Supreme Court allows appeal against appellate court failure to apply mandatory contract interpretation rules under good faith.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of First Instance's decision, which had dismissed the appellant's claims. The appellant argued that the lower court erred by failing to apply mandatory interpretation rules regarding good faith and the actual intent of the parties, despite the existence of ambiguities in the contract. The Court found that the appellate court violated substantive law by ignoring these statutory requirements and remanded the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173 and 200 of the Civil Code; When a contract contains ambiguities, the court must apply mandatory interpretation rules based on good faith and the parties' actual intent, rather than relying solely on literal wording.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1431 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1431/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "… Ο.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο - Παναγιώτη Τζάκα και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. Α. του Κ., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Γεωργίας Βασιλείου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 7/12/2007 και 15/1/2009 αγωγές της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7515/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4618/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/12/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 18-12-2018 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 4618/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 7515/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία απόφαση, που είχε δικάσει την υπόθεση, ερήμην της εναγομένης- αναιρεσείουσας, είχαν γίνει δεκτές εν μέρει οι από 7-12-2007 και 15-1-2009 αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης και είχε υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να καταβάλει σ' αυτήν τα αναφερόμενα για κάθε μία χρηματικά ποσά. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις (ΑΠ 1223/2015, ΑΠ 659/2015). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Ο έλεγχος συνίσταται στο αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές στη μείζονα πρόταση.
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προυποθέσεις αυτές ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο (ΟλΑΠ 25/2008). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).
Εξάλλου, από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής ορίζεται ποια πρόσωπα είναι οι φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων. Εκείνος που εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος, νομιμοποιείται κατ' αρχήν ως ενάγων (ΑΠ 723/2014). Επειδή, λοιπόν, το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η νομιμοποίηση του διαδίκου αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας, η τυχόν δε εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς ο αναιρετικός έλεγχος της κατά κανόνα νομιμοποίησης, γίνεται με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 18/2005, ΑΠ 1958/2017).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 455 ΑΚ, που ορίζει ότι ο δανειστής με σύμβαση μπορεί να μεταβιβάσει σε άλλον την απαίτησή του χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη, προκύπτει ότι η μεταβίβαση της απαίτησης από τον παλιό (εκχωρητή) στο νέο δανειστή (εκδοχέα) πρέπει να γίνει με σύμβαση, η οποία καταρτίζεται μεταξύ τους (άρθρα 185, 361 ΑΚ), καθόσον δεν αρκεί μονομερής δήλωση του εκχωρητή για να επιφέρει το αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 648/1980).
Η εκχώρηση είναι σύμβαση διάθεσης (εκποιητική) και αναιτιώδης, δηλαδή ανεξάρτητη από την αιτία της. Από την, κατ' άρθρο 460 ΑΚ, αναγγελία της εκχώρησης στον οφειλέτη αποκόπτεται οριστικά κάθε δεσμός του εκχωρηθέντος από τον εκχωρητή και η απαίτηση, που εκχωρήθηκε, αποκτάται από τον αναγγείλαντα εκδοχέα, ο οποίος γίνεται κύριος αυτής με όλα τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα που συνδέονται αναπόσπαστα με τη φύση της απαίτησης, χωρίς βελτίωση ή χειροτέρευση της προηγούμενης νομικής θέσης του οφειλέτη, ο οποίος έναντι του εκδοχέα έχει τις ίδιες υποχρεώσεις, που είχε προς τον εκχωρητή (ΑΠ 956/2015, ΑΠ 1356/2012, ΑΠ 1523/2011, ΑΠ 300/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, ύστερα από την επανεκτίμηση των προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε και τα ακόλουθα: Οι αναφερόμενοι οικοπεδούχοι του περιγραφόμενου οικοπέδου που βρίσκεται στη θέση "… … ή … " του Δήμου … και επί της Λεωφόρου … αρ…, μεταξύ των οποίων και οι δικαιοπάροχοι της ήδη αναιρεσίβλητης, γονείς αυτής, είχαν καταρτίσει με την αναιρεσείουσα εταιρεία σύμβαση ανέγερσης επ' αυτού πολυώροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής και κατά τους όρους του καταρτισθέντος και υπογραφέντος απ' αυτούς … προσυμφώνου μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικού συμβολαίου της συμβολαιογράφου …..
Φ. Δ.-Π.. Μεταξύ των ιδιοκτησιών της πολυκατοικίας που περιέρχονταν με το συμβόλαιο τούτο στους γονείς της αναιρεσίβλητης ήταν και το με στοιχεία Δ-2 διαμέρισμα του τέταρτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, η υπό στοιχείο 9 αποθήκη του υπογείου, καθώς και το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της υπό στοιχεία Π-1 θέσης στάθμευσης στον ακάλυπτο κοινόχρηστο χώρο της πυλωτής της οικοδομής.
Με το … συμβόλαιο του συμβολαιογράφου … Π. Δ., οι γονείς της αναιρεσίβλητης μεταβίβασαν σ' αυτήν λόγω γονικής παροχής τις ανωτέρω Δ-2 και 9 ιδιοκτησίες και το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της Π-1 θέσης στάθμευσης. Επίσης, το Εφετείο δέχθηκε ότι με το ως άνω συμβόλαιο γονικής παροχής οι γονείς της αναιρεσίβλητης εκχώρησαν σ' αυτήν κάθε απαίτηση και αξίωση κατά της αναιρεσείουσας εργολάβου εταιρείας για ελλείψεις στις οριζόντιες ιδιοκτησίες και κάθε δικαίωμα από το εργολαβικό συμβόλαιο που είχαν οι δικαιοπάροχοι γονείς της - οικοπεδούχοι.
Ότι η εργολάβος αναιρεσείουσα δεν παρέδωσε, μέσα στην καθοριζόμενη με το εργολαβικό συμβόλαιο προθεσμία τις ως άνω ιδιοκτησίες και τους κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής στην αναιρεσίβλητη και συνεπώς οφείλει να καταβάλει σ' αυτήν τη συμφωνημένη με το άνω συμβόλαιο ποινική ρήτρα που κατέπεσε λόγω της υπερημερίας της, ανερχόμενη στο χρηματικό ποσό που αναφέρεται, δεδομένου ότι με το προαναφερόμενο συμβόλαιο γονικής παροχής και κατά τη σαφή διατύπωση αυτού, εκχωρήθηκαν στην αναιρεσίβλητη όλες οι αξιώσεις των δικαιοπαρόχων της κατά της εργολήπτριας εταιρείας, τόσο για τις ελλείψεις του εκτελεσθέντος έργου, όσο και λόγω της υπερημερίας ως προς την αποπεράτωση και παράδοση των μεταβιβαζόμενων ιδιοκτησιών, συνεπώς και εκείνη της ποινικής ρήτρας.
Με τις αιτιολογίες αυτές απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα δεν νομιμοποιείται στην άσκηση της ένδικης αγωγής με την οποία αξίωνε την καταβολή της ποινικής ρήτρας λόγω της υπερημερίας της εργολάβου για την παράδοση των ιδιοκτησιών που είχαν περιέλθει σ' αυτήν ως γονική παροχή και των κοινόχρηστων χώρων της οικοδομής.
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, αποδίδοντας σ' αυτήν σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 455, 458, 459 και 470 ΑΚ, σχετικά με την εκχώρηση της αξίωσης από την ποινική ρήτρα και την απόρριψη του ισχυρισμού της περί έλλειψης νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης.
Υπό τις προεκετεθείσες, όμως, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι με σαφή διατύπωση του συμβολαίου γονικής παροχής προκύπτει ότι με τη σύμβαση αυτή μεταξύ της αναιρεσίβλητης και των γονέων της, εκχωρήθηκε σ' αυτήν κάθε απαίτηση των γονέων-δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης από το εργολαβικό συμβόλαιο, συνεπώς και η συμφωνημένη σ' αυτό αξίωση ποινικής ρήτρας, από τις οποίες παραδοχές κρίνεται το σφάλμα ή μη της απόφασης, και όχι από τα αντίθετα που ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι προκύπτουν από αυτό, το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 455 ΑΚ, την οποία εφάρμοσε, ούτε άλλωστε τις διατάξεις των άρθρων 458, 459 και 479 ΑΚ, καθόσον το Δικαστήριο δεν εφάρμοσε αυτές τις διατάξεις, που δεν είχαν στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμογή, αφού με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι με το συμβόλαιο γονικής παροχής σαφώς μεταβιβάστηκε στην αναιρεσίβλητη ειδικά και η αξίωση ποινικής ρήτρας και όχι ότι συνάγεται εκχώρηση αυτής της αξίωσης ως περεπόμενου δικαιώματος.
Όλα τα αντίθετα που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα αποτελούν παράπονα που αφορούν την ουσιαστική εκτίμηση του Εφετείου σχετικά με την εκχώρηση ή μη της αξίωσης και διαφορετικά πραγματικά περιστατικά που δέχεται η αναιρεσείουσα ότι προκύπτουν από το συμβόλαιο γονικής παροχής και στηρίζουν την αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής σχετικά με το φορέα της ασκούμενης με την αγωγή απαίτησης (και όχι ένσταση όπως χαρακτηρίζει η αναιρεσείουσα τον ισχυρισμό της περί έλλειψης νομιμοποίησης, που είναι δικονομικός και δεν είναι αυτοτελής) και δεν ιδρύουν τον προτεινόμενο αναιρετικό λόγο.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω της, με την ανωτέρω αιτιολογία, απόρριψης του ισχυρισμού της περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης, είναι αβάσιμος.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 432 επ.
ΚΠολΔ, εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, και κατά προφανή παρανόηση δέχεται ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού όπως αυτό πραγματικά έχει, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει εξ αυτού, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.
Τούτο, δε, διότι, αυτή η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που εξάγεται από το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, η δε σχετική αιτίαση αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1071/2015, ΑΠ 825/2014). Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του … συμβολαίου γονικής παροχής, δεχόμενη εσφαλμένα διαφορετικά πραγματικά γεγονότα από εκείνα που αναγράφονται σ' αυτό και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι με το άνω συμβόλαιο εκχωρήθηκαν στην αναιρεσίβλητη από τους δικαιοπαρόχους της όλες οι αξιώσεις τους από την εργολαβική σύμβαση με την αναιρεσείουσα, ακόμη και εκείνες εκ της υπερημερίας αυτής ως προς την αποπεράτωση και παράδοση των μεταβιβαζόμενων ιδιοκτησιών, μολονότι από τη σαφή διατύπωση του συμβολαίου προκύπτει ότι εκχωρήθηκαν ρητά και ειδικά οι ορισθείσες αξιώσεις αποκατάστασης συγκεκριμένων ελλείψεων αμιγώς τεχνικού-κατασκευαστικού περιεχόμενου, συνεπεία δε της παραμόρφωσης του περιεχόμενου του εγγράφου αυτού, στο οποίο στηρίχθηκε αποκλειστικά για την κρίση του ως προς το κρίσιμο τούτο ζήτημα, κατέληξε σε ερμηνευτικό πόρισμα επιζήμιο για την αναιρεσείουσα.
Όπως διατυπώνεται ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Τούτο διότι η αναιρεσείουσα δεν αποδίδει στο Εφετείο παραμόρφωση του σχετικού περί της εκχώρησης των αξιώσεων όρου του συγκεκριμένου συμβολαίου, κατά την εκτεθείσα ανωτέρω έννοια, ήτοι ότι δέχεται ως αναγραφόμενα στο περιεχόμενό του διαφορετικά πραγματικά περιστατικά από εκείνα που πραγματικά περιέχονται, αλλά ότι κατέληξε από την ανάγνωση του συμβολαίου σε διαφορετικό και μάλιστα εσφαλμένο, αποδεικτικό πόρισμα, σφάλμα, όμως, που δεν μπορεί να ιδρύσει τον προτεινόμενο αναιρετικό, εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον από την προσβαλλόμενη απόφαση, που παραδεκτά επισκοπείται, προκύπτει ότι το Εφετείο, παραθέτει το περιεχόμενο του ανωτέρω όρου του συμβολαίου, αυτολεξεί, όπως πραγματικά περιέχεται σ' αυτό, όμως, εκτιμώντας τούτο συνάγει το συμπέρασμα ότι εκχωρήθηκαν στην αναιρεσίβλητη όλες οι αξιώσεις ακόμη και εκείνες που αφορούν απαιτήσεις από την καθυστέρηση της παράδοσης των ιδιοκτησιών, όπως είναι και η θεμελιούμενη σ' αυτήν επίδικη αξίωση καταβολής ποινικής ρήτρας.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν τη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 95/2017, ΑΠ 1/2016), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005).
Απαραίτητη προϋπόθεση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου είναι, ο μη ληφθείς υπόψη αυτοτελής ισχυρισμός να είχε προταθεί παραδεκτά (ΑΠ 20/2016, ΑΠ 623/2011, ΑΠ 319/2008, ΑΠ 2192/2007). Οι απαράδεκτα προταθέντες ισχυρισμοί, εξομοιώνονται προς τους μη προταθέντες και δεν ιδρύουν τον, εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο, αφού το δικαστήριο της ουσίας, δεν επιτρεπόταν να τους λάβει υπόψη (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 1193/2018, ΑΠ 1275/2009).
Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 ΚΠλοΔ με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1933/2006, ΑΠ 1446/2003) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 760/2004, ΑΠ 539/2003), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ? έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Συνεπώς, για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει, σε κάθε περίπτωση, ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός του ίδιου του αναιρεσείοντος και δεν αρκεί να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα απ? αυτόν με επίκληση έγγραφα (ΑΠ 1614/2017, ΑΠ 792/2015, ΑΠ 354/2011).
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 520, 525 και 527 ΚΠολΔ, οι ενστάσεις του εκκαλούντος εναγομένου, είτε είχαν προταθεί και απορριφθεί πρωτοδίκως, είτε είναι οψιγενείς, είτε συντρέχει ως προς αυτές λόγος, που συγχωρεί τη βραδεία προβολή τους, από τους αναγραφόμενους στο άρθρο 269 παρ.2 ΚΠολΔ, πρέπει, εφόσον αποβλέπουν στην εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, να προταθούν μόνο με το δικόγραφο της έφεσης ή των προσθέτων λόγων (στις διαδικασίες που η άσκηση αυτών γίνεται με ιδιαίτερο δικόγραφο).
Άλλως, αν προταθούν με τις προτάσεις είναι απαράδεκτοι, εκτός εάν πρόκειται για ενστάσεις, που προτείνονται το πρώτον στο Εφετείο από τον εκκαλούντα - εναγόμενο, όχι προς εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, αλλά προς απόρριψη της αγωγής, μετά την εξαφάνιση της συγκεκριμένης απόφασης, βάσει άλλου λόγου έφεσης, και τη διακράτηση της υπόθεσης από το Εφετείο (ΑΠ 95/2017, ΑΠ 194/2012, ΑΠ 88/2011, ΑΠ 1702/2009, ΑΠ 1308/2006, ΑΠ 821/1998).
Επίσης, ο ανωτέρω λόγος δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικά απαράδεκτο, ή αλυσιτελή, αφού τέτοιος ισχυρισμός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 57/2019, ΑΠ 792/2015, ΑΠ 933/2014, ΑΠ 1434/2010). Κατά το άρθρο 262 ΚΠολΔ, η ένσταση, ως αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός που περιέχει πραγματικά περιστατικά διάφορα από εκείνα που αποτελούν την ιστορική βάση της αγωγής και με τον οποίο επιδιώκεται η προσωρινή ή οριστική απόρριψη της αγωγής ή η αναβολή της απάντησης σ' αυτήν, πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την πρότασή της από τον εναγόμενο κατά του ενάγοντος.
Αν τα γεγονότα, που αποτελούν την ιστορική βάση της υπό δικονομική έννοια ένστασης, είτε συνιστούν το "πραγματικό" ουσιαστικού είτε το "πραγματικό" δικονομικού κανόνα, δεν εκτίθενται με πληρότητα, η ένσταση είναι αόριστη (ΑΠ 1190/2007). Περαιτέρω, η ένσταση σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την πληρότητα της ένστασης, όπως και της αντένστασης, που προβάλλεται προς κατάλυση της ένστασης, πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν όλα τα θεμελιωτικά της γεγονότα, που επιφέρουν, ως έννομη συνέπεια, την παρακώλυση της γέννησης ή άσκησης ή κατάλυσης του ένδικου δικαιώματος σε μεταγενέστερο χρόνο, ταυτόχρονα δε πρέπει να διατυπώνεται και αίτημα απόρριψης της αγωγής ή της ένστασης για το συγκεκριμένο λόγο (ΟλΑΠ 472/1983).
Περαιτέρω, εύλογη αιτία που δύναται να δικαιολογήσει κατά τις περιστάσεις την καθυστέρηση εκπλήρωσης της οφειλής είναι και η έγκυρη και βάσιμη άσκηση εκ μέρους του οφειλέτη του από το άρθρο 325 ΑΚ προβλεπομένου δικαιώματος επίσχεσης. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου αυτού, εάν ο οφειλέτης έχει κατά του δανειστή ληξιπρόθεσμη αξίωση συναφή με την οφειλή του, έχει δικαίωμα να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής έως ότου ο δανειστής εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι σε περίπτωση που συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις ο οφειλέτης αντιτάσσει βασίμως κατά του δανειστή ότι αρνείται να εκπληρώσει την οφειλόμενη προς αυτόν παροχή του, μέχρις ότου ο πρώτος εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει έναντι αυτού, οπότε ο τελευταίος δεν καθίσταται υπερήμερος (ΑΠ 1943/2015).
Δικαίωμα επίσχεσης έχει ιδίως και ο υπόχρεος να αποδώσει ένα πράγμα, όταν έχει ανταξίωση συναφή με αυτό (ΑΠ 1024/2009). Συνάφεια αξίωσης και ανταξίωσης υπάρχει όταν οι δύο απαιτήσεις προέρχονται από την ίδια έννομη σχέση ή εξ αφορμής αυτής (ΑΠ 1374/2012, ΑΠ 1377/2012, ΑΠ 1561/2003). Συναφής με την οφειλή αξίωση είναι και κάθε αξίωση κατά του υπόχρεου να αποδώσει ένα πράγμα, η οποία, σύμφωνα με τους κανόνες της συναλλακτικής καλής πίστης, έχει συνάφεια ή σχέση με το πράγμα που πρέπει να παραδώσει, οπότε η επίσχεση παρέχει στον κατέχοντα το πράγμα εργολάβο το δικαίωμα να διατηρήσει προσωρινώς την κατοχή μέχρι να εκπληρώσει ο εργοδότης την παροχή του (ΑΠ 884/2004, ΑΠ 735/1990, ΑΠ 720/1988).
Για την πληρότητα του προαναφερόμενου λόγου αναίρεσης, πρέπει, κατά τα άρθρα 118 εδ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να αναφέρονται σ? αυτόν "τα πράγματα", που παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, να εκτίθενται όλα τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο (ΑΠ 367/2009) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 354/2011), το περιεχόμενό του όπως προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας ώστε να κριθεί το νόμιμο και ορισμένο του ισχυρισμού, γιατί διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρεπόταν να τον λάβει υπόψη (ΟλΑΠ 2/2001) και τα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι αν γινόταν δεκτός αυτός ο ισχυρισμός θα είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή θα επηρέαζε ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. (ΑΠ 161/2017, ΑΠ 173/2017, ΑΠ 99/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του αρ. 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που αυτή πρότεινε και συγκεκριμένα την προταθείσα ενώπιόν του με την έφεση αλλά και τις προτάσεις της ένσταση επίσχεσης.
Ειδικότερα εκθέτει ότι στην έφεση αυτής και τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, αλλά και πλέον αναλυτικά με την προσθήκη των προτάσεων, ανέφερε ότι ο δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης, πατέρας αυτής, είχε λάβει προς το σκοπό της απόσβεσης της εγγεγραμμένης στο ακίνητο επί του οποίου κατασκευάστηκε η επίδικη οικοδομή προσημείωσης υποθήκης ως δάνειο από την αναιρεσείουσα το ποσό των 5.200 ευρώ, όπως επίσης όφειλε και ποσό 12.101 ευρώ για αμοιβή από την κατασκευή πρόσθετων εργασιών σε ιδιοκτησία του, αποδεικνύοντας την καταβολή του ποσού αυτού με σχετικά έγγραφα και την κατάθεση του μάρτυρά της, και ότι οι ισχυρισμοί αυτοί στοιχειοθετούν, κατ' ορθή κρίση, την εκ του άρθρου 325 ΑΚ ένσταση επίσχεσης, αφού οι αξιώσεις της από το δάνειο που είναι συναφείς με την υποχρέωση παράδοσης των ένδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών, έδιδαν σ' αυτήν το δικαίωμα να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής της μέχρι να εξοφληθούν οι προς αυτήν χρηματικές οφειλές από το ληφθέν δάνειο.
Υπό το περιεχόμενο τούτο, ο εξεταζόμενος αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας του. Τούτο διότι δεν εκτίθεται σ' αυτόν η παραδεκτή προβολή της ένστασης επίσχεσης, ήτοι η πρόταση αυτής με όλα τα στοιχεία που την πληρούν, ήτοι ο χρόνος κατά τον οποίο χορηγήθηκε το δάνειο και υπήρξε η εξ αυτού απαίτηση της αναιρεσείουσας με την οποία θεμελίωνε ένσταση κατά του δανειολήπτη, ώστε να προκύπτει, με την αναφορά και του χρόνου κατά τον οποίο έγινε η αναγγελία της εκχώρησης, η, κατά το άρθρο 463 παρ. 1 ΑΚ, δυνατότητα της οφειλέτριας αναιρεσείουσας να προβάλει τις σχετικές από την απαίτησή της αυτή ενστάσεις κατά της εκδοχέα αναιρεσίβλητης, το ληξιπρόθεσμο της απαίτησης εκ του δανείου η οποία αντιτάσσεται κατά της αξίωσης από την ποινική ρήτρα, καθώς και αίτημα της ένστασης αυτής περί απόρριψης της αγωγής ή περί καταδίκης του ενιστάμενου αναιρεσείοντος στην πληρωμή της ζητούμενης με την αγωγή χρηματικής απαίτησης από την ποινική ρήτρα υπό τον όρο ταυτόχρονης απόδοσης σ' αυτόν από την ενάγουσα αναιρεσίβλητη του ποσού του δανείου (ΑΠ 982/1997), ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καθώς και επαναφορά της με λόγο έφεσης, εφόσον η αναιρεσείουσα είχε ηττηθεί πρωτόδικα, ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε επικαλείται ότι για τον πιο πάνω ισχυρισμό, ο οποίος δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, συνέτρεχε προϋπόθεση εκ των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ, που να δικαιολογεί την προβολή του ισχυρισμού με τον οποίο δεν ασχολήθηκε η πρωτόδικη απόφαση το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, ώστε να υφίσταται υποχρέωση του Εφετείου για τη λήψη αυτής υπόψη και η σχετική παράλειψή του να θεμελιώνει τον προβαλλόμενο λόγο της αναίρεσης.
Εξάλλου, με τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκε ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, ήτοι ότι στο δικόγραφο της έφεσης ιστόρησε μόνο την προς αυτήν οφειλή του δικαιοπάροχου της αναιρεσίβλητης από το δάνειο που είχε λάβει για το σκοπό της εξάλειψης της προσημείωσης υποθήκης από το ακίνητο της οικοδομής, το Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να λάβει τούτον υπόψη του και να τον ερευνήσει.
Τούτο διότι, αφενός μεν είχε προταθεί απαραδέκτως για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου, αφού δεν αναφέρεται υποβολή του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ούτε εξαιρετική περίπτωση δυνατότητας προβολής του το πρώτον στο δεύτερο βαθμό, αφετέρου δε παρίστατο εντελώς αόριστος, αφού δεν περιέχει τα κατά τα ανωτέρω απαιτούμενα για τη θεμελίωσή του στοιχεία, ούτε επικαλείται η αναιρεσείουσα άσκηση αυτού του δικαιώματος, ούτε ότι υπέβαλε στηριζόμενο σ' αυτόν τον ισχυρισμό αίτημα.
Συνεπώς το Εφετείο, με την επικαλούμενη παράλειψη να τον λάβει υπόψη του, δεν υπέπεσε στον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή καλύπτονται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών.
Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στην σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων (ΑΠ 1324/2018).
Οι ανωτέρω διατάξεις αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και κάθε μια από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.
Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένες στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη και σταθμίζει, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, πλην άλλων, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος (ΑΠ 737/2000, ΑΠ 337/2000), το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνήθειες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί, καθώς και την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών (ΑΠ 1360/2017, ΑΠ 220/2016, ΑΠ 934/2014).
Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή και να εκληφθεί η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο (ΑΠ 766/2019, ΑΠ 543/2017, ΑΠ 374/2013). Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βούλησης, μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητά, είτε να προκύπτει από αυτήν έμμεσα, όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της, ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει, ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 1531/2017, ΑΠ 25/2016, ΑΠ 441/2015).
Έμμεση διαπίστωση υπάρχει και όταν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, στο συσχετισμό των όρων της, καταφεύγοντας για το σχηματισμό της κρίσης του για τη μορφή και το περιεχόμενο της, σε έγγραφα και λοιπά στοιχεία εκτός αυτής ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 252/2016, ΑΠ 441/2015). Το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει, κατά τα άνω, την δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και να εξειδικεύσει τις αρχές αυτές, δεν δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων (ΑΠ 934/2014, ΑΠ 211/2011) και δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί μόνο στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να αρυσθεί και στοιχεία εκτός της σύμβασης που θα προταθούν από τους διαδίκους (ΑΠ 315/2016, ΑΠ 934/2014, ΑΠ 737/2001).
Η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη ή μη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βούλησης ή ασάφειας στη διατύπωσή της, έστω και έμμεσα εκφερόμενη, ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 738/2018, ΑΠ 1597/2017), εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα, αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βούλησης, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις.
Οι ανωτέρω ερμηνευτικοί κανόνες, παραβιάζονται, και ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο, παρά την διαπίστωση και την παραδοχή, έστω και έμμεσα, της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για την συμπλήρωση ή ερμηνεία της δήλωσης βούλησης των συμβαλλομένων, ώστε να αναζητήσει την αληθινή βούληση αυτών (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 315/2016, ΑΠ 934/2014, ΑΠ 604/2011), είτε όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και την ερμηνεία ή την συμπλήρωση της σύμβασης, καίτοι δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι η σύμβαση είναι πλήρης ή σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 1000/2017), είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους ή όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στους εν λόγω κανόνες και ιδίως στα αξιολογικά κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, με την έννοια ότι το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με τα κριτήρια αυτά (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1003/2019, ΑΠ 1324/2018, ΑΠ 1000/2017), ως κριτήρια συμπεριφοράς που επιβάλλεται κατά τις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου (ΑΠ 1360/2017, ΑΠ 495/2013).
Όταν όμως η ελεγχόμενη δήλωση βούλησης είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενο της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες (ΑΠ 45/2019, ΑΠ 366/2018, ΑΠ 1420/2013). Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίαση τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της σύμβασης τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτή (ΑΠ 1531/2017, ΑΠ 205/2015, ΑΠ 349/2014).
Πρέπει δε, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να επικαλείται ο αναιρεσείων ότι το δικαστήριο διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δικαιοπρακτική δήλωση των συμβαλλομένων (ΑΠ 45/2019), να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δήλωσης που δεν ερμηνεύθηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ' αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 396/2018, ΑΠ 738/2018, ΑΠ 939/2015), ώστε να διακριβώνεται σε ποιας μορφής παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα υπό την επίκληση της διάταξης του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καθόσον δέχθηκε, αιτιολογώντας την απορριπτική της κρίση για την προβληθείσα νόμιμα ένσταση έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης για την αξίωση καταβολής της ποινικής ρήτρας, ότι οι περιεχόμενες στο … συμβόλαιο γονικής παροχής σχετικά με την εκχώρηση της σχετικής αξίωσης από τους γονείς της, δικαιοπαρόχους αυτής, δηλώσεις βούλησης είναι πλήρεις και σαφείς, και ειδικότερα ότι <<από τη σαφή διατύπωση του … συμβολαίου γονικής παροχής, το περιεχόμενο του οποίου κατά την κρίσιμη εν προκειμένω περικοπή αναφέρθηκε παραπάνω, προκύπτει ότι οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας εκχώρησαν σε αυτή όλες τις αξιώσεις τους κατά της εναγομένης εργολήπτριας, τόσο για τις ελλείψεις του εκτελεσθέντος έργου, όσο και λόγω της υπερημερίας της ως προς την αποπεράτωση και παράδοση των μεταβιβαζόμενων ιδιοκτησιών>>, μολονότι, κατά την εκτίμηση της αναιρεσείουσας, γεννιέται εύλογη αμφιβολία για την έννοια και το περιεχόμενο αυτών, που έπρεπε να κριθεί με προσφυγή στους άνω ερμηνευτικούς κανόνες, στους οποίους παρέλειψε να προσφύγει.
Επίσης, αποδίδει στο Εφετείο το σφάλμα, ότι και αν ήθελε υποτεθεί ότι προσέφυγε στην εφαρμογή των κριτηρίων αυτών, προέβη σε κακή εφαρμογή τους, δεδομένου ότι το αποδεικτικό του πόρισμα δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Ο προβαλλόμενος αναιρετικός λόγος, είναι κατά μεν το πρώτο σκέλος του απαράδεκτος, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται ότι το Εφετείο διαπίστωσε με την απόφασή του κενό ή ασάφεια στις σχετικές δηλώσεις των συμβαλλόμενων στο συμβόλαιο γονικής παροχής, ώστε να δημιουργείται υποχρέωση προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες για τη διαπίστωση της πραγματικής βούλησης αυτών και να ιδρύεται με την παράλειψη προσφυγής η πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου, ως προς το δεύτερο δε σκέλος του, στηρίζεται σε εσφαλμένη βάση, καθόσον το Δικαστήριο της ουσίας δεν προσέφυγε στους κανόνες αυτούς ώστε να θεμελιώνεται κακή εφαρμογή τους.
Περαιτέρω, απαράδεκτος, λόγω παντελούς αοριστίας του, παρίσταται ο ίδιος αναιρετικός λόγος και κατά το μέρος του που επιγραμματικά μόνο αποδίδει παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, καθόσον ουδόλως εκτίθεται ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν. ούτε και ο κανόνας δικαίου την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν(ΑΠ 652/2013).
Εξάλλου, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, κατά την εκτίμηση των προβαλλόμενων με το λόγο αυτό αιτιάσεων, διατείνεται ότι ενώ από τις αιτιολογίες της απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο διαπίστωσε ότι ο δέκατος όρος του ….
εργολαβικού συμβολαίου που είχαν καταρτίσει η αναιρεσείουσα με τους δικαιοπαρόχους της αναιρεσίβλητης, ενέχει ασάφεια σχετικά με τις προϋποθέσεις παράτασης της προθεσμίας παράδοσης των αυτοτελών ιδιοκτησιών της οικοδομής και των κοινόχρηστων αυτής μερών, την οποία η αναιρεσείουσα είχε αναλάβει με αυτό να κατασκευάσει κατά το σύστημα της αντιπαροχής σε οικόπεδο εκείνων, και συγκεκριμένα ως προς την έννοια της φράσης ότι <<η άνω προθεσμία παράδοσης του έργου θα παρατείνεται για όσο χρόνο χρειαστεί εάν υπάρξει πρόβλημα νομικό στους τίτλους του οικοπέδου>> και μολονότι πράγματι υπήρξε τέτοιο πρόβλημα, δεδομένου ότι στο επίδικο οικόπεδο ήταν εγγεγραμμένη προσημείωση υποθήκης υπέρ της τράπεζας <<ΙΝΤΕΡΜΠΑΝΚ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ>>, δεν προσέτρεξε, ως όφειλε, στους ερμηνευτικούς κανόνες για τη διακρίβωση των ασαφών στοιχείων, όπως εάν η αναφορά σε νομικό πρόβλημα καταλαμβάνει και την προσημείωση υποθήκης, εάν αρκούσε απλώς η διάγνωση της ύπαρξης του νομικού προβλήματος για την παράταση των προθεσμιών παράδοσης των ιδιοκτησιών, ή προς τούτο ήταν απαραίτητο να επιδρά το πρόβλημα αυτό στην πρόοδο των οικοδομικών εργασιών.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, κατά τις ουσιώδεις για την εκτίμηση της προβαλλόμενης με τον άνω λόγο της αναίρεσης αναιρετικής πλημμέλειας, ουσιαστικές παραδοχές του, ως αποδειχθέντα, πλέον των αναφερόμενων κατά την αντίκρουση του πρώτου λόγου της αναίρεσης και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Ισχυρίζεται τέλος η εναγομένη, κατ' εκτίμηση του συνόλου των ισχυρισμών της, ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση του έργου οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη και μάλιστα ότι επί του ως άνω οικοπέδου, επί του οποίου ανεγέρθη η πολυώροφη οικοδομή, είχε εγγραφεί προσημείωση υποθήκης στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών για το ποσό των 8.450.000 δραχμών υπέρ της τράπεζας ΙΝΤΕΡΜΠΑΝΚ δυνάμει της με αριθμό 13056/1997 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των οικοπεδούχων, η οποία εξαλείφθηκε την 27-1-2006 δυνάμει της με αριθμό 1530Σ/2006 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου και ότι σύμφωνα με τον όρο 10 του εργολαβικού συμβολαίου η προθεσμία παράδοσης του έργου θα παρατείνεται για όσο χρόνο χρειαστεί εάν υπάρξει πρόβλημα νομικό στους τίτλους του οικοπέδου, εν προκειμένω δε, λόγω του άνω προβλήματος και μέχρι την εξάλειψη της υποθήκης (στις 27-1-2006), δεν άρχισε η προθεσμία για την παράδοση του έργου η οποία έληξε επομένως όχι στο χρόνο που επικαλείται η ενάγουσα (31-8-2005 για τις οριζόντιες ιδιοκτησίες και 31-10-2005 για τους κοινόχρηστους χώρους) αλλά στις 27-9-2007 για τις οριζόντιες ιδιοκτησίες και στις 27-11-2007 για τους κοινόχρηστους χώρους.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων προέκυψε ότι η ύπαρξη της άνω προσημείωσης ήταν γνωστή στην ενάγουσα ήδη κατά την κατάρτιση του εργολαβικού συμβολαίου, μετά από σχετικό έλεγχο των τίτλων του ακινήτου, όπως άλλωστε κατέθεσε και ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης, την είχε λάβει υπόψη ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης κατά τη σύνταξη του συμφωνητικού, οπότε και συνομολόγησε τις άνω προθεσμίες για την αποπεράτωση του έργου, επιπλέον δε, ουδέν εμπόδιο προκάλεσε τόσο στην έναρξη όσο και στη συνέχιση της εκτέλεσης του έργου, αφού η πολεοδομική άδεια για την ανέγερση της πολυκατοικίας είχε εκδοθεί με επιμέλεια της εργολήπτριας πριν τη σύνταξη του εργολαβικού συμβολαίου, από το Νοέμβριο του 2002.
Επομένως, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα ουδόλως αποδείχθηκε η βασιμότητα του ισχυρισμού της εναγομένης-εκκαλούσας ότι η καθυστέρηση αυτή οφείλεται σε γεγονότα για τα οποία δεν έχει ευθύνη>>. Από τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, εμμέσως, πλην σαφώς, την ύπαρξη ασάφειας και αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης που αποτυπώθηκαν στον όρο 10 της μεταξύ των διαδίκων μερών καταρτισθείσας, με το … εργολαβικό συμβόλαιο, δικαιοπραξίας, που αποτελεί τη βάση της αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, σχετικά με το ζήτημα αν, σύμφωνα με το συμβατικό αυτόν όρο για την παράταση της προθεσμίας παράδοσης του έργου λόγω της ύπαρξης εγγεγραμμένης προσημείωσης υποθήκης επί του οικοπέδου κατασκευής της οικοδομής, η οποία παράταση, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, άγει στην κρίση ότι η καθυστέρηση στην παράδοση του έργου οφείλεται σε γεγονός για το οποίο η εργολάβος αναιρεσείουσα δεν υπέχει ευθύνη, αφενός μεν η ύπαρξη της προσημείωσης υποθήκης εμπίπτει στην έννοια του προβλεπόμενου από τον όρο αυτό νομικού προβλήματος και αφετέρου εάν απαιτείται, για να έχει ως συνέπειά της την παράταση της προθεσμίας παράδοσης των αυτοτελών ιδιοκτησιών και των κοινόχρηστων χώρων της οικοδομής, να επιδρά το υπάρχον νομικό πρόβλημα των τίτλων στην έναρξη ή τη συνέχιση της εκτέλεσης του έργου.
Κατέληξε, δε ερμηνευτικώς στην εκτεθείσα ανωτέρω παραδοχή, καταφεύγοντας για το σχηματισμό της κρίσης αυτής περί της αληθινής έννοιας της δήλωσης, σε στοιχεία εκτός της δήλωσης των συμβαλλόμενων που περιέχεται στον όρο 10 του εργολαβικού συμβολαίου και συγκεκριμένα στη γνώση των συμβαλλόμενων περί της ύπαρξης της προσημείωσης υποθήκης και τη συνεκτίμηση αυτής στον προσδιορισμό των προθεσμιών παράδοσης των οριζόντιων ιδιοκτησιών της οικοδομής και των κοινόχρηστων μερών αυτής, καθώς και στο ότι, ναι μεν απαιτείται, όχι μόνο η διαπίστωση της ύπαρξης νομικού προβλήματος στους τίτλους του οικοπέδου ως στοιχείου του όρου για την παράταση της προθεσμίας παράδοσης αυτών, αλλά και να επιδρά η ύπαρξή του στην έναρξη και τη συνέχιση εκτέλεσης των εργασιών κατασκευής της οικοδομής, πλην, όμως, ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπήρξε τέτοια επίδραση.
Για το σχηματισμό, όμως, του αποδεικτικού ως άνω πορίσματος παρέλειψε να προσφύγει, ως όφειλε, αφού δέχθηκε ότι υπάρχει ασάφεια και αμφιβολία στον όρο, έστω και έμμεσα, στις γενικές ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, στις οποίες ουδόλως αναφέρεται, ούτε παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα περιστατικά από τα οποία προκύπτει κατά την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, η αληθινή έννοια της δήλωσης βούλησης των συμβληθέντων.
Η έμμεση διαπίστωση κενού και αμφιβολίας για την έννοια του συγκεκριμένο όρου της σύμβασης σχετικά με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων μερών, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία αυτής, προκύπτει από το γεγονός ότι το Εφετείο, για την αληθινή έννοια του όρου αυτού, έλαβε υπόψη του στοιχεία προκύψαντα από το εν γένει αποδεικτικό υλικό, τα οποία βρίσκονται εκτός του κειμένου της σύμβασης (γνώση της ύπαρξης της προσημείωσης από έλεγχο των τίτλων, κατάθεση μάρτυρα) και όχι τη σαφή και αναμφίβολη δήλωση που περιέχεται στην πιο πάνω συμβολαιογραφική πράξη, χρησιμοποίησε επιχειρήματα για τη στήριξη της κρίσης του από αυτά τα αποδεικτικά στοιχεία (όπως από το ότι η προσημείωση ήταν γνωστή στην αναιρεσείουσα κατά την κατάρτιση του συμβολαίου και το ότι είχαν λάβει αυτή υπόψη οι συμβληθέντες κατά τη σύνταξη του συμβολαίου και τη συνομολόγηση των προθεσμιών) και συνήγαγε επιχείρημα από την έκδοση της οικοδομικής άδειας πριν τη σύνταξη του εργολαβικού συμβολαίου και τη συμφωνία για τις προθεσμίες παράδοσης, αφετέρου έκρινε, ερμηνεύοντας τον όρο αυτής, ότι δεν αρκεί η ύπαρξη της προσημείωσης αλλά θα πρέπει αυτή να προκαλεί εμπόδια στην έναρξη ή την συνέχιση της εκτέλεσης του έργου για να επιφέρει το προσδιοριζόμενο στον όρο αποτέλεσμα της παράτασης.
Ενώ, όμως, είχε υποχρέωση, μετά την ως διαπίστωση της ύπαρξης κενού και αμφιβολίας, να προσφύγει στους περιεχόμενους στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, προκειμένου να αποσαφηνίσει το νόημα της επίμαχης δήλωσης βούλησης των μερών, ως προς το ως άνω ζήτημα, ώστε να ανταποκρίνεται στην πραγματική βούληση αυτών, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, αλλά με αντικειμενικά κριτήρια και με τα μέτρα της καλής πίστης και των συναλλακτικών χρηστών ηθών, εν τούτοις, το δικάσαν Εφετείο δεν έκανε χρήση των κανόνων αυτών, ούτε παραθέτει, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, στοιχεία, από τα οποία να συνάγεται ότι έκανε χρήση των ως άνω κανόνων.
Ως εκ τούτου, το Εφετείο, παραβίασε, παραλείποντας να εφαρμόσει, καίτοι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Επομένως ο σχετικός τέταρτος, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίον προσάπτεται στο Εφετείο ότι υπέπεσε παραβίασε στην προβαλλόμενη με τη διάταξη αυτή πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή του άνω αναιρετικού λόγου, και παρελκούσης της έρευνας των λοιπών, πέμπτου και έκτου, λόγων της αναίρεσης, καθόσον καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το αντίστοιχο μέρος της, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, η συγκρότηση του οποίου από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε, είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα, αφού γίνεται δεκτή η αίτησή της (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη ως ηττηθείσα διάδικος, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4618/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το παραπάνω μέρος στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε.
Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ