Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding irrelevant evidence outside the child support period.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment regarding child support and custody. The appellant argued that the lower court failed to consider specific tax and bank documents proving his income, but the court found these documents irrelevant to the specific two-year support period in question. Consequently, the appeal was rejected as the evidence cited did not pertain to the timeframe the lower court was adjudicating.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging that the court of first instance failed to consider specific evidence is inadmissible if the evidence is irrelevant to the subject matter or pertains to a time period different from that adjudicated by the lower court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1441 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1441/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Τ. του Ι., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Δεληγιάννη.
Της αναιρεσιβλήτου: Σ. Π. του Ι., κατοίκου ..., υπό την ιδιότητά της ως ασκούσα την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου 1. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αλεξόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-5-2020 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 386/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 2260/2018 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-5-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 25-8-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών που αφορούν τη διατροφή και επιμέλεια τέκνων, υπ' αριθ. 2260/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., το οποίο απέρριψε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της υπ' αριθ. 386/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει την από 7-5-2010 αγωγή της αναιρεσίβλητης περί διατροφής του ανηλίκου τέκνου που απέκτησε από την έγγαμη συμβίωσή της με τον αναιρεσείοντα, και, μεταξύ άλλων, αναγνώρισε ότι ο αναιρεσίβλητος, εν διαστάσει σύζυγός της, οφείλει να της προκαταβάλλει το πρώτο τριήμερο κάθε μήνα, για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους, ως συνεισφορά στη διατροφή του σε χρήμα το ποσό των 500 ευρώ, για χρονικό διάστημα δύο ετών από την επομένη της επίδοσης της αγωγής (11-5-2010), νομιμότοκα από την καθυστέρηση κάθε ληξιπρόθεσμης οφειλής.
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1489, 1493 ΑΚ προκύπτει ότι οι γονείς έχουν κοινή και ανάλογη με τις δυνάμεις τους υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους, ακόμη και εάν αυτό έχει περιουσία, της οποίας όμως τα εισοδήματα ή το προϊόν της εργασίας του ή άλλα τυχόν εισοδήματά του, δεν αρκούν για τη διατροφή του.
Το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής του και περιλαμβάνει τα αναγκαία για τη συντήρηση και εν γένει εκπαίδευσή του έξοδα. Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένοι όροι διαβίωσης, που ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη επιτήρησης και εκπαίδευσης και την κατάσταση της υγείας του δικαιούχου, σε συνδυασμό με την περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου.
Για να καθοριστεί το ποσό της δικαιούμενης διατροφής αξιολογούνται κατ' αρχήν τα εισοδήματα των γονέων από οποιαδήποτε πηγή και στη συνέχεια προσδιορίζονται οι ανάγκες του τέκνου, καθοριστικό δε στοιχείο είναι οι συνθήκες της ζωής του, δηλαδή οι όροι διαβίωσής του, χωρίς όμως να ικανοποιούνται οι παράλογες αξιώσεις.
Η κατά τα ως άνω υποχρέωση των γονέων προς διατροφή του τέκνου τους βαρύνει αυτούς, κατά το άρθρο 1489 παρ. 2 ΑΚ, ανάλογα με τις δυνάμεις τους (Α.Π. 995/2019). Στοιχεία δε θεμελιωτικά του δικαιώματος διατροφής τέκνου, είναι η αδυναμία του ανηλίκου τέκνου να διατρέφει τον εαυτό του από τα εισοδήματα της περιουσίας ή το προϊόν της εργασίας του, τα περιουσιακά στοιχεία του εναγομένου γονέα, οι ανάγκες του ανηλίκου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής του, οι οποίες είναι προσδιοριστικές του ύψους της διατροφής που πρέπει να του καταβληθεί, και το αιτούμενο, για όλες αυτές τις ανάγκες του, συνολικό ύψος της δαπάνης, που αποτελεί την κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις ανάλογη διατροφή του, χωρίς να απαιτείται να προσδιορίζεται στο δικόγραφό της με ακρίβεια και το απαραίτητο για την κάλυψη κάθε επί μέρους ανάγκης του χρηματικό ποσό, ούτε και να εκτίθενται και οι οικονομικές δυνατότητες του άλλου γονέα, διότι το στοιχείο αυτό ανήκει στη βάση ένστασης από το άρθρο 1489 παρ. 2 ΑΚ, την οποία μπορεί να προτείνει ο εναγόμενος προς περιορισμό της υποχρέωσής του προς διατροφή, ισχυριζόμενος ότι το τέκνο έχει δικαίωμα διατροφής έναντι και του άλλου γονέα ο οποίος υποχρεούται να συμβάλλει στη διατροφή του τέκνου, ανάλογα με τις προσδιορισμένες με την ένσταση οικονομικές του δυνατότητες (Α.Π.1175/2020, Α.Π.124/2017, Α.Π.1322/2013).
Πρέπει να σημειωθεί ότι ο επιμερισμός αυτός της απαιτούμενης για το ανήλικο τέκνο διατροφής, μεταξύ των γονέων του, γίνεται χωρίς να απαιτείται η υποβολή ένστασης συνεισφοράς και του άλλου γονέα, εκ μέρους του εναγομένου, όταν με την αγωγή ζητείται όχι ολόκληρο το ποσό της απαιτούμενης για το εν λόγω ανήλικο διατροφής, αλλά μόνο το ποσό που αντιστοιχεί στην υποχρέωση συμμετοχής του εναγομένου στη διατροφή αυτή, μετά την αφαίρεση της συμμετοχής του άλλου γονέα, και σ' αυτή την περίπτωση η ένσταση συνεισφοράς και του άλλου γονέα αποτελεί αρνητικό ισχυρισμό (Α.Π.1330/2011).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.20/2005, Ολ.Α.Π.32/1996).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π.18/08, Ολ.Α.Π.15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π.50/2020, Α.Π.1075/2019, Α.Π.708/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο την 26-8-2006..., κατά τη διάρκεια του οποίου απέκτησαν ένα άρρεν τέκνο, τον Ι. - Α., που γεννήθηκε την 10.10.2007. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων δεν εξελίχθηκε ομαλά και διασπάστηκε τον Αύγουστο του 2009 με την αποχώρηση της ενάγουσας από την οικογενειακή στέγη...Το ως άνω ανήλικο τέκνο των διαδίκων αδυνατεί να διαθρέψει τον εαυτό του, καθόσον στερείται πλήρως εισοδημάτων από οποιαδήποτε πηγή και δεν έχει τη δυνατότητα, λόγω της ηλικίας του, να εργαστεί.
Συνεπώς, υπόχρεοι προς διατροφή του είναι οι γονείς του από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις οικονομικές του δυνάμεις, ενώ το μέτρο της διατροφής του πρέπει να προσδιοριστεί με βάση τις ανάγκες του όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες διαβίωσής του, και θα περιλαμβάνει όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση, την περίθαλψη και ανατροφή του.
Η ενάγουσα, ηλικίας 41 ετών, είναι δικηγόρος και δραστηριοποιείται ως ελεύθερος επαγγελματίας με μηνιαία καθαρά εισοδήματα κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (12.5.2010 - 11.5.2012), που ανέρχονταν στο ποσό των 3.000 ευρώ τουλάχιστον, λαμβάνοντας υπόψη ότι τα εκκαθαριστικά φορολογικών δηλώσεων, που προσκομίζει, συνιστούν επισφαλή αποδεικτικά μέσα για τη διακρίβωση των πραγματικών εισοδημάτων ελεύθερων επαγγελματιών, όπως η ίδια.
Άλλα εισοδήματα, πόρους από οποιαδήποτε πηγή ή περιουσιακά στοιχεία δεν διαθέτει η ενάγουσα, η οποία δεν βαρύνεται με υποχρέωση διατροφής τρίτων προσώπων, πέρα του τέκνου της, αλλά βαρύνεται με το μίσθωμα ποσού 1.000 ευρώ μηνιαίως για την ως άνω (στο ...) οικία της καθώς και με τις λειτουργικές δαπάνες αυτής (ηλεκτρικού, ύδατος, τηλεφώνου, θέρμανσης κ.λ.π.) κατά την αναλογία της, οι δε λοιπές ανάγκες διαβίωσής της είναι αντίστοιχες γυναικών παρόμοιας με αυτήν ηλικίας.
Ο εναγόμενος, ηλικίας 54 ετών σήμερα, εργάζεται στην πρώην Ε. Τ. της Ε. (νυν A. B.) ως μισθωτός υπάλληλος στον Τομέα της Διεύθυνσης Εφαρμογών Πληροφορικής. Κατά το ως άνω επίδικο χρονικό διάστημα (12.5.2010 - 11.5.2012), όπως προκύπτει από τις αντίστοιχες φορολογικές του δηλώσεις, είχε από την ως άνω εργασία του μηνιαία καθαρά εισοδήματα, που ανέρχονταν στο ποσό των 5.000 ευρώ περίπου.
Περαιτέρω, ο εναγόμενος είναι κύριος ενός διαμερίσματος, επιφάνειας 90 τ.μ., στα Β. Α., όπου και κατοικεί, ενώ έχει και την ψιλή κυριότητα μιας κατοικίας, επιφάνειας 60 τ.μ. περίπου, στην .... Επιπλέον, είναι κύριος ενός ΙΧΕ αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής AUDI, κ.ε. 1600, ενώ δεν διαθέτει άλλα εισοδήματα, πόρους από οποιαδήποτε πηγή ή περιουσιακά στοιχεία.
Εξάλλου, ο εναγόμενος, ο οποίος δεν βαρύνεται με υποχρέωση διατροφής τρίτων προσώπων, πέραν του ως άνω ανηλίκου τέκνου του βαρύνεται με τις λειτουργικές δαπάνες της ως άνω οικίας του (ηλεκτρικού, ύδατος, τηλεφώνου, θέρμανσης κ.λπ.), οι δε λοιπές ανάγκες διαβίωσής του είναι αντίστοιχες ανδρών παρόμοιας με αυτόν ηλικίας.
Περαιτέρω, το ανήλικο τέκνο των διαδίκων, 7,5 ετών σήμερα, διαμένει... με την ενάγουσα στην ως άνω κατοικία της στο ... και βαρύνεται με το μίσθωμα και τις λειτουργικές δαπάνες αυτής κατά το μέρος που του αναλογεί. Κατά το ως άνω επίδικο χρονικό διάστημα φοιτούσε στο Σταθμό Προσχολικής Αγωγής "1", με ετήσιο κόστος διδάκτρων ανερχόμενο στο ποσό των 6.380 ευρώ, από το οποίο, ωστόσο, το ποσό των 3.000 ευρώ καλύπτονταν από την εργοδότρια Τράπεζα του εναγομένου υπό τη μορφή επιδόματος, οπότε το πραγματικό σχετικό κόστος που βαρύνει τους διαδίκους, ανέρχεται στο ποσό των 3.380 ευρώ ετησίως ή 281 ευρώ μηνιαίως.
Με βάση τις προαναφερόμενες οικονομικές δυνατότητες των διαδίκων και τις εν γένει περιστάσεις και συνθήκες ζωής του ανήλικου υιού των διαδίκων Ι.-Α. και ειδικότερα τις ανάγκες της συντήρησης, της εκπαίδευσης, της ιατροφαρμακευτικής του περίθαλψης, της ένδυσης, της υπόδησης, της ψυχαγωγίας του, η κατά μήνα διατροφή, που πρέπει να καθοριστεί για το ανήλικο τέκνο των διαδίκων για το επίδικο χρονικό διάστημα, ανέρχεται στο ποσό των 750,00 ευρώ, το οποίο είναι ανάλογο με τις δυνάμεις των διαδίκων, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής τους.
Επομένως, ο ...πατέρας του ανήλικου Ι.-Α. υποχρεούται να καταβάλλει από τα εισοδήματά του και την περιουσία του ως μηνιαία διατροφή, ανάλογα με τις οικονομικές του δυνάμεις, σε συσχετισμό με τις οικονομικές δυνάμεις της μητέρας και συνεκτιμώντας όλα όσα παραπάνω αποδείχθηκαν, για το χρονικό διάστημα από 12.5.2010 - 11.5.2012, για τη διατροφή του ανήλικου υιού του το ποσό των 500,00 ευρώ μηνιαίως.
Το υπόλοιπο ποσό, που απαιτείται κατά μήνα για τη διατροφή του ανήλικου τέκνου των διαδίκων βαρύνει την...μητέρα του ανήλικου (η οποία είναι συνυπόχρεη από το νόμο) και η οποία συνεισφέρει με τα εισοδήματά της από την προσωπική της εργασία και περιουσία της και με την φροντίδα και την περιποίηση του ανηλίκου, που συνδέονται με τη συνοίκηση και οι οποίες είναι αποτιμητές σε χρήμα, δεδομένου δε ότι με την ένδικη αγωγή ζητήθηκε μόνο η συνεισφορά του εναγομένου - πατέρα στη διατροφή του ανήλικου, ο συσχετισμός των οικονομικών δυνάμεων των δύο γονέων γίνεται από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κρίνοντας ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια δεν έσφαλε, απέρριψε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων ως ουσιαστικά αβάσιμες.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1493 ΑΚ και ιδίως τη διάταξη του άρθρου 1489 παρ.2 του Α.Κ., τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.
Ειδικότερα, το Εφετείο κατ'ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των ως άνω αναφερόμενων οικονομικών δυνάμεων, δυνατοτήτων, υποχρεώσεων και λοιπών συνθηκών διαβιώσεως και βιοτικών αναγκών των διαδίκων, καθόρισε τη διατροφή του ανήλικου υιού τους στο ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως, ανάλογα με τις οικονομικές δυνάμεις αυτών, για το χρονικό διάστημα από 12.5.2010 - 11.5.2012.
Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές, α) ότι το ως άνω ανήλικο τέκνο των διαδίκων αδυνατεί να διαθρέψει τον εαυτό του, καθόσον στερείται πλήρως εισοδημάτων από οποιαδήποτε πηγή και δεν έχει τη δυνατότητα, λόγω της ηλικίας του, να εργαστεί β) ότι η ενάγουσα, ηλικίας 41 ετών, είναι δικηγόρος και δραστηριοποιείται ως ελεύθερος επαγγελματίας με μηνιαία καθαρά εισοδήματα κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (12.5.2010 - 11.5.2012), που ανέρχονταν στο ποσό των 3.000 ευρώ τουλάχιστον, ενώ δεν διαθέτει άλλα εισοδήματα, πόρους από οποιαδήποτε πηγή ή περιουσιακά στοιχεία, δεν βαρύνεται με υποχρέωση διατροφής τρίτων προσώπων, πέρα του τέκνου της, αλλά βαρύνεται με το μίσθωμα ποσού 1.000 ευρώ μηνιαίως για την οικία της καθώς και με τις λειτουργικές δαπάνες αυτής κατά την αναλογία της και ότι οι λοιπές ανάγκες διαβίωσής της είναι αντίστοιχες γυναικών παρόμοιας με αυτήν ηλικίας, γ) ότι ο εναγόμενος, ηλικίας 54 ετών, εργάζεται στην πρώην Ε.
Τ. της Ε. (νυν A. B.) ως μισθωτός υπάλληλος στον Τομέα της Διεύθυνσης Εφαρμογών Πληροφορικής, με μηνιαία καθαρά εισοδήματα κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, που ανέρχονταν στο ποσό των 5.000 ευρώ περίπου, είναι κύριος ενός διαμερίσματος, επιφάνειας 90 τ.μ., στα Β. Α., όπου και κατοικεί, έχει την ψιλή κυριότητα μιας κατοικίας, επιφάνειας 60 τ.μ.
περίπου, στην ..., είναι κύριος ενός ΙΧΕ αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής AUDI, κ.ε. 1600, ενώ δεν διαθέτει άλλα εισοδήματα, πόρους από οποιαδήποτε πηγή ή περιουσιακά στοιχεία, δεν βαρύνεται με υποχρέωση διατροφής τρίτων προσώπων, πέραν του ως άνω ανηλίκου τέκνου του, βαρύνεται όμως με τις λειτουργικές δαπάνες της ως άνω οικίας του και ότι οι λοιπές ανάγκες διαβίωσής του είναι αντίστοιχες ανδρών παρόμοιας με αυτόν ηλικίας, δ) ότι το ανήλικο τέκνο των διαδίκων, ηλικίας 7,5 ετών κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, διαμένει με την ενάγουσα σε κατοικία στο ...
και βαρύνεται με το μίσθωμα και τις λειτουργικές δαπάνες αυτής κατά το μέρος που του αναλογεί, ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα φοιτούσε στο Σταθμό Π. Α. «Ε. Α. Λ.", με ετήσιο κόστος διδάκτρων ανερχόμενο στο ποσό των 6.380 ευρώ και ότι, αφαιρουμένου του ποσού των 3.000 ευρώ που καλύπτονταν από την εργοδότρια Τράπεζα του εναγομένου υπό τη μορφή επιδόματος, το πραγματικό κόστος που βαρύνει τους διαδίκους, ανέρχεσαι στο ποσό των 3.380 ευρώ ετησίως ή 281 ευρώ μηνιαίως και ε) ότι με βάση τις προαναφερόμενες οικονομικές δυνατότητες των διαδίκων και τις εν γένει περιστάσεις και συνθήκες ζωής του ανήλικου τέκνου τους η κατά μήνα διατροφή, για το επίδικο χρονικό διάστημα, πρέπει να καθοριστεί για το ανήλικο τέκνο των διαδίκων στο ποσό των 750,00 ευρώ, ο δε πατέρας του ανήλικου υποχρεούται να καταβάλλει από τα εισοδήματά του και την περιουσία του ως μηνιαία διατροφή αυτού, ανάλογα με τις οικονομικές του δυνάμεις, σε συσχετισμό με τις οικονομικές δυνάμεις της μητέρας, για το χρονικό διάστημα από 12.5.2010 - 11.5.2012, το ποσό των 500,00 ευρώ μηνιαίως.
Επομένως, ο πρώτος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και ο επικουρικός δεύτερος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε ορθά τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και δεν έχει νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι αβάσιμοι.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.
Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη.
Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (Α.Π.798/2010).
Έτσι, ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν και έγινε επίκλησή τους (Α.Π.1763/2007, Α.Π.1595/2006). Για την πληρότητα του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (Α.Π.1405/2019, Α.Π.466/2019, Α.Π.17617, Α.Π.516/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τελευταίο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, εκ του αριθ.11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε με τις προτάσεις του στο Εφετείο, αναφορικά με τις κρατήσεις επί του μισθού του για δόσεις δανείου του και συγκεκριμένα τα σχετικά έγγραφα υπ' αριθ. 33γ (εκκαθαριστικό σημείωμα της Δ.Ο.Υ.
Χ. έτους 2016 που αφορά τον αναιρεσείοντα) και 34 (από 6-2-2018 απάντηση της Τράπεζας A. B. προς τον αναιρεσείοντα αναφορικά με την οφειλή και τις δόσεις στεγαστικού του δανείου, για το χρόνο εκείνο- 2018). Ο ως άνω λόγος της αναίρεσης, είναι απαράδεκτος, καθόσον αφορά παράπονο του αναιρεσείοντος που προβάλλεται αλυσιτελώς, αφού τα ως άνω έγγραφα δεν αφορούν το επίδικο χρονικό διάστημα διατροφής του ανήλικου τέκνου των διαδίκων (12.5.2010 - 11.5.2012), για το οποίο έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων, λόγω της ιδιότητάς τους ως συζύγων (άρθρο 179 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28/5/2020 αίτηση του Β. Τ. για αναίρεση της υπ` αριθ. 2260/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ....
Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις ....
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις ....
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ