Supreme Court dismisses appeal against labor contract termination, ruling employer's dismissal was lawful and within good faith limits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding the termination of an indefinite-term employment contract. The employer argued the dismissal was justified, while the employee claimed it violated good faith principles and exceeded the employer's discretionary limits. The court found the dismissal did not stem from malicious motives like hatred or revenge but was based on legitimate grounds, thus upholding the lower court's judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 669 § 2 of the Civil Code; Article 281 of the Civil Code: The termination of an indefinite-term employment contract is a unilateral and unfettered act of will, but its exercise must comply with the principle of good faith and proportionality, rendering it void if motivated by malice or revenge.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1422 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1422/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο ΠαπαΓ., Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. Α. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευτύχιο - Δημήτριο Καλαμίδα, που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Κοινωνικής Ασφάλισης (Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου-Ν.Π.Ι.Δ.) με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΘΑΛΨΕΩΣ" (Ε.Δ.Ο.Ε.Α.Π.) που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Καινούργιο, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/5/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2345/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 6217/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/2/2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος ανέγνωσε την από 10/11/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τα άρθρα 669§2 του ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 1 και 5 του ν.3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.
Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.
Εξάλλου, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, ή όταν υπό την επίκληση από τον εργοδότη λόγων που δικαιολογούν την καταγγελία, υποκρύπτονται επίμεμπτα κίνητρα αυτού, τα οποία και αποτέλεσαν την πραγματική αιτία της καταγγελίας.
Η καταγγελία όμως, δεν είναι καταχρηστική όταν οφείλεται σε διακοπή της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ αυτού και του εργαζομένου που προήλθε από αντισυμβατική συμπεριφορά ή από πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του τελευταίου καθώς και όταν δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθ. 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέσθηκε γι' αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους-που πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος-εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ.
Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλ. η καταγγελία η οποία δε δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης, λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη. Περαιτέρω, στο άρθρο 25§1 του Συντάγματος ορίζεται ότι τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους.
Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθ.25§1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.
Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κλπ).
Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.
Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς τον σκοπό, δηλ.
το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκηση του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25§1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες, του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ (Πλ Ολ.
ΑΠ 9/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου ασφαλιστικού οργανισμού με αντικείμενο αξιώσεις από άκυρη, ως καταχρηστική, καταγγελία σύμβασης εργασίας, με την προσβαλλομένη 6217/2014 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι η ενάγουσα τυγχάνει πτυχιούχος του ΤΕΙ Φυσικοθεραπείας και με σύμβαση εργασίας, αρχικά ορισμένου χρόνου, που εν συνεχεία μετετράπη σε αορίστου, προσελήφθη ως φυσικοθεραπεύτρια την 2-1-1998 από τον εναγόμενο οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης, με αντικείμενο την παροχή ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης στους ασφαλισμένους του, ότι εξαιτίας 2 χειρουργικών επεμβάσεων που έχει πραγματοποιήσει η ενάγουσα στην σπονδυλική της στήλη και των συχνών οσφυισχιαλγικών κρίσεων που αντιμετωπίζει, ο εναγόμενος με την από 12-7-2011 απόφασή του έκανε δεκτό το αίτημά της όπως από 1-9-2011 και εφεξής απασχολείται ως φυσικοθεραπεύτρια, με την ίδια αμοιβή, μόνο επί δίωρο ημερησίως (13.00-15.00), ενώ τις λοιπές ώρες (15.00-20.00) να απασχολείται ως γραμματέας στο κτίριό του στην οδό ...
στην Αθήνα, ώστε να μην καταπονείται σωματικά, αλλά και να μην αποκοπεί πλήρως από το επιστημονικό της αντικείμενο, ότι αν και λίγες ημέρες αργότερα της ζητήθηκε, λόγω μετάθεσης του υπηρετούντος φύλακα η ολιγόχρονη παραμονή της στο κτίριο μετά το πέρας του ωραρίου της, προκειμένου, πριν την αναχώρησή της, να ενεργοποιεί τον συναγερμό και να κλειδώνει το κτίριο, αυτή αρνήθηκε, θεωρώντας ότι πρόκειται για πρόσθετη απασχόληση σε άσχετα καθήκοντα και κατόπιν των διαμαρτυριών της οι υπεύθυνοι του εναγομένου έκαναν δεκτό και αυτό το αίτημά της, ενώ και γενικότερα ο εναγόμενος διά των υπευθύνων του έχει επιδείξει κατανόηση σε βάθος χρόνου, όχι μόνο στα προβλήματα υγείας που αντιμετώπισε, αφού επιπλέον έχει αναλάβει δύο φορές το κόστος εγχειρίσεώς της, αλλά και στα αντίστοιχα οικονομικά, προβαίνοντας στην χορήγηση χαμηλότοκου δανείου προς κάλυψη των εισφορών της στο ΤΕΒΕ, πρόσφατα δε ανέλαβε και την δαπάνη για την σεμιναριακή επιμόρφωσή της σε θέματα βελονισμού που άπτονταν της ειδικότητάς της, ότι λίγο καιρό μετά την ανωτέρω εκούσια μετακίνησή της την 4-10-2011 η ενάγουσα μετέβη στο γραφείο του ορθοπεδικού ιατρού του εναγομένου Α.
Α. και του ζήτησε να της χορηγήσει αμέσως ενδομυική ένεση προς ανακούφισή της, ότι αυτός απαίτησε, ως είχε δικαίωμα, να ερευνήσει πρώτα σχετική ακτινογραφία, ώστε να βεβαιωθεί επακριβώς για την πάθησή της και ακολούθως να εκτιμήσει την φαρμακευτική της αντιμετώπιση, ότι η ενάγουσα θεωρώντας αναιτίως την απάντηση αυτή του ιατρού ως προσβλητική για το πρόσωπό της, δημιούργησε έντονο φραστικό επεισόδιο, κατά το οποίο τον αποκάλεσε "μαλάκα" και αποχώρησε από το γραφείο του, κτυπώντας με δύναμη την πόρτα, υπό τα όμματα των ασφαλισμένων που περίμενα να εξετασθούν απ' αυτόν, ότι λόγω της ευρύτερης αναστάτωσης που προκλήθηκε ο Γενικός Γραμματέας του εναγομένου επελήφθη της υποθέσεως και ζήτησε τις αναφορές τόσο του ως άνω ιατρού, όσο και του προϊσταμένου του Γ.
και στην συνέχεια το ΔΣ του Οργανισμού κατά την συνεδρίασή του της 10-1-2011 έλαβε ομόφωνη απόφαση να καταγγείλει την εργασιακή σύμβαση της ενάγουσας, ότι η καταγγελία αυτή δεν είναι καταχρηστική, ούτε εκδικητική, αφού η ενάγουσα επέδειξε προσβλητική και αντισυναδελφική συμπεριφορά, διαταράσσοντας την εργασιακή ειρήνη, αλλά και πλήττοντας το κύρος του εναγομένου έναντι των ασφαλισμένων του, καθόσον το συμβάν συνέβη εν ώρα προσέλευσης κοινού, η απόφαση δε αυτή δεν ελήφθη για λόγους εκδίκησης λόγω της προεκτεθείσας άρνησής της να ασκεί τα, κατ' αυτήν, παράλληλα καθήκοντα φύλακα, που της ζητήθηκαν, αφού αμέσως μόλις διαμαρτυρήθηκε στον εναγόμενο ο τελευταίος απέσυρε το αίτημά του να προβαίνει εκείνη στο κλείσιμο του κτιρίου και της ενεργοποίηση του συναγερμού, αλλά απλά, όπως ήταν εύλογο, ο εναγόμενος εκτίμησε κατά την λήψη της παραπάνω απόφασής του την γενικότερη στάση της ενάγουσας σε συνάρτηση πάντα και με την δική του έναντι αυτής, ότι, επομένως, η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης της ενάγουσας δεν είναι άκυρη, καθώς δεν έγινε καταχρηστικά, αλλά από σπουδαίο λόγο εξαιτίας της προεκτεθείσας ανάρμοστης και αντισυναδελφικής συμπεριφοράς της, αλλά και προς διαφύλαξη της εργασιακής ειρήνης και προστασίας του κύρους του Οργανισμού από παρόμοια περιστατικά, ενώ δεν τίθεται ζήτημα υποχρέωσης του εναγομένου να εξαντλήσει με ηπιότερα μέσα, κατά τις προβλέψεις του εσωτερικού του Κανονισμού, με βάση δε τα γενόμενα δεκτά ως άνω εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απέρριψε την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δη του άρθ. 281 ΑΚ, ενώ εξάλλου δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και δεν παραβίασε τη αρχή της αναλογικότητας, ως εκ τούτου δε πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου 2ος (και τελευταίος) λόγος της κρινόμενης αίτησης από το άρθ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ.
ΙΙ. Κατά τον αριθ. 20 του αυτού ως άνω άρθ.559 ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής παραμόρφωση υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει δηλ.
σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθ. 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι, όμως, και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, που έχει διαγνωσθεί σωστά, δηλ.
σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, διότι πράγματι στην τελευταία αυτήν περίπτωση πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561§1 ΚΠολΔ), για την θεμελίωση δε του λόγου αυτού πρέπει το δικαστήριο να μόρφωσε την γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου, που κατά την σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος φέρεται ότι παραμόρφωσε, προϋπόθεση που δεν συντρέχει, όταν το έγγραφο αυτό εκτιμήθηκε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου (ΑΠ 757/2015, 1113/2013, 394/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον 1ο λόγο αναίρεσης προβάλλει την αιτίαση από την ως άνω διάταξη ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των παρατιθεμένων εκεί κατά περιεχόμενο τριών ηλεκτρονικών μηνυμάτων, τα οποία και προσκομίζονται, και έτσι κατέληξε στο επιζήμιο για την αναιρεσείουσα συμπέρασμα ότι αυτή αρνήθηκε να εκτελεί τα ως άνω πρόσθετα καθήκοντα του φύλακα.
Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το προαναφερθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο, αφού ανέγνωσε ορθά τα έγγραφα αυτά, τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και χωρίς να τα εξαίρει, απλά κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από εκείνο που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα.
Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-2-2015 αίτηση για αναίρεση της 6217/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ