Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the lower court did not leave the claim undecided.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of First Instance's decision regarding a labor dispute. The appellant argued the appellate court failed to address a specific claim about the invalidity of the termination notice, but the court found this claim was part of the main basis for the award of damages for delay. Consequently, the appellate court's rejection of the primary claim meant it did not leave the specific termination issue undecided, rendering the appeal inadmissible under the relevant procedural law.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 9 of the Code of Civil Procedure; The appeal based on leaving a claim undecided is inadmissible if the claim was part of the main basis of the action and rejected as part of the primary ruling.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1421 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1421/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2020 με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ν. Π. του Χ., χήρας Ι. Π., κατοίκου …, η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα της δικηγόρου και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Σ. Σ. Α. Ε.α ανώνυμη εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "Σ.Σ. Α.Ε.", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Μ. Ε. Λ. Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Πηνιώτη και Νικόλαο - Σέργιο Σακαλή, που κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/3/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 216/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 3182/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/5/2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η αυτοπροσώπως παρασταθείσα αναιρεσείουσα ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 15-5-2019 (γενικός αριθμός καταθέσεως 4712/16-5-2019 και ειδικός αριθμός κατάθεσης 428/2019) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθ.3182/29-6-2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δίκασε την από 25-7-2015 (με αριθμό καταθέσεως 4832/31-7-2015) έφεση της εκκαλούσας- ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας , κατά της πρωτόδικης με αριθμό 216/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την πρωτόδικη με αριθμό 216/2012 απόφαση, απορρίφθηκαν: 1) ως αβάσιμη κατ` ουσία η από 6-3-2009 (αριθμός κατάθεσης 113/9-3-2009) αγωγή της αναιρεσείουσας δικηγόρου με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 9-12-2008 καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας και να υποχρεωθεί η τελευταία α)να αποδέχεται τις υπηρεσίες της και να την τοποθετήσει στην ίδια θέση που κατείχε, με τους ίδιους όρους της έμμισθης εντολής προ της καταγγελίας, με απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα παράβασης της ως άνω υποχρέωσης και β) να της καταβάλει το ποσό των 87.148,04 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 9-12-2008 έως 9-12-2009, κυρίως λόγω του ανυποστάτου της καταγγελίας και επικουρικά ως καταχρηστικής και προϊόν δυσμενούς διάκρισης της αναιρεσείουσας ενάγουσας λόγω του φύλου της καθώς και το ποσό των 200.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την αναφερόμενη στην αγωγή προσβολή της προσωπικότητάς της, και 2) ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος η συνεκδικασθείσα με την αγωγή πρόσθετη υπέρ της ενάγουσας παρέμβαση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, που ασκήθηκε με τις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεις.
Με την προσβαλλόμενη 3182/2017 απόφαση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών αφού δέχθηκε τυπικά την έφεση: Α)Δέχθηκε κατ` ουσία την έφεση ως προς το κεφάλαιο της εκκαλουμένης, με το οποίο είχε κριθεί ορισμένο το αίτημα καταβολής αντιμισθιών υπερημερίας λόγω του ανυποστάτου της καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής, εξαφάνισε την εκκαλουμένη μόνο κατά το κεφάλαιο αυτό, και αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή κατά το άνω μέρος, απέρριψε αυτεπαγγέλτως την αγωγή κατά το μέρος αυτό ως αόριστη και καταδίκασε την εκκαλούσα- ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης- εναγομένης αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, ως προς το άνω απορριφθέν μέρος της αγωγής και Β)Απέρριψε κατ` ουσία την έφεση ως προς τα λοιπά κεφάλαια της εκκαλουμένης, επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση, και καταδίκασε την εκκαλούσα ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης εναγομένης του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας, ως προς το απορριφθέν μέρος της έφεσης, επικυρώνοντας έτσι κατά τα λοιπά κεφάλαια την πρωτόδικη απόφαση.
Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρα 677 επ. ΚΠΟΛΔ-, όπως ίσχυαν πριν το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο ν.4335/2015,που ισχύει για την ειδική αυτή διαδικασία από 1-1-2016, κατά το άρθρο 1-άρθρο ένατο ν.4335/2015). Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1ΚΠΟΛΔ). ).
Συνεπώς είναι παραδεκτή(άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη μόνο ως προς το κεφάλαιό της με το οποίο απέρριψε ως αόριστο το αίτημα της αγωγής περί επιδίκασης στην αναιρεσείουσα ενάγουσα αντιμισθίες υπερημερίας λόγω ακυρότητας, ως ανυπόστατης της από 9-12-2008 καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 65, 67, 70, 167, 232, 233, 238, 669 και 672 ΑΚ, συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, που έγινε στο όνομα του νομικού προσώπου από πρόσωπο ή όργανο αυτού, το οποίο δεν είχε την εξουσία να καταγγείλει τη σύμβαση, είναι ανυπόστατη. Στην περίπτωση αυτή το νομικό πρόσωπο δεν υπέχει ευθύνη έναντι του μισθωτού, ο οποίος έπαυσε να προσέρχεται στην υπηρεσία του εξαιτίας της ανυπόστατης καταγγελίας, για την πληρωμή μισθών υπερημερίας.
Αν όμως μετά την ανυπόστατη αυτή καταγγελία ο μισθωτός προσφέρεται στην παροχή των υπηρεσιών του και το νομικό πρόσωπο τις αποκρούσει, τότε περιέρχεται τούτο σε υπερημερία και υποχρεούται να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αντίστοιχες αποδοχές υπερημερίας (ΑΠ 557/2008, ΑΠ 471/2000). Στην περίπτωση αυτή, η αγωγή του εργαζομένου, όταν έχει αίτημα την επιδίκαση μισθών υπερημερίας λόγω ανυπόστατης καταγγελίας της σύμβασης, η οποία έγινε στο όνομα εργοδότη νομικού προσώπου από πρόσωπο ή όργανο αυτού που δεν είχε την εξουσία να καταγγείλει τη σύμβαση, πρέπει για την πληρότητα αυτής να διαλαμβάνει, εκτός από τη σύμβαση εργασίας και τη συμβατική ή νόμιμη αμοιβή, και τα περιστατικά εκείνα, από τα οποία προκύπτει το ανυπόστατο της καταγγελίας και η υπερημερία του εργοδότη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών που προσέφερε ο εργαζόμενος.
Η υπερημερία αυτή δεν προκύπτει αυτομάτως, όπως στην άκυρη καταγγελία, αλλά δεδομένου ότι το νομικό πρόσωπο δεν υπέχει ευθύνη, αφού η από αναρμόδιο πρόσωπο γενομένη καταγγελία δεν επιφέρει έννομα αποτελέσματα, πρέπει να αναφέρεται στην αγωγή, για να είναι ορισμένη, ότι ο μισθωτός και μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του από μη νομιμοποιούμενο προς τούτο πρόσωπο, προσέφερε πραγματικά, ενόψει και του ανυπόστατου της καταγγελίας, τις υπηρεσίες του στον εργοδότη και ότι ο τελευταίος τις απέκρουσε, περιερχόμενος έτσι σε υπερημερία, διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη ( ΑΠ 736/2020, ΑΠ 1039/2019, ΑΠ1650/2012).
Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία. Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας κρίσης του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ.
Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση, στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη αγωγικός ισχυρισμός θεμελιωτικός του φερόμενου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής, ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε τη νομική ή ποιοτική επάρκεια της αγωγής, ο οποίος δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής (ΑΠ 1120/2015, ΑΠ 167/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠΟΛΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα, με την από 6-3-2009 (με αριθμό κατάθεσης 113/9-3-2009) αγωγή της, ισχυρίσθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά το ουσιώδες περιεχόμενό της, ότι είναι δικηγόρος και ότι με σύμβαση έμμισθης εντολής που κατήρτισε στις 15-9-1993 με την ανώνυμη εταιρία "Α.
Μ. Α.Ε.", τοποθετήθηκε στην Υπηρεσία Συμβάσεων της τελευταίας, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες της, αντί πάγιας μηνιαίας αντιμισθίας. Ότι την 1-7-1994, μετατέθηκε στη Νομική Υπηρεσία της ανωτέρω εταιρίας, ενώ, την 1-1-2003, τοποθετήθηκε ως προϊσταμένη της Νομικής Υπηρεσίας της εναγόμενης και ήδη εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Α.
Μ. Ε. Λ. Α.Ε", θυγατρική εταιρία της "Α. Μ. Α.Ε", ασκώντας τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο δικόγραφο καθήκοντα. Ότι, στις 20-11-2008, η εφεσίβλητη, της γνωστοποίησε εγγράφως ότι, το τελευταίο χρονικό διάστημα η εκτέλεση των καθηκόντων της χαρακτηρίζεται από πλημμέλεια, προχειρότητα, τεράστιες καθυστερήσεις και το κυριότερο αδιαφορία, με συνέπεια, σε συνδυασμό και με τη μη συμμόρφωσή της στις επανειλημμένες συστάσεις και διαμαρτυρίες, να έχει κλονιστεί ισχυρότατα η εμπιστοσύνη της προς το πρόσωπό της, παράλληλα δε, της πρότεινε τη μετακίνησή της από τη θέση της προϊσταμένου της Νομικής Υπηρεσίας σε θέση δικηγόρου, υπό τις κατευθύνσεις άλλου προϊσταμένου, με μηνιαίες αποδοχές 2.800,00 ευρώ, ως ηπιότερο, έναντι της απόλυσης, μέτρο, γνωστοποιώντας της, επίσης, ότι σε περίπτωση διαφωνίας της, θα αναγκαστεί να προβεί στην καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης έμμισθης εντολής.
Ότι η ίδια αρνήθηκε την ανωτέρω πρόταση, με εξώδικη απάντηση που επέδωσε στην εφεσίβλητη στις 9-12-2008 και για το λόγο αυτό, την ίδια ημέρα, η τελευταία κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση έμμισθης εντολής, προσφέροντάς της την οφειλόμενη αποζημίωση, καλώντας την να πάψει να προσφέρει τις υπηρεσίες της. Ότι η καταγγελία αυτή, ωστόσο, είναι ανυπόστατη, διότι δεν προηγήθηκε απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εφεσίβλητης εταιρίας, όπως απαιτεί το καταστατικό της και έγινε από τον Πρόεδρο του διοικητικού της συμβουλίου, χωρίς να διαθέτει σχετική εξουσία εκπροσώπησης της εναγομένης για τη συγκεκριμένη δικαιοπραξία, ενώ, σε κάθε περίπτωση είναι άκυρη, αφενός διότι αποτελεί προϊόν δυσμενούς διάκρισης λόγω του φύλου της και της οικογενειακής της κατάστασης, σύζυγος και μητέρα τριών (3) ανήλικων τέκνων, κατά παραβίαση των άρθρων 8 και 9 του Ν. 3488/2006 και, αφετέρου διότι ασκήθηκε καταχρηστικά, καθόσον υποκινήθηκε από εκδίκηση και εμπάθεια προς το πρόσωπό της, λόγω τόσο του φύλου της και της οικογενειακής της κατάστασης, όσο και της νόμιμης εκ μέρους της, αλλά μη αρεστής στην εναγομένη, διεκδίκησης των επιδομάτων γάμου, τέκνων και προϊσταμένης, της αύξησης της πάγιας αντιμισθίας της και της χορήγησης δωροεπιταγών, ύψους 400,00 ευρώ.
Ότι η εναγομένη, λόγω του ανυπόστατου, άλλως της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής, κατέστη υπερήμερη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της και ως προς την καταβολή των αποδοχών της, επειδή αρνείται να αποδεχθεί τις νόμιμα προσφερόμενες υπηρεσίες της. Ότι περαιτέρω, λόγω της προσβλητικής προς το πρόσωπό της συμπεριφοράς της εναγομένης, συνισταμένης στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της, κατά τον περιγραφόμενο άκυρο και καταχρηστικό τρόπο, υπέστη παράνομα και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς της και της επαγγελματικής της υπόστασης.
Με βάση το ιστορικό αυτό και ισχυριζόμενη περαιτέρω ότι οι μηνιαίες αποδοχές της, κατά το χρόνο καταγγελίας της έμμισθης εντολής ανέρχονταν στο ποσό των 4.985,15 ευρώ και πλέον επιδόματος βρεφονηπιακού σταθμού 690,00 ευρώ μηνιαίως, χρήσης κινητού τηλεφώνου 80,00 ευρώ μηνιαίως, δωροεπιταγών 500,00 ευρώ ετησίως, ασφαλίστρων υγείας 60,00 ευρώ μηνιαίως, ασφαλίστρων για οδοντιατρική περίθαλψη 50,00 ευρώ μηνιαίως, αμοιβής για διενέργεια ετήσιου ελέγχου υγείας 30,00 ευρώ μηνιαίως και καταβολής των εισφορών της στο Ταμείο Νομικών και Ταμείο Προνοίας Δικηγόρων Αθηνών, ποσού 288,05 ευρώ μηνιαίως, στο συνολικό ποσό των 6.224,86 ευρώ, ζήτησε:
Α)να αναγνωριστεί το ανυπόστατο άλλως η ακυρότητα της από 9-12-2008 καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής εκ μέρους της εναγομένης, Β) και να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της και να την τοποθετήσει στην ίδια θέση που κατείχε, με τους ίδιους όρους της έμμισθης εντολής προ της άνω καταγγελίας, με απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής 300,00 ευρώ για κάθε ημέρα παράβασης της άνω υποχρέωσης Γ) να της καταβάλει το ποσό των 87.148,04 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 9-12-2008 έως 9-12-2009, κυρίως λόγω του ανυπόστατου της καταγγελίας και επικουρικά, κατ' εκτίμηση του δικογράφου, λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας αυτής, με το νόμιμο τόκο από τότε που κατέστη απαιτητό το κάθε ποσό αμοιβής, καθώς και το ποσό των 50.000,00 ευρώ, στο οποίο παραδεκτά περιορίστηκε το αρχικό αίτημα των 200.000,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την εκτεθείσα ειδικότερα στο δικόγραφο παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς της και της επαγγελματικής της υπόσταση, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την 3182/2017 προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης 216/2012 απόφασης κατά το μέρος που είχε κρίνει ορισμένη και νόμιμη την κύρια βάση της αγωγής και απορρίψει αυτήν κατ` ουσία, ως προς το κύριο αίτημα επιδίκασης στην αναιρεσείουσα ενάγουσα αντιμισθιών υπερημερίας λόγω ανυποστάτου καταγγελίας , απέρριψε ως αόριστη την ως άνω αγωγή όσον αφορά την κύρια βάση της , δηλαδή της υπερημερίας της εναγομένης εργοδότριας ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της ενάγουσας λόγω του ανυποστάτου της καταγγελίας με την παρακάτω αιτιολογία: " Ότι δεν γίνεται μνεία στο δικόγραφο της αγωγής συγκεκριμένων περιστατικών, που κατά το νόμο επάγονται υπερημερία της εφεσίβλητης (εναγομένης) και συγκεκριμένα η πραγματική και κατά τον προσήκοντα τρόπο προσφορά από μέρους της εκκαλούσας (ενάγουσας)- δικηγόρου της εργασίας της και μετά την ανυπόστατη καταγγελία και η άρνηση αποδοχής αυτής από την εφεσίβλητη (εναγομένη) ανώνυμη εταιρία, χωρίς να αρκεί εν προκειμένω η γενική αναφορά ότι η εφεσίβλητη (εναγομένη) μετά την καταγγελία αρνείται να αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες της εκκαλούσας (ενάγουσας).
Η δε, κατά τα άνω, κρίση δεν επηρεάζεται από τον, προτεινόμενο για πρώτη φορά με τις προτάσεις της εκκαλούσας (ενάγουσας)στο Δικαστήριο αυτό, ισχυρισμό περί ανυποστάτου της καταγγελίας, λόγω ακυρότητας του όρου του καταστατικού της εφεσίβλητης (εναγομένης) εταιρίας, με τον οποίο προβλέπεται η δυνατότητα ανάθεσης όλων ή μερικών εξουσιών διαχείρησης και εκπροσώπησης στον Πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της, ο οποίος προέβη και στην καταγγελία της επίδικης σύμβασης έμμισθης εντολής, καθόσον, εν προκειμένω, η αοριστία εντοπίζεται στη μη αναφορά περιστατικών που επάγονται υπερημερία της εφεσίβλητης (εναγομένης),πέραν του ότι ο ισχυρισμός αυτός οδηγεί και σε ανεπίτρεπτη, κατά το άρθρο 224 ΚΠΟΛΔ, μεταβολή της βάσης της αγωγής".
Η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για τον λόγο ότι παρά τον νόμο κήρυξε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την κύρια βάση της αγωγής της. Με την κρίση του αυτή, σύμφωνα με την παραπάνω νομική σκέψη, το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτη την αγωγή, λόγω αοριστίας, ως προς την ως άνω βάση της και το αντίστοιχο αίτημα για την επιδίκαση μισθών υπερημερίας, λόγω του ανυποστάτου της καταγγελίας, επειδή έγινε από μη νομιμοποιούμενο προς τούτο πρόσωπο.
Τούτο διότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, επί ανυπόστατης καταγγελίας η υπερημερία δεν προκύπτει αυτομάτως, όπως στην άκυρη καταγγελία, αλλά δεδομένου ότι το νομικό πρόσωπο δεν υπέχει ευθύνη, αφού η από αναρμόδιο πρόσωπο γενομένη καταγγελία δεν επιφέρει έννομα αποτελέσματα, πρέπει ν` αναφέρεται στην αγωγή για να είναι ορισμένη, ότι ο μισθωτός και μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, από μη νομιμοποιούμενο προς τούτο πρόσωπο, προσέφερε πραγματικά, ενόψει και του ανυπόστατου της καταγγελίας, τις υπηρεσίες του στον εργοδότη και ότι ο τελευταίος τις απέκρουσε, περιερχόμενος έτσι υπερημερία, διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη.
Ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αρ.14 του άρθρου 559 ΚΠΟΛΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, μολονότι συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ίδιου δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 524/2018,ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, επικουρικά ,προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η εκ του αρ.1 του άρθρου 559 πλημμέλεια με την ειδικότερη αιτίαση της ευθείας παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 350 ΑΚ που ορίζει " Ο δανειστής γίνεται υπερήμερος και με προσφορά του οφειλέτη μη πραγματική, αν δήλωσε ήδη ότι δεν δέχεται την παροχή", την οποία το δικαστήριο εσφαλμένα δεν εφήρμοσε αν και ήταν εφαρμοστέα.
Ειδικότερα αιτιάται η αναιρεσείουσα ότι με την αγωγή της είχε ισχυρισθεί ότι προκαταβολικά η εναγομένη είχε αρνηθεί την παροχή της εργασίας της με την από 20-11-2008 έγγραφη γνωστοποίησή της προς την ενάγουσα, στην οποία ρητά της δήλωσε ότι σε περίπτωση μη αποδοχής από μέρους αυτής (ενάγουσας) της προτεινόμενης από την εναγόμενη μεταβολής (υποβιβασμό σε θέση απλής δικηγόρου), θα προχωρούσε στην καταγγελία της σύμβασης, όπως και προέβη προσφέροντάς της την οφειλόμενη αποζημίωση και καλώντας την να πάψει να προσφέρει τις υπηρεσίες της.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την εν λόγω δήλωση της εναγομένης προς την ενάγουσα, δεν αναιρείται η υποχρέωση της ενάγουσας να αναφέρει στην αγωγή της, κατά το μέρος που ζητεί αποδοχές υπερημερίας λόγω ανυπόστατης καταγγελίας, το περιστατικό της πραγματικής προσφοράς της εργασίας της στην εναγομένη και μετά την ανυπόστατη καταγγελία και τη μη αποδοχή της από τη τελευταία (εναγομένη).
Ωστόσο το περιστατικό αυτό από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι δεν αναφέρεται, όπως δέχθηκε με τις παραδοχές της η προσβαλλόμενη.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ` αυτή λόγου αναίρεσης, απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό.
Αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας, λ.χ. η αγωγή απορρίφθηκε στο σύνολό της, μολονότι δεν υπάρχει αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα (σιωπηρή απόρριψη), δεν ιδρύεται ο προκείμενος λόγος (ΑΠ751/2019, ΑΠ 360/2010, ΑΠ 826/2007). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει επικουρικά στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Ειδικότερα αιτιάται ότι το Εφετείο μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, κατά το μέρος που έκρινε ορισμένη την αγωγή ως προς το αίτημα των αντιμισθιών υπερημερίας λόγω του ανυποστάτου της καταγγελίας, και την απόρριψη της από 6-3-2009 αγωγής της κατά τούτο ως αόριστης, άφησε αδίκαστο το αίτημα της αγωγής περί αναγνώρισης του ανυποστάτου της από 9-12-2008 καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής, επειδή το όργανο που την απέλυσε δεν είχε τη σχετική εκπροσωπευτική εξουσία.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ,διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση η κύρια βάση της αγωγής είναι το αίτημα περί επιδίκασης αντιμισθιών υπερημερίας λόγω του ανυποστάτου της καταγγελίας της σύμβασης εντολής, που απορρίφθηκε ως αόριστη.
Συνεπώς το Εφετείο, σύμφωνα και με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν άφησε αδίκαστο το αίτημα περί ανυποστάτου της καταγγελίας, το οποίο αποτελεί τμήμα της κύριας βάσης της αγωγής. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί.
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθ. 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-5-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 3182/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου) ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ