχε στη νομή του μέχρι τις 19-10-1989, που το μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στον τελευταίο (ενάγοντα-αναιρεσίβλητο). 3.- Όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.
β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι τις γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν τις παραδοχές του και όχι όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή προς εκτίμηση των αποδείξεων.
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 1εδ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα ψέγει το Εφετείο, διότι, με το να δεχθεί ότι: "οι προαναφερόμενες αποθήκες έχουν από την πλευρά του επιδίκου μεγάλες ξύλινες πόρτες, η ύπαρξη των οποίων χρονολογείται από το έτος 1957, τις είχε δε κατασκευάσει ο προαναφερόμενος Α.
Α. Ο. του Α., πατέρας του εναγομένου και του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος ... εκτός από τις πόρτες αυτές τα ως άνω αδέλφια είχαν πρόσβαση στις αποθήκες τους και με μικρότερες πόρτες που υπάρχουν στην εσωτερική πλευρά, ήτοι την πλευρά των αυλών τους" και εν συνεχεία με το να δεχθεί την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, "γεγονός που σημαίνει ότι αποκλείεται η χρήση της αποθήκης, αφού η πρόσβαση στην μεγάλη πόρτα απ' όπου μπορεί να γίνει η φόρτωση και εκφόρτωση προϊόντων είναι αδύνατη, παραβίασε τα διδάγματα κοινής πείρας, αφού σύμφωνα με αυτά οι υφιστάμενες μεγάλες πόρτες σε μία αποθήκη εκπληρώνουν ένα και μοναδικό σκοπό, δηλαδή την πρόσβαση στην αποθήκη για φόρτωση και εκφόρτωση αγροτικών προϊόντων".
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι οι ως άνω ισχυρισμοί αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και αποτελούν επιχειρήματα προς στήριξη των απόψεων της αναιρεσείουσας. 4.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, που θεμελιώνει λόγο αναίρεσης, νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους απόδειξης, που προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης περί αποδείξεως.
Τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται, μετά την κατάργηση του άρθρου 341 ΚΠολΔ, με το αρθρ.5 του ν.2195/2001, από τα δικαστήρια της ουσίας, ενώπιον των οποίων, σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ.7 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το αρθρ. 12 του ν.2915/2001 και τυγχάνει εφαρμογής και στη δευτεροβάθμια δίκη (αρθρ.524 παρ.1 ΚΠολΔ), η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο (ΑΠ1539/2008, ΑΠ 433/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, από τον αριθ.13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση της εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως των αγωγικών ισχυρισμών, διότι δέχθηκε ότι κάτοχος του επίδικου ακινήτου κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής ήταν ο αρχικός εναγόμενος, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι κάτοχος αυτού ήταν η ίδια (αναιρεσείουσα), προς την οποία ο τελευταίος της το μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής, με το νομίμως μεταγραφέν συμβόλαιο και να απορρίψει έτσι την αγωγή για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, ενόψει του ότι επί της ένδικης αγωγής, της οποίας η συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έγινε στις 22-1-2004, δεν εκδόθηκε παρεμπίπτουσα περί αποδείξεων απόφαση. Σε κάθε όμως περίπτωση, και αν ήθελε γίνει δεκτό, ότι μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης, με τις ανωτέρω διατάξεις του ν.2915/2001, οπότε η έννοια του υποκειμενικού βάρους απόδειξης απώλεσε τη σημασία της, ο αναιρετικός έλεγχος από το αρθρ.559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, περιορίζεται μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης (ΑΠ 692/2008), το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι με αυτόν, υπό την επίκληση της ως άνω διάταξης, πλήττεται η εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-7-2008 αίτηση της Μ. συζ. Β. Ν. για αναίρεση της 115/2006 απόφασης του Εφετείου Θράκης.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ