Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the argument is merely a denial of facts, not a new legal ground.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellants' appeal against a first-instance judgment regarding loan default. The appellants argued that the single-judge court failed to consider their claim of regular payments from 2006 to 2014. The court ruled this argument inadmissible because it constitutes a denial of historical facts rather than a distinct legal ground for review. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellants' costs were remitted to the public treasury.
Legislator headnote
AI generatedArticle 560, paragraph 5, section b of the Code of Civil Procedure; Article 576, paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure: An appeal argument is inadmissible if it merely denies the factual basis of the lower court's finding or acts as a conclusion drawn from evidence assessment, rather than presenting a new legal ground.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1446 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1446/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Φ. του Α. και 2) Σ. Φ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Μελέτη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑLPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΕ" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις κατατεθείσες προτάσεις του την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ οι 1η και 2η δεν παραστάθηκαν. Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." ("..."), που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εταιρείας διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις, στην οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑLPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και το δ.τ. "ΑLPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Στέλλα Τσάκωνα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-11-2015 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αρήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 44/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-4-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, η 3η των αναιρεσιβλήτων και η προσθέτως παρεμβαίνουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και ο πληρεξούσιος της 3ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 -3 του Κ.Πολ.Δ., αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως την συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν την συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά την γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.
β' και γ' του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων, που πρέπει να συζητηθούν κατά την δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στην δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της συζητήσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για την δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά την δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο, καθόσον, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του, καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευσή του κατά την αρχική δικάσιμο.
Περαιτέρω, με το άρθρο 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020 "Μέτρα για την αντιμετώπιση των συνεχιζόμενων συνεπειών της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19 και άλλες κατεπείγουσες διατάξεις" ορίζεται ότι "2. Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι και τις 31.5.2020, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο και κατά προτεραιότητα εντός του χρονικού διαστήματος από 1.7.2020 έως 15.7.2020 ή από 1.9.2020 έως 15.9.2020.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα".
Με την προαναφερόμενη διάταξη, προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζητήσεως των υποθέσεων που ματαιώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, πλην όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας κάποιου διαδίκου κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο, προκειμένου να ισχύσει η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υποθέσεως στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, ως κλήτευση κατ' αυτή του απολειπομένου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος, είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ο ίδιος, είτε να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε λόγω της αναστολής.
Σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ' αυτή και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του. Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η υπό κρίση από 18.4.2019 (αρ. κατ. 24/2019) αίτηση των Π. Φ. του Α. και Σ. Φ. του Σ., κατά των 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.", με την οποία ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 44/2019 αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας.
Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσδιορίσθηκε, κατ' άρθρ. 568 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων, να συζητηθεί στη δικάσιμο της 22-5-2020, κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση αυτής, λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων εξ αιτίας του κορωνοϊού COVID-19, επαναπροσδιορίστηκε δε αυτή αυτεπαγγέλτως, για τη δικάσιμο της 5-2-2021, με πράξη της Προέδρου του Δ' τμήματος και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, σύμφωνα με το άρθρο με το άρθρο 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020.
Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, η υπόθεση αναβλήθηκε, με αίτημα της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία η πρώτη και η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτές δήλωση μη παραστάσεως, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παρέστησαν δε νομίμως και προσηκόντως οι αναιρεσείοντες και η τρίτη των αναιρεσιβλήτων.
Ενόψει όμως του ότι οι ως άνω, απούσες κατά την παρούσα συζήτηση, αναιρεσίβλητες, είχαν νομίμως κλητευθεί να παραστούν κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 22-5-2020 (βλ. προσκομιζόμενες, αντιστοίχως, υπ' αριθμ. 3449Β'/12-6-2019 και 3447Β'/12-6-2019 εκθέσεις επιδόσεως, της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Ο.
Κ.), κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, η δε με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της στο οικείο πινάκιο κατά την αυτεπαγγέλτως ορισθείσα δικάσιμο της 5-2-2021, κατά την οποία αναβλήθηκε και πάλι από το πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ισχύει, κατά τα προεκτεθέντα, ως κλήτευση αυτών, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στην συζήτηση αυτής, παρά την απουσία τους.
Από τη διάταξη του άρθρου 80 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναιρέσεως, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.
Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που, είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 Κ.Πολ.Δ., νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (Α.Π. 883/2021, Α.Π. 402/2020, Α.Π. 368/2019).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 Κ.Πολ.Δ., αν η ισχύς της αποφάσεως στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς, είναι η επέκταση της ισχύος της αποφάσεως, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.
Το δικονομικό δικαίωμα της ασκήσεως αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται, όχι λόγω της πιθανής εκδηλώσεως δυσμενών ενεργειών της αποφάσεως σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.
Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της αποφάσεως. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 Κ.Πολ.Δ. αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος, με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (Α.Π. 883/2021, Α.Π. 402/2020, Α.Π. 368/2019).
Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού, κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011). Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ.
γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....": "Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους.
Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015 "Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.
του ν. 4307/2014 (Α' 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 576 παρ. 2 και 3 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, αν κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, πλην, όμως, έχει κλητευτεί νομίμως, είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικο, τότε η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αυτόν αναγκαίο ομόδικο (ΑΠ 756/2017, ΑΠ 681/2016), αφού, αν και δεν παραστάθηκε, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από τον αναγκαίο ομόδικό του.
Στην προκείμενη περίπτωση, η εδρεύουσα στην ... ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ... " (ή ...), με το από 23-2-2022 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 1-3-2022 και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, κατά σύντμηση της προθεσμίας, στους αναιρεσείοντες και τις αναιρεσίβλητες (βλ.
τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την παρεμβαίνουσα υπ` αριθμ. 11217/30-3-2022, 11216/30-3-2022, 9301Β/29-3-2022, 7877ιγ/29-3-2022 και 9305Β/29-3-2022 εκθέσεις επιδόσεως, των δικαστικών επιμελητών, στο Εφετείο Πατρών Σ. Κ. οι δύο πρώτες, στο Εφετείο Αθηνών Σ. Τ. η τρίτη και η πέμπτη και στο Εφετείο Αθηνών Β. Γ. η τετάρτη), άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "...", ειδικής διαδόχου της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρο 325 Κ.Πολ.Δ.).
Ειδικότερα, όπως από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος, ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, όπως αυτός ισχύει (απόφαση 207/1/29-11-2016 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων), είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, δυνάμει του από 18-6-2021 ιδιωτικού συμφωνητικού διαχείρισης απαιτήσεων, που καταχωρήθηκε νόμιμα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, με αριθμό πρωτοκόλλου 208/22-6-2021, της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία ...", ανώνυμης εταιρείας ειδικού σκοπού, που έχει νομίμως συσταθεί και λειτουργεί με έδρα το ..., προς την οποία η υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", δυνάμει της από 20-4-2021 συμβάσεως πωλήσεως και μεταβιβάσεως επιχειρηματικών απαιτήσεων, που καταχωρήθηκε νόμιμα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, με αριθμό πρωτοκόλλου 129/20-4-2021, έχει μεταβιβάσει ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις καταναλωτικής ή/και επιχειρηματικής πίστεως, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την τράπεζα.
Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, που απορρέουν από τις συμβάσεις στεγαστικού δανείου, που συνήψε με τους αναιρεσείοντες. Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη κατ` άρθρο 80 και 83 του Κ.Πολ.Δ., με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναιρέσεως (άρθρα 246 και 573 Κ.Πολ.Δ).
Κατ' εφαρμογήν δε των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, εφόσον η δεύτερη αναιρεσίβλητη- υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", παρότι κλητεύθηκε νομίμως, δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την αναγκαία ομόδικό της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα και η συζήτηση θα χωρήσει ως εάν ήταν και αυτή παρούσα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., που είναι εννοιολογικά ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π. 31/2009, Α.Π. 4123/2021, Α.Π. 980/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 501/2021).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε αυτός ο λόγος αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται, υπό την επίκληση της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1009/2021, Α.Π. 123/2021, Α.Π. 1221/2020, Α.Π. 1210/2020). Κατά την έννοια δε της διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ.
β' του ίδιου Κώδικα, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας -των γενικών δηλαδή και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα (Α.Π. 1342/2021, Α.Π. 1175/2020, Α.Π. 270/2020, Α.Π. 1365/2019)- ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της υπάρξεως πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 58/2020, ΑΠ 65/2017, Α.Π. 92/2013).
Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (Α.Π. 177/2021, Α.Π. 870/2020, Α.Π. 549/2020, Α.Π. 372/2020). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει από αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε (Α.Π. 619/2020, Α.Π. 609/2020, Α.Π. 508/2020, Α.Π. 69/2020).
Με τον παραπάνω, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ.
λόγου αναιρέσεως πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, στη περίπτωση δε της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 1/2016, Α.Π. 1281/2020, Α.Π. 728/2020, Α.Π. 579/2020, Α.Π.183/2020).
Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, Α.Π. 750/2021, Α.Π. 517/2021, Α.Π. 1277/2020, Α.Π. 38/2020).
Συνακόλουθα, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 560 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως (Α.Π. 233/2021, Α.Π. 293/2020, Α.Π. 183/2020, Α.Π. 8/2020) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναιρέσεως.
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, πρέπει εξ αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 167/2021, Α.Π. 353/2020, Α.Π. 59/2020).
Αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο εφέσεώς του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.Α.Π. 15/2000, Α.Π. 1451/2021, Α.Π. 982/2021, Α.Π. 637/2020, Α.Π. 595/2020).
Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγους αναιρέσεως (Α.Π. 1451/2021, Α.Π. 485/2020, Α.Π. 353/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και τρίτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, με τις αιτιάσεις ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας, που δίκασε ως Εφετείο 1) παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία, τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 3869/1010, με το να κρίνει ορισμένη και να κάνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένσταση της πρώτης και της τρίτης των αναιρεσιβλήτων, περί περιελεύσεως των αναιρεσειόντων σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών τους υποχρεώσεων από ενδεχόμενο δόλο, παρά την αοριστία αυτής (ενστάσεως), ενόψει του ότι οι ενιστάμενες τραπεζικές εταιρείες δεν ανέφεραν το αρχικό και τελικό ύψος των τραπεζικών προϊόντων που οι ίδιοι συμφώνησαν και ανέλαβαν, το χρόνο κατά τον οποίο αυτά συμφωνήθηκαν, καθώς και ποιες ήταν οι κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών, αλλά και οι ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές τους δυνατότητες (1ος λόγος) και 2) κατά τη διερεύνηση της συνδρομής ή μη στο πρόσωπό τους ενδεχόμενου δόλου, περιορίστηκε αποκλειστικά και μόνο στον αριθμό των δανειακών συμβάσεων στις οποίες οι ίδιοι συνεβλήθησαν και στο συνολικό ύψος αυτών κατά το χρόνο καταθέσεως της υπό κρίση αιτήσεως, και, κατ' αυτό τον τρόπο, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, που αφορούν στον τρόπο και τα κριτήρια συνάψεως των δανειακών συμβάσεων, παραβλέποντας ότι τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν υποχρέωση να εκτιμούν τις οικονομικές δυνατότητες των οφειλετών, σε περίπτωση δε που διαπιστώσουν ότι αυτοί αδυνατούν να ανταπεξέλθουν στις δανειακές τους υποχρεώσεις και, παρά ταύτα, τους δανειοδοτήσουν, τότε προκαλούν ή τουλάχιστον συμμετέχουν στην περιέλευσή τους σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών (3ος λόγος).
Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον 1) δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η αοριστία της ως άνω ενστάσεως είχε προταθεί από τους αναιρεσείοντες στο Εφετείο με την έφεσή τους, ενόψει του ότι αυτοί είχαν ηττηθεί στον πρώτο βαθμό (αφού είχε απορριφθεί η αίτησή τους για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση των διατάξεων του Ν. 3869/2010, λόγω κατάγνωσης σε βάρος τους ενδεχόμενου δόλου) και συνεπώς, όφειλαν, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός λόγος της αναιρέσεως, να είχαν προτείνει την αοριστία της ενστάσεως με λόγο της εφέσεώς τους, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη και 2) δεν παρατίθενται στο δικόγραφο της αιτήσεως οι παραδοχές του Εφετείου, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί το αποδιδόμενο σφάλμα, δηλαδή εάν η ένσταση περιέχει επαρκή έκθεση των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξή της ή όχι και, στην τελευταία περίπτωση, εάν το Εφετείο, θεωρώντας εσφαλμένα ότι τα στοιχεία αυτά εκτίθενται με επάρκεια, την έκρινε ορισμένη και δεν την απέρριψε.
Σε κάθε περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως των αναιρεσειόντων, προκύπτει ότι αυτοί ουδόλως είχαν παραπονεθεί με λόγο εφέσεως για την αοριστία της προβληθείσας εκ μέρους της πρώτης και της τρίτης των αναιρεσιβλήτων ενστάσεως, περί περιελεύσεώς τους σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών τους υποχρεώσεων από ενδεχόμενο δόλο.
Επίσης, απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, το μεν διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν αναφέρεται στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή στην υπαγωγή σ' αυτόν πραγματικών περιστατικών, αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων, το δε διότι δεν παρατίθενται στο δικόγραφο της αιτήσεως οι παραδοχές του Εφετείου, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί το σ' αυτή αποδιδόμενο σφάλμα.
Η με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως επικαλούμενη αιτίαση, κατά την οποία, από τις προσκομισθείσες αποδείξεις, προκύπτει αναμφίβολα ότι κατά τη σύναψη των δανειακών συμβάσεων αμφότεροι οι αναιρεσείοντες είχαν την οικονομική δυνατότητα να είναι συνεπείς στις δανειακές τους υποχρεώσεις, η δε μεταγενέστερη αδυναμία τους οφείλεται στην, για τους αναφερόμενους λόγους, ραγδαία μείωση των εισοδημάτων τους, την οποία δεν μπορούσαν να προβλέψουν κατά την κατάρτιση των δανειακών συμβάσεων, είναι επίσης απαράδεκτη, διότι με αυτή, υπό την επίκληση της παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, καθώς και για την σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία στήριξε το πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα.
Συνεπώς, οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ. και, αναλόγως, από τον αριθμό 5 εδ. β' του (νέου) άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 1015/2021, Α.Π. 781/2021, Α.Π. 159/2018).
Αντίθετα, δεν είναι "πράγματα" με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμον ισχυρισμοί (Α.Π. 62/2021, Α.Π. 1064/2020, Α.Π. 790/2020, Α.Π. 365/2020).
Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 560 αριθμ. 5 εδαφ. β' του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (βλ.
σχετ., σε σχέση με το άρθρο 559 αριθμ. 8 εδαφ. β' του Κ.Πολ.Δ., Ολ.Α.Π. 11/1996, Α.Π 1388/2021, Α.Π. 1281/2020, Α.Π. 353/2020, Α.Π. 950/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθμ. 5 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας, καθ' όσον αφορά στο κεφάλαιο περί της καταγνώσεως σε βάρος αυτών ενδεχομένου δόλου, δεν έλαβε υπόψη τον νομίμως προταθέντα και ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό τους ότι από το έτος 2006, οπότε ξεκίνησε η σύναψη των ένδικων δανειακών συμβάσεων και μέχρι το 2014, ήτοι επί 8 έως 9 έτη, εξυπηρετούσαν κανονικά τις δανειακές τους υποχρεώσεις.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια του προεκτεθέντος άρθρου 560 αριθμ. 5 εδαφ. β' του Κ.Πολ.Δ., αλλά άρνηση της ιστορικής βάσεως της προβληθείσας από τις αναιρεσίβλητες τραπεζικές εταιρείες ενστάσεως περί δόλιας περιελεύσεως των αναιρεσειόντων σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, καθώς και επιχείρημα ή συμπέρασμα, συναγόμενο από την εκτίμηση των αποδείξεων, που προβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες προς απόκρουση της ως άνω ενστάσεως.
Σε κάθε περίπτωση, και αν ακόμη το πιο πάνω περιστατικό συγκροτεί αυτοτελή ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο έλαβε ασφαλώς υπόψη αυτόν και τον απέρριψε ως αβάσιμο, αφού δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Α.Π. 930/2021, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 507/2020).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18.4.2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 24/2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 44/2019 οριστικής αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ