Legislator Case Law & Legislation
1438/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on unjust enrichment, ruling error in legal characterization does not justify overturning final judgment.

Case Number 1438/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the bank's appeal against a final judgment regarding unjust enrichment claims. The bank argued the lower court erred in applying Article 909 of the Civil Code instead of Article 904, and incorrectly rejected a claim of voluntary payment. The court held that while the lower court mischaracterized the legal basis, this error did not alter the substantive outcome or violate the principle of res judicata. Consequently, the appeal was rejected, the costs were awarded to the appellant, and the original judgment stood.

Legislator headnote

AI generated

Articles 904, 905, 909 of the Civil Code; An error in the legal characterization of unjust enrichment that does not affect the substantive result does not justify an appeal under Article 559 of the Code of Civil Procedure.

Keywords

AI generated
unjust enrichment legal characterization res judicata civil procedure appeal voluntary payment statutory interpretation judicial error

Cited Legislation

AI generated
Article 904 of the Civil Code
Article 905 of the Civil Code
Article 909 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1438 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1438/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: της ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ξανάλατο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Γ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καλαβρό, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Οκτωβρίου 2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 411/2010 μη οριστική, 378/2011 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2/2012 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17 Σεπτεμβρίου 2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 23 Σεπτεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του αρθρ. 904 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης είναι η ύπαρξη πλουτισμού του λήπτη χωρίς νόμιμη αιτία και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, δηλαδή η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πλουτισμού και επιβάρυνσης, έτσι ώστε το ένα να αποτελεί την αιτία του άλλου.

Ειδικότερα πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο• ενάγων, σύμφωνα με τα άρθρα 216 παρ. 1, 335 και 338 παρ.1 ΚΠολΔ, α)τη δόση ορισμένης παροχής, β)τη συγκεκριμένη αιτία της παροχής και γ) το λόγο για τον οποίο η αιτία είναι μη νόμιμη. Αν δεν αποδειχθεί η αιτία την οποία επικαλέστηκε ο ενάγων, η αγωγή απορρίπτεται ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, χωρίς να απαιτείται συγχρόνως να διαπιστωθεί και να μνημονευθεί στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας η διαφορετική αιτία, για την οποία έγινε πραγματικά η ζητούμενη παροχή, γεγονός το οποίο μπορεί να αποτελέσει αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής (ΟλΑΠ 2/1987).

Ακολούθως, πρέπει να σημειωθεί ότι στερείται νόμιμης αιτίας και επομένως είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός, που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ" εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη, συναγόμενη σαφώς από συγκεκριμένες διατάξεις ή και από το γενικότερο πνεύμα του νόμου, όπως επί αποσβεστικής προθεσμίας ή παραγραφής.

Εξάλλου, νόμιμη αιτία δικαιολόγησης του πλουτισμού, εκτός από τη βούληση του ζημιωθέντος ή του νομοθέτη, είναι και το αντάλλαγμα που τυχόν παρέχει ο λήπτης του πλουτισμού, δηλαδή η οικονομική θυσία του έναντι του αποκτώμενου πλουτισμού, η οποία αν είναι ισάξια με αυτόν, ανταποκρίνεται πλήρως στην εξισωτική αποστολή του θεσμού του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Κατά την έκφραση του νόμου δικαιούχος της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι αυτός από την περιουσία του οποίου ή με ζημία του οποίου επήλθε ο πλουτισμός σε άλλον χωρίς νόμιμη αιτία. Συνήθως τα δύο κριτήρια συμπίπτουν και μάλιστα στο ίδιο πρόσωπο, αρκεί όμως να συντρέχει και οποιοδήποτε απ' αυτά, αδιάφορο ποιο από τα δύο, για τη θεμελίωση αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Ωστόσο αν συντρέχουν και τα δύο κριτήρια, αλλά σε διαφορετικά πρόσωπα, δεν έχουν αντίστοιχες αξιώσεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό τα διαφορετικά πρόσωπα, αφού μια τέτοια παραδοχή θα επιβάρυνε αδικαιολόγητα το λήπτη του πλουτισμού να τον αποδώσει διπλό. Έτσι μια μόνο αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό γεννιέται και στην περίπτωση αυτή, στο πρόσωπο αυτού που πράγματι ζημιώθηκε.

Κρίσιμο δηλαδή κριτήριο για τον προσδιορισμό του δικαιούχου της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι το ουσιαστικό κριτήριο της ζημίας, αφού αυτό, συγκρινόμενο με το τυπικό κριτήριο της προέλευσης του πλουτισμού, ανταποκρίνεται καλλίτερα στο σκοπό του νόμου, που επιβάλλει το αδικαιολόγητο όφελος να αποδοθεί σ' αυτόν που πράγματι έχει πληγεί.

Κατά την ίδια έννοια αν στη σχέση δότη και λήπτη του πλουτισμού παρεμβάλλεται και τρίτο πρόσωπο. Οπότε δημιουργείται τριμερής σχέση μεταξύ του τρίτου, του δότη και του λήπτη του πλουτισμού, αναλυόμενη συνήθως σε δύο μικρότερες σχέσεις, δηλαδή τη σχέση του τρίτου προς το δότη του πλουτισμού και τη σχέση του τρίτου προς το λήπτη του πλουτισμού, πραγματικά ζημιούμενος και συνεπώς δικαιούχος της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ενδέχεται να είναι ο τρίτος (ΑΠ 1351/2011), όπως είναι και ο φερόμενος εκδότης πλαστογραφημένης κατά την υπογραφή αυτού τραπεζικής επιταγής, ο οποίος εξόφλησε την επιταγή αυτή, με συνέπεια την απόσβεση ισόποσου χρέους του οπισθογράφου της επιταγής προς τον κομιστή της.

Στην περίπτωση αυτή αδικαιολόγητα πλουσιότερος, εναντίον του οποίου και πρέπει να στραφεί ο δικαιούχος της σχετικής αξίωσης είναι όχι ο κομιστής της επιταγής που εισέπραξε το ποσό αυτής για το προγενέστερο αντάλλαγμα που έδωσε στον -οπισθογράφο οφειλέτη του, αλλά ο τελευταίος, του οποίου αποσβέστηκε η οφειλή προς τον πρώτο.

Αν όμως η πληρωμή από το φερόμενο εκδότη της επιταγής δεν επέφερε κανένα αποσβεστικό αποτέλεσμα, ως προς την οφειλή του οπισθογράφου προς τον κομιστή, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που ο φερόμενος εκδότης, τρίτος κάλυψε το ποσό αυτής, όχι απλώς με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων του για μελλοντική αναζήτηση της καταβληθείσας παροχής, ενόψει αμφισβήτησης της οφειλής του και μεταγενέστερης απόδειξης της ανυπαρξίας της, αλλά με την αίρεση ύπαρξης της οφειλής του ή πολύ περισσότερο με τη βεβαιότητα ανυπαρξίας της για την αποφυγή απλώς και μόνο άμεσων δυσμενών σε βάρος του συνεπειών από τη μη πληρωμή της επιταγής, τότε αδικαιολόγητα πλουσιότερος από την περιουσία του φερόμενου εκδότη γίνεται ο κομιστής της επιταγής, ο οποίος, ενόψει του ότι η είσπραξη του ποσού της πλαστογραφημένης επιταγής, στηρίζεται σε μη προσήκουσα καταβολή και δεν επέφερε απόσβεση της οφειλής του οπισθογράφου απέναντί του διατηρεί εναντίον του τελευταίου την αξίωσή του από τη μεταξύ τους σχέση.

Εξάλλου, από τη διάταξη του αρθρ 909 ΑΚ, που ορίζει ότι η υποχρέωση για απόδοση του πλουτισμού αποσβήνεται, εφόσον ο λήπτης δεν είναι πια πλουσιότερος κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής, προκύπτει ότι το γεγονός της απώλειας ή μείωσης του πλουτισμού συγκροτεί καταχρηστική ένσταση καταλυτική του αγωγικού δικαιώματος προς απόδοση της ωφέλειας, του οποίου (γεγονότος) το βάρος επίκλησης και απόδειξης φέρει ο εναγόμενος λήπτης του πλουτισμού (ΑΠ 791/2012).

Η εφαρμογή της διάταξης αυτής προϋποθέτει απώλεια ή μείωση του πλουτισμού μετά την απόκριση αυτού. Οι οικονομικές θυσίες, στις οποίες υποβάλλεται ο πλουτήσας πριν από τον πλουτισμό για την απόκτηση αυτού και ιδίως ανταλλάγματα προγενέστερα του πλουτισμού, που συνδέονται με την απόκτηση αυτού, λαμβάνονται υπόψη, ως λόγος μη ευθύνης του πλουτήσαντος.

Συνιστούν δηλαδή νόμιμη αιτία διατήρησης του πλουτισμού στα πλαίσια του άρθρου 904ΑΚ, η επίκληση της οποίας (αιτίας) συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής-από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται ευθέως η διάταξη του άρθρου 904ΑΚ , αφού δεν γεννιέται από την αρχή απαίτηση αδικαιολόγητου πλουτισμού, και όχι εκείνη του άρθρου 909 AΚ που προϋποθέτει γεννημένη αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Τέλος, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί "δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Εσφαλμένο αιτιολογικό, με την έννοια της παραπάνω διάταξης, υπάρχει, όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε άλλον κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Ως αιτιολογικό νοείται στη συγκεκριμένη περίπτωση η νομική αιτία, δηλαδή οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζονται με τις αιτιολογίες της απόφασης, οι οποίες ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (ΟλΑΠ 30/1998).

Αν ο Άρειος Πάγος κρίνει ότι το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης είναι εσφαλμένο αντικαθιστά την εσφαλμένη αιτιολογία και απορρίπτει την αναίρεση, εκτός εάν συντρέχει περίπτωση εννόμου συμφέροντος για αποτροπή δεδικασμένου, γεγονός που συμβαίνει όταν ο αναιρεσείων βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης με τη δημιουργία από αυτή δεδικασμένου σε βάρος του σε άλλη δίκη, οπότε αναιρεί την απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της (Α.Π. 2315/2009).

Έτσι η ευδοκίμηση των λόγων αναίρεσης που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ), εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 27/1998) και συνεπώς, αν με βάση τις παραδοχές αυτές το συμπέρασμα του δικαστηρίου (διατακτικό)είναι ορθό, η υπαγωγή των γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών ( ελάσσονος πρότασης) σε λανθασμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου (μείζονα πρόταση)δεν θεμελιώνει τις πλημμέλειες των παραπάνω αναιρετικών λόγων.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, έγινε δεκτή η αγωγή του αναιρεσείοντος από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και επιδικάστηκε σ' αυτόν το συνολικό ποσό των 41.300 ευρώ, το οποίο ο ίδιος κατέβαλε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα, κομίστρια από ενεχυρική οπισθογράφηση εκ μέρους της ανώνυμης εταιρίας NOΤΟΣ ΜΠΕΤΟΝ AE, οφειλέτριάς της από ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, δύο τραπεζικών επιταγών, που έφεραν πλαστογραφημένη την υπογραφή του στη θέση του εκδότη.

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του, τα εξής: " Στις 23.2.2007, μεταξύ της εναγομένης Τράπεζας και της τρίτης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ΝΟΤΟΣ ΜΙΊΕΤΟΝ ΑΕ, υπογράφηκε η με αριθ. 264646 σύμβαση πίστωσης ανοιχτού αλληλόχρεου λογαριασμού, δυνάμει της οποίας η εναγομένη παρείχε στην εταιρία αυτή πίστωση μέχρι του ποσού των 150.000 ευρώ.

Με το 13Ο όρο της σχετικής σύμβασης ρητά συμφωνήθηκε το δικαίωμα της Τράπεζας να αξιώνει από την πιστούχο εταιρία να της μεταβιβάζει με οπισθογράφηση, λόγω ενεχύρου, πιστωτικούς τίτλους και γενικά αξιόγραφα, τα οποία κάθε φορά κατά την αξία τους έπρεπε να υπερκαλύπτουν τις απαιτήσεις της ίδιας. Με την από 12.3.2007 και με αριθ. 26464/1 πρόσθετη τροποποιητική της εν λόγω σύμβασης πράξη, συναφθείσα μεταξύ των ανωτέρω συμβαλλομένων, συμφωνήθηκε η αύξηση του ορίου πίστωσης από 150.000 ευρώ σε 500.000 ευρώ.

Της σχετικής τροποποίησης είχε προηγηθεί η από 9.3.2007 έγκριση της επιτροπής εγκρίσεων της εναγομένης, στην οποία ρητά αναφέρεται ότι η χρηματοδότηση της συμβαλλόμενης εταιρίας θα είναι της τάξης του ποσοστού 90% επί της αξίας των επιταγών που κάθε φορά λόγω ενεχύρου θα οπισθογραφούνται από την τελευταία στην ίδια.

Με βάση αυτά, η εταιρία ΝΟΤΟΣ ΜΠΕΤΟΝ ΑΕ στις 4.10.2007 παρέδωσε στην εναγομένη οκτώ επιταγές συνολικής αξίας 93.810 ευρώ, μεταξύ των οποίων και η 36086241-1 μεταχρονολογημένη με ημερομηνία έκδοσης 22.5.2008 επιταγή, ποσού 25.000 ευρώ, προερχόμενη από το προσωπικό μπλοκ επιταγών που ο ενάγων, φερόμενος να την υπογράφει ως εκδότης, είχε λάβει από την πληρώτρια Εθνική Τράπεζα με χρέωση του προσωπικού του λογαριασμού.

Η σχετική επιταγή φερόταν επίσης ως εκδοθείσα εις διαταγή Φ. Τ., ο οποίος την οπισθογράφησε στην παραπάνω εταιρία ΝΟΧΟΣ ΜΠΕΤΟΝ ΑΕ και η τελευταία με τη σειρά της, λόγω ενεχύρου, στην εναγομένη Τράπεζα. Την επομένη ημέρα, κατόπιν αιτήματος της εταιρίας και σε λογαριασμό όψεως που η ίδια τηρούσε, εκταμιεύθηκε από την εναγομένη τo ποσό των 93.000 ευρώ, από το οποίο αυτό των 22.500 ευρώ και κατά μεταξύ τους συμφωνηθέντα αντιστοιχούσε στο ποσοστό 90% του κεφαλαίου της ανωτέρω επιταγής.

Ομοίως και με βάση την αναφερθείσα σύμβαση πίστωσης, η ως άνω εταιρία στις 20.11.2007 παρέδωσε στην εναγομένη επτά επιταγές συνολικής αξίας 54.600 ευρώ, μεταξύ των οποίων η 38026542-7 μεταχρονολογημένη με ημερομηνία έκδοσης 15.7.2008 επιταγή, ποσού 16.300 ευρώ, προερχόμενη από προσωπικό μπλοκ επιταγών που ο ενάγων, φερόμενος να την υπογράφει, ως εκδότης, είχε λάβει με χρέωση λογαριασμού του από την πληρώτρια Εθνική Τράπεζα.

Η σχετική επιταγή φερόταν και πάλι ως εκδοθείσα αυτή τη φορά εις διαταγή Γ. Σ., ο οποίος την οπισθογράφησε στην εταιρία ΝΟΤΟΣ ΜΠΕΤΟΝ ΑΕ και η τελευταία με τη σειρά της, λόγω ενεχύρου, στην εναγομένη Τράπεζα. Την επομένη ημέρα, κατόπιν αιτήματος της εταιρίας και σε λογαριασμό όψεως που η ίδια τηρούσε εκταμιεύθηκε από την εναγομένη ποσό 60.000ευρώ, από το οποίο αυτό 14.670 ευρώ και κατά μεταξύ τους συμφωνηθέντα, αντιστοιχούσε στο ποσοστό 90% του κεφαλαίου της επιταγής αυτής.

Το μήνα Μάιο του έτους 2008 η εναγομένη, μετά από έλεγχο που διενήργησε, διαπίστωσε ότι η πρώτη των παραπάνω επιταγών αξίας 25.000 ευρώ ήταν ακάλυπτη, κατόπιν δε τηλεφωνικής της επικοινωνίας με τον εκδότη αυτής ενάγοντα που στο χρόνο αυτό βρισκόταν στο εξωτερικό (Γαλλία) και αγνοούσε το σχετικό γεγονός, ο τελευταίος στις 17.6.2008 κατέβαλε στην εναγομένη το κεφάλαιο της επιταγής με την ταυτόχρονη και κοινοποιηθείσα σ' αυτήν εξώδικη δήλωση του ότι αν και ουδεμία υποχρέωση τον βαρύνει από την επιταγή, καθώς αυτή είναι εξ ολοκλήρου πλαστή, προβαίνει προς τούτο προκειμένου να μην εισαχθεί στο σύστημα ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ και ότι επιφυλάσσεται έναντι αυτής να διεκδικήσει το παρανόμως καταβληθέν ποσό.

Το ίδιο ακριβώς έγινε και με τη δεύτερη ως άνω επιταγή, το κεφάλαιο της οποίας, ήτοι αυτό των 16.300 ευρώ, στις 17.7.2008 και πάλι κατέβαλε στην εναγομένη με την ταυτόχρονη σ' αυτήν κοινοποίηση ομοίου περιεχομένου εξωδίκου δηλώσεώς του. Από το πόρισμα της διεξαχθείσας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, με βάση το οποίο οι φερόμενες στη θέση του εκδότη των επίμαχων επιταγών υπογραφές δεν ανήκουν στον ενάγοντα και από τα έγγραφα, που ο τελευταίος επικαλέστηκε και προσκόμισε (δείγματα υπογραφών του) η εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ως κατ' ουσίαν βάσιμο τον ισχυρισμό του περί της πλαστότητας αυτών.

Άλλωστε και η εναγομένη που και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ουδόλως σχολίασε το σχετικό περί τούτου πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης, ούτε ανταπέδειξε τον ισχυρισμό του τελευταίου ότι ο ίδιος και με οιονδήποτε τρόπο συνδέεται με τα εκ της επιταγής ενεχόμενα πρόσωπα και με την ίδια, συναφώς ουδεμία εξ αυτής ευθύνη τον βαρύνει, αποδέχθηκε τις παραδοχές αυτές της εκκαλούμενης από τη μη κατ' αυτής άσκηση εφέσεις.

Συνακόλουθα και σύμφωνα με την οικεία προς τούτο μείζονα νομική σκέψη, αφού τα χρήματα που ο ενάγων κατέβαλε στην εναγομένη προκειμένου να αποκτήσει τα σώματα των επιταγών, δόθηκαν για μη νόμιμη (αχρεώστητη) αλλά και παράνομη αιτία, ήτοι για την κάλυψη -πλαστογραφημένων επιταγών, μπορούν αυτά να αναζητηθούν με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Ο ίδιος βεβαίως γνώριζε κατά την καταβολή των ποσών των επιταγών την πλαστότητα των υπογραφών του, ωστόσο και σύμφωνα πάλι προς την οικεία προς τούτο μείζονα σκέψη, δεν χωρεί εν προκειμένω εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 905 παρ. 1ΑΚ, με την οποία θεμελιώνεται αντίστοιχη καταχρηστική και αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενη ένσταση, κατά την οποία η απαίτηση αχρεωστήτου αποκλείεται αν ο λήπτης της παροχής αποδείξει ότι αυτός που κατέβαλε γνώριζε την ανυπαρξία του χρέους, καθώς αποδείχθηκε ότι προέβη στην καταβολή όχι με πρόθεση ελευθεριότητας, αλλά προκειμένου να μην καταγραφεί στο σύστημα ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ με τις μετά ταύτα δυσμενείς για τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες συνέπειες, αλλά και για την αποφυγή του κινδύνου επιβολής σε βάρος του αναγκαστικής εκτέλεσης.

Η εναγομένη με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατατεθείσες προτάσεις της αρνούμενη αγωγή, ζήτησε την απόρριψη αυτής, προβάλλοντας και τον ισχυρισμό της μη σωζόμενης παροχής στο πρόσωπο της (ως λήπτριας) κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής, ο οποίος συνιστά ένσταση ερειδόμενη στη διάταξη του άρθρου 909 ΑΚ.

Ισχυρίστηκε ειδικότερα, όπως και τώρα στο εφετείο, ότι, αφού στους χρόνους που ο ενάγων πλήρωσε τις επιταγές, γνωστοποιώντας της ταυτόχρονα για πρώτη φορά, όπως άλλωστε και ο ίδιος συνομολογεί, την ανυπαρξία του χρέους του, εκείνη σε προγενέστερους ήδη χρόνους, αγνοώντας την πλαστότητα των επιταγών, εκταμίευσε την αντίστοιχη και κατά το ρηθέν ήδη ποσοστό αξία τους στην τρίτη ως άνω εταιρία ΝΟΤΟΣ ΜΠΕΤΟΝ ΑΕ, συνεπώς δεν σώζεσαι στο πρόσωπο της και εις βάρος του ενάγοντος αντίστοιχος του κεφαλαίου αυτού των επιταγών πλουτισμός της.

Κατά τις οικείες προς τούτο μείζονες σκέψεις, συνδυαζόμενες με τις συναφθείσες και συνομολογούμενες άλλωστε συμβάσεις πίστωσης μεταξύ της εναγομένης Τράπεζας και της τρίτης εταιρίας ΝΟΤΟΣ ΜΠΕΤΟΝ ΑΕ, ναι μεν η εναγομένη και υποχρεούμενη άλλωστε, κατέβαλε στην τρίτη συμβαλλόμενη της το 90% της αξίας των επίμαχων επιταγών, όμως και σύμφωνα με τις σχετικές συμβάσεις, η ίδια από τους χρόνους των καταβολών, θεμελίωσε σε βάρος της και τις αντίστοιχες αυτών απαιτήσεις δανείων στις οποίες ακριβώς συνιστάται ο σωζόμενος κατά τον κρίσιμο ανωτέρω χρόνο της επίδοσης-της αγωγής παράνομος πλουτισμός της εις βάρος του ενάγοντος.

Διαφορετικά, με την παραδοχή της ενστάσεώς της, δεν θα πληρούνταν η εξισωτική επιταγή της επανορθωτικής δικαιοσύνης, που διέπει το θεσμό του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού η εναγομένη το ποσοστό 90% του κεφαλαίου των επιταγών από τη μία πλευρά το εισέπραξε από τον ενάγοντα χωρίς νόμιμη αιτία, δηλονότι αχρεωστήτως αλλά και παρανόμως, και από την άλλη δημιούργησε σε βάρος της τρίτης συμβαλλομένης της και κατά τα καταβληθέντα ως άνω ποσά αντίστοιχες απαιτήσεις δανείου.

Επομένως η σχετική προς τούτο ένσταση της ελέγχεται αβάσιμη κατ' ουσίαν και συνεπώς απορριπτέα. Κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω πρέπει η αγωγή να γίνει εξ ολοκλήρου δεκτή, ως κατ' ουσίαν βάσιμη...". Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο έκρινε ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή του ενάγοντος από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, επειδή καλύπτεται το πραγματικό των διατάξεων του άρθρου 904ΑΚ.

Για να καταλήξει στο καταψηφιστικό διατακτικό του το Εφετείο απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμο, τον ισχυρισμό της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ότι δεν σώζεται πλέον ο πλουτισμός κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής, επειδή αυτή, αγνοώντας την πλαστότητα των επιταγών, εκταμίευσε προς την εταιρία ΝΟΤΟΣ ΜΠΕΤΟΝ ΑΕ το αντίστοιχο των επιταγών ποσό με τη μορφή δανείου, τον οποίο χαρακτήρισε, ως ένσταση στηριζόμενη στο άρθρο 909 ΑΚ, με την προαναφερόμενη αιτιολογία ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος κατέβαλε στην εναγόμενη τα ποσά των επιταγών, εν γνώσει της πλαστογράφησης τους, για να αποφύγει τις δυσμενείς για τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες συνέπειες της καταγραφής του στο σύστημα ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ και της επιβολής σε βάρος του αναγκαστικής εκτέλεσης και ότι, ύστερα από την προγενέστερη καταβολή στην εταιρία ΝΟΤΟΣ ΜΠΕΤΟΝ ΑΕ εκ μέρους της εναγομένης από τις μεταξύ τους σχετικές συμβάσεις δανείου των προαναφερόμενων ποσών, διατηρεί η τελευταία εναντίον της πρώτης τις αντίστοιχες απαιτήσεις από τις συμβάσεις αυτές, στις οποίες και συνίσταται ο σωζόμενος κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής πλουτισμός της.

Ενόψει της προεκτεθείσας νομικής σκέψης ότι εξόφληση προς τον κομιστή εκ μέρους του φερόμενου εκδότη, πλαστογραφημένης στο όνομα του τραπεζικής επιταγής, την οποία ο πρώτος απέκτησε με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου από τρίτο οφειλέτη του, για την αποφυγή απλώς και μόνο άμεσων δυσμενών σε βάρος του φερόμενου εκδότη συνεπειών από τη μη πληρωμή της επιταγή δεν συνιστά προσήκουσα καταβολή και δεν επέφερε απόσβεση της οφειλής του οπισθογράφου απέναντι στον κομιστή ορθά έκρινε το Εφετείο ότι υφίσταται αδικαιολόγητος πλουτισμός της εναγομένης απέναντι στον αχρεωστήτως καταβάλοντα ενάγοντα, εφόσον εκείνη διατηρεί την απαίτηση της από τη σχέση της με την οπισθογράφο εταιρία.

Ο πιο πάνω ισχυρισμός της εναγομένης δεν αποτελεί ακριβώς, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, ένσταση από το άρθρο 909 AK αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, αφού η προγενέστερη οικονομική θυσία της εναγομένης, με το δανεισμό της εταιρίας ΝΟΤΟΣ ΜΠΕΤΟΝ ΑΕ, που αποτελεί προγενέστερο αντάλλαγμα, συνδεόμενο με την απόκτηση του πλουτισμού, μέσω των επίμαχων επιταγών, συνιστά επίκληση νόμιμης αιτίας του πλουτισμού και όχι μεταγενέστερης απώλειας αυτού.

Συνακόλουθα, εσφαλμένως υπήγανε το Δικαστήριο της ουσίας τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά στη διάταξη του άρθρου 909ΑΚ. Ενόψει όμως του ότι με την υπαγωγή των πιο πάνω περιστατικών στον ορθό κανόνα του άρθρου 904ΑΚ, δεν θίγεται το ορθό διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και του ότι δεν συντρέχει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα , περίπτωση αναίρεσης της προσβαλλομένης απόφασης κατά το εν λόγω εσφαλμένο αιτιολογικό της για την αποτροπή δεδικασμένου σε βάρος της αναιρεσείουσας δικαιολογείται η αντικατάσταση απλώς της τελευταίας εσφαλμένης αιτιολογίας με την ορθή αιτιολογία, και η απόρριψη των δύο πρώτων λόγων αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 909ΑΚ και για έλλειψη νόμιμης βάσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης με τη διατύπωση, κατά ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας , ανεπαρκών αιτιολογιών στο ζήτημα της ένστασης της του άρθρου 909 ΑΚ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 905 παρ. 1 ΑΚ, η απαίτηση αχρεωστήτου αποκλείεται, αν ο λήπτης της παροχής αποδείξει ότι αυτός που κατέβαλε γνώριζε ότι δεν υπήρχε το χρέος. Η δικαιολογία του αποκλεισμού με τη διάταξη αυτή της απαίτησης αχρεωστήτου, συνίσταται στο ότι στην περίπτωση της τεκμαίρεται ότι η περιουσιακή επίδοση έγινε με βούληση ελευθεριότητας, ήτοι με σκοπό δωρεάς ή για άλλη νόμιμη αιτία.

Επομένως, αποκλεισμός της απαίτησης αχρεωστήτου με βάση την ανωτέρω διάταξη. δεν υφίσταται σε περίπτωση ανυπαρξίας της βούλησης ελευθεριότητας (ΑΠ621/2012).Έτσι, ενόψει και των πιο πάνω παραδοχών του Εφετείου ότι ο ενάγων, ο οποίος γνώριζε κατά την καταβολή των. ποσών των επιταγών την πλαστότητα των υπογραφών του και την ανυπαρξία του χρέους, προέβη στην καταβολή, όχι με πρόθεση ελευθεριότητας, αλλά για να μην καταγραφεί στο σύστημα ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ με τις δυσμενείς για τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες" συνέπειες και για να αποφύγει τον κίνδυνο επιβολής σε βάρος του αναγκαστικής εκτέλεσης, είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 905 παρ. 1 ΑΚ εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο απέρριψε την ένσταση από τη διάταξη αυτή.

Ύστερα από αυτά που προεκτέθηκαν πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί , σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17.9.2012 αίτηση της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ για αναίρεση της απόφασης 2/2012 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800)ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ