Legislator Case Law & Legislation
621/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on unjust enrichment, ruling knowledge of facts suffices for liability.

Case Number 621/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the bank's appeal against the lower court's judgment regarding an unauthorized share sale. The bank argued that its liability for unjust enrichment required knowledge of the illegality of the transaction's cause, but the court held that awareness of the factual circumstances rendering the cause illegal was sufficient. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible and the bank was ordered to pay the defendants' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 20(1) of Law 1806/1988 and 15(10) of Law 3632/1928; Articles 904, 905, 910, 911(2) of the Civil Code: For the purpose of establishing liability for unjust enrichment, it is sufficient for the recipient to know the circumstances that render the cause of enrichment illegal, rather than requiring knowledge of the illegality of the cause itself.

Keywords

AI generated
unjust enrichment liability threshold illegality of cause knowledge of facts share sale unauthorized transaction legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 20(1) of Law 1806/1988
Article 15(10) of Law 3632/1928
Article 904 of the Civil Code
Article 905 of the Civil Code
Article 910 of the Civil Code
Article 911(2) of the Civil Code
Article 559(8) and (14) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 621 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Απόλυτη ακυρότητα, κατ’ άρθρο 20 παρ.1 ν. 1806/1988 και 15 παρ.10 ν. 3632/1928 εξωχρηματιστηριακής πώλησης μετοχών εισηγμένων στο χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών με εγγυημένη απόδοση για μία τριετία και σύμφωνο εξωνήσεως. Μείωση αξίας μετοχών εντός τριετίας, εκποίησή τους από την αγοράστρια σε μειωμένη τιμή (4/10 αξίας) και έγερση αγωγής αποζημίωσης και επικουρικώς αδικαιολόγητου πλουτισμού. Νόμιμη επικουρική βάση. Ένσταση συμψηφισμού εναγομένων, για αξίωσή τους, προερχόμενη από την κατά τον χρόνο κτήσης των μετοχών από την αγοράστρια ισόποση ωφέλειά της με την αγοραία αξία τους (τίμημα που έλαβαν οι πωλητές). Προϋπόθεση αυξημένης ευθύνης του λήπτη αδικαιολόγητου πλουτισμού (κατά τα άρθρα 904, 905, 910 και 911 περ.2 ΑΚ) είναι η γνώση των περιστατικών που καθιστούν παράνομη την αιτία του πλουτισμού και όχι γνώση (ή συνείδηση) του παρανόμου της αιτίας του πλουτισμού.

Αριθμός 621/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Χαρούλα Απαλαγάκη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ν. Κ. του Κ., 2. Ι. Κ. του Κ. και 3. Γ. Κ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Θωμά Λαμνίδη και Αριστείδη Χιωτέλλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Ιουνίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2726/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 802/2007 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 343/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου (Α1 Πολιτικό τμήμα), η οποία αναίρεσε εν μέρει την απόφαση (802/2007) του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο αυτό ως άνω Δικαστήριο. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 1545/2011 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την 25 Μαΐου 2011 αίτησή της και του από 3.1.2012 δικογράφου προσθέτων λόγων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 25 Ιανουαρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 25.5.2011 αιτήσεως με τους από 3.1.2012 πρόσθετους λόγους της για αναίρεση της 1545/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Η πληρεξουσία της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική του δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας εκτίθεται ότι οι αναιρεσίβλητοι-εναγόμενοι, κύριοι του 23% ο πρώτος, 22,50% ο δεύτερος και 21,24% ο τρίτος των μετοχών της εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Κ. Κ. & Υιοί ΑΕΒΕ", συνήψαν με τη δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας εταιρία "Πειραιώς Prime Bank" την από 9-12-1999 σύμβαση, με την οποία ανέλαβαν την υποχρέωση να μεταβιβάσουν στην τελευταία εξωχρηματιστηριακά, όπως και μεταβίβασαν στις 24-1-2000, 1.108.000 μετοχές (από 369.600 μετοχές ο καθένας) έναντι τιμήματος 3.500 δραχμών (ή 10, 27 ευρώ) ανά μετοχή και συνολικά 11.388.993 ευρώ, με εγγυημένη από τους αναιρεσιβλήτους-πωλητές απόδοση 19,5% ετησίως επί του ποσού αγοράς των μετοχών, σε περίπτωση δε μη επιτεύξεως της ανωτέρω αποδόσεως εντός τριών ετών από την αγορά των μετοχών συμφωνήθηκε να τις επαναγοράσουν οι αναιρεσίβλητοι-εναγόμενοι με τίμημα που θα εξασφάλιζε την ανωτέρω απόδοση, πλην όμως η αναιρεσείουσα-ενάγουσα, στην οποία μεταβιβάσθηκαν από την αγοράστρια οι μετοχές και εκχωρήθηκαν οι σχετικές αξιώσεις της, κατά τη συμπλήρωση της τριετίας (24-1-2004), λόγω μειωμένων αποδόσεων (και πτώσης της τιμής) των μετοχών, τις πώλησε έναντι τιμήματος 4.777.327 ευρώ (4,36 ευρώ ανά μετοχή), με συνέπεια να υποστεί από ενδοσυμβατική και αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων ζημία 11.387.376 ευρώ και άλλως σε περίπτωση ακυρότητας της σύμβασης, κατέστησαν οι εναγόμενοι αδικαιολόγητα πλουσιότεροι σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας κατά το αυτό ποσό και επικουρικώς κατά το ποσό των 6.911.664 ευρώ, για τα ποσά δε αυτά ζητήθηκε να εκδοθεί κατά των αναιρεσιβλήτων-εναγομένων καταψηφιστική απόφαση.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή με την 2726/2006 απόφασή του κατά της οποίας οι διάδικοι άσκησαν αντίθετες εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η 802/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την αγωγή κατόπιν αποδοχής της με την έφεση των αναιρεσιβλήτων προβληθείσας ενστάσεως συμψηφισμού.

Με την 343/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η 802/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της μόνον που αφορά την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής της αναιρεσείουσας, με την παραδοχή του τετάρτου λόγου της από 14.7.2006 εφέσεως των αναιρεσιβλήτων και της αντίστοιχης ένστασης συμψηφισμού, όσον αφορά την έναρξη του χρόνου της αυξημένης ευθύνης της αναιρεσείουσας-ενάγουσας-καθ' ής η ένσταση συμψηφισμού, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 910 και 911 περίπτωση 2 του Α.Κ., για την καταβολή δικονομικών τόκων και την υποχρέωση αποζημίωσης του δανειστή για την περίπτωση χειροτέρευσης ή καταστροφής ή αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης του οφειλομένου πράγματος από αδικαιολόγητο πλουτισμό για παράνομη αιτία, κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 346 και 348 του ΑΚ.

Με την προσβαλλόμενη 1545/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών επανεκδικάσθηκε η υπόθεση και αφού κρίθηκε βάσιμη η ένσταση των αναιρεσιβλήτων περί συμψηφισμού, απορρίφθηκε και πάλι η αγωγή της αναιρεσείουσας.

ΙΙ. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρο 559 αρ.18 του Κ.Πολ.Δικ. με την οποία ορίζεται ότι "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση", θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως, ως κύρωση της παραβάσεως της αρχής της ιεραρχίας, με την παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με την αναιρετική απόφαση σχετικά με κριθέν από αυτή ουσιαστικό ή δικονομικό ζήτημα.

Από δε τις διατάξεις των άρθρων 2 επομ., 62, 63, 94, 118 αριθ. 4, 216 παρ. 1, β, 322 παρ. 1, 324, 331 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι οι διαδικαστικές προϋποθέσεις δεν αποτελούν ιδιαίτερο, αυτοτελές αντικείμενο της δίκης και για το λόγο αυτό εξετάζονται και επιλύονται με δύναμη δεδικασμένου πάντοτε σε σχέση με το αντικείμενο αυτό.

Δεν μπορεί κατά συνέπεια να υπάρξει επ' αυτών διακεκριμένως οριστική απόφαση, πολύ δε περισσότερο τελεσίδικη τοιαύτη, δημιουργούσα ως προς αυτές αυτοτελές, ανεξάρτητο δηλαδή του επί του ουσιαστικού αντικειμένου της δίκης, δεδικασμένο (Ολ.Α.Π. 4/1996). Περαιτέρω με το ως άνω άρθρο 559 Κ.Πολ.Δικ ορίζεται επίσης ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνον: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, ... 8) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ..., 14) αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, ..., 16) αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη, ...

Και 19) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 15 παρ. 4, 8, 10 και 11 του ν. 3632/1928 και 20 παρ.1, 2 του ν. 1806/1988 "Τροποποίηση της νομοθεσίας για τα χρηματιστήρια αξιών και άλλες διατάξεις", 174 και 180 του Α.Κ.

συνάγεται, ότι απαγορεύεται, με ποινή απόλυτης ακυρότητας των σχετικών συμβάσεων, ο καθορισμός των τιμών των μετοχών εκτός του πλαισίου λειτουργίας του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, λόγω αντιθέσεως τέτοιων συμφωνιών στους καθιερούμενους με τις ως άνω διατάξεις κανόνες αναγκαστικού δικαίου. Κατά δε το άρθρο 911 αριθ. 2 ΑΚ ο λήπτης ευθύνεται εξ αρχής σαν να είχε επιδοθεί η αγωγή, όταν η αιτία του πλουτισμού είναι παράνομη.

Παράνομη, είναι η αιτία όταν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου. Γνώση (συνείδηση) του παράνομου χαρακτήρα της αιτίας δεν απαιτείται ως προϋπόθεση της επίτασης της ευθύνης του λήπτη, αρκεί αυτός να γνωρίζει τα περιστατικά που καθιστούν παράνομη τη λήψη. Πράγματι, κατά την αμέσως προηγούμενη διάταξη του άρθρου 911 αριθ. 1 ΑΚ απαιτείται στην περίπτωση αχρεωστήτου να γνωρίζει ο λήπτης την ανυπαρξία του χρέους και η ευθύνη του για τόκους δικονομικούς δεν αρχίζει παρά αφότου έλαβε γνώση της μη ύπαρξης του χρέους, τέτοια όμως προϋπόθεση δεν αξιώνει η διάταξη του 911 αριθ. 2 Α.Κ. (ΑΠ 1405/1994, 588/1990, 36/1968).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία επανεκδικάσθηκε η υπόθεση κατά το αναπεμφθέν, με την 343/2009 αναιρετική απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, μέρος της, που αφορούσε την παραδοχή από την αναιρεθείσα προγενέστερη 802/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών του τετάρτου λόγου της από 14.7.2006 έφεσης των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφασης (που είχε κάνει κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή της αναιρεσείουσας-ενάγουσας για το ποσό των 3.796.331 ευρώ) και κατόπιν παραδοχής και πάλι της ενστάσεως συμψηφισμού των αναιρεσιβλήτων απορρίφθηκε η αγωγή, ως προς την πρώτη επικουρική βάση της που είχε κριθεί νόμιμη, το Εφετείο ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι εναγόμενοι εκκαλούντες οι οποίοι είναι κύριοι μέτοχοι της εταιρίας με την επωνυμία "Κ.

Κ. καί Υιοί ΑΕΒΕ", οι μετοχές της οποίας είναι εισηγμένες προς διαπραγμάτευση στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, κατάρτισαν με την εταιρία "Πειραιώς Prime Bank", την από 9.12.1999 σύμβαση συνεργασίας, δυνάμει της οποίας, οι πρώτοι ανέλαβαν την υποχρέωση να μεταβιβάσουν εξωχρηματιστηριακά στην τελευταία το 5% των μετοχών της ως άνω εταιρίας στη δεύτερη και η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να διατηρήσει αμετάβλητο το ποσοστό συμμετοχής της στο κεφάλαιο της εν λόγω εταιρίας για χρονικό διάστημα τουλάχιστον τριών ετών, ενώ οι εναγόμενοι πωλητές εγγυήθηκαν την ετήσια απόδοση της επένδυσης για τα τρία έτη σε ποσοστό 19,5% ετησίως και σε περίπτωση, που κατά τη λήξη της τριετίας, δεν επιτευχθεί η συμφωνημένη απόδοση των μετοχών, η αγοράστρια δικαιούται να μεταβιβάσει και οι πωλητές (εναγόμενοι) υποχρεούνται να επαναγοράσουν τις μεταβιβασθείσες μετοχές στην τιμή εκείνη που θα εξασφαλίζει τη συμφωνηθείσα απόδοση.

Στις 24.1.2000, σ' εκτέλεση της συμβάσεως, οι εναγόμενοι-εκκαλούντες μεταβίβασαν εξωχρηματιστηριακά στην αγοράστρια εταιρία 1.108.800 μετοχές της εταιρίας "Κ. Κ. και Υιοί ΑΕΒΕ", ήτοι 369.600 μετοχές ο καθένας, έναντι τιμήματος 3.500 δρχ. ή 10,27 ευρώ για κάθε μετοχή και συνολικά 11.388.993 ευρώ (1.293.600.000 δρχ.), το οποίο κατέβαλε η τελευταία.

Περαιτέρω, με την από 19.12.2001 σύμβαση εκχώρησης και παροχής πληρεξουσιότητας που συνήφθη ανάμεσα στην αγοράστρια εταιρία και την ενάγουσα, η πρώτη εκχώρησε προς τη δεύτερη τις απορρέουσες από την ένδικη σύμβαση απαιτήσεις της και παραλλήλως ανήγγειλε την εκχώρηση στους εναγομένους, με τις υπ' αριθμ. 11417β, 11418β και 11419β εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ....

Με την υπ' αριθμ. 802/2007 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, όπως ήδη αναφέρθηκε, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου: α) ότι η εν λόγω σύμβαση, που αφορά εξωχρηματιστηριακή μεταβίβαση μετοχών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών με την ειδική συμφωνία της πίστωσης του τιμήματος και της εγγυημένης απόδοσης των μετοχών είναι άκυρη στο σύνολό της, δηλαδή τόσο η υποσχετική όσο και η εκποιητική των μετοχών, καθώς και η ειδική συμφωνία επαναγοράς τους από τους πωλητές (εναγομένους), γιατί αντίκειται στις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 15 παρ. 10 και 11 του Ν. 3236/1928 και β) ότι οι εναγόμενοι, εισπράττοντας το τίμημα των 11.388.993 ευρώ, κατέστησαν πλουσιότεροι, χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία της αγοράστριας, με συνέπεια να οφείλουν το ποσό της πιο πάνω ωφέλειας, νομιμοτόκως από το χρονικό σημείο λήψεως της παροχής (24.1.2000).

Περαιτέρω, όμως οι εναγόμενοι, προέβαλαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου προς συμψηφισμό ισόποση ανταπαίτηση τους, η οποία απορρέει από την ακυρότητα της εν λόγω συμβάσεως και αντιπροσωπεύει την αξία των μετοχών, η οποία ισούται με το καταβληθέν από την ενάγουσα, προς απόκτηση τούτων, τίμημα, κατά την οποία αξία η ενάγουσα κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας τους.

Μάλιστα, προς δικαιολόγηση της βραδείας προβολής της ενστάσεως συμψηφισμού, επικαλέστηκαν παραχρήμα απόδειξη της ανταπαιτήσεως τους. Με την προμνημονευομένη υπ' αριθμ. 802/2007 απόφαση του δικαστηρίου τούτου κρίθηκε επίσης με δύναμη δεδικασμένου ότι: 1) η ένσταση υποβλήθηκε παραδεκτώς με τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 527 εδ. 3, 269 εδ γ' ΚΠολΔ και 442 ΑΚ, ως αποδεικνυομένη με ομολογία της ενάγουσας, εμπεριεχόμενη στην αγωγή και τις προτάσεις της, κατά τα θεμελιωτικά αυτής (της ανταπαιτήσεως) στοιχεία, και ειδικότερα με ομολογία τόσο της αξίας κάθε μετοχής από 10,27 ευρώ κατά το χρόνο μεταβίβασης (24.1.2000), όσο και του αριθμού των μεταβιβασθεισών μετοχών (1.108.800 τεμάχια) καθώς επίσης και της αδυναμίας αυτούσιας αποδόσεώς τους, λόγω της συνομολογουμένης προς τρίτους μεταβιβάσεώς τους και 2) η ένσταση ήταν κατά περιεχόμενο πλήρης και ορισμένη και δη αναφορικά με τα ειδικότερα στοιχεία της μετατροπής της αξιώσεως των ενισταμένων από αξίωση απόδοσης αυτούσιων των μετοχών, σε χρηματική αξίωση, με συνέπεια την αλλοίωση της προς απόδοση παροχής που αποκτήθηκε αδικαιολόγητα, καθώς και του χρόνου υπολογισμού της αξίας της παροχής (μετοχών), τον οποίο οι ενιστάμενοι τοποθέτησαν στο χρονικό σημείο της λήψεως, με την επίκληση της διατάξεως του άρθρου 911 εδ 2 ΑΚ.

Μάλιστα, οι παραδοχές αυτές της εφετειακής αποφάσεως, αναφορικά με το, εκ της βραδείας προβολής, παραδεκτό ή μη της ενστάσεως συμψηφισμού και τα ομολογούμενα από την ενάγουσα, ως άνω κατ' ιδίαν στοιχεία της ανταπαίτησης καθώς και με το ορισμένο ή μη αυτής, επλήγησαν με αντίστοιχους λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι απερρίφθησαν (βλ.

σελ. 53 για το πρώτο ζήτημα και σελ. 55-57 για το δεύτερο της υπ' αρ. 343/2009 προσκομιζόμενης αποφάσεως του Αρείου Πάγου). Άρα, το δικαστήριο τούτο κωλύεται να ερευνήσει τα πιο πάνω ζητήματα και επομένως είναι απορριπτέοι οι σχετικοί ισχυρισμοί της ενάγουσας, με τους οποίους αυτή υποστηρίζει ότι η ένσταση: ι) είναι απαράδεκτη, διότι δεν συντρέχουν οι όροι των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ και ii) πάσχει ουσιαστική αοριστία, διότι δεν διαλαμβάνει στο ιστορικό της το απαραίτητο στοιχείο της γνώσης της παρανομίας, ώστε να καθορισθεί ο χρόνος υπολογισμού της αξίας της ανταπαιτήσεως των εναγομένων προς επιστροφή της παροχής τους.

Περαιτέρω, όπως ήδη ελέχθη, με την υπ' αριθμ. 802/2007 απόφαση του δικαστηρίου τούτου κρίθηκε ότι η ένδικη από 9.12.1999, με το προεκτεθέν περιεχόμενο, σύμβαση, αποδοκιμαζόμενη καθεαυτή από το δίκαιο, είναι άκυρη γιατί απαγορεύεται ρητώς από τις δημοσίου δικαίου διατάξεις της χρηματιστηριακής νομοθεσίας (άρθρο 15 παρ. 10 Ν 3632/ 1928) και ότι η ακυρότητα αυτή πλήττει και την γενόμενη στις 24.1.2000 μεταβίβαση των μετοχών, ενώ παράλληλα, η ίδια η ενάγουσα συνομολογεί ότι η δικαιοπάροχός της αγοράστρια εταιρία, που αποτελούσε μέλος του τραπεζικού της ομίλου, δραστηριοποιούμενη στον τομέα της επενδυτικής τραπεζικής, σ' εκτέλεση αυτής της ακύρου συμβάσεως, έλαβε ως παροχή 1.108.800 μετοχές αξίας καθεμιάς 10,27 ευρώ, τις οποίες ήδη από 3.6.2004 εκποίησε προς τρίτους, αντί συνολικού τιμήματος 4.477.327 ευρώ.

Με βάση τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές και λαμβανομένων υπόψη όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών στοιχείων που προεκτέθηκαν, καθώς και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, το δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι η αγοράστρια εταιρία, κατά το χρόνο μεταβίβασης των μετοχών (24.1.2000) είχε επίγνωση της παρανομίας, δηλαδή γνώριζε ότι η κατ' αυτόν τον τρόπο διαμόρφωση του περιεχομένου της σύμβασης και η εκ μέρους της λήψη των 1.108.800 μετοχών της εταιρίας των εναγομένων ήταν παράνομη (απαγορευμένη).

Η γνώση αυτή συνέτρεχε τόσο στα φυσικά πρόσωπα που συγκροτούσαν το διοικητικό συμβούλιο αυτής, το οποίο αποτελεί το διαχειριστικό και εκπροσωπευτικό όργανο εκείνης και οι πράξεις που ενεργεί στα πλαίσια της αρμοδιότητάς του, είναι πράξεις του νομικού προσώπου της εταιρίας, όσο και στα φυσικά πρόσωπα που κατήρτισαν τη σύμβαση, ήτοι, τους Η.

Λ. και Λ. Μ. οι οποίοι, όπως βεβαίωσε και ο εξετασθείς μάρτυρας ήταν στελέχη της αγοράστριας (βλ. σελ. 80 των πρακτικών) και δη ο πρώτος διευθύνων σύμβουλος και ο δεύτερος γενικός διευθυντής, και είχαν αντιπροσωπευτική εξουσία, γεγονός που δεν αρνήθηκε ειδικότερα η ενάγουσα εταιρία. Και ναι μεν δεν απαιτείτο γνώση του παρανόμου χαρακτήρα της αιτίας, πλην όμως τα ως άνω εκπροσωπούντα την αγοράστρια εταιρία όργανα, γνώριζαν ότι το να λάβουν τις μετοχές της εισηγμένης στο χρηματιστήριο εταιρίας των εναγομένων με την πρόσθετη ειδική συμφωνία επαναγοράς αυτών με εξωχρηματιστηριακώς προκαθορισμένο συνομολογημένο τίμημα, ήταν απαγορευμένο από το νόμο, αφού προσκρούει στους κανόνες της χρηματιστηριακής νομοθεσίας.

Το γεγονός ότι η αγοράστρια εταιρία μέσω των αρμοδίων οργάνων της είχε συνείδηση του παράνομου χαρακτήρα της συναλλαγής, ήδη από του χρόνου λήψεως του πακέτου των μετοχών, αποδεικνύεται πέραν πάσης αμφιβολίας από το γεγονός ότι η τελευταία είναι εταιρία πλήρως εξειδικευμένη σε θέματα επενδύσεων και αγοραπωλησίας μετοχών, στελεχωμένη με κατηρτισμένο περί τη χρηματιστηριακή νομοθεσία προσωπικό, η οποία αποφάσισε να συμμετάσχει στην εταιρία των εναγομένων με την ιδιότητα του θεσμικού επενδυτή, ρόλος που δεν καταλείπει καμμία απολύτως αμφιβολία ότι γνώριζε πολύ καλά ότι η επίδικη αγοραπωλησία των μετοχών αντίκειτο σε βασικούς κανόνες της χρηματιστηριακής νομοθεσίας και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο μάρτυρας Δ.

Β. στην ενώπιον συμβολαιογράφου ένορκη κατάθεση του ελέγχονται ως προς την αξιοπιστία τους, διότι έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία, η αγοράστρια εταιρία, όπως και κάθε εταιρία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ) με αντικείμενο δραστηριότητας τη χρηματοδότηση και ανάπτυξη οικονομικών δραστηριοτήτων, την παροχή συμβουλών χρηματοοικονομικής φύσεως, χρηματοοικονομικής αναδιάρθρωσης, επιχειρηματικών συμμετοχών και χρηματοδοτήσεων, γνωρίζει ότι, ως εκ του περιεχομένου, αλλά και του σκοπού, απαγορεύονται οι συμβάσεις που αφορούν σε εξωχρηματιστηριακές πωλήσεις μετοχών με πρόσθετο σύμφωνο επαναγοράς, γιατί οδηγούν σε διαμόρφωση καταστάσεων παραχρηματιστηριακής αγοράς και φαλκιδεύουν την διαφάνεια που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ομαλή λειτουργία του χρηματιστηρίου.

Επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 911 παρ. 2 ΑΚ, ο κρίσιμος χρόνος, κατά τον οποίο οριστικοποιείται η αποδοτέα ωφέλεια και από του οποίου επαυξάνεται η ευθύνη της αγοράστριας, ως λήπτριας της παροχής, που πλούτισε παράνομα, είναι ο χρόνος λήψης της απαγορευμένης παροχής, ήτοι η 24.1.2000. Από το χρονικό αυτό σημείο και εφεξής, η αγοράστρια όχι μόνον δεν απαλλάσσεται ακόμη και αν ο πλουτισμός της μειώθηκε ή δεν σώζεται, αλλ' επιπλέον ευθύνεται "σαν να είχε επιδοθεί η αγωγή", δηλαδή και με νόμιμους τόκους (λόγω πλασματικής υπερημερίας), εφόσον πρόκειται για χρηματική οφειλή.

Την ίδια ακριβώς αυξημένη ευθύνη έχει και η ενάγουσα, εκδοχέας της αγοράστριας. Κατ' ακολουθία τούτων, το γεγονός ότι στις 3.6.2004 η ενάγουσα εκποίησε τις μετοχές αντί τιμήματος 4.477.327 ευρώ, δεν αναιρεί την ευθύνη της για την επιστροφή της, κατά το χρόνο λήψης, αξίας των μετοχών, εφόσον η εκποίηση αυτή έλαβε χώρα εντός του χρόνου αυξημένης ευθύνης της.

Μετά απ' αυτά, αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι, λόγω της ακυρότητας της συμβάσεως, διατηρούν έναντι της ενάγουσας, ληξιπρόθεσμη, ομοειδή (χρηματική λόγω μετατροπής της αρχικής αξιώσεως) ανταπαίτηση ισομερώς διαιρετή, ισόποση με το καταβληθέν από την αγοράστρια τίμημα των μετοχών, η οποία αντιστοιχεί στην κατά το χρόνο λήψης αξία των μετοχών και η οποία αντιπροσωπεύει την, κατά τον ίδιο χρόνο, χρηματιστηριακή τιμή αυτής.

Συνεπώς η ανταπαίτηση των εναγομένων προς επιστροφή της ωφέλειας που παρανόμως απέκτησε η ενάγουσα, κρίσιμος χρόνος υπολογισμού της οποίας, κατά τα ανωτέρω, είναι η 24.1.2000, σημείο από του οποίου κατέστη τοκοφόρος, ισούται με την επίσης τοκοφόρο (από 24.1.2000) αγωγική απαίτηση της τελευταίας, έναντι των εναγομένων, προς επιστροφή του τιμήματος των 11.388.993 ευρώ.

Προς απόκρουση της ενστάσεως, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η εκ μέρους των εναγομένων προβολή της ενστάσεως συμψηφισμού, με κρίσιμο χρόνο υπολογισμού της ανταπαίτησης, την ημερομηνία λήψεως των μετοχών, είναι καταχρηστική και προς θεμελίωση του ισχυρισμού της αυτού, επικαλείται α) ότι οι εναγόμενοι είναι ωφελημένοι από τη σύμβαση, διότι η αντιπαροχή τους δεν τελεί σε σχέση αναλογίας με το τίμημα που έλαβαν, β) ότι η ίδια τήρησε στο ακέραιο τη συμβατική της υποχρέωση να διατηρήσει τις ληφθείσες μετοχές επί τριετία και γ) ότι οι αντίδικοι της "μεθόδευσαν" την ακυρότητα της συμβάσεως και ακολούθως "ζητούν να υπολογισθεί η παροχή που έδωσαν, ωσάν να ήταν η σύμβαση έγκυρη".

Ο ισχυρισμός αυτός που παραδεκτώς προβάλλεται προς απόκρουση της εφέσεως, ελέγχεται απορριπτέος, προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν εκτίθενται περιστατικά που να στοιχειοθετούν το πραγματικό του άρθρου 281 ΑΚ. Ειδικότερα α) δεν εκτίθενται περιστατικά, τα οποία να είναι ικανά, κατ' αντικειμενική κρίση, να δημιουργήσουν σ' αυτή (ενάγουσα) την πεποίθηση οι εναγόμενοι, ότι δεν θα ασκήσουν την εκ της ακυρότητας της συμβάσεως αξίωσή τους, η οποία μάλιστα ασκήθηκε σε απάντηση της εκ μέρους της πρώτης ασκήσεως του δικαιώματός της από την ίδια ακριβώς αιτία ακυρότητας της συμβάσεως και β) οι δε εκτιθέμενες επαχθείς γι' αυτήν συνέπειες είναι αποτέλεσμα, όχι της συμπεριφοράς των εναγόντων μόνο, αλλά και της δικής της επιχειρηματικής επιλογής να συνάψει συναλλακτική σχέση με συγκεκριμένο περιεχόμενο και ακολούθως εν γνώσει της επικαλούμενης ακυρότητας, να εκποιήσει τις μετοχές.

Εξάλλου, ούτε η αναφερόμενη ως "μεθόδευση" της ακυρότητας, συμπεριφορά, πληροί την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, εφόσον η ακυρότητα είναι εκ του νόμου, ενώ η επικαλούμενη εκ μέρους της προσήλωση στην τήρηση των συμβατικών της υποχρεώσεων αφορά δική της επιλογή και όχι των εναγομένων. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 905 παρ. 1 ΑΚ, η απαίτηση αχρεωστήτου αποκλείεται, αν ο λήπτης της παροχής αποδείξει ότι αυτός που κατέβαλε γνώριζε ότι δεν υπήρχε το χρέος.

Η δικαιολογία του αποκλεισμού με τη διάταξη αυτή της απαιτήσεως αχρεωστήτου, συνίσταται στο ότι στην περίπτωσή της τεκμαίρεται ότι η περιουσιακή επίδοση έγινε με βούληση ελευθεριότητας, ήτοι με σκοπό δωρεάς ή άλλη νόμιμη αιτία. Επομένως, αποκλεισμός της απαιτήσεως αχρεωστήτου με βάση την ανωτέρω διάταξη, δεν υφίσταται σε περίπτωση ανυπαρξίας της βούλησης ελευθεριότητας ή σε περίπτωση πλουτισμού από παράνομη αιτία (διακεκριμένη περίπτωση αχρεωστήτου ΑΚ 174, 180), αφού τότε δεν υπάρχει νόμιμη αιτία.

Για το λόγο αυτό, ο σχετικός από το άρθρο 905 ΑΚ ισχυρισμός της εφεσίβλητης, σύμφωνα με τον οποίο αποκλείεται η αναζήτηση της παροχής, διότι οι αντίδικοί της προέβησαν στην παροχή εν γνώσει της ακυρότητας και άρα του αρχεωστήτου, είναι απορριπτέος, καθόσον στην ένδικη περίπτωση πρόκειται για επίδοση από παράνομη (άκυρη) αιτία, στην οποία δεν εφαρμόζεται η ΑΚ 905, εφόσον ελλείπει τέτοια εκούσια βούληση ελευθεριότητας, καθόσον, κατά τα εκτιθέμενα, οι εκκαλούντες είχαν συγκεκριμένη αιτιώδη βούληση με ανταλλακτική κατεύθυνση, συνδεόμενη με το ληφθέν τίμημα.

Μετά απ' αυτά, πρέπει η αγωγή να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμη, κατ' αποδοχή της πιο πάνω ενστάσεως συμψηφισμού των εναγομένων. Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση που δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη, κατά την πρώτη επικουρική βάση της και υποχρέωσε κάθε εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 3.796.311 ευρώ νομιμοτόκως από 24-1-2000, έσφαλε και γι' αυτό, κατ' αποδοχή του μόνου ερευνώμενου τέταρτου λόγου εφέσεως των εναγομένων, πρέπει να εξαφανισθεί κατά το κεφάλαιο τούτο, να κρατηθεί και δικασθεί η υπόθεση στο παρόν δικαστήριο και να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ...".

Με την ως άνω κρίση του το Εφετείο: Α) Δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1 ν.1806/1988, 15 παρ.10 ν. 3632/1928, 174, 180, 904, 905, 910, 911 περ.2, 440, 441 και 281 του ΑΚ, καθ' όσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων.

Ειδικότερα αναφέρονται: 1)Η συνεπεία ακυρότητας, λόγω παράνομης αιτίας (αντιθέσεως στις απαγορευτικές διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1 ν.1806/1988 και 15 παρ.10 του ν.3632/1928), της από 24-1-2000 εξωχρηματιστηριακής συμβάσεως πωλήσεως (με ιδιότυπο σύμφωνο εξωνήσεως) 1.108.800 εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών μετοχών της ανώνυμης εταιρίας των αναιρεσιβλήτων-εναγομένων με την επωνυμία "Κ.

Κ. και Υιοί ΑΕΒΕ" προς τη δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας-ενάγουσας (εκχωρήτριας των αξιώσεων από τις μετοχές) χρηματιστηριακή εταιρία "Πειραιώς Prima Bank", γέννηση αξιώσεως των αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας από αδικαιολόγητο πλουτισμό, με αντίστοιχη ανταπαίτηση της τελευταίας, κατά τα γενόμενα δεκτά με ισχύ δεδικασμένου από τη μη αναιρεθείσα ως προς αυτό το μέρος της 802/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. 2) Η εξαιτίας αδυναμίας της αναιρεσείουσας-ενάγουσας να αποδώσει αυτούσιες τις μετοχές, που έλαβε, προς τους δικαιούχους αναιρεσιβλήτους-εναγομένους, διότι τις είχε εκποιήσει με υποπολλαπλάσιο αντάλλαγμα (4.477.327 ευρώ που παρέμεινε στην κατοχή της), δημιουργία δευτερογενούς υποχρέωσής της να καταβάλει την αξία των μετοχών προς τους αναιρεσιβλήτους. 3) Η αυξημένη ευθύνη της αγοράστριας των μετοχών-δικαιοπαρόχου (εκχωρήτριας) της αναιρεσείουσας για την καταβολή στους αναιρεσιβλήτους της μη υποτιμημένης αξίας ων μετοχών, κατά την αξία του χρόνου κατάρτισης της συμβάσεως πωλήσεως, με τους νόμιμους τόκους, όπως θα συνέβαινε αν είχε επιδοθεί η αγωγή, διότι τα αρμόδια για τη διοίκηση και εκπροσώπησή της φυσικά πρόσωπα, κατά την κατάρτιση της σύμβασης γνώριζαν το περιεχόμενο της εξωχρηματιστηριακής συναλλαγής που ήταν άκυρη, λόγω αντιθέσεώς της σε απαγορευτικούς κανόνες δημοσίας τάξεως και η γνώση αυτή της αιτίας του αδικαιολόγητου πλουτισμού αρκούσε για τη θεμελίωση της ευθύνης της αναιρεσείουσας, ως διαδόχου της λήπτριας στην επίδικη άκυρη έννομη σχέση, για το σχηματισμό δε αυτής της κρίσης του αφενός μεν συνδύασε το γεγονός ότι η αγοράστρια ήταν εξειδικευμένη σε θέματα επενδύσεων και αγοραπωλησίας μετοχών, με προσωπικό που γνώριζε τη χρηματιστηριακή νομοθεσία και αποφάσισε να συμμετάσχει στην εταιρία των αναιρεσιβλήτων-εναγομένων με την ιδιότητα του θεσμικού επενδυτή, αφετέρου δε έλαβε υπόψη τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ δεν συνιστά ανεπαρκή αιτιολογία η παράλειψη αξιολόγησης της μεταγενέστερης συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας να κρατήσει στην κατοχή της τις επίμαχες μετοχές επί τριετία περίπου, υπό συνθήκες βαθμιαίας πτώσης της χρηματιστηριακής αξίας τους και να μην επιδιώξει, ενόσω τις κατείχε, την άσκηση της αγωγής του αδικαιολόγητου πλουτισμού κατά των αναιρεσιβλήτων, λόγω ακυρότητας της επίδικης εξωχρηματιστηριακής συμβάσεως μεταξύ αυτών. 4) Η μη καταχρηστική άσκηση από τους αναιρεσιβλήτους της ενστάσεως συμψηφισμού, ως λόγου αποκλεισμού της ευθύνης τους προς απόδοση της αξίως των από παράνομη αιτία ληφθεισών μετοχών από την αναιρεσείουσα, η οποία κατέστησε αδύνατη την αυτούσια απόδοση των υποτιμημένων μετοχών με την εκποίησή τους και η παραχρήμα απόδειξη της ενστάσεως συμψηφισμού.

Επομένως οι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ., υπό στοιχεία 2.1 και 2.2. από το κύριο δικόγραφο, 1, 2 και 3, κατά το οικείο μέρος τους, από το πρόσθετο δικόγραφο λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Β) Δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης για τη θεμελίωση της ενστάσεως συμψηφισμού των αναιρεσιβλήτων, ούτε παρέλειψε παρά το νόμο να απορρίψει ως απαράδεκτη την εν λόγω ένσταση ως μη αποδεικνυόμενη παραχρήμα, καθ' όσον δεν αποτελούσε αναγκαίο στοιχείο δημιουργίας αυξημένης ευθύνης της αναιρεσείουσας για την οφειλή δικονομικών τόκων επί της αποδοτέας ωφελείας προς τους αναιρεσιβλήτους, για το δοθέν από αυτούς στην αναιρεσείουσα αντάλλαγμα στα πλαίσια της μεταξύ αυτών άκυρης εξωχρηματιστηριακής συναλλαγής, η γνώση (συνείδηση) του παρανόμου χαρακτήρα της αιτίας του πλουτισμού, αλλά αρκούσε η γνώση των περιστατικών που καθιστούσαν παράνομη τη λήψη, δηλαδή του περιεχομένου της εξωχρηματιστηριακής συμβάσεως των διαδίκων.

Συνεπώς, οι πλεοναστικώς εκφερόμενες κρίσεις της προσβαλλόμενης αποφάσεως, για τη θεμελίωση της ενστάσεως συμψηφισμού των αναιρεσιβλήτων και επίτασης της ευθύνης της αναιρεσείουσας, σχετικά με την ύπαρξη συνείδησης παρανομίας της δικαιοπαρόχου της, αλυσιτελώς και χωρίς έννομο συμφέρον προβάλλονται από την αναιρεσείουσα, οι δε αντίθετοι από το άρθρο 559 αρ.8 και 14 του Κ.Πολ.Δικ., υπό στοιχεία 2.3, 2.2 από το κύριο δικόγραφο και 2 από το πρόσθετο δικόγραφο, κατά το οικείο μέρος τους, λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι.

Γ) Δεν παρέλειψε να συμμορφωθεί με την 343/2009 αναιρετική απόφαση ούτε δέχθηκε παρά το νόμο την ύπαρξη δεδικασμένου ως προς το ορισμένο της ενστάσεως συμψηφισμού των αναιρεσιβλήτων. Οι αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας έχουν ως λογική αφετηρία τις εσφαλμένες προϋποθέσεις ότι: 1) αποτελούσε αναγκαίο όρο της αυξημένης, κατά το άρθρο 911 περίπτ.2 του Α.Κ., ευθύνης από αδικαιολόγητο πλουτισμό, για το ορισμένο της σχετικής ενστάσεως συμψηφισμού των αναιρεσιβλήτων, η επίκληση συνείδησης (γνώσης) του παρανόμου της αιτίας από την πλευρά της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας, ενώ αρκούσε γνώση των περιστατικών, που καθιστούσαν παράνομη τη λήψη, δηλαδή του σκοπού για τον οποίο δόθηκε η παροχή και 2) η δεσμευτικότητα της 343/2009 αναιρετικής αποφάσεως του Δικαστηρίου αυτού υποχρέωνε το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, να δεχθεί για τη θεμελίωση αυξημένης ευθύνης της αναιρεσείουσας θετική γνώση του παράνομου χαρακτήρα της αιτίας του πλουτισμού από την ίδια ή τη δικαιοπάροχό της.

Επομένως οι υπό στοιχεία 2.1, 2.2 κατά το οικείο μέρος τους και 1 από το δικόγραφο προσθέτων λόγων εκ του άρθρου 559 αρ. 16 και 18 του Κ.Πολ.Δικ. λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δικ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25.5.2011 αίτηση της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε., με τους από 23.1.2012 πρόσθετους λόγους της για αναίρεση της 1545/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Απριλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ