Legislator Case Law & Legislation
1427/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against peace court decision for insufficient reasoning on property valuation.

Case Number 1427/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal filed by a public fund against a peace court decision regarding the expropriation of a property. The peace court accepted that the property met the valuation exemption threshold but failed to specify the documents or date used to determine its objective value. Consequently, the court found the second appeal ground based on this lack of reasoning to be valid and remanded the case for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495(1)-(2) and 564(3) of the Code of Civil Procedure; Article 74 of Law 4690/2020: A court decision is legally flawed if it fails to provide adequate reasoning on facts crucial to the outcome, such as the basis for determining the objective value of a property intended for exemption from expropriation.

Keywords

AI generated
insufficient reasoning property valuation expropriation exemption appeal admissibility remittal for retrial objective value determination expropriation law

Cited Legislation

AI generated
Article 495(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 564(3) of the Code of Civil Procedure
Article 74 of Law 4690/2020
Article 9(2) of Law 3869/2010
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 28(4) of Law 2579/1998
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 8(6)(b) of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1427 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1427/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και ήδη "... Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 6) ανώνυμης εταιρείας παροχής πιστώσεων με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Παιανία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1ος, 3η, 4η, 5η και 6η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2015 αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμυνταίου.

Εκδόθηκε η 14/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμυνταίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-12-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ., τα ένδικα μέσα, μεταξύ των οποίων και εκείνο της αιτήσεως αναιρέσεως, ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του δικαστηρίου, το οποίο έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση, κατά δε το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, "Αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναιρέσεως είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη".

Με την ως άνω διάταξη καθιερώνεται η διετής καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως. Περαιτέρω, στην παράγραφο 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 ορίζεται ότι: "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.

Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες ασκήσεως ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ στην παράγραφο 1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής αποφάσεως του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α' 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.

Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους".

Τέλος, κατά μεν την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 4792/2021 "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α' 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορονοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β' 1194)", ήτοι η 6.4.2021", κατά δε την μεταγενέστερη, επίσης ερμηνευτική, διάταξη του άρθρου 49 του Ν. 4963/2022 "1.

Κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 (Α' 104) και του πρώτου εδάφιου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α' 48) ως προθεσμίες ασκήσεως ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13.3.2020 ως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας [π.δ. 503/1985, (Α' 182), ΚΠολΔ]. 2.

Κατά την αληθή έννοια του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 και του τρίτου εδαφίου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 ως προθεσμίες ασκήσεως ενδίκων μέσων των οποίων παρατείνεται η λήξη νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ".

Είναι σαφές, επομένως, ότι οι παραπάνω διατάξεις εφαρμόζονται και στην καταχρηστική προθεσμία της ασκήσεως των ενδίκων μέσων και άρα και της αναιρέσεως και, επομένως, το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των Δικαστηρίων και των Εισαγγελιών της Χώρας δεν υπολογίζεται στην καταχρηστική προθεσμία ασκήσεως της αναιρέσεως (Α.Π. 632/2023, Α.Π. 1130/2022, Α.Π. 987/2022, Α.Π. 452/2022).

Η κρινόμενη, από 17-12-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 19/20-12-2021), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 14/2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αμυνταίου, η οποία εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", εκδόθηκε ερήμην της τέταρτης και έκτης των καθών η αίτηση και ήδη τέταρτης και έκτης των αναιρεσίβλητων.

Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς τις ανωτέρω καθών η αίτηση, οι οποίες δικάσθηκαν ερήμην ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Κατά την διάταξη του άρθρ. 553 παρ. 1, περ. β' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη την δίκη ή μόνο την δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι, η ύπαρξη ερήμην αποφάσεως, δηλαδή αποφάσεως που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στην συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.

Α.Π. 15/2001), ενεργοποιεί αυτομάτως την δυνατότητα ασκήσεως κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 του Κ.Πολ.Δ.), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως κατά της ερήμην αποφάσεως, η οποία, αν, παρ' όλα αυτά, ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με την διάταξη του άρθρ. 513 παρ. 1, εδάφ.

β', περ. β' του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από την δημοσίευσή τους. Αντιθέτως, δηλαδή, με την καθιερούμενη με την διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της εφέσεως και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην αποφάσεως είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.

Α.Π. 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των προβλεπομένων ενδίκων μέσων (Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 244/2023, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 1508/2022, Α.Π. 58/2020, Α.Π. 208/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία επιτρεπτώς επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 553 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι αυτή (απόφαση) εκδόθηκε ερήμην των καθών οι αιτήσεις, ήτοι της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας και ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης, με την επωνυμία "...

Α.Ε." και της ανώνυμης εταιρείας παροχής πιστώσεων και ήδη έκτης αναιρεσίβλητης, με την επωνυμία "...", οι οποίες, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ. 2η επ. σελίδα αυτής), κλήθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, για να παραστούν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αμυνταίου, στην δικάσιμο της 22-4-2016 και ότι η συζήτηση της υποθέσεως κατά την ανωτέρω δικάσιμο χώρησε, σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 764 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.).

Επομένως, ως προς τις ανωτέρω αναιρεσίβλητες, εφόσον αυτές είχαν κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως να παρασταθούν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 244/2023, Α.Π 20/2023, Α.Π. 1508/2022, Α.Π. 1497/2022).

Συνακολούθως, η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί παραδεκτώς ως δικόγραφο, κατ' άρθρον 553 παρ. 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ. και ως προς τις ανωτέρω αναιρεσίβλητες και, περαιτέρω, ασκήθηκε νομοτύπως, με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στην Γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

και 14 του Ν. 3.869/2010) και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 577, 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ.). Ειδικότερα, από την προσβαλλόμενη πρωτόδικη, υπ' αριθμ. 14/2017, απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμυνταίου, η οποία επιτρεπτώς επισκοπείται (άρθρ. 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), για την έρευνα του δικονομικού ζητήματος της τελεσιδικίας της, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση αναιρέσεως, προκύπτει ότι η πιο πάνω απόφαση δημοσιεύθηκε στις 21-7-2017.

Επίδοση της αποφάσεως αυτής δεν προκύπτει (στην αίτηση αναιρέσεως αναφέρεται ότι η απόφαση αυτή δεν επιδόθηκε). Η αίτηση δε, για την αναίρεση της πιο πάνω αποφάσεως, ασκήθηκε στις 20-12-2021, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 19/20-12-2021 έκθεση καταθέσεως δικογράφου αναιρέσεως της Γραμματέως του ως άνω Δικαστηρίου, αφού είχε παρέλθει, η καταχρηστική προθεσμία ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους του ηττηθέντος καθού η αίτηση και ήδη αναιρεσείοντος νομικού προσώπου, των δύο (2) ετών, από της δημοσιεύσεώς της, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 518 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο, του Ν. 4335/2015, που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε μετά την δημοσίευση του πιο πάνω νόμου.

Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπροθέσμως, μετά την πάροδο τεσσάρων (4) ετών από την δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, σύμφωνα με τα άρθρα 518 παρ. 2 και 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., συνυπολογιζομένης και της ως άνω αναστολής των προθεσμιών των ενδίκων μέσων (όπως ισχύουν για τα ένδικα μέσα που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), (Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 460/2022, Α.Π. 810/2018, Α.Π. 793/2014) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1-3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος, που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε ή, αν εμφανίσθηκε, δεν έλαβε μέρος στην συζήτηση με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από εκείνον, που επισπεύδει την συζήτηση. Στην περίπτωση, κατά την οποία δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί (Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1674/2023, Α.Π. 988/2023, Α.Π. 808/2023, Α.Π. 606/2023, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 1683/2022). Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στην δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αιτήσεως κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν, όμως, αυτός κλητεύθηκε νομίμως, είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανισθεί στην συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 244/2023, Α.Π. 1508/2022, Α.Π. 1437/2019, Α.Π. 1946/2017, Α.Π. 756/2017).

Τέλος, στην δίκη περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της αποφάσεως, που θα εκδοθεί, εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρον 76 παρ. 1, περ.

β' του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 244/2023, Α.Π. 1508/2022, Α.Π. 516/2020, Α.Π. 757/2019, Α.Π. 1049/2017).

Από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη, από 17-12-2021, αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 14/2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αμυνταίου, προσδιορίσθηκε για την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με αριθμό πινακίου 12, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 του Κ.Πολ.Δ.).

Περαιτέρω, από την υπ' αριθμ. 1403/14-12-2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με έδρα το Πρωτοδικείο Φλώρινας, Γ. Μ. και τις υπ' αριθμ. ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ε. Α., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νομίμως το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία της Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Μαρίας Γεωργιάδη, πληρεξουσίας αυτού (αναιρεσείοντος), το οποίο επισπεύδει την συζήτηση της αναιρέσεως, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους πρώτο, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη και έκτη των αναιρεσιβλήτων.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα, ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση, πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι ανωτέρω πρώτος, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη και έκτη των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκαν, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον το επισπεύδον την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως αναιρεσείον και η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων.

Επομένως, αφού οι πρώτος, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη και έκτη των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, πρέπει, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2, περ. α' και γ' του Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία τους.

Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με την διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, προκύπτει ότι ο αιτών και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος με την από 18-12-2015 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 4/21-12-2015) αίτησή του, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αμυνταίου, επικαλούμενος ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τις καθ' ων η αίτηση πιστώτριες τράπεζες, ζήτησε την ρύθμισή τους από το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία του, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 2 του ιδίου νόμου. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 14/2017, ήδη τελεσίδικη απόφασή του, ρύθμισε τις οφειλές του αιτούντος επί δύο έτη και εννέα μήνες, με μηνιαίες καταβολές προς τους πιστωτές του, εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του, επέβαλε την υποχρέωση σε αυτόν να καταβάλει, για την διάσωση αυτής, επί 20 χρόνια, το ποσό των 233,33€ μηνιαίως και διέταξε την εκποίηση τριών ακινήτων του αιτούντος.

Σύμφωνα με την διάταξη της παραγράφου 1 εδάφ. α' και β' του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ..."), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με τον Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του (14-8-2015) [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, καθόσον η ένδικη από 18-12-2015 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 4/21-12-2015) αίτηση του πρώτου αναιρεσιβλήτου περί υπαγωγής του στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, υποβλήθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμυνταίου στις 18-12-2015, ήτοι μετά την έναρξη ισχύος του], ορίζεται ότι "1.

Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για την ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και, γι' αυτό, παραλείφθηκε στον νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρ. 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και να τον αποδείξει (Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 603/2023, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 171/2022, Α.Π. 1050/2021, Α.Π. 59/2021).

Εξάλλου, ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου, από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "Ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.

Αμέλεια υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσον και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, τον δόλο και την αμέλεια.

Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και την νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι: "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.

Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός, που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει, όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.

Αντιθέτως, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το αποδέχεται (Ολ. Α.Π. 4/2010, Ολ. Α.Π. 8/2005, Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1054/2023). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και, έτσι, αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 603/2023, Α.Π. 677/2010).

Δόλο, κατά συνέπειαν, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη, κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και, τελικώς, το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η, απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη, αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή, γενικότερα, αδικοπραξία.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου, είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματα του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται, σαφώς τουλάχιστον, στον βαθμό που δεν ανάγονται από τον νόμο σε κρίσιμα, για την ύπαρξη της ευθύνης, περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010, ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1, εδάφ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην περιέλευση του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσον κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσον και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενεστέρως σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν, δηλαδή, ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και, παρά ταύτα, αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσον του ίδιου, όσον και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στην σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών, που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.

Ο δόλος του οφειλέτη στην μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην, όμως, είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτηση τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενεστέρως σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 603/2023, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 400/2020, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017).

Περαιτέρω, απαλλαγή του οφειλέτη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου από τα χρέη του, όπως αυτά περιγράφονται στην αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4, επιτρέπεται μόνο μία φορά. Απαίτηση πιστωτή, η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στην αίτηση, δεν επηρεάζεται από την διαδικασία διευθετήσεως των οφειλών του αιτούντος κατά τον παρόντα νόμο.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για την ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει ότι δεν οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, δηλαδή ελλείψεως όσων χρημάτων απαιτούνται, για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του, που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπληρώσεώς τους, όπως αυτός καθορίζεται από την δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από την φύση της ενοχικής σχέσεως, κατ' άρθρον 323 και 340 του Α.Κ.), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Δεν χρειάζεται να είναι όλες οι απαιτήσεις ληξιπρόθεσμες κατά την στιγμή της αδυναμίας των πληρωμών. Αρκεί να είναι έστω και μία, ως προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας του Ν. 3869/2010, εφόσον, βεβαίως, συντρέχει και η άλλη προαναφερθείσα προϋπόθεση της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, αλλιώς ο οφειλέτης ασκεί πρόωρα το δικαίωμά του και η αίτησή του θα απορριφθεί.

Για τον προσδιορισμό ρευστότητας λαμβάνεται υπ' όψιν το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του, κρίνεται συνολικώς με βάση την σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπ' όψιν, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπ' όψιν τόσον η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσον και αυτή που διαμορφώνεται κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβιώσεως του οφειλέτη και της οικογενείας του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με την βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακολούθως, την διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβιώσεως του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του (Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 603/2023, Α.Π. 1162/2022, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 257/2020, Α.Π. 1379/2019).

Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και την συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 257/2020, Α.Π. 882/2019, Α.Π. 551/2018).

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από την συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από την συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον. Πράξεις που φανερώνουν μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, για την αντιμετώπιση ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, μπορούν, ενδεικτικώς, να αποτελέσουν διαμαρτυρικά συναλλαγματικών για την μη πληρωμή, επιταγές που δεν πληρώθηκαν κατά την εμπρόθεσμη εμφάνιση τους προς πληρωμή, διαταγές πληρωμής πιστωτικών τίτλων, τελεσίδικες καταψηφιστικές δικαστικές αποφάσεις, αιτήματα του οφειλέτη που διατυπώνονται σε επιστολές προς δανειστές για φιλικό διακανονισμό κ.λπ. (Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 257/2020, Α.Π. 1208/2017, Α.Π. 951/2015).

Κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του Ν. 4.335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ των άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), όπως είναι η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός δεν προβλέπονταν μεταξύ των περιοριστικώς αναφερόμενων, στο παραπάνω άρθρο, λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με τον Ν. 4335/2015. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ιδίου Κώδικα, κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για τον λόγο αυτόν καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπ' όψιν διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του Κ.Πολ.Δ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1674/2023, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 257/2020). Για την διαδικαστική πληρότητα του λόγου αναιρέσεως αυτού πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της, ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (Ολ.

Α.Π. 20/2005, Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1674/2023, Α.Π. 1054/2023), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1674/2023, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 302/2020, Α.Π. 112/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., το αναιρεσείον, παραθέτοντας τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως που ενδιαφέρουν την παρούσα αναιρετική δίκη, προσάπτει στην απόφαση αυτή την αιτίαση της εκ πλαγίου παραβιάσεως της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, και, ειδικότερα, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνει, άλλως ότι ανεπαρκώς και αντιφατικώς διαλαμβάνει τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο αιτών και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των οφειλών του, ώστε να δύναται να υπαχθεί στις διατάξεις του ως άνω νόμου άνευ δόλου, δεδομένου ότι χωρίς αιτιολογία, απέρριψε ως αβάσιμη την σχετική ένσταση ενδεχόμενου δόλου, που αυτό (καθού η αίτηση και ήδη αναιρεσείον), με σχετικό λόγο εφέσεώς του, είχε προτείνει.

Από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., της προσβαλλομένης, υπ' αριθμ. 14/2017, αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αμυνταίου, προκύπτει ότι το εν λόγω Δικαστήριο, ως προς την κρίση του που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο αιτών είναι συνταξιούχος και οι καθαρές αποδοχές του ανέρχονται σήμερα, όπως προκύπτει από το εκκαθαριστικό της Δ.Ο.Υ.

Φλώρινας του φορολογικού έτους 2015, στο ποσό των [συνολικό δηλωθέν εισόδημα: 12.806,40 ευρώ - φόρος που αναλογεί: 706,13 = 12.100,27 ευρώ : 12 μήνες=] 1008,35 ευρώ. Η σύζυγός του είναι συνταξιούχος του ΟΓΑ και λαμβάνει καθαρές αποδοχές, οι οποίες ανέρχονται στο ποσό των [συνολικό δηλωθέν εισόδημα: 5.708,76 ευρώ - φόρος που αναλογεί 0 ευρώ = 5708,76 ευρώ : 12 μήνες =] 475,73 ευρώ, σύμφωνα με το εκκαθαριστικό της εφορίας.

Το οικονομικό έτος 2013, ο μεν αιτών παρουσίαζε εισοδήματα ύψους 4.523,55 ευρώ, η δε σύζυγός του 9023,02 ευρώ, το οικονομικό έτος 2014, ο μεν πρώτος 10.138,62 ευρώ, η δε δεύτερη 5.972,70 ευρώ, το φορολογικό έτος 2014 ο μεν πρώτος 10.084,93 ευρώ, η δε δεύτερη 5.750,40 ευρώ και το φορολογικό έτος 2015, ο μεν πρώτος 12.806,40 ευρώ, η δε δεύτερη 5.708,76 ευρώ (βλ.

εκκαθαριστικά σημειώματα των ανωτέρω ετών τα οποία προσκομίστηκαν από τον αιτούντα). Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης (οι παριστάμενες στη δίκη πιστώτριες δεν προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι η ανάληψη αυτών έγινε εντός του τελευταίου έτους), ο αιτών είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα: 1) Από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "... ...

Α.Ε.", του χορηγήθηκε με τη με αριθμό 91109611871284 σύμβαση καταναλωτικό δάνειο από το οποίο οφείλεται για κεφάλαιο τόκους και έξοδα το ποσό των 4.909,23 ευρώ. 2) Από την ίδια μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια του χορηγήθηκε με τη με αριθμό 92019603089745 σύμβαση στεγαστικό δάνειο από το οποίο οφείλεται για κεφάλαιο τόκους και έξοδα το ποσό των 22.345,17 ευρώ (βλ.

από 2.12.2015 βεβαίωση της ίδιας ως άνω μετέχουσας στη δίκη πιστώτριας). 3) Από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε.", του χορηγήθηκε με τη με αριθμό 200611020024000 σύμβαση δάνειο από το οποίο οφείλεται για κεφάλαιο τόκους και έξοδα το ποσό των 26.130,16 ευρώ (βλ. από 29.2.2016 βεβαίωση της ίδιας ως άνω μετέχουσας στη δίκη πιστώτριας). 4) Από το νπδδ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" του χορηγήθηκε δυνάμει συμβάσεως ο αριθμός της οποίας δεν προέκυψε από τις αποδείξεις δάνειο από το οποίο οφείλεται για κεφάλαιο τόκους και έξοδα το ποσό των 12.775,79 ευρώ. 5) Από το ίδιο νπδδ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" του χορηγήθηκε με σύμβαση ο αριθμός της οποίας δεν προέκυψε από τις αποδείξεις δάνειο από το οποίο οφείλεται για κεφάλαιο τόκους και έξοδα το ποσό των 35.511,94 ευρώ. 6) Από το ίδιο νπδδ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" του χορηγήθηκε με σύμβαση ο αριθμός της οποίας δεν προέκυψε από τις αποδείξεις δάνειο μικροεπισκευών από το οποίο οφείλεται για κεφάλαιο τόκους και έξοδα το ποσό των 9.344,45 ευρώ (οι οφειλές προς το ως άνω μετέχον στη δίκη ν.π.δ.δ.

υπολογίζονται όπως εισφέρονται από τον αιτούντα, καθόσον δεν προσκομίστηκαν βεβαιώσεις οφειλών από κανένα διάδικο). 7) Από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "..." του χορηγήθηκε με την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικό δάνειο από το οποίο οφείλεται για κεφάλαιο τόκους και έξοδα το ποσό των 35.496,35 ευρώ. 8) Από την ίδια ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "..." του χορηγήθηκε με την υπ' αριθμ. ...

σύμβαση καταναλωτικό δάνειο από το οποίο οφείλεται για κεφάλαιο τόκους και έξοδα το ποσό των 1326,03 ευρώ. 9) Από την ίδια ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "..." του χορηγήθηκε με την υπ' αριθμ. λογαριασμού ... σύμβαση καταναλωτικό δάνειο από το οποίο οφείλεται για κεφάλαιο τόκους και έξοδα το ποσό των 3.735,58 ευρώ (βλ.

από 13.11.2015 βεβαίωση της ίδιας μετέχουσας στη δίκη πιστώτριας). 10) Από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε." του χορηγήθηκε με την υπ' αριθμ. λογαριασμού ... σύμβαση πιστωτική κάρτα από την οποία οφείλεται για κεφάλαιο τόκους και έξοδα το ποσό των 6.195,16 ευρώ. 11) Από την ίδια ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "...

Α.Ε." του χορηγήθηκε με την υπ' αριθμ. λογαριασμού ... σύμβαση στεγαστικό δάνειο από την οποία οφείλεται για κεφάλαιο τόκους και έξοδα το ποσό των 54.599,13 ευρώ. 12) Από την ίδια ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε." του χορηγήθηκε με την υπ' αριθμ. ... σύμβαση στεγαστικό δάνειο, δυνάμει του οποίου συμβλήθηκε ως εγγυητής για την πιστή τήρηση των όρων της συμβαλλόμενης πρωτοφειλέτιδος Α.

Σ., από το οποίο οφείλεται για κεφάλαιο τόκους και έξοδα το ποσό των 47.789,37 ευρώ (βλ. από 14.12.2015 καρτέλα πελάτη η οποία προσκομίστηκε από την πιστώτρια). 13) Από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε." του χορηγήθηκε με την υπ' αριθμ. ... σύμβαση πιστωτική κάρτα από την οποία οφείλεται για κεφάλαιο τόκους και έξοδα το ποσό των 2.668,58 ευρώ (βλ.

από 14.12.2015 βεβαίωση οφειλών, η οποία προσκομίστηκε από τον αιτούντα). Το συνολικό οφειλόμενο ποσό εκ μέρους του αιτούντος ανέρχεται σε 262.826,94 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο αϊτών έχει πάψει να εξυπηρετεί κανονικά τα δάνειά του από το έτος 2011, ενώ κατά το παρελθόν αναγκάστηκε να προβεί σε μέρος του δανεισμού για να αντιμετωπίσει την ασθένεια ενός εκ των τέκνων του, το οποίο διαγνώστηκε με σκλήρυνση κατά πλάκας ...

Περαιτέρω, το ποσό που είναι αναγκαίο να δαπανάται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών του αναγκών ανέρχεται, ενόψει και της συνεισφοράς του στις οικογενειακές ανάγκες κατά την κρίση του Δικαστηρίου σε 900 ευρώ, οι δε δόσεις για την αποπληρωμή των οποίων ανέρχονται στο ποσό των 900 ευρώ μηνιαίως. Σύμφωνα με τα παραπάνω, τα έσοδα του αιτούντος, συγκρινόμενα με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του από την παραπάνω δανειακή σύμβαση, δεν του επιτρέπουν να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση του κύριου όγκου των χρεών του.

Ο αιτών, συνεπώς, αδυνατεί ανυπαίτια να εξυπηρετήσει τις παραπάνω οφειλές του, ενόψει της μείωσης των εισοδημάτων του το δε προτεινόμενο από αυτόν σχέδιο ρύθμισης αυτών (οφειλών) δεν έγινε δεκτό από τις πιστώτριες Τράπεζες και θα πρέπει το Δικαστήριο να προβεί σε ρύθμιση μηνιαίων καταβολών από τα εισοδήματά του για χρονικό διάστημα ετών προς μερική εξόφληση των οφειλών του".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Ειρηνοδικείο Αμυνταίου συνήγαγε ότι ο αιτών χωρίς δόλο περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών προς τις πιστώτριες τράπεζες και αφού απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την σχετική ένσταση των καθών η αίτηση, δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την αίτηση για την υπαγωγή του αιτούντος στις διατάξεις του Ν. 3869/2010.

Έτσι που έκρινε το ανωτέρω Δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της χωρίς δόλο περιελεύσεως του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου σε αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων. Ειδικότερα, το ως άνω Δικαστήριο διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και δη, ότι η ανωτέρω περί δόλου ένσταση του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, χωρίς να διαλάβει καθόλου πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία του πραγματικού των ανωτέρω εφαρμοστέων ουσιαστικού δικαίου κανόνων για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε και δη, ότι η ως άνω προβληθείσα ένσταση περί δόλου είναι και αβάσιμη κατ' ουσίαν και, ως εκ τούτου, για τον λόγο αυτόν απορριπτέα.

Πιο συγκεκριμένα, ενόψει των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως για την σύναψη από τον τελευταίο δεκατριών (13) συμβάσεων δανείων και καταναλωτικών προϊόντων, συνολικού ύψους 262.826,94 ευρώ, από έξι (6) διαφορετικά πιστωτικά ιδρύματα και τις μηνιαίες καθαρές αποδοχές από την σύνταξή του, ποσού 1.008,35 ευρώ, τις οικογενειακές υποχρεώσεις του και χωρίς να αναφέρονται τυχόν άλλα εισοδήματά του, ούτε οποιαδήποτε μείωση των εισοδημάτων του, δεν εκτίθεται στην προσβαλλόμενη, αν αυτός (πρώτος αναιρεσίβλητος) κατά τον χρόνο λήψεως αυτών των δανείων πίστευε και με βάση ποια στοιχεία, ενόψει των προεκτεθέντων περιορισμένων εισοδημάτων του ως συνταξιούχου και της πρόδηλης αναντιστοιχίας αυτών με τις αναληφθείσες δανειακές του υποχρεώσεις, ότι είχε την οικονομική δυνατότητα να τα αποπληρώσει και ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση υπερδανεισμού του.

Συνεπώς, ο συναφής πρώτος λόγος της αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Ειρηνοδικείο Αμυνταίου με το να δεχθεί ότι η αξία της κύριας κατοικίας (μονοκατοικία 60 τ.μ., με δύο αποθήκες 96 τ.μ. και 16 τ.μ., στον ..., κτισμένη σε οικόπεδο επιφανείας 768 τ.μ.) ανέρχεται στο ποσό των 70.000 ευρώ, διέλαβε ελλιπή αιτιολογία, ως προς τον τρόπο προσδιορισμού του ύψους της αντικειμενικής αξίας τής προς διάσωση ιδιοκτησίας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, την οποία εκ πλαγίου παραβίασε.

Όπως προεκτέθηκε το δικάσαν Δικαστήριο, Ειρηνοδικείο Αμυνταίου, αναφορικώς με το ζήτημα της εξαιρέσεως από την ρευστοποίηση της κύριας κατοικίας του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί των πραγμάτων κρίση του, ότι "...Στα περιουσιακά στοιχεία του αιτούντος περιλαμβάνεται η πλήρης κυριότητα επί μιας μονοκατοικίας 60 τ.μ., με δύο αποθήκες 96 τ.μ.

και 16 τ.μ. στο ..., κτισμένης σε οικόπεδο επιφάνειας 768 τ.μ. με αριθμό τεμαχίου .... Την ανωτέρω οικία η οποία αποτελεί την κύρια κατοικία του αιτούντος ο αιτών οικοδόμησε σε οικόπεδο που απέκτησε δυνάμει του υπ' αριθμ. ... τίτλου της Επιτροπής Οριστικών Διανομών της Διεύθυνσης Γεωργίας, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αμυνταίου (...).

Το ανωτέρω ακίνητο έχει συνολική αντικειμενική αξία 70.000 ευρώ, αξία που δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολόγητου ποσού για φορολογούμενο, όπως ο αιτών, προσαυξημένο κατά 50%, όπως απαιτεί ο νόμος για την εξαίρεσή της από την εκποίηση". Με τις παραδοχές αυτές το Ειρηνοδικείο Αμυνταίου στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον με ελλιπή αιτιολογία δέχθηκε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της διατάξεως της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του Ν. 3869/2010, όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει (μετά την τροποποίησή του µε τον Ν. 4336/2015) και, ειδικότερα, η προϋπόθεση του τρόπου προσδιορισμού του ύψους της αντικειμενικής αξίας του προς διάσωση ακινήτου ιδιοκτησίας του πρώτου αναιρεσιβλήτου.

Και τούτο, διότι δεν αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του πώς καταλήγει στο συμπέρασμα ως προς την αντικειμενική αξία της ακίνητης περιουσίας του πρώτου αναιρεσιβλήτου και, συγκεκριμένα, σε ποια έγγραφα (ΕΝΦΙΑ, φύλλο υπολογισμού συμβολαιογράφου ή τυχόν άλλα συγκριτικά στοιχεία) και σε ποια χρονολογία ανάγονται τα στοιχεία και έγγραφα, στα οποία βασίσθηκε, προκειμένου να κρίνει το ύψος της αντικειμενικής αξίας της κυρίας κατοικίας του τελευταίου (Α.Π. 1674/2023).

Συνεπώς, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή πλην εκείνου, που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση (άρθρο 580 αριθμ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρον 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998 (Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 1674/2023, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 606/2023, Α.Π. 1047/2021, Α.Π. 930/2021). Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3, εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8, παρ. 6, εδάφ. β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ. Α.Π. 4/2023, Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 1674/2023, Α.Π. 606/2023).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται την από 17-12-2021 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 14/2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αμυνταίου, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαια.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 14/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμυνταίου. Και

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Σεπτεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ