Legislator Case Law & Legislation
1436/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissible evidence evaluation error and awarding costs to appellant.

Case Number 1436/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision regarding road widening. The appellant argued the court failed to properly evaluate specific documents and an oath to prove ownership, claiming a diagnostic error in document interpretation. The court rejected these claims as inadmissible because the First Instance Court had considered all evidence and the appeal focused on the unreviewable evaluation of documents rather than a factual error.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 11 gamma' KPolD; Art. 561 para. 1 KPolD: An appeal based on the alleged failure to consider evidence is inadmissible if the lower court's decision indicates it considered all presented evidence, as the evaluation of documents and the determination of ownership rights are matters of judicial discretion not subject to appellate review.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal evaluation of evidence judicial discretion diagnostic error ownership documents court costs appellate review

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 11 gamma' KPolD
Art. 561 para. 1 KPolD
Art. 249 KPolD
Art. 495 para. 3 KPolD
Art. 9 para. 1 and 2 of Law 3226/2004
Arts. 176, 183, 189 and 191 para. 1 KPolD

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1436 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1436/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη και Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 2α Οκτωβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Υ. του Π., κατοίκου ... που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Θρασύβουλου Σκλαβούνου.

Των αναιρεσίβλητων: 1.Μ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 2. Α. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 3.Κ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 4.Δ. - Κ. Π. του Ε., κατοίκου ..., 5.Χ. Π. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Αθανασίου Γαλανού.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-6-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ευρυτανίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 83/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 7/2016 Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-1-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων να απορριφθεί, καθένας δε καταδικασθεί ο αντίδικος στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά.

Ο λόγος όμως είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Ωστόσο, ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν, παρά τη διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά μέσα, ο Άρειος Πάγος, συνεκτιμώντας και το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καταλήγει ότι δεν καθίσταται οπωσδήποτε βέβαιο ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το συγκεκριμένο αποδεικτικό έγγραφο, το οποίο, αν το είχε λάβει υπόψη, θα είχε καταλήξει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ180/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του περί της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής των αναιρεσιβλήτων, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις:

α) τις ένορκες βεβαιώσεις, που αυτή επικαλέσθηκε και προσκόμισε κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση, των Α. Μ., Χ. Π. και Κ. Π., στις οποίες δεν κάνει καμιά αναφορά και β) τα έγγραφα, που με επίκληση επίσης προσκόμισε κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση, και συγκεκριμένα: 1) την από 03/03/1997 δήλωση στοιχείων ακινήτων ( έντυπο Ε9) του δικαιοπαρόχου πατέρα της Π.

Υ., επικυρωμένη από τη ΔΟΥ ..., 2)την 9/2010 απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής του Δήμου … για την αποδοχή του παραχωρηθέντος δυνάμει της ...27/30-09-2009 πράξης παραχώρησης σε κοινή χρήση της συμβολαιογράφου Α. Δ., νομίμως μεταγραφείσας, τμήματος του επιδίκου και 3) το από 28/01/2010 αποδεικτικό δημοσίευσης του πιο πάνω Δήμου.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος , καθόσον από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία ρητά βεβαιώνεται ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην των άλλων, και "...

όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι ,καθώς επίσης τις αριθμ. ...47/14-03-2013, ...99/2012 και ...00/2012 ένορκες βεβαιώσεις των Κ. Π., Α. Μ. και Χ. Π., αντίστοιχα, που δόθηκαν ενώπιον της Ειρηνοδίκου Μεσολογγίου Ε. Α., με επιμέλεια της εναγομένης- εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευσή τους...", σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες αυτής, καμιά αμφιβολία δεν καταλείπεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τις πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις και τα πιο πάνω έγγραφα, παρά την μη ειδική μνεία των με στοιχεία 1 και 3 εγγράφων, που η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε και προσκόμισε νομίμως, χωρίς ,ωστόσο, να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, κάνοντας, όμως, ειδική αναφορά στις πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις, αναφέροντας επί λέξη στην προσβαλλομένη "Εξάλλου ούτε από τις μαρτυρικές καταθέσεις των μαρτύρων της εναγομένης που περιέχονται στις προσκομιζόμενες από την τελευταία ένορκες βεβαιώσεις μπορεί να συναχθεί αντίθετη κρίση, αφού οι μάρτυρες που καταθέτουν δεν έχουν άμεση σχέση με την περιοχή όπου βρίσκεται το επίδικο, ενώ με βάση τα ανωτέρω δεν γίνεται πιστευτή και η μαρτυρική κατάθεση του βοσκού Α.

Μ., ο οποίος σημειωτέον είναι πρώτος εξάδελφος του πατέρα της εναγομένης, περί του ότι δήθεν ο πατέρας της εναγομένης εκμίσθωνε σ'αυτόν το επίδικο ακίνητο, προκειμένου να βόσκει σε τούτο τα ζώα του."(σελ.8-9) "καθώς και στην αποδοχή από το Δήμο .... της παραχώρησης σε κοινή χρήση τμήματος του επιδίκου, στην οποία πρόεβη ο δικαιοπάροχος πατέρας της Π.

Υ." (σελ10).

II. Κατά το άρθρο 338 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση.

Το πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής ως προς το υποκειμενικό βάρος αποδείξεως, τον προσδιορισμό) δηλαδή ;από το δικαστήριο του διαδίκου που βαρύνεται με την προσκομιδή του αποδεικτικού υλικού προς απόδειξη των θεμελιωτικών της αξιώσεώς του γεγονότων, έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση με τον ν. 2915/2001 της προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή σε όλες τις υποθέσεις της διαδικασίας του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να ορίζει ποίος από τους διαδίκους φέρει το βάρος αποδείξεως εκτιμά ελευθέρως τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και κρίνει εάν αποδείχθηκαν ή όχι οι προβαλλόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί.

Κατά συνέπεια, δεν τίθεται πλέον θέμα εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το (υποκειμενικό) βάρος αποδείξεως και, συνακολούθως δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμ. 13 Κ.Πολ.Δ., σχετικός λόγος αναιρέσεως. Τον λόγο αυτό αναιρέσεως, όμως, μπορεί να θεμελιώσει η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως που υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή, αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα (Α.Π. 186/2018,193/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, σχετικά με την επιβολή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης και δέχθηκε ως βάσιμη κατ'ουσίαν την ένδικη (αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου) αγωγή των αναιρεσιβλήτων, παρά το ότι αυτοί (αναιρεσίβλητοι), οι οποίοι φέρουν και το σχετικό βάρος απόδειξης, δεν απέδειξαν τους αγωγικούς ισχυρισμούς τους ως προς την κτήση κυριότητάς τους στην επίδικη εδαφική έκταση, ενώ, αντίθετα, η αναιρεσείουσα - εναγομένη, αρνούμενη την πιο πάνω αγωγή, ανταπέδειξε (με βάση τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε μάρτυρες, έγγραφα), ότι "το επίδικο ήταν στην απόλυτη εξουσίαση και κυριότητα του πατέρα της Π.

Υ. από το έτος1960, κατόπιν άτυπης προς αυτόν δωρεάς του πατέρα του Π. Υ. και ακολούθως στη δική της, δυνάμει του ...28/30-09-2009 συμβολαίου γονικής παροχής". Όπως, όμως, προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης( βλ. παρακάτω το κείμενο της απόφασης), το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι -ενάγοντες απέδειξαν ότι έγιναν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) και, στη συνέχεια, δέχθηκε ως βάσιμη κατ'ουσίαν την ένδικη αγωγή, έκρινε δε ως αναπόδεικτο τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας -εναγομένης περί ιδίας κυριότητας, για τους εκτιθέμενους στην απόφαση περί του αντιθέτου λόγους και ειδικότερα, διότι ο δικαιοπάροχος πατέρας της, Π.

Υ. και η ίδια δεν χρησιδέσποζαν και, πιο συγκεκριμένα, ουδέποτε νεμήθηκαν το επίδικο, κατά το επικαλούμενο από αυτήν κρίσιμο χρονικό διάστημα, κρίνοντας μη πειστικά τα όσα διαλαμβάνονται στην ένορκη κατάθεση της εξετασθείσας με επιμέλειά της μάρτυρος Γ. Υ., καθώς και στις δοθείσες με επιμέλειά της ένορκες βεβαιώσεις, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. 'Ετσι, που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην νομική πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, καθόσον ο ανωτέρω ισχυρισμός συνιστά ένσταση και, επομένως, τις συνέπειες του μη σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποιθήσεως του επικαλούμενου γεγονότος ότι του επιδίκου κατέστη κυρία δι'εκτάκτου χρησικτησίας η ενισταμένη - αναιρεσείουσα, που ως εναγομένη προέβαλε τον ισχυρισμό, τις έφερε αυτή και όχι οι ενάγοντες -αναιρεσίβλητοι (ΑΠ949/2018).

Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

III. Α. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή .αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή, όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1120/2018, 644/2015).

Β. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 765/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) το Μονομελές Εφετείο Λαμίας, εκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: "Το επίδικο ακίνητο, βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της τοπικής κοινότητας ...

του Δημοτικού Διαμερίσματος ... του Δήμου ... και αποτελεί αγροτεμάχιο, εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός οικισμού, μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, εκτάσεως 2.257,44 τ.μ., συνορευόμενο βόρεια με ιδιοκτησία Π. Φ., νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων Π., ανατολικά με δημοτική οδό και δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ.. Για την κυριότητα του εν λόγω ακινήτου ερίζουν ήδη οι διάδικοι.

Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι το επίδικο περιήλθε σ'αυτούς, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσοστά και κατά τον αναφερόμενο σ'αυτή (αγωγή) τρόπο. Η εναγομένη εξάλλου ισχυρίζεται ότι το επίδικο περιήλθε σ'αυτή, δυνάμει του υπ'αριθμ. ....28/30-9-2009 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Α. Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ...

στο τόμο ....24 και αριθμό ....02, αιτία γονικής παροχής από τον πατέρα της Π. Υ. και ότι στον τελευταίο είχε περιέλθει από άτυπη δωρεά από το έτος 1960 από τον πατέρα του Π. Υ., στον οποίο το επίδικο είχε περιέλθει δυνάμει του υπ'αριθμ. ...15/1923 συμβολαίου διανομής του τότε συμβολαιογράφου Μ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...

στον τόμο ...7 και αριθμό ..21 και την επακολουθήσασα άτυπη διανομή μεταξύ των αδελφών Δ. Γ. Υ., Β. Γ. Υ., Ν. Γ. Υ. και Π. Γ. Υ., στον οποίο περιήλθε το επίδικο ακίνητο. Σχετικά αποδεικνύεται ότι το εν λόγω ακίνητο κατείχε με διάνοια κυρίου τουλάχιστον από το έτος 1952 και μέχρι τον επισύμβάντα θάνατο της, στις 1-5-1991, η άμεση δικαιοπάροχος των εναγόντων, Α.

χήρα Χ. Μ., το γένος Κ. Μ., ασκώντας σ' αυτό πράξεις νομής και κατοχής που προσιδίαζαν στη φύση και θέση του, με τις οποίες εκδηλώνονταν η θέλησή της να το εξουσιάζει, ως αποκλειστική κυρία τούτου. Συγκεκριμένα η ανωτέρω, από το έτος 1952 και μέχρι το θάνατο της εκμίσθωνε το επίδικο με διαδοχικές προφορικές συμφωνίες στον Ν.

Κ. του Α., γεωργοκτηνοτρόφο, ο οποίος αρχικά καλλιεργούσε τούτο με βρώμη και κηπευτικά (φασόλια, πατάτες) και στη συνέχεια το χρησιμοποιούσε για την βόσκηση των ζώων του, έναντι μισθώματος, που αντιστοιχούσε σε μικρή ποσότητα από τυρί, που παρήγαγε και το οποίο απέδιδε στην ανωτέρω Α. Μ.. Έτσι με τον τρόπο αυτό εφόσον η τελευταία ασκούσε στο επίδικο ακίνητο πράξεις νομής και κατοχής με διάνοια κυρίου, για περισσότερο από είκοσι (20) χρόνια κατέστη κυρία τούτου (επιδίκου ακινήτου) με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με έκτακτη χρησικτησία.

Μετά το θάνατο της, η Α. Μ. κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου, από τους πρώτη, δεύτερη και τρίτο των εναγόντων, τέκνα αυτής, καθώς και από τους τέταρτη και πέμπτο των εναγόντων, εγγονούς της, τέκνα της προαποβιωσάσης το έτος 1987 κόρη της, Σ.. Έκτοτε οι ενάγοντες εξακολουθούσαν να κατέχουν με διάνοια κυρίου το επίδικο ακίνητο, ενεργώντας σ'αυτό τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής και κατοχής, παρά το γεγονός ότι ήδη από την δεκαετία του έτους 1960, η μεν πρώτη και δεύτερη εξ αυτών εγκαταστάθηκαν στην ...., ο δε τρίτος και η αδελφή του Σ.

Μ. εγκαταστάθηκαν στην ... Κάποια καλοκαίρια όμως οι ανωτέρω, εξ αυτών ο δε τρίτος, κάθε καλοκαίρι, επέστρεφαν στο ... και επιμελούνταν της κληρονομιαίας περιουσίας. Συγκεκριμένα, δυνάμει της από 15-10-1991

έγγραφης συμφωνίας μεταξύ του τρίτου από τους ενάγοντες, ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό και των υπολοίπων και του Ν. Κ., (εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι το εν λόγω μισθωτήριο υπογράφτηκε και από κάποιο μάρτυρα, ονόματι Α. Χ.) εκμισθώθηκε το επίδικο εκ νέου στον τελευταίο για δύο (2) έτη με χρόνο έναρξης της μίσθωσης από 1-1-1992, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως άνω, με μίσθωμα που αφέθηκε στην βούληση του μισθωτή και στη συνέχεια η μίσθωση αυτή παρατείνονταν τα επόμενα χρόνια, μετά από συνεννόηση μεταξύ τους κάθε καλοκαιρινή περίοδο.

Ακολούθως το έτος 2002, δυνάμει της από 15-9-2002 έγγραφης συμφωνίας μεταξύ της δεύτερης των εναγόντων, η οποία ενεργούσε ομοίως για λογαριασμό και των υπολοίπων εναγόντων και του Α. Κ. του Ν., γιού του ως άνω προαναφερόμενου αρχικού μισθωτή Ν. Κ., εκμισθώθηκε το επίδικο σ' αυτόν (Α. Κ.) για 15 έτη, αντί μισθώματος 30 κιλά τυρί φέτα ετησίως.

Ο Α. Κ., καλλιεργούσε αρχικά το επίδικο με κηπευτικά και τα τελευταία 6 χρόνια πριν από την άσκηση της αγωγής, το χρησιμοποιούσε μόνο για την βοσκή των ζώων του. Ακολούθως, οι ενάγοντες με τις υπ'αριθμ. ...35, ....36 και ...34/22-10-2010 πράξεις της συμβολαιογράφου, Ε. Κ., που μεταγράφηκαν νόμιμα, στο τόμο ...25 και αριθμούς ...5,...6 και ....4, αντίστοιχα, στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ..., οι μεν πρώτη, δεύτερη και τρίτος εξ αυτών, αποδέχθηκαν την κληρονομιά της μητέρας τους, ο καθένας κατά ποσοστό πλήρους κυριότητας 1/4 εξ αδιαιρέτου στο επίδικο, οι δε τέταρτη και πέμπτος των εναγόντων αποδέχθηκαν ομοίως της κληρονομιά της γιαγιάς τους, ο καθένας κατά ποσοστό πλήρους κυριότητας 1/8 εξ αδιαιρέτου σ' αυτό.

Κατόπιν τούτου οι ενάγοντες έχουν καταστεί συγκύριοι κατά τα ανωτέρω ποσοστά καθένας εξ αυτών, του επιδίκου ακινήτου, τόσο λόγω κληρονομικής διαδοχής, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της μητέρας τους και γιαγιάς τους, αντίστοιχα, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, όσο και με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με έκτακτη χρησικτησία, λόγω της άσκησης πράξεων νομής με διάνοια κυρίου, επί τούτου (επιδίκου ακινήτου) για περισσότερα από είκοσι έτη, συνυπολογιζομένου του χρόνου χρησικτησίας της δικαιοπαρόχου τους, στο δικό τους χρόνο χρησικτησίας.

Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου στηρίζεται στην ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, του Ν. Κ., η οποία περιέχεται στην υπ'αριθμ. 39 2013 ένορκη βεβαίωση του Ειρηνοδικείου Ευρυτανίας. Οι ανωτέρω μάρτυρες καταθέτουν ρητά και κατηγορηματικά ότι το επίδικο ακίνητο εκμισθώνονταν σ' αυτούς αρχικά από την Α.

Μ., δικαιοπάροχο των εναγόντων και ύστερα από τους τελευταίους, για λογαριασμό των οποίων ασκούσαν πράξεις νομής και κατοχής, από το έτος 1952 μέχρι την άσκηση της αγωγής. Επίσης η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου, ενισχύεται και με την κατάθεση του μάρτυρα Ν. Π., η οποία περιέχεται στην υπ'αριθμ. ...98/2-4-2013 ένορκη βεβαίωση της συμβολαιογράφου Αθηνών, Ε.

Κ., ο οποίος μάρτυρας, είναι ο ιδιοκτήτης του προς νότο του επιδίκου ευρισκομένου αγρού και ο οποίος κατηγορηματικά καταθέτει ότι το επίδικο ανήκει στους ενάγοντες και ότι εναγομένη Μ. Υ., ουδέποτε είχε ιδιοκτησία, η οποία να συνορεύει με την δική του ιδιοκτησία. Η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από την αντίθετη κατάθεση της μάρτυρας - μητέρας της εναγομένης, η οποία δεν κρίνεται πειστική.

Ειδικότερα, ενώ αυτή καταθέτει ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στην κυριότητα του συζύγου της Π. Υ., έχοντας περιέλθει στον τελευταίο από τον πατέρα του Π. Υ. και ότι τούτο ήταν από παλιά περιφραγμένο, ότι το έσπερνε με βρώμη η πεθερά της, ότι γενικά ο σύζυγος της το επιτηρούσε και ότι το είχε εκμισθώσει στον κτηνοτρόφο Α.

Μ., ο οποίος έβοσκε τα πρόβατά του σ' αυτό, έχοντας σταματήσει την βοσκή τα τελευταία χρόνια λόγω της μεγάλης του πλέον ηλικίας, στη συνέχεια καταθέτει ότι όταν το έτος 2006, ανέθεσε ο σύζυγο της Π. Υ., σε μηχανικό την αποτύπωσή του, υπήρξαν προβλήματα σε σχέση με την καταγραφή των ορίων του επιδίκου με τις όμορες ιδιοκτησίες, γιατί χρησιμοποιήθηκε το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο υπ'αριθμ. ...15/1923 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Μ.

Π., όπου ως κληρονομιαία περιουσία του Γ. Υ. (προπάππου της εναγομένης) γίνεται μνεία, μεταξύ άλλων και περί ενός "κήπου, κειμένου εις θέσιν ... της περιφερείας του χωρίου ...... όσης εκτάσεως και αν είναι, συνορεύοντος γύρωθεν με αγρόν Δη μητριού Σκληρού, αγρόν Π. Π. και όμοιον κληρονόμων Κ. Κ.". Όμως με βάση τα ανωτέρω αναφερόμενα δεν μπορεί να εξηγηθεί πειστικά γιατί υπήρξε θέμα αμφισβήτησης των ορίων του επιδίκου και γιατί παρέστη ανάγκη αναγωγής σε συμβόλαιο του έτους 1923, από την στιγμή που συνέδραμε στην ως άνω αποτύπωση ο φερόμενος ως ιδιοκτήτης αυτού Π.

Υ. και επρόκειτο, σύμφωνα με την κατάθεση της ως άνω μάρτυρας, για ένα ακίνητο περιφραγμένο και επιτηρούμενο από το σύζυγο της, εκμισθούμενο στον πιο πάνω βοσκό, ήτοι επρόκειτο για ένα ακίνητο καθόλα προσδιορισμένο και γνωστό στο σύζυγο αυτής, περί του οποίου ουδεμία αμφισβήτηση για τα όρια του, δεν θα έπρεπε να υπάρξει.

Άρα κατόπιν τούτου τα όσα κατέθεσε η ανωτέρω μάρτυρας σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επιδίκου ακινήτου, ουδόλως κρίνονται πειστικά. Εξάλλου ούτε από τις μαρτυρικές καταθέσεις των μαρτύρων της εναγομένης που περιέχονται στις προσκομιζόμενες από την τελευταία ένορκες βεβαιώσεις, μπορεί να συναχθεί αντίθετη κρίση, αφού οι μάρτυρες που καταθέτουν δεν έχουν άμεση σχέση με την περιοχή όπου βρίσκεται το επίδικο, ενώ με βάση τα ανωτέρω δεν γίνεται πιστευτή και η μαρτυρική κατάθεση του βοσκού Α.

Μ., ο οποίος σημειωτέον είναι πρώτος εξάδελφος του πατέρα της εναγομένης, περί του ότι δήθεν ο πατέρας της εναγομένης εκμίσθωνε σ'αυτόν το επίδικο ακίνητο, προκειμένου να βόσκει σε τούτο, τα ζώα του. Επομένως, με βάση τα ανωτέρω, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι η εναγομένη και πριν από αυτή οι φερόμενοι ως δικαιοπάροχοι τους, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1952 έως το έτος 1960 ο Π.

Υ. και από το έτος 1960 έως το έτος 2009 ο Π. Υ., οπότε της μεταβιβάστηκε το επίδικο ακίνητο με το υπ'αριθμ. ....28/30-9-2009 συμβόλαιο γονικής παροχής, της συμβολαιογράφου Α. Δ., δεν άσκησαν κάποια εμφανή πράξη νομής και κατοχής, επ' αυτού. Επομένως η ένσταση ιδίας κυριότητας που προτάθηκε από την εναγομένη θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού δεν αποδείχθηκε ότι αυτή κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου ούτε με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι έκτακτη χρησικτησία, ούτε με παράγωγο τρόπο, ήτοι αιτία γονικής παροχής, αφού ο άμεσος δικαιοπάροχος αυτής, ο οποίος της μεταβίβασε το επίδικο ακίνητο, δεν ήταν κύριος αυτού και επομένως δεν μπορούσε να της μεταβιβάσει κάτι που δεν του ανήκε.

Αντίθετα, τόσο από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, όσο και από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από την εναγομένη υπ'αριθμ. πρωτ. 1410/3-6-2010 έγγραφο έγκρισης εργασιών μικρής κλίμακας της Δ/νσης Πολεοδομίας ..., προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο οριοθετήθηκε με πασσάλους και συρμάτινο πλέγμα, μόλις το έτος 2010 εκ μέρους της εναγομένης και μάλιστα μόνο κατά την μία του πλευρά και όχι από όλες του τις πλευρές όπως θα ήταν φυσιολογικό προβαίνοντας, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στην ενέργεια αυτή προκειμένου να διαπιστώσει τις αντιδράσεις των εναγόντων για αυτήν την ενέργειά της και στη συνέχεια αναλόγως να πράξει.

Η εναγομένη εξάλλου ισχυρίζεται ότι η νομή του δικαιοπαρόχου της και μετά από το έτος 2009 της ιδίας στο επίδικο ακίνητο αποδεικνύεται και από την αποδοχή, εκ μέρους του Δήμου ..., όπου βρίσκεται το επίδικο, της πράξης παραχώρησης σε κοινή χρήση στην οποία προέβη ο Π. Υ., δυνάμει της υπ'αριθμ. ...27/30-9-2009 πράξης της συμβολαιογράφου Α.

Δ., για τμήμα του επιδίκου ακινήτου, εμβαδού 27,65 τ.μ., καθώς και την έγκριση σχετικής αιτήσεως αυτής (εναγομένης) από το τοπικό συμβούλιο ... για τη διάνοιξη αμαξιτού δρόμου αρχόμενο από τον Ι.Ν. ... μέχρι τη θέση "Εικόνισμα Μάντες". Ωστόσο σε καμία ως άνω ενέργεια σχετικά με το επίδικο ακίνητο δεν μπορούσαν να προβούν η εναγομένη και ο πατέρας της Π.

Υ., αφού σύμφωνα με τα προαναφερθέντα καμία σχέση ιδιοκτησίας δεν είχαν με το επίδικο ακίνητο, κατά το χρόνο που προέβησαν στις ανωτέρω ενέργειες, αφού τούτο δεν ανήκε σε αυτούς, αλλά ανήκε στην δικαιοπάροχο των εναγόντων και στη συνέχεια στους ίδιους τους ενάγοντες και οι ανωτέρω ενέργειες έλαβαν χώρα εκ μέρους αυτών, προσχηματικά προκειμένου να ενισχύσουν τον αποδειχθέντα αβάσιμο ισχυρισμό τους, ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στην κυριότητα τους.

Σε κάθε περίπτωση, δηλαδή, και με βάση τα προαναφερόμενα και αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό, ότι το επίδικο ακίνητο ταυτίζεται με τον κήπο, που αναφέρεται στο υπ'αριθμ. ..15/1923 συμβόλαιο, κυρία αυτού είχε καταστεί με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας η άμεση δικαιοπάροχος των εναγόντων, αφού αυτή ασκούσε εμφανείς πράξεις νομής και κατοχής επί τούτου από το έτος 1952 και εντεύθεν και για χρονικό διάστημα περισσότερο των είκοσι (20) ετών και επομένως έχει καταλυθεί με τον τρόπο αυτό η τυχόν κυριότητα επί του επιδίκου ακίνητου του απώτερου και άμεσου δικαιοπαρόχου της εναγομένης.

Περαιτέρω αυτές τις εμφανείς πράξεις νομής και κατοχής συνέχισαν οι ενάγοντες από την 1-5-1991 και εντεύθεν, χωρίς να αποδεικνύεται έτσι, ότι καταλύθηκε η κυριότητα της αμέσου δικαιοπαρόχου των εναγόντων και των ίδιων των εναγόντων επί του επιδίκου με νεώτερη χρησικτησία εκ μέρους του άμεσου δικαιοπαρόχου της εναγομένης.

Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα η υπό κρίση αγωγή και εφόσον η εναγομένη αμφισβητεί την συγκυριότητα των εναγόντων επί του επίδικου ακινήτου, θα έπρεπε να γίνει ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωριστεί η συγκυριότητα των εναγόντων επί του επιδίκου ακινήτου, κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι στο επίδικο ακίνητο οι ενάγοντες ήδη αναιρεσίβλητοι κατέστησαν συγκύριοι με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή, αιτία θανάτου της Α.

χας Χ. Μ., μητέρας των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων και γιαγιάς της τέταρτης και πέμπτου εξ αυτών, κληρονομιά την οποία αποδέχθηκαν και μετέγραψαν), αλλά και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), κατόπιν δε απέρριψε ως αβάσιμη κατ'ουσίαν την έφεση της εναγομένης, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει όμοια και είχε δεχθεί ως βάσιμη κατ'ουσίαν την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή, απορρίπτοντας την ένσταση ιδίας κυριότητας που η εναγομένη είχε προβάλει.

Η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο (πρώτο σκέλος) της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και, ειδικότερα, ότι δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα, για το ερίζον ζήτημα ποιο από τα διάδικα μέρη είναι κύριος του επιδίκου.

Όπως, όμως, προκύπτει από το αναφερόμενο ανωτέρω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο κατέληξε στην πιο πάνω κρίση του ύστερα από την εκτίμηση των αναφερόμενων σε αυτή αποδεικτικών μέσων που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις, ένορκες βεβαιώσεις και έγγραφα), χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικά το κάθε αποδεικτικό μέσο.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά το πιο πάνω σκέλος του είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, στην προσβαλλόμενη απόφαση, με βάση όσα παραπάνω αναφέρονται ότι δέχθηκε, διαλαμβάνονται πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς όλα τα ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά γεγονότα, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1710,1846,1193, 1194,1195 1045, 1051 ΑΚ, που εφαρμόστηκαν, καθόσον με σαφήνεια και πληρότητα εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, με βάση τα οποία οι αναιρεσίβλητοι- ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, κληρονομική διαδοχή και πρωτότυπο τρόπο, έκτακτη χρησικτησία, ασκώντας τόσο οι ίδιοι όσο και η άμεση δικαιοπάροχος τους τις διαλαμβανόμενες στην προσβαλλομένη εμφανείς διακατοχικές πράξεις νομής, για όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα , οι οποίες ήσαν ικανές να προσπορίσουν την κυριότητα του επιδίκου σε αυτούς (ΑΠ 904/2012).

Με τις αιτιολογίες αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, και δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις πιο πάνω διατάξεις με την έννοια της ελλιπούς - ανεπαρκούς, αντιφατικής αιτιολογίας, οι δε αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, που διαλαμβάνονται στο δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου της αναιρέσεως, ότι το Εφετείο κατέληξε στην παραδοχή ,για το κρίσιμο ζήτημα της άσκησης νομής στο επίδικο από τους προστηθέντες των εναγόντων, με ελλιπείς - ανεπαρκείς αιτιολογίες και ειδικότερα ότι: "δεν προσδιόρισε ποια συγκεκριμένη έκταση του επιδίκου οι μισθωτές καλλιεργούσαν και σε ποια έβοσκαν το ποίμνιο τους", και αόριστα αναφέρει ότι: "ο μισθωτής Κ.

καλλιεργούσε το επίδικο με κηπευτικά και κατά τα τελευταία έξη έτη το χρησιμοποιούσε μόνο για βοσκή", είναι αβάσιμες , καθόσον δεν απαιτείται να προσδιορίζεται στην προσβαλλομένη σε ποια έκταση του επιδίκου οι προστηθέντες των εναγόντων και της δικαιοπαρόχου τους έβοσκαν το ποίμνιο τους και ποια έκταση καλλιεργούσαν, ούτε απαιτείται ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους διακατοχικών πράξεων νομής μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας από τους ενάγοντες, καθόσον αρκεί το ότι αυτοί χρησιδέσποζαν το κρίσιμο χρονικό διάστημα (ΑΠ148/2016, 847/2013).

Σε κάθε περίπτωση οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες, διότι, υπό την επίκληση της άνω αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία καθεαυτή δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως, ο πιο πάνω τρίτος λόγος πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο του.

IV. Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 20 Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί γεγονότα προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου "σφάλμα ανάγνωσης" με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολ.

ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1025/2014). Δεν αρκεί για την ίδρυση του λόγου η εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δικ., εγγράφου ,αλλά πρέπει επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αυτό, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος).

Κατά την έννοια του αρθρ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, δεν συνιστούν έγγραφα εκείνα που δεν χαρακτηρίζονται κατά τα αρθρ. 339 και 432 - 449 του ΚΠολΔ ως αποδεικτικά έγγραφα, όπως είναι οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, που αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 620/2014, ΑΠ 1056/2014), οι ένορκες βεβαιώσεις τρίτων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, τα πρακτικά συνεδριάσεως των δικαστηρίων και οι εκθέσεις του εισηγητή δικαστή, που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης (ΑΠ 224/2015, 1056/2014,1289/2011), εκτός από τις περιεχόμενες σ'αυτά (πρακτικά και εκθέσεις) δηλώσεις των διαδίκων (ΑΠ 586/1977), καθώς και οι εκθέσεις με τις καταθέσεις μαρτύρων στην ποινική διαδικασία.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο και ειδικότερα, όπως αναφέρεται στο λόγο αυτό, "παρανόησε το περιεχόμενο α) της καταρτισθείσας από την εναγομένη αριθμ....27/30-09-2009 συμβολαιογραφικής πράξης παραχώρησης για κοινή χρήση τμήματος του επιδίκου, θεωρώντας αυτήν προσχηματική, αποβλέπουσα να ενισχύσει τον ισχυρισμό αυτής (εναγομένης) ότι είναι κυρία του επιδίκου β) της αποδοχής αυτής (παραχώρησης) με το 9/2010 Πρακτικό της Δημαρχιακής Επιτροπής, γ) της με αριθμ.

πρωτ. 2880/19-11-2011 αίτησής της στο Δήμο ... για διαπλάτυνση του δρόμου μέχρι το επίδικο ,και δ) της, με ίδιο περιεχόμενο, αίτησής της προς τον Δήμο ...", θεωρώντας ότι όλα αυτά έγιναν προσχηματικά από την αναιρεσείουσα- εναγομένη για να ενισχύσει τον ισχυρισμό της ότι αυτή (και όχι οι αναιρεσίβλητοι - ενάγοντες) είναι κυρία του επιδίκου.

Ο λόγος αυτός, κατά το ως άνω μέρος του, αφορά σε λανθασμένη, εκτίμηση των εγγράφων αυτών, με βάση την οποία το Δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό, από το θεωρούμενο, από την αναιρεσείουσα, ως ορθό, και δεν αφορά σε "διαγνωστικό λάθος" των εγγράφων, τα οποία ορθά αναγνώσθηκαν. Δηλαδή, η επικαλούμενη αιτίαση αφορά σε παράπονο αναγόμενο στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και του περιεχομένου των εγγράφων και γι'αυτό είναι απαράδεκτη( άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), ενώ προσέτι ο λόγος αυτός, κατά το πιο πάνω μέρος , είναι απαράδεκτος και διότι το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλομένης ,ως προς το άνω εριζόμενο ζήτημα, για το ποιο από τα διάδικα μέρη χρησιδέσποζε στο επίδικο, δεν στηρίχθηκε κύρια ή αποκλειστικά στα εν λόγω έγγραφα, τα οποία απλώς και χωρίς να τα εξαίρει συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις.

Επίσης, η επικαλούμενη αιτίαση, που διαλαμβάνεται στον ίδιο πιο πάνω λόγο, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο της δοθείσας από τον Χ. Π. ένορκης βεβαίωσης με αριθμό 550/2012, είναι απαράδεκτη, διότι, σύμφωνα και με όσα στην μείζονα σκέψη αναφέρονται, οι ένορκες βεβαιώσεις δεν συνιστούν έγγραφα, κατά την έννοια του άνω άρθρου 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, ο άνω 4ος λόγος αναιρέσεως είναι στο σύνολο του απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναίρεσης, και αφού δεν κρίνεται αναγκαία η κατ'άρθρο 249 ΚΠολΔ αναβολή της συζητήσεως μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της από 21/12/2017 αιτήσεως για αναψηλάφηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, όπως αιτείται η αναιρεσείουσα (ΑΠ 1320/2012), πρέπει η κρινόμενη αναίρεση, η οποία είναι παραδεκτή, καθόσον η αναιρεσείουσα απαλλάχθηκε της υποχρεώσεως καταβολής του, κατά το άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ, παραβόλου ,ενόψει του ότι κρίθηκε δικαιούχος νομικής βοήθειας, κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1 και 2 του Ν.3226/20049 (ΑΠ 824/2018, 1073/2017), να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος τους, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183, 189 και 191 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό, η είσπραξη, όμως, των οποίων δεν μπορεί να επιδιωχθεί με αναγκαστική εκτέλεση πριν πάψουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή της νομικής βοήθειας στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας και βεβαιωθεί τούτο με απόφαση του αρμοδίου δικαστή (ΑΠ1484/2018,895/2018,974/2018).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-01-2018 αίτηση της Μ. Υ. για αναίρεση της υπ' αριθ.7/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ