Legislator Case Law & Legislation
1457/2017 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court for admitting inadmissible witness testimony from company directors.

Case Number 1457/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against the First Instance Court of Athens. The lower court had admitted sworn statements from company directors who were also members of the boards of the opposing companies, violating rules on witness eligibility. The court ruled that such individuals could only be examined as representatives or board members, not as witnesses, making the admission of their testimony a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 1 and 11 of the Code of Civil Procedure; The admission of testimony from persons who are simultaneously directors or representatives of the opposing parties constitutes a violation of the law and requires the case to be remitted for retrial.

Keywords

AI generated
admissibility of evidence witness eligibility conflict of interest company directors Code of Civil Procedure procedural error remittal for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 11 of the Code of Civil Procedure
Article 173 of the Civil Code
Article 200 of the Civil Code
Article 415 of the Code of Civil Procedure
Article 420 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 no. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1457 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1457/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4η Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Β. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Μπαζίνα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Εταιρεία", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ..., 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "... ΑΒΕΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και 3) Β. Χ., προέδρου του ΔΣ και νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης των ως άνω εταιριών, κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Θεοδόση, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την χρονολογούμενη από 12-4-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείου Αθηνών την 13-4-2011.

Εκδόθηκαν η 206/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2132/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-8-2016 αίτησή του.

Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Χριστόφορος Κοσμίδης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και "αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών" (ΑΚ 173 και 200). Στο άρθρο 173 ΑΚ ορίζεται ότι "κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις".

Στο άρθρο 200 ΑΚ ορίζεται ότι "οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ’ όψη και τα συναλλακτικά ήθη". Οι διατάξεις αυτές παραβιάζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διάγνωση ασάφειας ή ατέλειας κατά τη διατύπωση της βουλήσεως ή οποιασδήποτε αμφιβολίας ως προς την έννοιά της, παραλείπει να προσφύγει στους κανόνες που τίθενται με αυτές για τη συναγωγή της προσήκουσας ερμηνείας ή να παραθέσει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους.

Οι ίδιες διατάξεις, όμως, παραβιάζονται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, αν και ρητώς δέχεται ότι η υπό αξιολόγηση δήλωση βουλήσεως είναι σαφής και δεν έχει ανάγκη ερμηνείας, σιωπηρώς καταφάσκει την ανάγκη αυτή, διότι προβαίνει σε αναζήτηση του πράγματι ηθελημένου νοήματος της υπό αξιολόγηση δηλώσεως με συσχέτιση των επί μέρους εκφράσεων των ενδιαφερομένων ή άλλων, προηγουμένων ή μεταγενεστέρων δηλώσεων αυτών, με χρησιμοποίηση πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων ή με ενδοιαστικές εκφράσεις ή επιχειρήματα, τα οποία αναδεικνύουν προσπάθεια ερμηνείας της δηλώσεως βουλήσεως, κατά την οποία δεν έγινε εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων που προαναφέρθηκαν.

Τέλος, οι ίδιες διατάξεις παραβιάζονται και όταν το δικαστήριο της ουσίας προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, δηλαδή όταν η ερμηνεία που δίδεται από αυτό ως προς το περιεχόμενο της υπό αξιολόγηση δηλώσεως δεν είναι σύμφωνη προς τους κανόνες των ΑΚ 173 και 200, ήτοι προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η δήλωση βουλήσεως είναι σαφής ή ασαφής και ότι, αντιστοίχως, δεν έχει ή έχει ανάγκη ερμηνείας, αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων και, συνεπώς, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Η παράλειψη, όμως, αυτού να προσφύγει στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων, όταν αυτή είναι επιβεβλημένη, καθώς και η ορθότητα της κρίσεώς του ως προς τη δοθείσα ερμηνεία της δικαιοπρακτικής βουλήσεως, ελέγχονται αναιρετικώς, διότι ανάγονται στην εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 561 παρ.1).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

2. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι κατά τον Ιούλιο 2008, ο Ι. Π., που ήταν διευθύνων σύμβουλος της δεύτερης από τις εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες ανώνυμες τεχνικές - κατασκευαστικές εταιρίες και ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της πρώτης από αυτές, που ανήκουν στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων, ανέθεσε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα δικηγόρο, που ήταν γνωστός για την εμπειρία του στη διαχείριση υποθέσεων δημοσίων διαγωνισμών και συμβάσεων, την εντολή καταθέσεως αιτήσεως ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου περί ανακλήσεως της 123/2008 πράξεως αυτού, με την οποία, κατά τον έλεγχο νομιμότητας της διαδικασίας του υπ’ αριθ. ...2007 διαγωνισμού, είχε κριθεί ότι κωλύεται η υπογραφή της σχετικής συμβάσεως μεταξύ του Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς (ΟΛΠ) και της πρώτης από τις εναγόμενες.

Ότι κατά την ανάθεση της εντολής αυτής δεν υπήρξε ούτε γραπτή ούτε προφορική συμφωνία ως προς τον τρόπο και το ύψος της αμοιβής του ενάγοντος. Ότι ο ενάγων αποδέχθηκε την εντολή, κατέθεσε και υποστήριξε τη σχετική αίτηση και επέτυχε την έκδοση της 127/2008 πράξεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία ανακλήθηκε η ως άνω προσβληθείσα πράξη.

Ότι κατά τον επόμενο μήνα Αύγουστο 2008, ο αυτός Ι. Π., ενεργώντας και πάλι ως αντιπρόσωπος της πρώτης από τις εναγόμενες εταιρίες, ανέθεσε στον ενάγοντα την εντολή καταθέσεως αιτήσεως ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου περί ανακλήσεως της 139/2008 πράξεως αυτού, με την οποία, κατά τον έλεγχο νομιμότητας της διαδικασίας του υπ’ ...2008 διαγωνισμού, είχε κριθεί ότι κωλύεται η υπογραφή της σχετικής συμβάσεως μεταξύ του ΟΛΠ και της πρώτης από τις εναγόμενες.

Ότι και πάλι, κατά την ανάθεση της εντολής, δεν υπήρξε συμφωνία ως προς τον τρόπο και το ύψος της αμοιβής του ενάγοντος, περιστατικό που αποδεικνύεται από την κατάθεση της μάρτυρα και αδελφής του ενάγοντος ενώπιον του πρωτοδικείου. Ότι ο ενάγων αποδέχθηκε και τη δεύτερη εντολή, κατέθεσε και υποστήριξε τη σχετική αίτηση και επέτυχε την έκδοση της ...2008 πράξεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία ανακλήθηκε η αντιστοίχως προσβληθείσα πράξη.

Ότι την 1-9-2008, ήτοι σε χρόνο κατά τον οποίο η εκτέλεση των ως άνω δύο εντολών βρισκόταν σε εξέλιξη, ο ενάγων απέστειλε προς τον προαναφερθέντα αντιπρόσωπο της πρώτης από τις εναγόμενες ηλεκτρονικό μήνυμα, στο οποίο κατά λέξη έγραψε "Αγαπητέ κύριε Π.. Δείτε, παρακαλώ, συνημμένα κάποια ενημερωτικά φυλλάδια του γραφείου μας, σχετικά με την εμπειρία μας σε τρεις από τους βασικούς τομείς δραστηριότητάς μας, πέραν αυτού των δημοσίων διαγωνισμών και συμβάσεων, τα οποία πιθανότατα θα ενδιαφέρουν τον όμιλό σας.

Δείτε, επίσης, συνημμένους τους εφαρμοζόμενους σε όλους τους πελάτες μας κανόνες αμοιβών μας και τιμολόγησης των υπηρεσιών μας [...]". Ότι στα έγγραφα, που ήσαν συνημμένα στο ηλεκτρονικό μήνυμα, καθοριζόταν ως τρόπος αμοιβής του ενάγοντος και των συνεργατών του η χρονοχρέωση, για την οποία κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2008 έως 1-7-2009 η ωριαία αμοιβή είχε προσδιορισθεί στο ποσό των 264 ευρώ.

Ότι σύμφωνα με τα ίδια έγγραφα, ο υπολογισμός της αμοιβής για την παροχή οποιασδήποτε υπηρεσίας σε οποιοδήποτε τομέα δικαίου γίνεται ανάλογα προς τις ώρες απασχόλησης ενός εκάστου από τους δικηγόρους του γραφείου για συγκεκριμένη υπόθεση. Ότι "από το εν λόγω κείμενο, σε συνδυασμό με" την ανυπαρξία "συμφωνίας τρόπου και ύψους αμοιβής σε σχέση με τις ως άνω δύο εντολές, προκύπτει πως ο ενάγων", με το ως άνω ηλεκτρονικό μήνυμα, για "πρώτη φορά ενημέρωνε για τη χρονοχρέωση και το ύψος αυτής την πρώτη" από τις εναγόμενες (οι εντός εισαγωγικών περικοπές μεταφέρονται αυτούσιες από κείμενο της προσβαλλόμενης απόφασης).

Ότι αν και ο ενάγων χαρακτηρίζει το από 1-9-2008 ηλεκτρονικό μήνυμα ως δική του πρόταση, προκειμένου να καταρτισθεί η ελλείπουσα συμφωνία περί αμοιβής για τις δύο υπό εξέλιξη δικηγορικές εντολές, στην πραγματικότητα (με επίκληση της ΑΚ 173, εκ μέρους του μονομελούς εφετείου) επρόκειτο για ενημέρωση προς την πρώτη από τις εναγόμενες εταιρίες, την οποία αντιπροσώπευε ο Ι.

Π. και, ταυτόχρονα, προς τη δεύτερη από αυτές, της οποίας διευθύνων σύμβουλος ήταν ο ίδιος, προκειμένου αυτές να ενδιαφερθούν και να αναθέσουν στον ενάγοντα νέες υποθέσεις, με τους όρους αμοιβής που προαναφέρθηκαν. Ότι η πρώτη από τις εναγόμενες δεν απάντησε στο από 1-9-2008 ηλεκτρονικό μήνυμα και, ως εκ τούτου, δεν αναπληρώθηκε η εξ αρχής ελλείπουσα συμφωνία περί αμοιβής, με αποτέλεσμα για τις ενέργειες του ενάγοντος ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου να οφείλεται η ελάχιστη κατά τον κώδικα δικηγόρων αμοιβή, "ήτοι 452 ευρώ συνολικώς, ως ορθώς έκρινε και υπολόγισε" το πρωτοδικείο.

Ότι, την 15-10-2008, η πρώτη από τις εναγόμενες ανέθεσε στον ενάγοντα να διερευνήσει τους όρους και τις προϋποθέσεις προκειμένου να οδηγηθεί εκ νέου σε διαπραγματεύσεις έτερος διαγωνισμός του ΟΛΠ, στο πλαίσιο του οποίου το έργο, για το οποίο ενδιαφερόταν η εντολέας, είχε ανατεθεί στην αλλοδαπή εταιρία "...", αλλά ο οποίος στο μεταξύ είχε κηρυχθεί άγονος.

Ότι, κατά την ανάθεση της εν λόγω εντολής, η πρώτη από τις εναγόμενες ήταν ενήμερη για το σύστημα αμοιβής του ενάγοντος οπότε, αφού δεν εξέφρασε αντίθεση ως προς το ζήτημα αυτό, καταρτίσθηκε συμφωνία με χρονοχρέωση προς 264 ευρώ την ώρα (με επίκληση των ΑΚ 200 και 361, εκ μέρους του μονομελούς εφετείου). Ότι για την υπόθεση αυτή ο ενάγων απασχολήθηκε επί 11,5 ώρες εντός του χρονικού διαστήματος από 15-10-2008 έως 29-10-2008 και δικαιούται ως αμοιβή το ποσό των 2.983 ευρώ (το ορθό γινόμενο είναι 3.036 ευρώ).

Ότι, εξ άλλου, η δεύτερη από τις εναγόμενες είχε αναπτύξει συνεργασία με την αλλοδαπή εταιρία "..." (στο εξής: "...") για την ολοκληρωμένη κατασκευή και τοποθέτηση ενός ηλεκτροκίνητου γερανού στο λιμάνι … της Σλοβενίας, από την οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, διατηρούσε έναντι της "..." απαίτηση ποσού 1.973.365,61 ευρώ.

Ότι η διένεξη που ανέκυψε μεταξύ των δύο εταιριών θα έπρεπε να επιλυθεί από το Ινστιτούτο Διαιτησίας του Εμπορικού Επιμελητηρίου της Στοκχόλμης, οπότε, την 14-7-2009, ο νομικός σύμβουλος της δεύτερης από τις εναγόμενες, Γ. Μ., ενεργώντας για λογαριασμό της, ανέθεσε στον ενάγοντα τη διαχείριση της εν λόγω διαιτητικής υποθέσεως.

Ότι "από τα διδάγματα της κοινής πείρας προκύπτει πως σε μια τόσο σοβαρή υπόθεση το ζήτημα της αμοιβής του ενάγοντος είχε συζητηθεί μεταξύ αυτού και της εντολέα του". Ότι, κατά την ανάθεση της εντολής αυτής, η εντολέας ήταν ενήμερη για το προηγηθέν από 1-9-2008 ηλεκτρονικό μήνυμα που περιέγραφε τον τρόπο αμοιβής του ενάγοντος, αλλά ήδη "είχε λήξει η ισχύς του ποσού χρονοχρεώσεως των 264 ευρώ".

Ότι, παρά ταύτα, ο ενάγων, με την από 16-12-2010 επιστολή του προς τη δεύτερη από τις εναγόμενες, ζήτησε ως αμοιβή με χρονοχρέωση το ποσό των 694.320 ευρώ. Ότι το ποσό αυτό φάνηκε ιδιαίτερα υψηλό για την περίπτωση, οπότε η δεύτερη από τις εναγόμενες διαφώνησε, ανακάλεσε την εντολή και ανέθεσε την υπόθεση σε δικηγορικό γραφείο της Σουηδίας, προς το οποίο κατέβαλε αμοιβή 130.000 ευρώ.

Ότι "εκ των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι μεταξύ" της δευτέρας από τις εναγόμενες και του ενάγοντος "συνήφθη συμφωνία βάσει της οποίας η αμοιβή δεν θα κατεβάλλετο δια χρονοχρεώσεως με ποσό 264 ευρώ, το οποίο ήδη δεν ίσχυε". Ότι "υπολογιζομένης της νομίμου αμοιβής" του ενάγοντος "περί τις 75.000 ευρώ και λαμβάνοντας υπ’ όψη το βαθμό δυσκολίας της υποθέσεως τα μέρη κατέληξαν στο να καταβληθεί αμοιβή ύψους 100.000 ευρώ".

Ότι, περαιτέρω, την 15-10-2009, η πρώτη από τις εναγόμενες ανέθεσε στον ενάγοντα την εντολή να καταθέσει αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά της ως άνω αλλοδαπής εταιρίας "...", στο πλαίσιο ετέρας διαφοράς που είχε ανακύψει μεταξύ τους με αφορμή την εκτέλεση του έργου της μελέτης, κατασκευής, μεταφοράς και θέσεως σε λειτουργία δύο γερανών φορτοεκφορτώσεως εμπορευματοκιβωτίων στο λιμάνι ...

της Συρίας. Ότι ο ενάγων κατέθεσε την αίτηση και παρέστη στη συζήτηση της προσωρινής διαταγής. Ότι κατά το χρόνο που δόθηκε η εν λόγω εντολή δεν ίσχυε η ωριαία χρέωση προς 264 ευρώ, ενώ ήταν πρόσφατη η συμφωνία μεταξύ του ενάγοντος και της δεύτερης από τις εναγόμενες για την καταβολή της αμοιβής για τη διαιτησία, ύψους 100.000 ευρώ.

Ότι αν και η τελευταία εντολή είχε δοθεί από την πρώτη από τις εναγόμενες ενώ η διαιτησία αφορούσε στη δεύτερη από αυτές, λόγω του ότι οι εναγόμενες ανήκουν στον ίδιο όμιλο εταιριών "και τα ίδια φυσικά πρόσωπα δραστηριοποιούνται σε αμφότερες", "συνεφωνήθη να λάβει [ο ενάγων] τη νόμιμη ελάχιστη αμοιβή συνολικού ύψους 234 ευρώ, ως ορθώς έκρινε" το πρωτοδικείο.

Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το μονομελές εφετείο έκρινε ότι ο ενάγων δικαιούται ως αμοιβή από την εκτέλεση των ως άνω εντολών αφ’ ενός εκ μέρους της πρώτης από τις εναγόμενες το ποσό των (452+2.983,2+234=) 3.669,2 ευρώ και αφ’ ετέρου εκ μέρους της δεύτερης από αυτές το ποσό των (100.000+1.426=) 101.426 ευρώ (για την αιτία και τον υπολογισμό του δευτέρου εκ των αμέσως προηγούμενων κονδυλίων δεν υπάρχει παραδοχή ή άλλη αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση).

Κατόπιν το μονομελές εφετείο, κατά μερική παραδοχή τόσο της εφέσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος όσο και της αντεφέσεως των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη 206/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μόνον ως προς τις ως άνω δύο εταιρίες (ήτοι, όχι ως προς την τρίτη από τις εναγόμενες, πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της δεύτερης από αυτές, ως προς την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή) και υποχρέωσε να καταβάλει προς τον ενάγοντα η μεν πρώτη από τις εναγόμενες το ποσό των 3.669,2 ευρώ, η δε δεύτερη από αυτές το ποσό των 101.426 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

3. Με την κρίση αυτό, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών αφ’ ενός παραβίασε τις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και αφ’ ετέρου διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση άλλοτε αντιφατικές και άλλοτε ασαφείς αιτιολογίες. Πράγματι, αν και εμμέσως πλην σαφώς δέχθηκε κενά ή ατέλειες ως προς τη διατύπωση της βουλήσεως των διαδίκων (δικηγόρου και εντολέων εταιριών) σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της υπάρξεως ή μη υπάρξεως συμφωνίας ως προς την αμοιβή του πρώτου για την εκτέλεση των εντολών που του είχαν δώσει οι δεύτερες, αιτία για την οποία προσέφυγε στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων όπως προκύπτει από τη γενική αναφορά στις ΑΚ 173 και 200, που γίνεται σε δύο σημεία της προσβαλλόμενης απόφασης, με τα όσα δέχθηκε, εφάρμοσε εσφαλμένα τους κανόνες αυτούς.

Διότι, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, όποιος προσφεύγει στις υπηρεσίες εξειδικευμένου δικηγόρου για το χειρισμό υποθέσεων μεγάλης αξίας ή σημασίας, είτε εξ αρχής συμφωνεί με αυτόν ως προς την αμοιβή, που θα κληθεί να καταβάλει είτε, άλλως, αποδέχεται σιωπηρώς την αμοιβή που θα του ζητηθεί, αφού είναι νόμιμο και πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι οι δικηγορικές υπηρεσίες προσφέρονται πάντοτε με αμοιβή, της οποίας μόνο τα ελάχιστα όρια καθορίζονται δεσμευτικώς στον κώδικα δικηγόρων.

Και περαιτέρω, όταν διαρκούσης της εκτελέσεως μιας τέτοιας, σοβαρής δικηγορικής εντολής, για την οποία κατά την ανάθεσή της δεν διευκρινίσθηκε το ζήτημα της αμοιβής, ο δικηγόρος αποστέλλει στον εντολέα έγγραφο που περιγράφει τους όρους της αμοιβής του με τη διευκρίνιση ότι οι όροι αυτοί "εφαρμόζονται σε όλους τους πελάτες" του και "για την παροχή οποιασδήποτε υπηρεσίας σε οποιοδήποτε τομέα δικαίου" (οι εντός εισαγωγικών περικοπές αποτελούν κατά λέξη παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης), δεν είναι δυνατό η υπόμνηση αυτή να μην έχει ουδεμία σχέση με την υπό εξέλιξη εντολή, αλλά να αποτελεί απλή "ενημέρωση" του πελάτη που θα ισχύσει μόνο για την περίπτωση της ενδεχόμενης ανάθεσης κάποιας νέας εντολής στο μέλλον.

Και έτι περαιτέρω, όταν στους όρους αυτούς, που μιλούν αποκλειστικά για αμοιβή με χρονοχρέωση, διαλαμβάνεται ότι η ωριαία αμοιβή έχει καθορισθεί για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα σε συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, η πάροδος του χρονικού διαστήματος δεν μπορεί να σημαίνει ότι μετά από αυτό δεν ισχύει ούτε το σύστημα χρονοχρέωσης ούτε το ύψος της ωριαίας αμοιβής, αλλ’ ότι ο δικηγόρος δεσμεύεται να μην ζητήσει μεγαλύτερη αμοιβή για όσο χρονικό διάστημα ισχύει η ήδη καθορισθείσα.

Ο δε εντολέας, που μετά την πάροδο του ως άνω χρόνου εξακολουθεί να αναθέτει υποθέσεις στον ίδιο δικηγόρο, αποδέχεται την χρονοχρέωση με την προηγούμενη τιμή μονάδος. Είναι διαφορετικό ζήτημα, βέβαια, το εάν οι ώρες απασχόλησης του δικηγόρου, όπως προσδιορίζονται από αυτόν, μπορούν να θεωρηθούν ή όχι εύλογες για την εργασία που εκτέλεσε, περιστατικό που ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Τέλος, ελέγχεται ως ενδοιαστική, ασαφής και αντιφατική η παραδοχή ότι στην υπόθεση της διαιτησίας, λόγω της σπουδαιότητας του αντικειμένου της, το ζήτημα της αμοιβής "πρέπει" (αυτό υποδηλώνει εν προκειμένω η συναγωγή "συμπεράσματος" με βάση "τα διδάγματα της κοινής πείρας") να είχε συζητηθεί μεταξύ του δικηγόρου και του εντολέα του.

Παραδοχή, που αφήνει να εννοηθεί ότι το ζήτημα αυτό μπορεί και να μην είχε συζητηθεί. Και που αυτοαναιρείται από τις επόμενες παραδοχές, σύμφωνα με τις οποίες η μεν εντολέας γνώριζε το ότι ο ενάγων αναλαμβάνει υποθέσεις με χρονοχρέωση, ο δε δικηγόρος υπέβαλε λογαριασμό προς 264 ευρώ την ώρα. Για να ακολουθήσει το συμπέρασμα ότι οι διάδικοι συμφώνησαν κατ’ αποκοπή αμοιβή 100.000 ευρώ.

Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους επισημαίνονται οι παραβιάσεις αυτές και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.

4. Κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ. α’ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει". Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 62, 64 παρ.2, 339, 409 παρ.1 και 2, 410 και 415 έως 420 ΚΠολΔ και 61, 65, 67 και 70 ΑΚ, συνάγεται ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος και γι’ αυτό δεν μπορεί να έχει (κατ’ αρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και, για την ταυτότητα του λόγου, ο αντιπρόσωπος ανικάνου φυσικού προσώπου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου νομικού προσώπου ή το μέλος της διοικήσεως αυτού, όπως και ο άμεσος αντιπρόσωπος (ΑΚ 211) για διαφορές από τη δικαιοπραξία στην οποία ενήργησε με την ιδιότητα αυτή.

Τούτο συνάγεται, κυρίως, από το ως άνω άρθρο 415 ΚΠολΔ, το οποίο προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των εκ των διαδίκων νομικών προσώπων ή των μελών της διοικήσεώς τους. Η εξέταση αυτή, όμως, δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ίδιο (επώνυμο) αποδεικτικό μέσο, το οποίο εκτιμάται ελεύθερα (ΚΠολΔ 420), καθόσον υπό την αντίθετη εκδοχή θα ήταν δυνατόν το ίδιο πρόσωπο να εξετάζεται ως μάρτυρας και στη συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή ως μέλος της διοικήσεως διαδίκου νομικού προσώπου ή ως άμεσος αντιπρόσωπος, λύση προδήλως άτοπη.

Κατά συνέπεια, η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρος του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου νομικού προσώπου ή μέλους της διοικήσεώς του είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσον και ως εκ τούτου δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ούτε και όταν το δικαστήριο μπορεί να αρκεσθεί και σε αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου (ΚΠολΔ 671 παρ.1 εδ.

α’ , που ίσχυε κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας). Η εκ μέρους του δικαστηρίου λήψη υπ’ όψη μιας τέτοιας κατάθεσης θεμελιώνει τον από το άρθρο 559 αρ.11 περ. α’ ΚΠολΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, άσχετα από το αν είχε προηγουμένως προβληθεί ή όχι σχετική εναντίωση του αντιδίκου εκείνου που την προσκομίζει, αφού πρόκειται για ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1080/2015, ΑΠ 715/2013).

5. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το μονομελές εφετείο, προκειμένου να σχηματίσει το αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπ’ όψη μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και α) την κατάθεση του δικηγόρου Γ. Μ., ο οποίος εξετάστηκε με επιμέλεια των εναγομένων ως μάρτυρος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ο οποίος αφ’ ενός κατά το χρόνο που εξετάσθηκε ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης από τις εναγόμενες και αφ’ ετέρου προηγουμένως είχε ενεργήσει ως αντιπρόσωπος της δεύτερης από αυτές κατά την ανάθεση στον ενάγοντα της εντολής για την εκπροσώπησή της στην ως άνω διαιτητική υπόθεση και β) την ένορκη βεβαίωση του Ι.

Π., ο οποίος αφ’ ενός κατά το χρόνο που την έδωσε ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος της δεύτερης από τις εναγόμενες και αφ’ ετέρου προηγουμένως είχε ενεργήσει ως αντιπρόσωπος της πρώτης από αυτές κατά την ανάθεση στον ενάγοντα της εντολής για την εκπροσώπησή της στις υποθέσεις ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Ως εκ τούτου, τα πρόσωπα αυτά δεν ήταν κατά νόμον επιτρεπτό να καταθέσουν ως μάρτυρες, είτε στο ακροατήριο είτε με τη μορφή της ένορκης βεβαίωσης, αλλά μπορούσαν να εξετασθούν υπό την ιδιότητά τους του μέλους του διοικητικού συμβουλίου ή του αντιπροσώπου, κατά περίπτωση, των εναγομένων εταιριών, ώστε να εκτιμηθούν ελεύθερα οι πληροφορίες που θα δώσουν (ΚΠολΔ 415 παρ.3, 420).

Επομένως, ο πρώτος από λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται ότι το μονομελές εφετείο, μετά την απόρριψη του σχετικού λόγου της έφεσης του ενάγοντος, έλαβε υπ’ όψη τις καταθέσεις των ως άνω προσώπων και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ. α’ ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις πρώτη και δεύτερη από τις αναιρεσίβλητες και να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς το αναιρούμενο μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Η έρευνα των υπολοίπων λόγων της αιτήσεως αποβαίνει περιττή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι δύο πρώτες από τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2132/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τις πρώτη και δεύτερη από τις αναιρεσίβλητες.

Παραπέμπει την υπόθεση ως προς το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει τις δύο πρώτες από τις αναιρεσίβλητες να πληρώσουν στον αναιρεσείοντα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 27η Ιουνίου 2017.

Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Σεπτεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ