Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility and unreasonableness grounds regarding evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Third Instance Court's final decision. The appellant argued that the lower court failed to consider specific email messages proving the absence of embezzlement intent, claiming this violated procedural rules. The court rejected this claim as inadmissible due to vagueness and unproven, noting the lower court had already considered all submitted documents without needing specific mention. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are vague and unsupported, and a lower court's general reference to considering all documents does not constitute a procedural error if the evidence was factually evaluated.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 141 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 141/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος Ν. Κ. του Δ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσικρικά που ανακάλεσε την από 4/2/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κωνσταντινίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/4/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3218/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 435/2018 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16/10/2018 αίτησή του και τους από 3/9/2020 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη, από 16-10-2018 (αρ. καταθ. 120/17-10-2018) αίτηση αναίρεσης και τους από 3-9-2020 (αρ. καταθ. 66/3-9-2020) πρόσθετους λόγους αυτής, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 435/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, που απέρριψε κατ' ουσίαν την από 5-9-2017 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 3218/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.
Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η από 20-4-2015 αγωγή της αναιρεσίβλητης, μεταξύ άλλων και κατά του αναιρεσείοντος και υποχρέωσε αυτόν και αναγνώρισε την υποχρέωσή του, να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη, σε ολόκληρο με το δεύτερο εναγόμενο, R. H. (μη διάδικο), με την ιδιότητα των νομίμων εκπροσώπων της πρώτης εναγομένης, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία, "...", τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, για την αποκατάσταση της θετικής (περιουσιακής) ζημίας και χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, που υπέστη η ενάγουσα από την περιγραφόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά τους.
Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Παραδεκτοί επίσης, είναι και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, στις 3-9-2020 (βλ.
την 66/3-9-2020 πράξη κατάθεσης πρόσθετων λόγων του γραμματέα του Αρείου Πάγου κάτω από το δικόγραφο αυτό) και επιδόθηκε νόμιμα στην αναιρεσίβλητη, στις 3-9-2020 (βλ. την ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Ν. Τ.), ήτοι τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης, που ορίστηκε μετά από αναβολή από την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 21-9-2020, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως αυτό διαμορφώθηκε, δυνάμει των άρθρων 37 και 120 του ν. 4842/2021 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 παρ. 2 του ν. 4912/2012, ισχύει δε από 1-1-2022 και, σύμφωνα με το άρθρο 116 παρ. 2β του τελευταίου ν. 4912/2022 καταλαμβάνει και τα εκκρεμή ένδικα μέσα.
Πρέπει, επομένως, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι να συνεκδικαστούν (άρθρα 246, 573 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Στις σύγχρονες εμπορικές συναλλαγές καθοριστικός είναι ο ρόλος των διαμεσολαβητικών υπηρεσιών, που προσφέρουν ανεξάρτητες επιχειρήσεις στον εντολέα τους ή ευρύτερα στο κοινό, όπως είναι και οι επιχειρήσεις πρακτορείας. Η σχετική μ' αυτές ρύθμιση στο νόμο είναι εξαιρετικά ελλιπής, αφού ως γενική διάταξη υπάρχει μόνο αυτή του άρθρου 2 του από 2 (14).5.1835 διατάγματος ''περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων'', σύμφωνα με την οποία θεωρείται ως πράξη εμπορική και η επιχείρηση πρακτορείας, ενώ ειδικές διατάξεις υπάρχουν μόνο για ορισμένες μορφές πρακτορικής δράσης, όπως αυτή του ναυτικού πράκτορα, που ρυθμίζεται από το πδ/γμα 229/1995 και τα τροποποιητικά αυτού πδ/τα 427/1995 και 163/2003, μόνον, όμως, ως προς την οργάνωση και την άσκηση του επαγγέλματος του ναυτικού πράκτορα και όχι ως προς τη σύμβαση καθεαυτή της ναυτικής πρακτορείας.
Σε όλες, πάντως, τις περιπτώσεις η επιχείρηση πρακτορείας έχει ως αντικείμενο την έναντι ανταλλάγματος παροχή προς το κοινό ιδιωτικών υπηρεσιών κάθε φύσεως (ΟλΑΠ 15/2013, ΑΠ 159/2018, ΑΠ 2219/2014). Πράκτορες με την ανωτέρω έννοια είναι και οι πράκτορες ταξιδιών, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο πράκτορας - ανεξάρτητος επιχειρηματίας (φυσικό ή νομικό πρόσωπο), ο οποίος κρατάει θέσεις για αεροπορικό ταξίδι και εκδίδει το εισιτήριο για τον πελάτη του, με καταβολή του αντίστοιχου τιμήματος.
Οι παρεχόμενες προς το κοινό υπηρεσίες του πράκτορα αυτού μπορούν να αφορούν ένα ή περισσότερους αεροπορικούς μεταφορείς, για λογαριασμό των οποίων αυτός ενεργεί, είτε στο όνομά τους, είτε στο δικό του όνομα.
Συνεπώς, εφόσον η σύμβαση πρακτορείας έχει σε κάθε περίπτωση, τα στοιχεία εντολής και η ρύθμισή της, μολονότι αναγκαία, είναι ελλιπής, καταλείποντας ακούσιο (γνήσιο) κενό, εφαρμόζονται αναλογικά σ' αυτή οι διατάξεις κατ' αρχήν του ΑΚ, για την εντολή (άρθρ. 713-729), στις οποίες μάλιστα ρητά, ως προς τη σύμβαση παραγγελίας παραπέμπει το άρθρο 91 του ΕμπΝ, σε συνδυασμό με το άρθρ. 3 του ΕισΝΑΚ (ΟλΑΠ 15/2013, 16/2013, ΑΠ 159/2018, ΑΠ 2219/2014, ΑΠ 442/2012).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 719 ΑΚ, ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων τα οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής, είτε αυτά αποκτώνται με μετρητά, είτε με επιταγές ή συναλλαγματικές, είτε με κατάθεση σε προσωπικό του τραπεζικό λογαριασμό.
Γι' αυτό σε περίπτωση μη απόδοσης στον εντολέα και παράνομης ιδιοποίησης όσων απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής, διαπράττει το αδίκημα της υπεξαίρεσης του άρθρου 375 του ΠΚ (ΑΠ 589/2017, ΑΠ 487/2017, 2049/2014) και, βάσει των διατάξεων των άρθρων, 298, 299, 330, 914 και 932 ΑΚ, ευθύνεται σε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση του εντολέα, εφόσον βεβαίως υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του εντολοδόχου και της ζημίας του εντολέα (ΑΠ 404/2020).
Ειδικότερα, κατά την άνω διάταξη του άρθρου 375 ΠΚ, όπως ίσχυε πριν το ν. 4619/2019, ''όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι 2 ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους''.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, να είναι εν όλω ή εν μέρει ξένο, με την έννοια ότι αυτό βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον αστικό κώδικα, τέτοια δε περίπτωση ξένου κινητού πράγματος αποτελούν και τα χρήματα που εισπράττει κάποιος για λογαριασμό άλλου (ως εντολοδόχος, διαχειριστής ξένης περιουσίας κ.λπ.), β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στο δράστη, δηλαδή, είτε με τη θέληση του ιδιοκτήτη που γίνεται, είτε με σύμβαση (εντολής, μίσθωσης, παρακαταθήκης, κ.λπ..), είτε χωρίς τη θέληση ή εν αγνοία αυτού, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από το δράστη, η οποία συντρέχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή δίχως άλλη νόμιμη αιτία και δ) δόλια προαίρεση του δράστη, περιλαμβάνουσα τη συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και τη θέληση να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, η οποία εκδηλώνεται και με την κατακράτηση ή την άρνηση απόδοσής του στον ιδιοκτήτη, δηλαδή με οποιαδήποτε ενέργεια του, που εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να το ενσωματώσει στην περιουσία του (ΑΠ 1424/2017).
Κατά δε την παρ. 2 της ίδιας διάταξης, ''αν πρόκειται για αντικείμενο (της υπεξαίρεσης) ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών''.
Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι, η κακουργηματική μορφή της υπεξαίρεσης προϋποθέτει πάντοτε ότι το αντικείμενό της είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, την οποία εκτιμά το δικαστήριο της ουσίας με βάση τις συνθήκες της αγοράς από τις οποίες διαμορφώνεται κάθε φορά η αντικειμενική αξία των πραγμάτων και επιπλέον ότι συντρέχει μία από τις περιοριστικά πλέον προβλεπόμενες περιπτώσεις εμπιστοσύνης, όπως είναι και εκείνη του εντολοδόχου.
Στις περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις του άνω άρθρου (375 παρ. 2 ΠΚ), δεν περιλαμβάνεται και αυτή του θεματοφύλακα και επομένως, ο υπαίτιος που ιδιοποιείται παρανόμως το πράγμα το οποίο περιήλθε στην κατοχή του με σύμβαση παρακαταθήκης, δηλαδή, το κατέχει ως θεματοφύλακας, δεν διαπράττει κακουργηματική υπεξαίρεση.
Όταν, όμως, κατά τη σύμβαση, εισπράττει χρήματα σε εκτέλεση εντολής για πώληση αντικειμένων για λογαριασμό του εντολέα, τα οποία (χρήματα) κρατεί και φυλάσσει ο ίδιος, ως θεματοφύλακας, προκειμένου μετά την αφαίρεση ορισμένου ποσού συμφωνημένης προμήθειάς του, να αποδώσει το υπόλοιπο στον εντολέα του, η υποχρέωση για φύλαξη του υπολοίπου των εισπραττομένων χρημάτων μέχρι την απόδοσή τους, είναι συνέπεια της σύμβασης της εντολής, η δε πρόσθετη αυτή ευθύνη του εντολοδόχου κατά το χρόνο που έχει στην κατοχή του τα χρήματα που εισέπραξε για λογαριασμό του εντολέα του, δεν αναιρεί την ιδιότητά του ως εντολοδόχου ως προς την είσπραξη για λογαριασμό του εντολέα και την απόδοση σ' αυτόν του χρηματικού ποσού που εισέπραξε (ΑΠ 648/2022, ΑΠ 1520/2019, ΑΠ 1237/2018, ΑΠ 1309/2018, ΑΠ 24/2010).
Η σχετική δε συμφωνία, μεταξύ εντολέα και εντολοδόχου, ο τελευταίος να παρακρατεί ένα ποσοστό του τιμήματος, δεν μετατρέπει την εντολή αυτή για το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος, σε ανώμαλη παρακαταθήκη, που αποκλείει την υπεξαίρεση (ΑΠ 24/2010, ΑΠ 1426/2004). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 822 ΑΚ, προκύπτει ότι, η (ομαλή) παρακαταθήκη είναι σύμβαση με την οποία ο θεματοφύλακας παραλαμβάνει προς φύλαξη κινητό πράγμα, με την υποχρέωση να το αποδώσει αυτούσιο όταν του ζητηθεί, ενώ κατά το άρθρο 830 του ίδιου Κώδικα, η κατάθεση χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων εν αμφιβολία λογίζεται ως δάνειο, αν ο θεματοφύλακας έχει την εξουσία να τα χρησιμοποιεί (ανώμαλη παρακαταθήκη).
Ο λήπτης, επομένως, στην τελευταία αυτή περίπτωση, γίνεται κύριος των δοθέντων, υπέχοντας μόνο ενοχική υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας, η δε άρνηση επιστροφής τους δεν συνιστά υπεξαίρεση (ΑΠ 1218/2014). Ακολούθως, κατά το άρθρο 71 AK: ''Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων, που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης.
Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον''. Από την ανωτέρω διάταξη συνάγονται τα εξής: α) Οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικά αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα, δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούλησή τους (ΑΠ 641/2011), ως όργανα δε του νομικού προσώπου, κατά το νομοθετικό λόγο της διάταξης αυτής, νοούνται, όχι μόνο τα πρόσωπα που διοικούν το νομικό πρόσωπο κατά τους ορισμούς των άρθρων, 65 - 70 ΑΚ (καταστατικά όργανα), αλλά και εκείνα των οποίων οι εξουσίες συναλλαγής με τρίτους προσδιορίζονται στο καταστατικό, τη συστατική πράξη ή τον κανονισμό λειτουργίας του νομικού προσώπου, ακόμα και αν τα πρόσωπα αυτά δεν μετέχουν στη διοίκηση του τελευταίου (ΑΠ 1219/2017).
β) Εφόσον τα όργανα αυτά παραβιάσουν υπαιτίως με πράξη ή παράλειψη κανόνα που επιβάλλει επιταγή ή απαγόρευση στο νομικό πρόσωπο, τότε ευθύνονται και αυτά προσωπικά από αδικοπραξία. Εξομοιώνεται δηλαδή η υπαίτια παράβαση από τα όργανα αυτά νόμιμης υποχρέωσης του νομικού προσώπου, με υπαίτια παράβαση ίδιας νόμιμης υποχρέωσης.
Κατά συνέπεια, τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα φέρουν προσωπική αδικοπρακτική ευθύνη για τις υπαίτιες παραβάσεις νομίμων υποχρεώσεων, τόσο των ιδίων, όσο και των νομικών προσώπων (ΑΠ 253/2013). γ) Σε περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου, δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσης εκάστου μέλους της διοίκησης για την κατ' αρχήν θεμελίωση της δικής του υποχρέωσης προς αποζημίωση του βλαβέντος εκ του αδικήματος.
Και δ) Το μέλος της διοίκησης δύναται να επικαλεσθεί με ένσταση, (την οποία και βαρύνεται να αποδείξει), ότι για ειδικούς λόγους δεν είναι προσωπικώς υπαίτιο για την διάπραξη του αδικήματος και την εντεύθεν ζημία του παθόντος, για την οποία ευθύνεται το νομικό πρόσωπο (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 627/2009). Η ένσταση αυτή πρέπει να προταθεί κατά τον προβλεπόμενο στο άρθρ. 262 παρ. 1 ΚΠολΔ τρόπο, δηλαδή πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, άρα ιστορική βάση, και αίτημα περί απαλλαγής από την ευθύνη, ώστε μέσω της κατάλληλης υπαγωγής στο πλαίσιο του οικείου νομικού συλλογισμού να εκδοθεί τελικά απόφαση, σύμφωνη με την έννομη αυτή συνέπεια (ΑΠ 78/2020).
Έτσι, στην περίπτωση που η πράξη ή η παράλειψη του αρμόδιου οργάνου είναι υπαίτια που παράγει υποχρέωση αποζημίωσης, τότε ευθύνονται εις ολόκληρο και αυτό και το νομικό πρόσωπο. Δηλαδή το νομικό πρόσωπο έχει πρόσθετη μετά του καταστατικού οργάνου υποχρέωση, ανεξάρτητη, όμως, από αυτή του τελευταίου (ΑΠ 1219/2017, ΑΠ 380/2008).
Ειδικότερα, επί ανώνυμης εταιρίας, οι διοικούντες αυτήν δεν έχουν προσωπική υποχρέωση για χρέη της εταιρίας, είναι, όμως, δυνατή η ευθύνη αυτών προσωπικά από αδικοπραξία κατά το άρθρο 914 ΑΚ, αφού η αρχή της μη ευθύνης των διοικούντων ανώνυμη εταιρία κάμπτεται και δεν ισχύει όταν υπάρχει πταίσμα αυτών από αδικοπραξία, βάσει των γενικών αρχών (ΑΚ 914), οπότε υφίσταται ευθύνη τους (ΑΠ 1312/2015, ΑΠ 271/2015, ΑΠ 427/2013, ΑΠ 1565/ 2013, ΑΠ 1380/2013, ΑΠ 1485/2010, ΑΠ 365/2010, ΑΠ 840/2009).
Στη συνέχεια, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στο μεν εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βασίμου, κατά το νόμο, της αγωγής (ΑΠ 381/2006).
Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψη της ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.
Ενόψει των ανωτέρω, όταν κατά τις περί εντολής, διατάξεις, ο εντολέας ζητεί από τον εντολοδόχο να του αποδώσει τα χρήματα που ο τελευταίος απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής, επικαλούμενος αδικοπρακτική ευθύνη του εντολοδόχου, τελεσθείσα με υπεξαίρεση των χρημάτων πρέπει, σύμφωνα με τις άνω διατάξεις, για την πληρότητα της ιστορικής βάσης της αγωγής, να αναφέρονται σ' αυτή τα προσδιοριστικά της σχέσης της εντολής, στοιχεία, ήτοι η σύμβαση της εντολής, το περιεχόμενό της και το είδος της υπόθεσης που ανατέθηκε στον εντολοδόχο, ειδικότερα δε ότι ο τελευταίος ενήργησε στο όνομα και για λογαριασμό του εντολέα του, καθώς και ό,τι ο εντολοδόχος απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής, όπως τα χρήματα που εισέπραξε με την υποχρέωση απόδοσής τους στον εντολέα, η μη απόδοση των οποίων και η ιδιοποίηση τους τους από τον τελευταίο συνιστά παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του (υπεξαίρεση) και θεμελιώνει υποχρέωση αποζημίωσης από αδικοπραξία (ΑΠ 404/2020, ΑΠ 192/2016, ΑΠ 185/2015, ΑΠ 1675/2014).
Η πληρότητα ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 917/2017), σε συνδυασμό, όμως, και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (ΑΠ 1181/2021, ΑΠ 18/2018). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, της ποιοτικής αοριστίας και της ποσοτικής αοριστίας.
Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559, αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 106/2015).
Για να ιδρυθεί, πάντως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 58/2020, ΑΠ 1363/2008).
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 74, 75, 79, 118, 216 παρ. 1, 218 και 219 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται η διαζευκτική ή επικουρική εναγωγή, γιατί το πρόσωπο του δικαιούχου ενάγοντος και του υπόχρεου εναγομένου, πρέπει να είναι ορισμένο και θετικό και να συνάπτεται με τα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν την ιδιότητα αυτού, ως ενάγοντος ή εναγομένου.
Διαζευκτική εναγωγή υπάρχει όταν ενάγουν ή ενάγονται περισσότερα πρόσωπα, χωρίς να προσδίδεται σε ένα από αυτά, κατά τρόπο οριστικό ή θετικό, η ιδιότητα του ενάγοντος ή του εναγομένου και δικαιούχου ή υποχρέου αντίστοιχα, από την έννομη σχέση της δίκης. Επικουρική δε εναγωγή υπάρχει, όταν ο δεύτερος και οι επόμενοι ενάγουν ή ενάγονται για την περίπτωση της απόρριψης της αγωγής κατά του αμέσως προηγουμένου αυτών.
Επομένως, επί διαζευκτικής ή επικουρικής εναγωγής, περισσοτέρων προσώπων η αγωγή είναι απαράδεκτη, λόγω της ακυρότητας του δικογράφου που δημιουργείται, επί μεν διαζευκτικής εναγωγής από την πλήρη αοριστία της αγωγής, ως προς το πρόσωπο του διαδίκου, επί δε της επικουρικής εναγωγής, λόγω της άσκησης της αγωγής υπό την αίρεση της απόρριψης αυτής, ως προς τον ενάγοντα ή τον εναγόμενο, η οποία δεν επιτρέπεται και συνεπώς απορρίπτεται και με αυτεπάγγελτη έρευνα από το δικαστήριο (ΑΠ 344/2019, ΑΠ 594/2018, ΑΠ 1134/2014, ΑΠ 605/2013).
Δεν συντρέχει, όμως, η περίπτωση αυτή και δεν έχουμε απαγορευμένη δικονομικά επικουρική ή διαζευκτική εναγωγή, όταν ενάγονται πλείονες εις ολόκληρον, όταν δηλαδή ζητείται η εις ολόκληρον καταδίκη πολλών εναγομένων για την πληρωμή της ίδιας απαίτησης, με κοινή ή διαφορετική νομική βάση (ΑΠ 1735/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη, από 15-7-2013 αγωγή, η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, τα εξής:
Η ίδια δραστηριοποιείται στην αερομεταφορά επιβατών και εμπορευμάτων, από και προς διάφορους προορισμούς στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, αποτελώντας από την ίδρυσή της, µέλος της ... (...), ενώ η πρώτη εναγομένη, ανώνυμη εταιρία, ιδρύθηκε το έτος 2010, με αντικείμενο, μεταξύ άλλων, την ίδρυση, λειτουργία και εκμετάλλευση γραφείου ταξιδιών γενικού τουρισμού, με όλες τις συναφείς εργασίες, όπως η έκδοση αεροπορικών και ακτοπλοϊκών εισιτηρίων.
Στα πλαίσια της δραστηριότητάς τους αυτής, καταρτίστηκε μεταξύ τους, μέσω της άνω Διεθνούς Ένωσης, σύμβαση πρακτορείας, σύμφωνα με τους κανονισμούς, τις οδηγίες και τις διαδικασίες της ..., δυνάμει της οποίας, η πρώτη εναγομένη απέκτησε το δικαίωμα πρόσβασης στο σύστημα διανομής αεροπορικών εισιτηρίων της (ενάγουσας), τα οποία ακολούθως διέθετε σε πελάτες της, έναντι της αξίας τους, που περιλαμβάνει και την αμοιβή - προμήθεια των πρακτόρων.
Ειδικότερα, για την έκδοση αεροπορικών εισιτηρίων η ... είχε οργανώσει για λογαριασμό των μελών της, αεροπορικών εταιριών, όπως η ίδια (ενάγουσα) ένα ηλεκτρονικό σύστημα κεντρικής διάθεσης των εισιτηρίων, λογιστικής παρακολούθησης και είσπραξης των χρημάτων των αεροπορικών εταιριών, με την ονομασία, ...'' ή ... (...), σύµφωνα µε το οποίο η πρώτη εναγομένη, όπως κάθε πράκτορας, προέβαινε σε κρατήσεις αεροπορικών εισιτηρίων, μέσω ηλεκτρονικού συστήματος κρατήσεων (...) με αυτόματη καταχώρησή τους, στο αρχείο που την αφορούσε, ενώ κατά την έκδοσή τους, τα ήδη καταχωρηθέντα στο σύστημα (...) στοιχεία διαβιβάζονταν αυτόματα στο ανωτέρω ... ...
της ..., υπέρ αυτής (ενάγουσας). Επίσης, συμφωνήθηκε αμοιβή (προμήθεια) της πρώτης εναγοµένης για την ως άνω διαμεσολαβητική δραστηριότητά της, η τελευταία δε είχε την υποχρέωση να αποδώσει την αξία των εισιτηρίων, που εξέδωσε για λογαριασμό της (ενάγουσας), σε αυτήν, μέχρι τη δέκατη πέμπτη (15η) ημέρα του επόμενου μήνα από εκείνον μέσα στον οποίο έγιναν οι πωλήσεις, αφού προηγουμένως, αφαιρούσε τη συμφωνημένη προμήθεια, σύμφωνα με τον αναφερόμενο όρο του κανονισμού της ....
Στα πλαίσια της σύμβασης αυτής, η πρώτη εναγοµένη, κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-2014 μέχρι 15-8-2014, εξέδωσε στο όνομα και για λογαριασμό της (ενάγουσας), τα αναφερόμενα στις συνημμένες στην αγωγή καταστάσεις της αντίστοιχης περιόδου, εισιτήρια, συνολικού ποσού 3.602.595,92 ευρώ, το οποίο αν και αυτή εισέπραξε, στο όνομα και για λογαριασμό της ενάγουσας, δεν το απέδωσε στην ίδια, ως όφειλε µε βάση την παραπάνω συμφωνία τους, δια των νομίμων εκπροσώπων της, λοιπών εναγομένων.
Η οφειλή αυτή, μετά από αλλεπάλληλες πιέσεις προς την πρώτη εναγομένη, είτε μέσω της ..., είτε σε απευθείας επαφές της ίδιας (ενάγουσας) με την πρώτη εναγομένη, μειώθηκε στο ποσό των 1.219.064,97 ευρώ, το οποίο η τελευταία και οι εκπρόσωποί της, αρνήθηκαν να της καταβάλουν. Κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνων Σύμβουλος της πρώτης εναγομένης, ήταν ο δεύτερος εναγόμενος και μέλη αυτού, οι τρίτη και τέταρτη των εναγομένων, ενώ πράγματι τις σχετικές αποφάσεις λάμβανε ο έκτος εναγόμενος (αναιρεσείων), ο οποίος εμφανιζόταν προς τους τρίτους και προς την ίδια (ενάγουσα), ως Πρόεδρος του ΔΣ και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής και ως μοναδικός φορέας της, αποδεχόμενος την ευθύνη του για τη μη απόδοση του πιο πάνω ποσού.
Ο ίδιος ανέλαβε για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης, τις σχετικές διαπραγματεύσεις για τη ρύθμιση της οφειλής, αποδεχόμενος ότι, είναι πραγματικά εκείνος που ευθύνεται για την κατάσταση που δημιουργήθηκε και κατ' ουσίαν το πρόσωπο που οδήγησε τελικά την πρώτη των εναγομένων, μέσω των λοιπών εναγομένων, στην παράνομη ιδιοποίηση του τιμήματος των εισιτηρίων.
Ο δεύτερος εναγόμενος ως Πρόεδρος του ΔΣ και νόµιµος εκπρόσωπος της πρώτης εναγοµένης, ανώνυμης εταιρίας, οι τρίτη, τέταρτη και πέµπτος των εναγοµένων, ως µέλη του Διοικητικού Συμβουλίου (ΔΣ) της, καθώς και ο έκτος εναγόμενος (αναιρεσείων), ομοίως ως νόμιμος εκπρόσωπός της, αφού αυτός εμφανιζόταν και προέβαλε εαυτόν, ως τον ιδρυτή και ιδιοκτήτη της πρώτης εναγομένης και ως Πρόεδρο του ΔΣ και Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής και ο ίδιος πράγματι διοικούσε την εταιρία, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα, ενεργώντας υπό την ιδιότητά τους αυτή, δεν απέδωσαν το πιο πάνω ποσό στην ενάγουσα, αντίθετα το παρακράτησαν και το ιδιοποιήθηκαν παράνομα, προκαλώντας έτσι στην ενάγουσα ζημία, αντίστοιχου ποσού.
Με την ως άνω συμπεριφορά τους, οι άνω εναγόμενοι (φυσικά πρόσωπα) έχουν διαπράξει την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, σε βάρος της (ενάγουσας), από την οποία προκλήθηκε σε αυτή η άνω ζημία, για την αποκατάσταση της οποίας ευθύνονται απέναντι της, σε ολόκληρο µε το νομικό πρόσωπο της πρώτης εναγοµένης εταιρίας.
Ζήτησε, ακολούθως, η ενάγουσα, µε βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής της, από καταψηφιστικό, σε εν μέρει αναγνωριστικό, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ανώνυμη εταιρία και μέλη της διοίκησης αυτής, ο δε έκτος εναγόμενος, ως εν τοις πράγμασι νόμιμος εκπρόσωπός της, καθένας σε ολόκληρο, να της καταβάλουν τα αναφερόμενα ποσά, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της θετικής (περιουσιακής) της ζημίας και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο, με την απαγγελία προσωπικής κράτησης σε βάρος του καθενός από τα εναγόμενα φυσικά πρόσωπα, διάρκειας δώδεκα µηνών, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της καταψηφιστικής διάταξης της απόφασης.
Η αγωγή με το πιο πάνω περιεχόμενο και αίτημα, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά του αναιρεσείοντος (έκτου εναγομένου), είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον περιέχει τα αναγκαία για τη θεμελίωση της στοιχεία, που απαιτούνται κατά τις διαλαμβανόμενες στην προηγούμενη νομική σκέψη διατάξεις και συγκροτούν την από την αδικοπραξία (υπεξαίρεση) βάση της, διαπραχθείσα στα πλαίσια της μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης, σύμβασης πρακτορείας.
Τούτο δε διότι, αναφέρεται στην αγωγή, η επίδικη σύμβαση πρακτορείας, το περιεχόμενό της και το είδος της υπόθεσης που ανατέθηκε από την ενάγουσα στην πρώτη εναγομένη, συνιστάμενο στην εκ μέρους της τελευταίας έκδοση και πώληση στο όνομα και για λογαριασμό της ενάγουσας των αεροπορικών εισιτηρίων της και την απόδοση σ' αυτή του αντιτίμου τους, μετά από αφαίρεση των προμηθειών της, εντός του πρώτου 15ημέρου του επόμενου μήνα από την είσπραξη καθενός εισιτηρίου, καθώς και ότι η πρώτη εναγομένη κατά την εκτέλεση της σύμβασης αυτής, αν και εισέπραξε το αντίτιμο των πωληθέντων από την ίδια αεροπορικών εισιτηρίων της ενάγουσας, δεν το απέδωσε στην τελευταία, όπως όφειλε με βάση τον άνω όρο, αλλά το παρακράτησε και το ιδιοποιήθηκε παράνομα, δια των άνω εκπροσώπων της, με την ενσωμάτωσή του στην περιουσία τους, με αντίστοιχη ζημία της ενάγουσας.
Επίσης, αναφέρονται αναλυτικά με ενσωμάτωση των σχετικών καταστάσεων της ..., ο αριθμός των εκδοθέντων εισιτηρίων (1η στήλη), η ημερομηνία της έκδοσης καθενός από αυτά, (2η στήλη) η καθαρή αξία (3η στήλη), το ποσό του φόρου (4η στήλη), η προμήθεια της εναγοµένης εταιρίας (5η στήλη), η τυχόν πρόσθετη έκπτωση (6η στήλη) και ο τυχόν φόρος επί προμήθειας (7η στήλη) και τέλος το καθαρό οφειλόμενο πληρωτέο ποσό στην ενάγουσα (8η στήλη), µε βάση τη συμφωνία τους.
Οι ως άνω δε καταστάσεις είναι µεν ξενόγλωσσες, όσον αφορά τους τίτλους κάθε στήλης, ωστόσο η έννοια των τίτλων αυτών μεταφράζεται και εξειδικεύεται στην ένδικη αγωγή (σελ. 4 αυτής). Όσον δε αφορά τον αναιρεσείοντα, αναφέρεται ρητά στην αγωγή ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο τέλεσης της αδικοπραξίας (υπεξαίρεσης), ήταν ο πραγματικός νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης, ανώνυμης εταιρίας και εκείνος που λάμβανε τις αποφάσεις της, μεταξύ των οποίων και αυτή για παρακράτηση και παράνομη ιδιοποίηση (υπεξαίρεση) του εισπραχθέντος από την ίδια τιμήματος των αεροπορικών εισιτηρίων της (ενάγουσας) και έτσι ευθύνεται για την αποκατάσταση της ζημίας της, σε ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο της εναγομένης εταιρίας, χωρίς να απαιτείται για την πληρότητα του δικογράφου της ένδικης αγωγής, η εξειδίκευση των επιμέρους υλικών πράξεων, για την κατ' αρχή θεμελίωση της δικής του, πέραν αυτής του νομικού προσώπου, υποχρέωσης για αποζημίωση της ενάγουσας, εναπόκειται δε στη διακριτική ευχέρεια του τελευταίου να προτάξει με σχετική ένστασή του, αμυνόμενος, κατά της αγωγής, ότι για ειδικούς λόγους δεν είναι προσωπικά υπαίτιος για τη διάπραξη του αδικήματος και την εντεύθεν ζημία της ενάγουσας.
Εξάλλου, η αναφορά στην αγωγή ότι, ''ο έκτος εναγόμενος, ως ο πραγματικός νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγόμενης, υπήρξε ο αυτουργός της πράξης της υπεξαίρεσης και οι λοιποί εναγόμενοι, ως καταστατικά όργανα αυτής (2η-5ος) οι συνεργοί του, άλλως επικουρικά, αν κριθούν ως αυτουργοί οι τελευταίοι, αυτός ήταν ηθικός αυτουργός'', δεν καθιστά απαράδεκτη αυτή, λόγω ανεπίτρεπτης επικουρικής εναγωγής, ως προς τα πρόσωπα των εναγομένων, όπως, αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, καθόσον τα πρόσωπα των εναγομένων στην ένδικη αγωγή είναι ορισμένα και θετικά και ουδείς ενάγεται υπό την προϋπόθεση της απόρριψης της αγωγής ως προς τον προηγούμενο.
Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ορισμένη την αγωγή, ως προς τον αναιρεσείοντα, απορρίπτοντας τον αντίστοιχο λόγο της έφεσής του κατά της ομοίως αποφανθείσας πρωτόδικης απόφασης, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, γι' αυτό και ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, αληθώς από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι 11), με τις αιτιάσεις ότι, παρά το νόμο, δεν απέρριψε (κήρυξε), ως απαράδεκτη, την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης περί αποζημίωσής της από αδικοπραξία (υπεξαίρεση), τελεσθείσα σε βάρος της και από τον αναιρεσείοντα (υπεξαίρεση), λόγω αοριστίας, που απορρέει από την έλλειψη εξειδίκευσης των θεμελιωτικών της επικαλουμένης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς (του αναιρεσείοντος) στοιχείων και επιπλέον λόγω της επικουρικής εναγωγής των εναγομένων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού κρίνεται αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παραβίαση (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 467/2021, ΑΠ 50/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ''ανεπαρκής αιτιολογία'' ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ''αντιφατική αιτιολογία'' (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1238/2019).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1238/2019, ΑΠ 166/2016). Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 164/2021, ΑΠ 30/2020, ΑΠ 1238/2019, ΑΠ 253/2013).
Επιπλέον, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 78/2020).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως ''πράγματα'', θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996) και οι λόγοι έφεσης, εφόσον περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, τα οποία αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 368/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 29/2012, ΑΠ 2024/2009, ΑΠ 1640/2009), όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 1148/2020, ΑΠ 102/2020, ΑΠ 18/2018, ΑΠ 1548/2018, ΑΠ 1951/2017, ΑΠ 563/2016).
Ο παραπάνω δε λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 1079/2020, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 720/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, δέχτηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) είναι γνωστή αεροπορική εταιρία, η οποία δραστηριοποιείται στη διενέργεια αερομεταφορών, έναντι χρηματικού ανταλλάγματος, επιβατών και εμπορευμάτων, σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και του εξωτερικού και είναι µέλος της ... (...).
Η πρώτη εναγοµένη ανώνυμη εταιρία (μη διάδικος) είχε ως αντικείμενο, πάσης φύσεως τουριστικές επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων, την πρακτόρευση αερομεταφορέων, δια της έκδοσης εισιτηρίων, καθώς και τη διοργάνωση εκδρομών οδικώς, αεροπορικώς, ή ατμοπλοϊκώς, για λογαριασμό των πελατών της. Δυνάμει της από 5-8-2011 Σύμβασης Πρακτορείας Πωλήσεων προς επιβάτες, που συνάφθηκε μεταξύ της ..., ενεργούσας για λογαριασμό όλων των µελών της, συμπεριλαμβανομένων της ενάγουσας εταιρίας - ήδη πρώτης εφεσίβλητης και της ως άνω πρώτης εναγοµένης εταιρίας, µε το διακριτικό τίτλο, "...", η τελευταία ανέλαβε την πρακτόρευση της πρώτης, και συγκεκριμένα τη διαμεσολάβηση κατά την πώληση αεροπορικών εισιτηρίων αυτής (ενάγουσας) προς το επιβατικό κοινό, εισπράττοντας την καθαρή αξία των πωληθέντων εισιτηρίων, πλέον των αναλογούντων φόρων, τελών και λοιπών επιβαρύνσεων επί του τιμήματος αυτών, επ' ονόματι και για λογαριασμό της ενάγουσας, την οποία (αξία) απέδιδε ακολούθως στην τελευταία, αφού κρατούσε τη συμφωνηθείσα προμήθεια.
Πιο συγκεκριμένα, ως προς την έκδοση των αεροπορικών εισιτηρίων, η ... έχει οργανώσει ανά χώρα για λογαριασμό των µελών της αεροπορικών εταιριών, ένα ηλεκτρονικό σύστημα κεντρικής διάθεσης των τίτλων μεταφοράς, λογιστικής παρακολούθησης και είσπραξης των χρημάτων, που ανήκουν στις επιμέρους αεροπορικές εταιρίες, το λεγόμενο "..." ή "..." (...").
Σύμφωνα, δε, µε το πρόγραμμα αυτό, η πρώτη εναγόμενη εταιρία, αλλά και κάθε άλλος, συνεργαζόμενος µε την .... πράκτορας, προέβαινε σε κρατήσεις αεροπορικών εισιτηρίων, µέσω του ηλεκτρονικού συστήματος κρατήσεων (...), µε αυτόματη καταχώρηση των κρατήσεων αυτών στο αρχείο της, ενώ, κατά την έκδοση των εισιτηρίων, τα, ήδη καταχωρημένα στο σύστημα ..., στοιχεία διαβιβάζονταν στο ανωτέρω "..." (...) της ...
υπέρ της ενάγουσας. Η πρώτη εναγοµένη εταιρία, είχε επιπλέον αναλάβει την υποχρέωση να πωλεί στους πελάτες της τα εκδοθέντα µε τον ως άνω τρόπο εισιτήρια της ενάγουσας, έναντι εισπράξεως από αυτούς της αξίας τους, πλέον φόρων και λοιπών τελών, και ακολούθως να αποδίδει, στην ενάγουσα έως την 15η ημέρα του επόμενου μήνα από εκείνον, εντός του οποίου είχε γίνει η έκδοση - πώληση των εν λόγω εισιτηρίων, αφού αφαιρούσε τη συμφωνημένη αμοιβή της - προμήθεια, (σύμφωνα µε τον υπ' αρ. 818 κανονισμό της ..., ο οποίος είναι δεσμευτικός για τα συμβαλλόμενα μέρη, και τον όρο 2.1α της ως άνω, από 5-8-2011 σύμβασης).
Τα χρηματικά ποσά δε που εισέπραττε (η πρώτη εναγομένη), αποτελούσαν, σύμφωνα µε τον όρο 7.2 της μεταξύ αυτής και της ενάγουσας, ως άνω σύμβασης, περιουσία της τελευταίας (αερομεταφορέα) και η πρώτη εναγοµένη (πράκτορας) τα κρατούσε, ως θεματοφύλακας, μέχρι το διακανονισμό. Η μεταξύ των διαδίκων εταιριών, συνεργασία λειτούργησε ομαλά, κατά τα συμφωνηθέντα, για διάστημα περίπου τριών ετών.
Κατά το χρονικό διάστημα, όµως, από 1-6-2014 έως 15-8-2014, η πρώτη εναγοµένη εξέδωσε στο όνοµα και για λογαριασμό της ενάγουσας τα εισιτήρια, που αναφέρονται στις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την ενάγουσα καταστάσεις της αντίστοιχης περιόδου, (στις οποίες, όπως προεκτέθηκε, αναγράφονται αναλυτικά η αξία αυτών, η ημερομηνία έκδοσης, οι τυχόν επιβαρύνσεις και εκπτώσεις, καθώς και η προμήθεια της εναγοµένης εταιρίας και το τελικό καταβλητέο στην ενάγουσα ποσό), συνολικής αξίας, αφαιρούµενων των προμηθειών της, ποσού 3.602.595.852 ευρώ, το οποίο, οι νόμιμοι εκπρόσωποι και οι διοικούντες την εναγοµένη εταιρία, ενεργώντας υπό την ιδιότητά τους αυτή και στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους, αν και το εισέπραξαν για λογαριασμό της ενάγουσας, δεν το απέδωσαν σε αυτήν, ως όφειλαν, κατά τις συμφωνηθείσες ημερομηνίες.
Κατόπιν δε επανειλημμένων οχλήσεων της ενάγουσας, η πρώτη εναγοµένη προέβη σε καταβολή μέρους της ως άνω οφειλής της, η οποία τελικά ανήλθε στο αιτούμενο με την αγωγή ποσό των 1.219.064,97 ευρώ. Το ύψος της εν λόγω οφειλής, δεν αμφισβήτησαν οι εναγόμενοι, μεταξύ των οποίων και ο έκτος εξ αυτών και ήδη εκκαλών (αναιρεσείων).
Ο τελευταίος, πέραν του ισχυρισμού του ότι δεν υπήρξε ποτέ νόμιμος εκπρόσωπος της εναγοµένης εταιρίας, είτε ως µέλος του ΔΣ αυτής, είτε κατόπιν εξουσιοδότησης αυτού, αλλά ούτε ''εν τοις πράγµασι'', όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη, (ζήτημα, µε το οποίο θα ασχοληθεί το παρόν δικαστήριο παρακάτω), υποστηρίζει ότι η µη καταβολή των επίμαχων ποσών δεν έγινε από δόλο, αλλά οφείλεται σε λόγο ανωτέρας βίας, συνιστάµενο σε σοβαρή ταμειακή δυσχέρεια της εταιρίας "...".
Η οικονομική δυσχέρεια, όµως, δεν συνιστά εύλογη αιτία µη καταβολής των οφειλοµένων, ούτε, πολύ περισσότερο, γεγονός ανωτέρας βίας και δεν αίρει την αδικοπρακτική ευθύνη των διοικούντων την εταιρία προσώπων ...... Άλλωστε, τα ως άνω χρηματικά ποσά που εισπράχθηκαν, και δεν αποδόθηκαν στην ενάγουσα, κατά τα αναλυτικά προαναφερθέντα, αποτελούν εισπράξεις, που έγιναν για λογαριασμό της, χωρίς δικαίωμα των εναγοµένων να κάνουν χρήση αυτών για οποιαδήποτε αιτία, αλλά µε υποχρέωση να τα αποδώσουν σε εκείνη, ως μόνη δικαιούχο ....
Πιο συγκεκριμένα, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη, ο δεύτερος εναγόμενος, κατά τον επίδικο χρόνο, τύγχανε πρόεδρος του Δ.Σ, διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγοµένης εταιρίας, σύμφωνα µε το από 4-12-2013 πρακτικό της Γ.Σ, που καταχωρήθηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο, στις 14-1-2014 και δημοσιεύθηκε την 21-1- 2014 στο µε αριθμό ...
Φ.Ε.Κ. (τεύχος Α.Ε.-Ε.Π.Ε & Γ.Ε.ΜΗ.), στο οποίο αναφέρεται πως δεσμεύει την εταιρία µε μόνη την υπογραφή του, συμμετείχε, δε, ενεργά στη διοίκηση του νομικού προσώπου. Ως προς το κεφάλαιο δε της εκκαλουµένης, που αφορά το δεύτερο εναγόμενο και την ευθύνη του, δεν έχει ασκηθεί έφεση. Όσον αφορά δε στον έκτο εναγόμενο, παρόλο που δεν μετείχε στο Δ.Σ της εταιρίας, εντούτοις ενεργούσε, στην πραγματικότητα, ως νόμιμος εκπρόσωπός της, έχοντας, από κοινού µε το δεύτερο εναγόμενο, την ουσιαστική διοίκηση και διαχείριση της εταιρίας και της περιουσίας της, αφού αυτός εμφανιζόταν στους εκπροσώπους της ενάγουσας ως εκπρόσωπός της, πριν και μετά την κατάρτιση της εμπορικής συμφωνίας, διαπραγματεύονταν µε αυτούς και γενικά συναλλάσσονταν για λογαριασμό της εταιρίας.
Έτσι, ο δεύτερος και ο έκτος των εναγοµένων, εκπροσωπώντας το νομικό πρόσωπο της εταιρίας "...", ενώ γνώριζαν ότι τα εισπραχθέντα για λογαριασμό της ενάγουσας ποσά, από αυτούς, ως αντίτιμο από τα εν λόγω πωληθέντα εισιτήρια, δεν ανήκαν στην εναγοµένη ως άνω εταιρία, η οποία είχε την ιδιότητα του θεματοφύλακα, κατά τα προαναφερθέντα, αλλά στην ενάγουσα και έπρεπε µε βάση την ως άνω σύμβαση πρακτορείας, να αποδοθούν στην τελευταία το πρώτο 15ημερο του επόμενου μήνα, κατά τον οποίο εκδόθηκε το κάθε ένα από αυτά, αφού αφαιρεθεί η συμφωνηθείσα προμήθεια της εναγοµένης εταιρίας, παραταύτα, δεν τα απέδωσαν, ιδιοποιούμενοι αυτά χωρίς δικαίωμα.
Η ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά και του έκτου εναγοµένου, η οποία στοιχειοθετεί την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης (άρθρο 375 ΠΚ), είχε ως αποτέλεσμα να προκληθεί περιουσιακή ζημία στην ενάγουσα, ισόποση µε το ποσό του µη αποδοθέντος τιμήματος των πωληθέντων εισιτηρίων, ύψους 1.219.064.97 ευρώ. Σύμφωνα, λοιπόν, µε τα προεκτεθέντα, στοιχειοθετείτε αδικοπρακτική ευθύνη των ως άνω εναγοµένων φυσικών προσώπων, ως εκπροσώπων της πρώτης εναγοµένης εταιρίας, (του δεύτερου εναγοµένου ως νομικού εκπροσώπου, ως έκρινε η εκκαλουµένη και του έκτου εναγοµένου ως εν τοις πράγµασι νομικού εκπροσώπου της εναγοµένης εταιρίας), οι οποίοι ευθύνονται σε ολόκληρο µε την τελευταία για την αποκατάσταση της ως άνω ζημίας, που προκάλεσαν στην ενάγουσα, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.
Ο ισχυρισμός δε του έκτου εναγομένου -εκκαλούντος, ότι αυτός δεν ενθυλάκωσε τα εν λόγω χρηματικά ποσά, που παρακρατήθηκαν σε προσωπικό του λογαριασμό, αληθής υποτιθέμενος, δεν ασκεί επιρροή για τη στοιχειοθέτηση της εν λόγω αδικοπραξίας εκ μέρους του, ως ουσιαστικού εκπροσώπου και διαχειριστή, της εταιρίας, καθώς αρκεί η ιδιοποίησή τους και για λογαριασμό της εναγοµένης εταιρίας, ανεξάρτητα δε αν τα ως άνω ποσά σώζονται ή χρησιμοποιήθηκαν για κάλυψη άλλων υποχρεώσεων της τελευταίας ή του εκκαλούντος, αφού κάτι τέτοιο δεν είχαν δικαίωµα να πράξουν, διότι τα χρήματα αυτά δεν τους ανήκαν.
Εξάλλου, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη, και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς αυτούς, η τρίτη και τέταρτη των εναγοµένων αλλά και ο πέμπτος αυτών, ναι µεν συμμετείχαν στο Δ.Σ της εναγοµένης εταιρίας, αλλά η συμμετοχή τους ήταν τυπική και δεν είχαν ενεργό ρόλο στη διοίκησή της. Πέραν δε του ότι, ως προς τους ως άνω εναγόμενους και τις σχετικές µε αυτούς διατάξεις της, δεν πλήττεται (η εκκαλουμένη), εφόσον ως προς τους τελευταίους, απορρίφθηκε κατά τα ανωτέρω, η κρινόμενη έφεση ως απαράδεκτη, σε κάθε δε περίπτωση, προέκυψε ότι, οι µεν δεύτερη και τρίτη εναγόµενες ήταν απλοί υπάλληλοι της εταιρίας και δεν είχαν καμία αποφασιστική αρμοδιότητα στη διοίκηση της εταιρίας.
Ο δε τέταρτος εναγόµενος, πατέρας του έκτου εναγοµένου, ο οποίος αντικατέστησε τη δεύτερη εναγόµενη στο Δ.Σ, ως αντιπρόεδρος, όταν αυτή παραιτήθηκε στις 30-6-2014, επίσης δεν είχε ουσιαστική συμμετοχή στη διοίκηση και εκπροσώπηση της εταιρίας, λόγω του προχωρημένου της ηλικίας του και των σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε (καρδιακή και αναπνευστική ανεπάρκεια και οξυγονοθεραπεία κατ' οίκο), αλλά τοποθετήθηκε σε αυτό µε προτροπή του πραγματικού νομίμου εκπροσώπου της - έκτου εναγοµένου , όπως και οι ως άνω εναγόµενες, για λόγους τυπικούς, χωρίς να συμμετέχουν στην ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά των λοιπών εναγοµένων (2ου και 6ου).
Ο έκτος εναγόµενος, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, υποστήριξε τόσο πρωτόδικα, όσο και µε την κρινόμενη έφεσή του (δεύτερο λόγο της), ότι ποτέ δεν υπήρξε νόμιμος εκπρόσωπος της εναγοµένης εταιρίας, σύμφωνα µε το καταστατικό της, ή µέλος του Δ.Σ αυτής, ούτε του είχαν ανατεθεί τέτοια καθήκοντα µε εξουσιοδότηση των µελών του, αλλά ήταν απλός υπάλληλος αυτής, ασχολούμενος µε τις δημόσιες σχέσεις.
Το γεγονός, όµως, ότι ο έκτος εναγόµενος - εκκαλών, ενώ τυπικά δεν ήταν µέλος του Δ.Σ της εναγοµένης εταιρίας, εντούτοις ενεργούσε στην πραγματικότητα ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, διενεργώντας σχεδόν το σύνολο των διαπραγματεύσεων και των συμφωνιών µε την ενάγουσα εταιρία δια των εκπροσώπων αυτής και συναλλασσόμενος μαζί τους, προκύπτει από σωρεία στοιχείων (μαρτυρικές καταθέσεις και έγγραφα).
Ειδικότερα, ο μάρτυρας της ενάγουσας Σ. Σ., ο οποίος ήταν διευθυντής πωλήσεων αυτής, αναφέρει χαρακτηριστικά στην κατάθεσή του ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ότι δεν είχε δει το καταστατικό (της εναγοµένης εταιρίας), αλλά µε τον Ν. Κ. (έκτο εναγόμενο) είχε συνεργασία από το 2011, µε αυτόν μιλούσε και µε αυτόν είχε ανταλλάξει mails για διάφορα θέματα.
Η δε μάρτυρας της τρίτης εναγοµένης Α. Σ., η οποία ήταν υπάλληλος της εναγοµένης εταιρίας, από τον Απρίλιο του 2011 έως τον Αύγουστο του 2015, που οι εργαζόμενοι σε αυτήν προέβησαν σε επίσχεση εργασίας, καταθέτει ότι ο Ν. Κ. ήταν αυτός, που έπαιρνε αποφάσεις και διοικούσε την εταιρία, και ότι µε αυτόν συζητήθηκε και ζητήθηκε από την τρίτη εναγόμενη, η οποία ήταν κι αυτή εργαζόμενη στην εταιρία στο λογιστήριο, να συμμετέχει στο Δ.Σ, πράγμα που έπραξε φοβούμενη µη χάσει τη δουλειά της, καθώς επίσης ότι ''...στις περιπτώσεις που έπρεπε να πραγματοποιηθεί κάποια πληρωμή, υπήρχε σχετική γραπτή επικοινωνία, όπου έπρεπε να υπάρξει η έγκριση του κυρίου Κ.
Ν. για να προχωρήσουμε σε πληρωμή... ''. Ακόμη, το ιδιωτικό συμφωνητικό του έτους 2012, περί παροχής κινήτρων, που συνάφθηκε μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγοµένης εταιρίας, υπογράφεται εκ μέρους της τελευταίας από τον έκτο εναγόµενο, ως νόμιμο εκπρόσωπο αυτής, ενώ υπάρχει πληθώρα ηλεκτρονικών επιστολών (mails) του έκτου εναγοµένου, µε εκπροσώπους και δικηγόρους της εναγοµένης, αλλά και δικηγόρους στη Μεγάλη Βρετανία, εκπροσωπούντες έτερες αεροπορικές εταιρίες, στις οποίες επίσης οφείλονταν χρήματα από την "...", όπου εμφανίζεται ως εκπρόσωπός της και αυτός που ουσιαστικά τη διοικεί.
Μάλιστα και το γεγονός ότι, όπως αναφέρει στην έφεσή του, ανέλαβε από τον Οκτώβριο του 2012, καθήκοντα Προέδρου και Δ/ντος Συμβούλου της μητρικής εταιρίας του ομίλου "...", είναι ενισχυτικό της θέσης του ως εν τοις πράγµασι εκπροσώπου της εναγοµένης εταιρίας, αντίθετα µε τα όσα ο ίδιος υποστηρίζει. Εξάλλου, στο από 16-9-2015 Δελτίο Τύπου του Υπουργείου Εργασίας, στα πλαίσια της σύσκεψης, που είχε πραγµατοποιηθεί υπό το Γ.
Γραμματέα σχετικά µε την καταβολή των δεδουλευµένων αποδοχών στους εργαζομένους της εναγοµένης εταιρίας, αναφέρεται, σύμφωνα µε τους εκπροσώπους αυτών, ότι ''το μοναδικό πρόσωπο από πλευράς της εταιρίας που πληροφορεί, συναλλάσσεται, διαβεβαιώνει ή συνομιλεί μαζί τους, έστω και μερικώς, είναι ο κ. Ν. Κ. (αναιρεσείων)''.
Προσκομίζονται, τέλος, από την ενάγουσα πλήθος δημοσιευμάτων στον ηλεκτρονικό και έντυπο τύπο, όπου ο Ν. Κ., αναφέρεται ρητά ως Πρόεδρος και ιδρυτής της "..." και γενικά το κεντρικό πρόσωπο αυτής και, ως τέτοιο, δίνει συνεντεύξεις, φωτογραφίζεται μαζί µε διάσημα πρόσωπα και φέρεται να προσφέρει εισιτήρια της εν λόγω εταιρίας για φιλανθρωπικούς σκοπούς.
Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, εξαιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του δεύτερου και του έκτου των εναγοµένων, υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να της επιδικασθεί το ποσό των 15.000 ευρώ, όπως κρίθηκε και µε την εκκαλουμένη, το οποίο είναι εύλογο ενόψει των συνθηκών της άνω αδικοπραξίας, του βαθμού πταίσματος των ως άνω εναγοµένων, του είδους της ζημίας καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής Κατάστασης των διαδίκων, ως προς το ύψος του οποίου, άλλωστε, δεν υπάρχει ειδικό παράπονο στην ένδικη έφεση.
Κατόπιν των ανωτέρω, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που, µε την εκκαλουμένη απόφασή του, κατέληξε στην ίδια κρίση µε το παρόν, δεν έσφαλε και ορθώς εφάρμοσε το νόµο και εκτίμησε τις αποδείξεις. .....". Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε υποχρεωθεί να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη, σε ολόκληρο με το δεύτερο εναγόμενο, αμφότεροι με την ιδιότητά τους ως νομίμων εκπροσώπων της επίσης εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας, "...", κατά παραδοχή της αγωγής της, το ποσό των 215.000 ευρώ και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση των τελευταίων να καταβάλουν στην αναιρεσείουσα, ομοίως σε ολόκληρον καθένας, το ποσό των 1.019.054,97 ευρώ, για την αποκατάσταση της θετικής (περιουσιακής) ζημίας και χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, που υπέστη η ενάγουσα από την περιγραφόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά τους σε βάρος της.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων, 914 ΑΚ και 375 ΠΚ, σχετικά με την από αδικοπραξία ευθύνη του αναιρεσείοντος, τις οποίες, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενόψει του συνόλου των ως άνω παραδοχών του, αφού τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των παραπάνω διατάξεων.
Συγκεκριμένα δέχθηκε ότι: α) Μεταξύ της ενάγουσας, αεροπορικής εταιρίας και της πρώτης εναγομένης, ανώνυμης εταιρίας, που εκμεταλλευόταν μεταξύ άλλων, γραφείο ταξιδίων, καταρτίστηκε μέσω της ..., σύμβαση πρακτορείας, με βάση την οποία η τελευταία ανέλαβε την πρακτόρευση της πρώτης και ειδικότερα τη διαμεσολάβηση κατά την πώληση αεροπορικών εισιτηρίων αυτής προς το επιβατικό κοινό, εισπράττοντας το τίμημά τους, στο όνομα και για λογαριασμό της ενάγουσας, το οποίο ακολούθως όφειλε να αποδώσει στην τελευταία, αφού κρατούσε τη συμφωνηθείσα προμήθεια, εντός του πρώτου 15ημέρου του επόμενου μήνα από το χρόνο έκδοσης καθενός εισιτηρίου.
Β) Τα εισπραττόμενα από την πρώτη εναγομένη χρηματικά ποσά αποτελούσαν περιουσία της ενάγουσας και κατά τον αναφερόμενο όρο της εν λόγω σύμβασης, θα τα κρατούσε η πρώτη εναγομένη ως θεματοφύλακας, μέχρι τον πιο πάνω χρόνο απόδοσής τους και γ) Οι νόμιμοι εκπρόσωποι και διοικούντες την πρώτη εναγομένη, δεύτερος εναγόμενος, Πρόεδρος του ΔΣ και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής, ως καταστατικός εκπρόσωπος αυτής και έκτος εναγόμενος, ήδη αναιρεσείων, ως εν τοις πράγμασι νόμιμος εκπρόσωπός της, ενεργώντας υπό την ιδιότητά τους αυτή και στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους, αν και εισέπραξαν για λογαριασμό της ενάγουσας, το τίμημα πώλησης των αναφερόμενων αεροπορικών εισιτηρίων της, συνολικού ποσού 3.602.595,82 ευρώ, ουδέποτε απέδωσαν στην τελευταία, μέρος του ποσού αυτού, ύψους 1.219.054,97 ευρώ, όπως διαμορφώθηκε μετά τις γενόμενες καταβολές, αντίθετα το τελευταίο ποσό το παρακράτησαν και το ιδιοποιήθηκαν παράνομα, διαπράττοντας την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης.
Από τις τελευταίες δε παραδοχές, ότι ο αναιρεσείων, υπό την ιδιότητά του, ως εν τοις πράγμασι νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης, εισέπραξε και για λογαριασμό της ενάγουσας, το τίμημα πώλησης των αναφερόμενων αεροπορικών εισιτηρίων της, με την υποχρέωση απόδοσης προς την ενάγουσα του αντιτίμου των εισιτηρίων εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος μετ' αφαίρεση του συμφωνημένου ποσού προμήθειας, σαφώς προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων υπό την προεκτεθείσα ιδιότητά του, ενεργούσε ως εντολοδόχος της περιουσίας της ενάγουσας εταιρίας και συνεπώς, εφόσον, κατά τις ίδιες παραδοχές, δεν απέδωσε το εισπραχθέν αντίτιμο των εισιτηρίων, παρά τις σχετικές οχλήσεις της τελευταίας, αλλά τα ιδιοποιήθηκε παράνομα, τέλεσε την πράξη της υπεξαίρεσης.
Η ιδιότητα δε της υπ' αυτού εκπροσωπούμενης εταιρείας, πρώτης εναγομένης, ως εντολοδόχου της ενάγουσας, δεν αναιρείται από την υποχρέωσή της από τη σύμβαση με την τελευταία, να παρακρατεί τα εισπραττόμενα ασφάλιστρα, ως θεματοφύλακας για ορισμένο χρόνο, καθόσον, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η υποχρέωση προς φύλαξη του εισπραττόμενου ποσού (μετ' αφαίρεση ορισμένου ποσού της προμήθειας) μέχρι την απόδοσή του, είναι συνέπεια της σύμβασης εντολής, η δε πρόσθετη αυτή ευθύνη του εντολοδόχου κατά το χρόνο που έχει στην κατοχή του τα χρήματα για λογαριασμό του εντολέα του, δεν αναιρεί την ιδιότητά του ως εντολοδόχου ως προς την είσπραξη για λογαριασμό του εντολέα και την απόδοση σ' αυτού του χρηματικού ποσού που εισέπραξε, ούτε μεταβάλλει το χαρακτήρα της σύμβασης, σε σύμβαση παρακαταθήκης, με συνέπεια να μην μπορεί να γίνει λόγος για κακουργηματική υπεξαίρεση, κατά το άρθρο 375 ΠΚ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων.
Επομένως, ο πρώτος πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, της παραβίασης με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, με τις ειδικότερες αιτιάσεις, όσον αφορά την παραβίαση της διάταξης του άρθρου 375 ΠΚ, ότι δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της υπεξαίρεσης, καθόσον, η εναγόμενη εταιρία, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης, είχε την ιδιότητα του θεματοφύλακα του εισπραχθέντος αντίτιμου των εισιτηρίων, η οποία (ιδιότητα) δεν περιλαμβάνεται στις περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις του άνω άρθρου, είναι αβάσιμος.
Εξάλλου, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων, που δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής από αδικοπραξία και αντίστοιχα την απόρριψη των προβαλλόμενων ισχυρισμών του αναιρεσείοντος για τη μη ευθύνη του από την περιγραφόμενη σε βάρος της αναιρεσίβλητης αποδειχθείσα παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του, η οποία είναι ικανή και πρόσφορη, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να προκαλέσει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, το οποίο πράγματι προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες κατά τούτο, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.
Διέλαβε δε το Εφετείο στην απόφασή του αυτή σαφείς, πλήρεις και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών, στις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 914 ΑΚ, 375 ΠΚ και αυτές των άρθρων 822 και 830 ΑΚ.
Και τούτο διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθεται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ότι: α) Η πρώτη εναγομένη, στα πλαίσια της αναφερόμενης σύμβασης πρακτορείας, με το περιεχόμενο που προεκτέθηκε, κατά το χρονικό διάστημα, από 1-6-2014 έως 15-8-2014, εξέδωσε και πώλησε στο όνομα και για λογαριασμό της ενάγουσας, τα εισιτήρια που αναφέρονται στις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την ενάγουσα καταστάσεις της αντίστοιχης περιόδου (στις οποίες αναγράφονται αναλυτικά η αξία αυτών, η ημερομηνία έκδοσης, οι τυχόν επιβαρύνσεις και εκπτώσεις, καθώς και η προμήθεια της εναγομένης εταιρίας και το τελικά καταβλητέο στην ενάγουσα ποσό), συνολικής αξίας, αφαιρουμένων των προμηθειών της, 3.602.595,82 ευρώ, το οποίο οι νόμιμοι εκπρόσωποί της και οι διοικούντες την εναγομένη εταιρία, ενεργώντας υπό την ιδιότητά τους αυτή και στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της, αν και το εισέπραξαν στο όνομα και για λογαριασμό της ενάγουσας, δεν το απέδωσαν σ' αυτή όπως ώφειλαν, κατά τις συμφωνημένες ημερομηνίες.
Β) Το τελευταίο ποσό, μετά από καταβολή μέρους του, από την πρώτη εναγομένη, μειώθηκε στο αιτούμενο με την αγωγή ποσό των 1.219.064,97 ευρώ, το ύψος του οποίου δεν αμφισβήτησαν οι εναγόμενοι, μεταξύ των οποίων ο αναιρεσείων, και γ) Ο δεύτερος και ο έκτος των εναγομένων (αναιρεσείων), αν και γνώριζαν ότι τα εισπραχθέντα για λογαριασμό της ενάγουσας ποσά, από αυτούς, ως αντίτιμο των πωληθέντων εισιτηρίων, δεν ανήκαν στην πρώτη εναγομένη εταιρία, αλλά αποτελούσαν περιουσία της ενάγουσας και έπρεπε να αποδοθούν σ' αυτή, ως μόνη δικαιούχο, παραταύτα δεν τα απέδωσαν, αλλά τα ιδιοποιήθηκαν παράνομα, χωρίς δικαίωμα.
Επιπλέον, όσον αφορά την αδικοπρακτική ευθύνη του αναιρεσείοντος (έκτου εναγομένου), ως εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης εκτίθεται στην προσβαλλόμενη ότι αυτός ενεργούσε στην πραγματικότητα, ως νόμιμος εκπρόσωπός της έχοντας από κοινού με το δεύτερο εναγόμενο, την ουσιαστική διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας της, αφού εμφανιζόταν ως εκπρόσωπός της, πριν και μετά την κατάρτιση της εμπορικής συμφωνίας, διαπραγματεύονταν και γενικά συναλλάσσονταν για λογαριασμό της εταιρίας.
Οι παραδοχές δε αυτές, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες παραδοχές του Εφετείου, που προαναφέρθηκαν και αφορούν τη λειτουργία της ένδικης σύμβασης πρακτορείας και τους όρους της, στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της απόφασής του, χωρίς να απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, να αναφέρονται επιπλέον, ο αριθμός καθενός των εισιτηρίων που εκδόθηκαν από την πρώτη εναγομένη, πόσα πωλήθηκαν και πότε, το καθένα ξεχωριστικά, το τίμημα καθενός εισιτηρίου, οι αγοραστές και ο χρόνος αγοράς τους και σε ποια εισιτήρια αντιστοιχεί το ποσό των 1.219.064,97 ευρώ, που τελικά ζητείται και σε ποια το ποσό των 200.000 ευρώ, που επιδικάστηκε καταψηφιστικά στην ενάγουσα, ενόψει και της παραδοχής της, ότι δεν υπήρξε αμφισβήτηση εκ μέρους των εναγομένων, μεταξύ των οποίων και ο έκτος εξ αυτών (αναιρεσείων), του ύψους της οφειλής.
Εξάλλου, ουδεμία ασάφεια υφίσταται στην προσβαλλόμενη απόφαση, α) σχετικά με το ύψος του υπεξαιρεθέντος ποσού, από το γεγονός ότι αναφέρεται σ' αυτή, ότι, ''το σύνολο του αντιτίμου των πωληθέντων εισιτηρίων ανήλθε στο ποσό των 3.602.595,82 ευρώ, το οποίο οι νόμιμοι εκπρόσωποι και διοικούντες την εναγομένη εταιρία ....
δεν το απέδωσαν κατά τις συμφωνημένες ημερομηνίες'', ενώ στη συνέχεια γίνεται δεκτό, ότι το ύψος του υπεξαιρεθέντος ποσού, ανήλθε σε 1.219.064,97 ευρώ και αφορούσε εισιτήρια της ίδιας χρονικής περιόδου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, καθώς σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά, το επιδικασθέν, ως υπεξαιρεθέν ποσό, δεν είναι το αρχικά οφειλόμενο και μη αποδοθέν ποσό των 3.602.595,82 ευρώ, αλλά το ποσό των 1.219.064,97 ευρώ, όπως αυτό διαμορφώθηκε, μετά από καταβολές της πρώτης εναγομένης, έναντι της πιο πάνω συνολικής οφειλής (ύψους 3.602.595,82 ευρώ).
Και, β) σχετικά με το χρόνο απόδοσης του τιμήματος των ένδικων εισιτηρίων και συγκεκριμένα μεταξύ της παραδοχής του Εφετείου ότι ο χρόνος αυτός ορίζεται, ως το πρώτο δεκαπενθήμερο του επόμενου της έκδοσής τους μήνα, με αυτή ότι υπάρχει σχέση θεματοφυλακής του τιμήματος, μέχρι το διακανονισμό, χωρίς να παρατίθεται πότε γινόταν ο ''διακανονισμός'' και αν αυτός ταυτιζόταν με τον άνω χρόνο απόδοσης του αντιτίμου των εισιτηρίων, αφού σύμφωνα με τις σαφείς παραδοχές της προσβαλλόμενης, ο εν λόγω διακανονισμός αφορούσε το οργανωμένο από την ...
για λογαριασμό των μελών της, αεροπορικών εταιριών, ηλεκτρονικό σύστημα κεντρικής διάθεσης των τίτλων, λογιστικής παρακολούθησης και είσπραξης των χρημάτων που ανήκαν στις αεροπορικές εταιρίες, με την ονομασία ''...'', μέσω του οποίου, η πρώτη εναγομένη, αλλά και κάθε άλλος πράκτορας, προέβαινε σε κρατήσεις αεροπορικών εισιτηρίων, με αυτόματη καταχώρηση των κρατήσεων αυτών στο αρχείο της, ενώ κατά την έκδοση των εισιτηρίων τα ήδη καταχωρημένα στο σύστημα στοιχεία διαβιβάζονταν στο ανωτέρω ''...'' υπέρ της ενάγουσας, χωρίς να υπάρξει μετάθεση του συμφωνημένου χρόνου απόδοσης του αντιτίμου των εισιτηρίων, όπως αυτός οριζόταν στον αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση Κανονισμό της ...
και τον όρο 2.1α της επίδικης σύμβασης. Επίσης, καμιά αντίφαση δεν υπάρχει στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης: α) Περί της αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσείοντος, ως de facto νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης, με αυτές ότι, ''οι νόμιμοι εκπρόσωποι και διοικούντες την εταιρία ενεργώντας με την ιδιότητά τους αυτή και στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της δεν απέδωσαν το αναφερόμενο ποσό'', καθόσον, σύμφωνα με τις λοιπές παραδοχές της, οι αναφερόμενοι εκπρόσωποι της εναγομένης εταιρίας, είναι τόσο ο δεύτερος εναγόμενος, Πρόεδρος του ΔΣ και Δ/νων Σύμβουλος αυτής, όσο και ο αναιρεσείων, ως πραγματικός νόμιμος εκπρόσωπός της.
Και, β) στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι τα ένδικα ποσά τα ιδιοποιήθηκε ο αναιρεσείων, με την προαναφερθείσα ιδιότητά του, με αυτές, κατά τις οποίες τα ένδικα ποσά ενθυλάκωσε η πρώτη εναγομένη, ενόψει του ότι, όπως έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση η αδικοπραξία (υπεξαίρεση) αφορούσε την πρώτη εναγομένη, ανώνυμη εταιρία, η οποία ως αντισυμβαλλόμενη της ενάγουσας, αν και εισέπραξε το αντίτιμο των εισιτηρίων δεν απέδωσε αυτό στην τελευταία, όπως όφειλε, αντίθετα το ιδιοποιήθηκε παράνομα, αυτουργοί δε της αδικοπραξίας είναι οι νόμιμοι εκπρόσωποί της και συγκεκριμένα ο αναιρεσείων (από κοινού με το δεύτερο εναγόμενο), οι οποίοι με την ιδιότητά τους αυτή, ευθύνονται και προσωπικά για την υπαίτια μη απόδοση στην ενάγουσα του αντιτίμου των εισπραχθέντων εισιτηρίων, σε ολόκληρο με την πρώτη εναγομένη εταιρία.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος, ενώ οι λοιπές επικαλούμενες στον ίδιο λόγο ελλείψεις, οι οποίες αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι την ανάλυση, στάθμιση ή αξιολόγησή τους, καθώς και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές ή στη σχετική με την εκτίμηση των αποδείξεων επιχειρηματολογία του δικαστηρίου, δεν θεμελιώνουν την άνω αναιρετική πλημμέλεια, εφόσον όπως προαναφέρθηκε, το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφασή του.
Εξάλλου, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια πιο πάνω πλημμέλεια, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, της παραβίασης εκ πλαγίου των διατάξεων των άρθρων 822 και 830 του ΑΚ, με ελλιπείς αιτιολογίες, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, αν και δέχεται ότι τελέστηκε το αδίκημα της υπεξαίρεσης, με την ιδιοποίηση του αντιτίμου των πωληθέντων εισιτηρίων της ενάγουσας, τα οποία μέχρι την απόδοσή τους κατείχε η πρώτη εναγομένη ως θεματοφύλακας, δεν προβαίνει σε νομικό χαρακτηρισμό του είδους της σύμβασης παρακαταθήκης, ήτοι αν πρόκειται για ομαλή ή ανώμαλη παρακαταθήκη, έτσι ώστε να κριθεί αν συντρέχει, το στοιχείο του ''ξένου'' πράγματος, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος της υπεξαίρεσης, κατά την έννοια του άρθρου 375 ΠΚ, αφού σε περίπτωση ύπαρξης σύμβασης ανώμαλης παρακαταθήκης, η πρώτη εναγομένη εταιρία, έγινε κυρία του ποσού αυτού και ουδεμία υπεξαίρεση διαπράχθηκε, είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι το Εφετείο, στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στην αδικοπραξία της πρώτης εναγομένης και συγκεκριμένα, στην παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της (υπεξαίρεση από εντολοδόχο), με την εκ μέρους της ιδιοποίηση και ενσωμάτωση στην περιουσία της, δια των άνω εκπροσώπων της, του αντιτίμου των εισιτηρίων, το οποίο εισέπραττε για λογαριασμό της ενάγουσας και όχι στις ανωτέρω διατάξεις του ΑΚ περί παρακαταθήκης, η οποία αποτέλεσε παρεπόμενη συμφωνία κατά τη λειτουργία της σύμβασης πρακτορείας.
Η αναφορά δε της σύμβασης παρακαταθήκης στην προσβαλλόμενη απόφαση, έγινε διηγηματικά από το Εφετείο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προς αιτιολόγηση της κρίσης του, για την περιέλευση του αντιτίμου των εισιτηρίων στην πρώτη εναγομένη και τη δικαιολόγηση της κατοχής του από αυτή, μέχρι την απόδοσή του.
Και τούτο ανεξάρτητα από το ότι, με βάση τις παραδοχές της άνω απόφασης, σύμφωνα με τις οποίες, ''τα χρηματικά ποσά που εισπράχθηκαν και δεν αποδόθηκαν στην ενάγουσα, ... αποτελούν εισπράξεις, που έγιναν για λογαριασμό της, χωρίς δικαίωμα των εναγομένων να κάνουν χρήση αυτών για οποιαδήποτε αιτία, αλλά με υποχρέωση να τα αποδώσουν σε εκείνη ως μόνη δικαιούχο'', είναι σαφές ότι η ως άνω σύμβαση παρακαταθήκης έχει τα χαρακτηριστικά ομαλής παρακαταθήκης, αφού η πρώτη εναγομένη το τίμημα το εισέπραττε στο όνομα και για λογαριασμό της ενάγουσας, χωρίς δικαίωμα χρήσης αυτού και ως εκ τούτου δεν περιερχόταν κατά κυριότητα σ' αυτή, αλλά ήταν ξένο ως προς αυτή πράγμα.
Ακολούθως, με τους δεύτερο και τέταρτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα, ότι το Εφετείο, αφενός μεν έλαβε υπόψη μη προταθέντες με την ένδικη αγωγή ισχυρισμούς, αφετέρου δε, δεν έλαβε υπόψη νομίμως προταθέντες ισχυρισμούς, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα: α) Mε το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, ο αναιρεσείων προβάλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι ο ίδιος, ''παρόλο που δεν μετείχε στο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρίας (πρώτης εναγομένης), εν τούτοις ενεργούσε στην πραγματικότητα, ως νόμιμος εκπρόσωπός της έχοντας από κοινού με το δεύτερο εναγόμενο, την ουσιαστική διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας της, αφού εμφανιζόταν ως εκπρόσωπός της, πριν και μετά την κατάρτιση της εμπορικής συμφωνίας, διαπραγματεύονταν και γενικά συναλλάσσονταν για λογαριασμό της εταιρίας ...'' και ότι στοιχειοθετείτε αδικοπρακτική ευθύνη των ως άνω εναγομένων φυσικών προσώπων, ως εκπροσώπων της πρώτης εναγομένης εταιρίας, ...
του έκτου εναγομένου (αναιρεσείοντος) ως εν τοις πράγμασι νομικού εκπροσώπου της εναγομένης εταιρίας'', έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα, διότι στην αγωγή η αδικοπρακτική του ευθύνη στηριζόταν στο ότι ο ίδιος υπεξαίρεσε και ιδιοποιήθηκε το τίμημα των πωληθέντων εισιτηρίων, ενεργώντας αυτοτελώς, ως φυσικός και ηθικός αυτουργός της πράξης αυτής και όχι ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας, καθώς και ότι η ιδιοποίηση δεν έγινε για λογαριασμό της εταιρίας.
Ο λόγος αυτός είναι, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ρητά αναφέρεται σ' αυτήν ότι, η πρώτη εναγομένη πώλησε τα αεροπορικά εισιτήρια της ενάγουσας, εισέπραξε και δεν απέδωσε το τίμημά τους στην τελευταία, όπως όφειλε, με βάση τον αναφερόμενο όρο, ότι τα χρήματα τα εισέπραξαν η πρώτη εναγομένη και οι εκπρόσωποί της, που τα ιδιοποιήθηκαν και αρνούνται να της αποδώσουν, ειδικά δε όσον αφορά τον αναιρεσείοντα αναφέρεται ότι αυτός ενεργούσε, ως νόμιμος εκπρόσωπός της και συγκεκριμένα ότι η πρώτη εναγομένη, κατ' ουσία διοικείται και ανήκει σ' αυτόν, ο οποίος από της ιδρύσεώς της μέχρι σήμερα εμφανίζεται ως ιδρυτής, ιδιοκτήτης πρόεδρος του ΔΣ και διευθύνων σύμβουλος, συμμετέχοντας ενεργά στην πρόκληση της ένδικης ζημίας και ότι αυτός ελάμβανε τις αποφάσεις σχετικά με τις πράξεις και παραλείψεις της πρώτης εναγομένης και ευθύνεται σε ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο της πρώτης εναγομένης, εταιρίας.
Και 2) με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων προβάλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη, τον προτεινόμενο με τον τρίτο λόγο της έφεσής του ουσιώδη ισχυρισμό του, ότι η μη καταβολή μέρους του φερόμενου ως υπεξαιρεθέντος ποσού, ύψους 710.000 ευρώ, οφείλεται σε ανώτερη βία, συνιστάμενη στην, εξαιτίας της μη κανονικής εξυπηρέτησης των υποχρεώσεων και οφειλών της πρώτης εναγομένης, δέσμευση του τραπεζικού λογαριασμού της τελευταίας, στον οποίο καταχωρούνταν καταβολές από τη διαδικτυακή πώληση εισιτηρίων με πιστωτική κάρτα και την ανάληψη από αυτόν του άνω ποσού των 710.000 ευρώ, από την τραπεζική εταιρία ..., γεγονός που καθιστούσε εξ αντικειμένου ανέφικτη την απόδοση προς την ενάγουσα του ποσού αυτού και αναιρεί το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου του ίδιου, ως προς τη μη απόδοση προς την ενάγουσα, του άνω ποσού.
Ο λόγος, όμως, αυτός, είναι απαράδεκτος, καθόσον ο πιο πάνω ισχυρισμός περί μη απόδοσης μέρους του οφειλόμενου ποσού προς την ενάγουσα, λόγω ανώτερης βίας (δέσμευση του λογαριασμού της πρώτης εναγομένης από την Τράπεζα ...), όπως προτάθηκε συνιστά αρνητικό της αγωγικής αξίωσης που στηρίζεται στην αδικοπραξία (υπεξαίρεση), ισχυρισμό, ως προς το στοιχείο του δόλου και ως αρνητικός ισχυρισμός, κατά τα προεκτεθέντα, δεν αποτελεί ''πράγμα'' και δεν ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης.
Και τούτο ανεξαρτήτως του ότι, ο ισχυρισμός αυτός λήφθηκε υπόψη, από το Εφετείο, και απορρίφθηκε με τις παραδοχές ότι: ''η οικονομική δυσχέρεια δεν συνιστά εύλογη αιτία µη καταβολής των οφειλοµένων, ούτε, πολύ περισσότερο, γεγονός ανωτέρας βίας και δεν αίρει την αδικοπρακτική ευθύνη των διοικούντων την εταιρία προσώπων''.
Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων, 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 271/2021).
Για το ορισμένο της προβολής του λόγου της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους, ως και ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτά προσκομίσθηκαν και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 92/2020, ΑΠ 204/2017, ΑΠ 688/2016, ΑΠ 2261/2014) και επιπλέον να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους κατά τη συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν αυτεπαγγέλτως υπόψη (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 779/2019, ΑΠ 204/2017, 1185/2010, ΑΠ 1855/2006).
Ο λόγος δε αυτός αναίρεσης, δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη το αποδεικτικό μέσο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει (AΠ 49/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που επικαλέστηκε για την απόδειξη του άνω λόγου της έφεσής του, ''ήτοι τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που αντηλλάγησαν μεταξύ της πρώτης εναγομένης και της τράπεζας ...
της 23-6-2014'', τα οποία εάν ελάμβανε υπόψη θα έκρινε ότι δεν υπήρχε σκοπός υπεξαίρεσης, ούτε εκ μέρους του, ούτε εκ μέρους της πρώτης εναγομένης. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, αφού ουδόλως παρατίθεται στο αναιρετήριο, το περιεχόμενο των άνω εγγράφων, ώστε να κριθεί αν τα αποδεικτικά αυτά μέσα ήταν κρίσιμα για την απόδειξη ισχυρισμών του αναιρεσείοντος.
Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη γενική βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι έλαβε υπόψη, εκτός των άλλων, και ''όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων'', σε συνδυασμό και με περιεχόμενο αυτής (απόφασης), δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.
Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους, η από 16-10-2018 (αρ. καταθ. 120/17-10-2018) αίτηση αναίρεσης και οι από 3-9-2020 (αρ. καταθ. 66/3-9-2020) πρόσθετοι αυτής λόγοι, να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού της αιτήματος (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-10-2018 (αριθμ. καταθ. 120/17-10-2018) αίτηση και τους από 3-9-2020 (αρ. καταθ. 66/3-9-2020) πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 435/2018 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ