Supreme Court dismisses appeal against appellate court's rejection of annulment requests based on evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the second-instance court's decision rejecting annulment applications. The appellant argued that the lower court improperly considered unproven factual assumptions and failed to provide sufficient reasoning regarding the transfer of promissory notes. The court held that the appellate court correctly exercised its discretion in evaluating evidence and that the appellant's arguments regarding procedural defects were unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(b) and 559(8) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews only legal errors and does not re-evaluate the factual assessment of evidence or the discretion of the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 692 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 692/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : Χ1, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Ροϊνιώτη.
Των αναιρεσιβλήτων : Ομορρύθμου Εταιρείας με την επωνυμία "...... Ο.Ε", που εδρεύει στην ....... και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Αντώνιος Μαλεβίτης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 07.11.2003, 09.01.2004 και 05.11.2004 ανακοπές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 634/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 130/2007 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 21.08.2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 02.01.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την 44/23-8-2007 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 130/2007 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με τις (α) 2998/2003, (β) 91/2004 και (γ) 2905/2004 ανακοπές εδιώκετο η ακύρωση των (α) 92/2003, (β) 121/2003 και (γ) 55/2004 διαταγών πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, οι οποίες εκδόθηκαν κατ' αποδοχή σχετικής αιτήσεως της ήδη αναιρεσίβλητης ομόρρυθμης εταιρείας εις βάρος του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος.
Επί των εν λόγω ανακοπών εκδόθηκε η απορριπτική αυτών 634/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 3/4-1-2006 έφεση του ανακόπτοντος, η 130/17-5-2007 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, με απορριπτική όμοιως επ'αυτής κατ'ουσίαν κρίση. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια.
Ειδικότερα: Ι. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ 11 εδ. β Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις, των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση. Ομοίως κατά το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έλαβε υπόψη ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν νόμιμα.
Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Δεν συνιστά κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ νόμιμη επίκληση του ισχυρισμού και εγγράφου η ενσωμάτωση των προτάσεων προηγούμενων συζητήσεων, στις οποίες διατυπώνονται οι ισχυρισμοί και μνημονεύονται τα έγγραφα ( ΟλΑΠ 9/2000).
Επομένως για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως που θεμελιώνεται στις παραβάσεις αυτές, ως και η συναφής αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ, πρέπει να προσδιορίζεται ο ισχυρισμός ή το αποδεικτικό μέσο, τον οποίο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη, καίτοι δεν είχε επαναφερθεί νομίμως ενώπιον του και δεν απέρριψε ως απαράδεκτο από την αιτία αυτή.
Τέλος, ο αναφορικά με την παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ.12 Κ.Πολ.Δ, από την οποία προβλέπεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που, δεσμευτικά για εκείνο, καθορίζει ο νόμος.
Αντίθετα δεν στοιχειοθετείται η αναιρετική αυτή αιτίαση στην περίπτωση κατά την οποία, εκτιμώντας ελεύθερα, κατά το περιεχόμενο από το νόμο σχετικό δικαίωμα (Κ.Πολ.Δ 340), τα αποδεικτικά μέσα, αποδίδει σε ορισμένα από αυτά, που κατά το νόμο, έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με τα λοιπά, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αποδεικτικά μέσα.
Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναιρέσεως πρέπει προεχόντως να προσδιορίζεται το αποδεικτικό μέσο και παράλληλα να αναφέρεται η αποδεικτική δύναμη που προσδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο της ουσίας και ποιο είναι το σχετικό σφάλμα της αποφάσεως. Κατά τις ενδιαφέρουσες αιτιολογίες του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου "Σημειωτέον ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλει και τα έγγραφα που επικαλείται η καθής η ανακοπή με τις πρωτόδικες προτάσεις της οποίες ενσωματώνει στις επί της ενδίκου εφέσεως του αντιδίκου της "ανακόπτοντος" προτάσεις της παρούσας δίκης από τον πρώτο (1) στίχο της δεύτερης σελίδας έως τον δέκα τρίτο (13) της δεύτερης σελίδας αυτών δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη" Παρά ταύτα, με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι'αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 8,11, 12,14 Κ.Πολ.Δ, ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς και αποδεικτικά μέσα της εφεσίβλητης, παραβιάζοντας παράλληλα τους ορισμούς του νόμου αναφορικά με την αποδεικτική αυτών δύναμη, και επιπρόσθετα, κατά επικουρική σειρά, ότι παρά το νόμο παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτη την προβολή των ισχυρισμών αυτών και την επίκληση των αποδεικτικών αυτών μέσων.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αξιολογείται προεχόντως ως αόριστος, εφόσον δεν προσδιορίζονται οι ισχυρισμοί και τα αποδεικτικά μέσα, παραλείποντας παράλληλα να αναφέρει την αποδεικτική δύναμη που προσδόθηκε από την απόφαση στα τελευταία και το σχετικό αυτής σφάλμα. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναιρέσεως εναντιώνεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων αντίθετη περί τούτου βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ( Κ.Πολ.Δ" 561 παρ. 1), με άμεση δικονομική συνέπεια να αξιολογείται σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος.
ΙΙ) Κατά το άρθρο 338 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποία διώκεται η δικαστική διάγνωση.
Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής προϋποθέσεως των θεμελιωτικών της αξιώσεως του πραγματικών γεγονότων.
Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως (άρθρο 14 Ι του ν. 2915/2001) και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ σε όλες τις υποθέσεις. Αντίθετα αντικειμενικό βάρος αποδείξεως είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στη περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας.
Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1,10, 22 και 28 του ν. 5960/1993 " περί επιταγής", προκύπτει ότι η ενοχή από τραπεζική επιταγή είναι αναιτιώδης.
Συνεπώς ο κομιστής της όταν στρέφεται κατά κάποιου υπογραφέα που ευθύνεται έναντί του, δεν είναι υποχρεωμένος να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι υπάρχει κάποια νόμιμη αιτία για την ανάληψη υποχρεώσεως από την επιταγή, αλλά στον καθού στρέφεται απόκειται να επικαλεσθεί ενιστάμενος ότι λείπει υποκείμενη αιτία ή εκείνη που υπάρχει είναι ελαττωματική και με τον τρόπο αυτό να ελευθερωθεί με βάση τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις.
Μάλιστα για την προβολή της ελλείψεως υποκείμενης αιτίας δεν αρκεί ο ισχυρισμός του υπογραφέα ότι χωρίς αιτία υπέγραφε την επιταγή, αλλά χρειάζεται να προσδιορίζεται, και σε περίπτωση αμφισβητήσεως να αποδεικνύεται, ότι ο υπογραφέας αναδέχθηκε την υποχρέωση από τον τίτλο της επιταγής για κάποια ορισμένη αιτία και ότι αυτή είναι ανύπαρκτη.
Κατά τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως οι ανακοπτόμενες διαταγές πληρωμής στηρίχθηκαν στις αναφερόμενες στις αιτιολογίες τους τραπεζικές επιταγές, που εκδόθηκαν από τον ανακόπτοντα και ήδη αναιρεσείοντα σε διαταγή του ανηψιού του Γ1, προς οικονομική εξυπηρέτηση του τελευταίου, τις οποίες εκείνος στη συνέχεια μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην καθής και ήδη αναιρεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρεία "προς εξόφληση υπολοίπου οφειλής του ποσού 70.000,00 ευρώ, προκύψασα κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους από χρήματα που είχε λάβει για τη προμήθεια κρεάτων, χωρίς να πράξει τούτο".
Με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι'αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ, ότι εσφαλμένα κατανέμει το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως αναφορικά με τη αντένσταση της αναιρεσίβλητης ότι η μεταβίβαση με οπισθογράφιση των τραπεζικών επιταγών από τον Γ1 έγινε προς εξόφληση υπολοίπου οφειλής του ποσού των 70.000,00 ευρώ.
Η εν λόγω αναιρετική αιτίαση ερείδεται επί της αναληθούς από νομική άποψη προϋποθέσεως ότι πρόκειται περί αντενστάσεως. Κατά την θεμελιούσα το σχετικό λόγο ανακοπής ένσταση οι τραπεζικές επιταγές εκδόθηκαν από τον ανακόπτοντα σε διαταγή του Γ1, προς οικονομική διευκόλυνση του τελευταίου, και κατά την κτήση αυτών ο Β1, νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης ομόρρυθμης εταιρίας, ενήργησε σε γνώση τούτου προς βλάβη του (άρθρο 22 ν. 5960/1933).
Επομένως, ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης ότι η προς εκείνη μεταβίβαση των τραπεζικών επιταγών με οπισθογράφιση από τον Γ1 έγινε προς εξόφληση υπολοίπου προς αυτήν οφειλής του, δεν αποτελεί αντένσταση, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της ενστάσεως του αναιρεσείοντος και ειδικότερα του θεμελιωτικού αυτής πραγματικού γεγονότος ότι τελούσε σε γνώση ότι επρόκειτο περί επιταγών ευκολίας, τον οποίο ακριβώς αρνείται η αναιρεσίβλητη με την αιτιολογία αυτή της αιτίας εξοφλήσεως του προς αυτήν χρέους του Γ1, χωρίς, σε συνέπεια με τις αμέσως παραπάνω σημειούμενες νομικές παραδοχές, να βαρύνεται με τη επίκληση και απόδειξη της αιτίας της προς αυτήν μεταβιβάσεως των επιταγών,
ΙΙΙ) Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.
Ως " ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Κατά τις περαιτέρω ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές "- Η καθής κατά την κτήση των επιταγών δια του νόμιμου εκπροσώπου της Β1 δεν αποδείχθηκε ότι γνώριζε αυτές δεν ενσωμάτωναν πραγματική οφειλή του ανακόπτοντος προς τον Γ1 αλλά είχαν εκδοθεί προς διευκόλυνση και μόνο του τελευταίου και ενήργησε προς βλάβη του ανακόπτοντος - Ο Γ1 οπισθογράφησε τις τραπεζικές επιταγές στην καθής οι ανακοπές ένεκα των εμπορικών συναλλαγών που διατηρούσαν και όχι ατομικά στον Β1, ο τελευταίος δε δεν αποδείχθηκε ότι επέφερε σ' αυτές και δη ότι άλλαξε στις ......
και ....... επιταγές τις ημερομηνίες εκδόσεως αυτών από 28-2-2003 σε 28-10-2003 και από 30-3-2003 σε 30-8-2004, αντίστοιχα, όπως ισχυρίζεται ο ανακόπτων, χωρίς να είναι σε θέση να εξηγήσει τον λόγο για τον οποίο έλαβε χώρα αυτή η μεταβολή και γιατί αυτός, όπως συνομολογεί με τις προτάσεις του, απέστειλε έγγραφο στην πληρώτρια τράπεζα με ημερομηνία 24-4-2003 για ανάκληση αυτών ένα μήνα μετά την ημερομηνία πληρωμής τους στις 28-2-2003 και 30-3-2003, αφού είναι βέβαιο ότι δεν ηδύνατο να τις ανακαλέσει κατά το χρόνο εκείνο".
Με την επίκληση των ανελέγκτων ουσιαστικών παραδοχών της, με τον τρίτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση η αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ συνισταμένη στην ανεπάρκεια των αιτιολογιών της αναφορικά με την απόδειξη του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης ότι η προς αυτήν μεταβίβαση με οπισθογράφιση των επιταγών έγινε προς εξόφληση χρέους του Γ1.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αρνητικά αξιολογείται προεχόντως γιατί δεν αναφέρεται ο ουσιαστικός κανόνας δικαίου που φέρεται ότι εκ πλαγίου παραβιάσθηκε (ΟλΑΠ 20/2005), επιπρόσθετα δε αναφέρεται στην αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων σε σχέση με την παραδοχή της αποφάσεως ότι η οφειλή του Γ1 προς την αναιρεσίβλητη προέκυψε από την καταβολή από την τελευταία εις εκείνον τιμήματος για την πώληση κρεάτων, συμβατική του υποχρέωση στην οποία δεν ανταποκρίθηκε.
Τέλος δεν δικαιολογείται η αναίρεση της αποφάσεως από την ρητή απόρριψη των αιτημάτων ι) αναβολής της συζητήσεως μέχρι αμετάκλητης περατώσεως της ποινικής δίκης για πλαστογραφία και ιι) επαναλήψεως τη συζητήσεως της υποθέσεως για την εξέταση των διαδίκων και των μαρτύρων, διαδικαστικές πράξεις η διενέργεια των οποίων εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας, με άμεση δικονομική συνέπεια ο υπό την αυτή αρίθμηση υποστηρίζων τα αντίθετα λόγου αναιρέσεως, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, να ελέγχεται ως αβάσιμος.
Σε συνέπεια με τις παραδοχές αυτές πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις. (Κ.Πολ.Δ 183)
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την 44/23-8-2007 αίτηση για αναίρεση της 130/2007 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ