Supreme Court allows appeal and remands case for retrial due to procedural irregularities in second appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Third Instance Court's decision and remanded the case for a substantive retrial. The appellant argued that the lower court failed to properly summon absent parties and violated procedural rules regarding the scope of review in a second appeal. The court held that the absence of a party and the procedural errors necessitated a new hearing before the appellate chamber acting as a court of first instance.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(2), 568(1), 498(1), 226(4)(c), 581(1), 580(3), 581(2), 570(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine sua sponte whether an absent party was legally and timely summoned in a second appeal, and if so, must proceed to the substantive hearing despite their absence, requiring a new summons and trial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1418 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1418/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πάσσο Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο τμήμα), Ασπασία Καρέλλου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παπανικολάου, που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Κοινοπραξίας τεχνικών εταιρειών με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ...", "ΕΡΓΟΤΑΞΙΟ ..." 2)ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", 3) ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΤΕ" και 4)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ".... Α.Ε.", οι οποίες έχουν έδρα στην ... εκπροσωπούνται νόμιμα. Οι 1η και 4ης δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι 2η και 3η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιωάννα Ράπτη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/3/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθήνας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2506/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 6837/2008 του Εφετείου Αθηνών.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 191/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 4662/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/2/2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
H Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 29/9/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και δεύτερου λόγου αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης 4.662/2012 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και την απόρριψη του τρίτου λόγου αυτής.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2, 568 παρ. 1 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ’ ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η κρινόμενη αίτηση προσδιορίσθηκε για συζήτηση με επίσπευση του αναιρεσείοντος για τη δικάσιμο της 25-11-2014. Κατά τη δικάσιμο αυτή παρέστησαν όλοι οι διάδικοι, η δε συζήτηση της αίτησης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (13-10-2015).
Κατά την τελευταία δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, δεν παρέστησαν οι αναιρεσίβλητες ‘ ‘ Κοινοπραξία ...‘ ‘ και ‘ ‘ .... ΑΕ’ ‘ (πρώτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί αν οι τελευταίες είχαν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για την προηγούμενη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση.
Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα, που επισπεύδει τη συζήτηση, υπ’ αριθμ. ... /21-5-2014 και ... /21-5-2014 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Λ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης και κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής στις 25-11-2014, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις απολειπόμενες αναιρεσίβλητες.
Πρέπει, επομένως, εφόσον δεν απαιτείται νέα κλήση αυτών για τη σημερινή δικάσιμο, να προχωρήσει η συζήτηση και ως προς αυτές παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ).
2. Με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η αναίρεση της 4.662/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης: Ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 19-3-2003 αγωγή, στην οποία επικαλείτο ότι εργάστηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην πρώτη εναγομένη (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) κοινοπραξία, της οποίας οι λοιπές εναγόμενες εταιρείες αποτελούν κοινοπρακτούντα μέλη, ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου, στο έργο που κατασκεύαζε η κοινοπραξία στο όρος … και αφορούσε την κατασκευή δύο σηράγγων, για το χρονικό διάστημα από 5-7-1999 έως 25-10-2002, οπότε η πρώτη εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του.
Ότι από την ανωτέρω εργασιακή σχέση έχει τις ακόλουθες απαιτήσεις κατά των εναγομένων: α) για διαφορές μεταξύ καταβληθεισών και νομίμων αποδοχών το ποσό των 1.883 ευρώ, β) για την πρόσθετη εργασία του ανειδίκευτου εργατοτεχνίτη που εκτελούσε το ποσό των 9.999 ευρώ, γ) για αμοιβή λόγω υπερεργασίας και ιδιόρρυθμων υπερωριών το ποσό των 9.015 ευρώ, δ) για αμοιβή από παράνομες υπερωρίες το ποσό των 81.163 ευρώ, ε) για αμοιβή από προσαυξήσεις λόγω εργασίας κατά τις αναφερόμενες Κυριακές και τα Σάββατα που εργάστηκε, καθώς και αποζημίωση λόγω στέρησης της εβδομαδιαίας ανάπαυσής του, το ποσό των 24.798 ευρώ, στ) για μη λήψη αδειών και για διαφορές αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας 18.048 ευρώ, ζ) για διαφορές επιδομάτων δώρων εορτών 4.101 ευρώ, η) για ημερομίσθια εξαιρετέων αργιών το ποσό των 674 ευρώ και θ) για διαφορά αποζημίωσης απόλυσης το ποσό των 1.479 ευρώ.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 2.506/2005 οριστική απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που απέρριψε αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της παραπάνω απόφασης άσκησε την από 10-4-2007 έφεση ο ενάγων και επ’ αυτής εκδόθηκε η 6837/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της εν λόγω εφετειακής απόφασης ο ενάγων άσκησε αναίρεση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο, με την 191/2011 απόφασή του, αναίρεσε αυτή κατά ένα μέρος και συγκεκριμένα:
α) ως προς τα κονδύλια για επιδίκαση αμοιβής και προσαυξήσεως 75% λόγω εργασίας κατά τις Κυριακές και για αμοιβή κατά τα Σάββατα που εργάστηκε, καθώς και αποζημίωσης για παράνομη στέρηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσής του και β) ως προς τα κονδύλια για διαφορά αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας των ετών 2000, 2001 και 2002.
Στη συνέχεια, με κλήση του ο ενάγων επανέφερε την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, το οποίο, με την 4.662/2012 απόφασή του, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή ως προς την τρίτη εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία ‘ ‘ ... ΕΤΑΙΡΕΙΑ’ ‘ (η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη) και έκανε δεκτή αυτή κατ’ ουσία ως προς τις λοιπές εναγόμενες (Κοινοπραξία ..., ...
ΑΕ, ... ΑΕ) μόνο ως προς τη δικαιούμενη αποζημίωση για τη στέρηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά το χρονικό διάστημα από Ιούλιο 1999 έως και Οκτώβριο του έτους 2002, επιδικάζοντας στον ενάγοντα για την αιτία αυτή το ποσό των 370,82 ευρώ. Κατά της τελευταίας εφετειακής απόφασης ο ενάγων άσκησε την ένδικη, από 18-2-2014, αίτηση αναίρεσης, με την οποία ζητεί την ακύρωσή της για τους λόγους που εξετάζονται στη συνέχεια. 3.
Από τις διατάξεις της 8900/1946 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας "περί καθορισμού αυξημένης αμοιβής εις τους εργαζομένους εν γένει κατά τας Κυριακάς και εορτάς", όπως ερμηνεύθηκε με την 25825/1951 ομοία και άρθρο 2 του ν. 435/1976, προκύπτει ότι στους εργαζόμενους κατά τις Κυριακές και τις μη εργάσιμες εορτές καταβάλλεται, ανεξαρτήτως του κύρους για την απασχόληση, προσαύξηση του ημερομισθίου, η οποία υπολογίζεται επί του νομίμου μισθού και ισούται με το 75% ενός ημερομισθίου, εφόσον η εργασία εξαντλήσει το κανονισμένο ημερήσιο ωράριο.
Εάν υπολείπεται του νομίμου ωραρίου μειώνεται ανάλογα και αν υπερβαίνει αυτό αυξάνεται ανάλογα. Έτσι ο υπολογισμός της αμοιβής του μισθωτού από την αιτία αυτή μπορεί να γίνει με βάση την ωριαία απασχόληση μέσα στα χρονικά όρια των ημερών αυτών, που είναι γνωστές από το ημερολόγιο. Σε περίπτωση δε που στερείται και την εβδομαδιαία ανάπαυση ο εργαζόμενος αυτός δικαιούται και το 1/25 του καταβαλλόμενου μισθού του ως αποζημίωση εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δηλαδή καθετί που ο εργοδότης θα κατέβαλε στον ίδιο εργαζόμενο αν εργαζόταν σε ημέρα μη αναπαύσεως, χωρίς την προσαύξηση της υπερεργασίας άλλων ημερών και της αναλογίας επιδομάτων αδείας και εορτών (ΑΠ 191/2011, 339/2011, 436/2010).
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1εδ. α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 7/2014, 2/2013), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2014).
4. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σε σχέση με το αίτημα του ενάγοντος να του επιδικασθεί για την παρασχεθείσα εργασία του κατά τις Κυριακές αποζημίωση για παράνομη στέρηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσής του, βάσει των διατάξεων από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, κεφάλαιο για το οποίο παραπονείτο ο αναιρεσείων, δέχθηκε τα εξής:
Ότι στις 5-7-1999 ο ενάγων προσελήφθη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη κοινοπραξία, με την επωνυμία ‘ ‘ Κοινοπραξία ...’ ‘ , της οποίας κοινοπρακτούντα μέλη είναι οι λοιπές αναιρεσίβλητες ανώνυμες εταιρείες, προκειμένου να απασχοληθεί με την ειδικότητα του οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου- μπετονιέρας (ωφέλιμου φορτίου άνω των 13 τόνων) στο έργο που κατασκεύαζε η κοινοπραξία και αφορούσε την κατασκευή δύο σηράγγων στο όρος … και απασχολήθηκε πράγματι, μεταφέροντας σκυρόδεμα από το παρασκευαστήριο στις σήραγγες, μέχρι τις 25-10-2002, οπότε απολύθηκε.
Ότι κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ο τελευταίος εργάστηκε επί 77 Κυριακές, επί οκτάωρο, και ότι για την εργασία του αυτή και την προσαύξηση του ημερομισθίου του κατά 75% δικαιούται τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά. Ότι, αν και ο ενάγων παρείχε εργασία κατά τις Κυριακές (συνολικά 77), εργαζόμενος κατά μέσο όρο 2-3 Κυριακές το μήνα, σταθερά και σε μόνιμη βάση, δεν αποζημιώνονταν για τη μη χορήγηση σ’ αυτόν της νόμιμης εβδομαδιαίας ανάπαυσης (ρεπό) και, συνεπώς, δικαιούται το 1/25 του μηνιαίου μισθού του (ήτοι το 100% του ημερομισθίου του) για κάθε μία από τις Κυριακές που εργάστηκε και δεν του χορηγήθηκε αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης.
Ότι ο ενάγων δικαιούται ως αποζημίωση για τη στέρηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσής του τα παρακάτω ποσά :α) για το χρονικό διάστημα από Ιούλιο 1999 μέχρι 31-12-1999 το ποσό των 51,39 ευρώ (11 ημέρες εργασίας κατά Κυριακές x 1.592 δρχ.=17.512 δρχ. ή 51,39 ευρώ , β) για το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 2000 έως και Σεπτέμβριο 2000 το ποσό των 88,77 ευρώ (19 ημέρες εργασίας Κυριακών x 1.592 δρχ.= 30.248 δρχ.
ή 88,77 ευρώ), γ) για το χρονικό διάστημα από Οκτώβριο 2000 έως και Δεκέμβριο του ίδιου έτους το ποσό των 29,41 ευρώ (6 ημέρες εργασίας Κυριακών x 1.670 δρχ. =10.020 δρχ. ή 29,41 ευρώ), δ) για το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 2001 έως και Αύγουστο του ίδιου έτους το ποσό των 78,13 ευρώ (16 ημέρες εργασίας Κυριακών x 1.664 δρχ.= 26.624 δρχ.ή 78,13 Ευρώ), ε) για το διάστημα από Σεπτέμβριο 2001 έως και Δεκέμβριο του ίδιου έτους το ποσό των 46,17 ευρώ (9 ημέρες εργασίας Κυριακών x 1.748 δρχ. = 15.732 δρχ.
ή 46,17 ευρώ) και στ) από Ιανουάριο 2002 έως και Οκτώβριο 2002 το ποσό των 76,95 ευρώ (15 ημέρες εργασίας Κυριακών x 5,13 ευρώ=76,95 ευρώ). Ήτοι συνολικά για την ανωτέρω αιτία δικαιούται το ποσό των 370,82 ευρώ, το οποίο οι εναγόμενες εταιρείες δεν του έχουν καταβάλει μέχρι σήμερα. Μετά τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη τη σχετική αξίωση, και έκανε δεκτή αυτή ως κατ’ ουσία βάσιμη.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με εσφαλμένη εφαρμογή τους, καθόσον, όπως προκύπτει από τους ως άνω υπολογισμούς, για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λόγω στέρησης της εβδομαδιαίας ανάπαυσης για όσες Κυριακές εργάστηκε ο αναιρεσείων πολλαπλασίασε τον αριθμό των Κυριακών, που δέχθηκε ότι εργάστηκε αυτός και στερήθηκε την εβδομαδιαία ανάπαυσή του, επί το ωρομίσθιο που αντιστοιχούσε στον κάθε φορά καταβαλλόμενο μισθό του, αντί να πολλαπλασιάσει τον αριθμό των Κυριακών που εργάστηκε ο αναιρεσείων και στερήθηκε την εβδομαδιαία ανάπαυσή του επί το 1/25 του καταβαλλόμενου μισθού του.
Έτσι κατέληξε σε τελείως εσφαλμένο αποτέλεσμα σε βάρος του αναιρεσείοντος δικαιούχου. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό, είναι βάσιμος.
5. Από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 2 παρ.1 του α.ν. 539/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 1346/1983 και στη συνέχεια από την παρ.1 του άρθρου 1 του ν. 3302/2004, του άρθρου 4 παρ.1 του ίδιου α.ν. 539/1945, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ.15 του ν.4504/1966, του άρθρου 5 παρ.1 εδ. δεύτερο του αυτού νόμου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ.3755/1957 και του άρθρου 8 της από 26.1.1977 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης, που, μετά την κύρωσή της με το άρθρο7 του ν.549/1977, έχει ισχύ νόμου, καθώς και από τα άρθρα 5 της από 18-5-1998 ΕΓΣΣΕ και 6 της από 23-5-2000 ΕΓΣΣΕ, προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι ο εργαζόμενος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μετά τη συμπλήρωση δωδεκάμηνης συνεχούς απασχόλησης στην υπόχρεη επιχείρηση (δεκάμηνης υπό την ισχύ της ΕΓΣΣΕ 2002-2003 Πράξη Κατάθεσης Υπ.
Εργ. 19/29.4.2002), αποκτά το δικαίωμα της ετήσιας άδειας με πλήρεις αποδοχές 24 εργασίμων ημερών και αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας 20 εργασίμων ημερών, χωρίς να υπολογίζεται σ’ αυτές η ημέρα της εβδομάδας κατά την οποία δεν απασχολούνται λόγω του εφαρμοζόμενου συστήματος εργασίας.
Η άδεια αυτή επαυξάνεται κατά μια εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης επιπλέον του βασικού χρόνου μέχρι τις 26 εργάσιμες ημέρες και για τους προαναφερόμενους μισθωτούς επιχειρήσεων με σύστημα πενθήμερης εβδομάδας εργασίας μέχρι τις 22 εργάσιμες ημέρες. Από 1-1-1999, εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει υπηρεσία δώδεκα (12) ετών στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσία δεκατεσσάρων (14) ετών σε οποιοδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, δικαιούνται άδεια τριάντα (30) εργάσιμων ημερών, αν ο εργαζόμενος εργάζεται εξαήμερο ή είκοσι πέντε (25) εργάσιμων ημερών, αν εργάζεται πενθήμερο.
Με το άρθρο 6 της από 23-5-2000 ΕΓΣΣΕ μειώθηκε η προϋπηρεσία των 14 ετών σε 12 έτη. Η ετήσια αυτή κανονική άδεια του μισθωτού πρέπει να χορηγείται οπωσδήποτε ενιαίως μέσα στο έτος στο οποίο αφορά και επιτρέπεται η κατάτμησή της σε δύο χρονικές περιόδους, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται από το νόμο, χωρίς να απαιτείται προς τούτο αίτηση του μισθωτού και εάν δεν χορηγηθεί στον εργαζόμενο η άδεια μέχρι τη λήξη του έτους που αφορά, ο εργοδότης υποχρεούται στην καταβολή των αποδοχών άδειας αυξημένες κατά 100%.
Για τη θεμελίωση του δικαιώματος άδειας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αιτήσεως (έγγραφης ή προφορικής). Επίσης, αν ο μισθωτός απασχολείται τακτικά το Σάββατο ή την Κυριακή, δηλαδή και την έκτη ημέρα της εβδομάδος, διότι με την απασχόληση αυτή, η οποία είναι άκυρη, δεν μεταβάλλεται το σύστημα από πενθήμερη, όπως έχει θεσμοθετηθεί, σε εξαήμερη εργασία, έστω και αν τούτο έχει συμφωνηθεί μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, διότι η συμφωνία αυτή, ως αντικείμενη σε κανόνες δημοσίας τάξεως, είναι άκυρη (ΑΠ 191/2011).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 3 του. ν. 539/1945 και το άρθρο 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, οι αποδοχές αδείας και το επίδομα άδειας υπολογίζονται με βάση τις τακτικές αποδοχές του εργαζόμενου, στις οποίες περιλαμβάνονται ο νόμιμος μισθός και τα επιδόματα. Περιλαμβάνονται ακόμη πρόσθετες παροχές ή προσαυξήσεις του μισθού, μεταξύ των οποίων και η κατά 75% προσαύξηση του ημερομισθίου ή του 1/25 του μηνιαίου μισθού, με βάση τις αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας για εργασία κατά τις Κυριακές και από το νόμο καθιερωμένες ως μη εργάσιμες εορτές του έτους, εφόσον η εργασία αυτή παρέχεται σταθερά και μόνιμα (ΑΠ 191/2011).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις παραδοχές της απόφασης, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (Ολ ΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.
ΑΠ15/2006).
6. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την αγωγή του εξέθετε ότι, αν και εργάστηκε στην πρώτη αναιρεσίβλητη συνεχώς από 5-7-1999 μέχρι 25-10-2002, που του καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας, από Δευτέρα έως και Σάββατο, δηλαδή με το σύστημα εργασίας έξι ημερών την εβδομάδα, αυτή δεν του χορηγούσε την ετήσια άδεια ανάπαυσης, παρά το γεγονός ότι την ζητούσε, ούτε του πλήρωνε τις αποδοχές αδείας και ζητούσε τη διαφορά των αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας των ετών 2000 και 2001 και αποζημίωση αδείας επιδόματος έτους 2002 και δη ζητούσε τις αποδοχές 30 εργασίμων ημερών για άδεια και το ήμισυ αυτών για επίδομα, καθώς και να του καταβληθούν διπλάσιες οι αποδοχές αδείας κάθε έτους, ήτοι με προσαύξηση 100%, σαν αποζημίωση για στέρηση της άδειάς του από υπαιτιότητα της εναγομένης εργοδότριας.
Η πρωτόδικη απόφαση απέρριψε ως κατ’ ουσία αβάσιμα τα πιο πάνω κονδύλια της αγωγής και ο ενάγων, με τον 4ο λόγο της έφεσής του, πρόσβαλλε την πρωτόδικη απόφαση ως προς τα κεφάλαια αυτά. Το Εφετείο, σχετικά με το ζήτημα των αποδοχών και των επιδομάτων αδείας , δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής:
Ότι ο ενάγων έλαβε νόμιμα την άδεια μετ’ αποδοχών που εδικαιούτο καθόλο το χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε στις εναγόμενες, καθώς και το επίδομα αδείας που εδικαιούτο. Ειδικότερα, ο ενάγων έλαβε, κατόπιν αίτησής του, 4 ημέρες το έτος 1999, οι οποίες ήταν μέρος της άδειας του έτους 2000, διότι το έτος 1999 δεν εδικαιούτο άδειας, λόγω μη συμπλήρωσης εργασίας 12 μηνών στην πρώτη εναγομένη, 10 ημέρες το έτος 2000, 25 ημέρες το έτος 2001 και 22 ημέρες το έτος 2002.
Ότι εδικαιούτο, με βάση τον καταβαλλόμενο μισθό του και την εργασία που πραγματοποιούσε κατά τις Κυριακές που εργάστηκε: α) το έτος 2000, 132.948 δραχμές και έλαβε από την πρώτη εναγομένη 132.700 δραχμές, δηλαδή έλαβε 248 δραχμές λιγότερες των νομίμων, πλην, όμως, το ποσό αυτό συμπεριελήφθη στα αναδρομικά ύψους 124.848 δραχμών, που του καταβλήθηκαν έως το μήνα Σεπτέμβριο 2001, β) το έτος 2001 εδικαιούτο 150.366 δραχμές και έλαβε 138.718 δραχμές, δηλαδή λιγότερα κατά 11.648 δραχμές, πλην, όμως, το εν λόγω ποσό συμπεριελήφθη στα αναδρομικά ύψους 124.848 δραχμών, που του καταβλήθηκαν έως το Σεπτέμβριο του 2001 και γ) το έτος 2002 εδικαιούτο 433,22 ευρώ και έλαβε 427,45 ευρώ.
Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το σχετικό λόγο της έφεσης του ενάγοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, διότι διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ως προς το ζήτημα της χορήγησης της ετήσιας άδειας ανάπαυσης των ετών 1999, 2000 και 2001, του δικαιούμενου ποσού των αποδοχών αδείας των ετών αυτών, της δικαιούμενης αποζημίωσης αδείας του έτους 2002 και της καταβολής των αποδοχών αδείας των ετών αυτών.
Συγκεκριμένα, δεν αναφέρει ποιες ακριβώς ημεροχρονολογίες έλαβε την άδειά του ο αναιρεσείων κατά τα επίμαχα έτη και με βάση ποια στοιχεία υπολόγισε τον αριθμό των ημερών αδείας που εδικαιούτο και ειδικότερα με πόσα έτη προϋπηρεσίας, προκειμένου να κριθεί αν υπολογίστηκε ο αριθμός των δικαιούμενων ημερών αδείας σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις, δεδομένου ότι κατά την πρωτόδικη απόφαση, που δεν αναιρέθηκε κατά τούτο, ο αναιρεσείων το έτος 1999 είχε προϋπηρεσία 25 ετών (από το έτος 1974), ενώ και κατά την προαναφερόμενη αναιρετική απόφαση έγινε δεκτός λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή δεν ανέφερε η αναιρεθείσα εφετειακή απόφαση την ύπαρξη ή μη προϋπηρεσίας του ενάγοντος κατά την πρόσληψή του.
Ο προσδιορισμός του χρόνου καθίσταται αναγκαίος ενόψει του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι ο ενάγων έλαβε την άδεια που εδικαιούτο, των 22 ημερών, ενώ δέχεται ότι αυτός εργαζόταν όλους τους μήνες της εργασιακής του σχέσης δύο (2) Σάββατα και δύο (2) με τρεις (3) Κυριακές κάθε μήνα. Ούτε αναφέρει το Εφετείο με ποιο καταβαλλόμενο μισθό υπολόγισε τις αποδοχές αδείας κάθε έτους και ποιο ήταν το ποσό της μηνιαίας προσαύξησης του 75% της τακτικής εργασίας του των 2 και 3 Κυριακών το μήνα και το ποσό από τη στέρηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσης του ενάγοντος, τα οποία (ποσά) συνυπολογίζονται στις τακτικές αποδοχές στην προκείμενη περίπτωση για την εξεύρεση των δικαιούμενων ποσών για την ανωτέρω αιτία.
Ούτε, τέλος, αναφέρει το Εφετείο τα καταβληθέντα ποσά των αποδοχών αδείας του επίμαχου χρονικού διαστήματος. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει τις ελλείψεις αυτές στα παραπάνω ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, είναι βάσιμος. 7.
Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 440 ΑΚ, "ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες", κατά δε τη διάταξη του επόμενου άρθρου 441 ΑΚ, "ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλείται με δήλωση προς τον άλλο.
Η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι ο (μονομερής) συμψηφισμός αποτελεί όχι μόνο γνήσια ένσταση, αλλά και άσκηση διαπλαστικού δικαιώματος, το οποίο δημιουργείται από την στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις, οι οποίες πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν.
Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει, συνεπώς, από το χρονικό αυτό σημείο το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό, επέρχεται δε με την πρότασή του αυτή απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων, στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται, αναδρομικώς, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται.
Οι απαιτήσεις που συμψηφίζονται πρέπει να είναι ληξιπρόθεσμες, γίνεται όμως δεκτό ότι ληξιπρόθεσμη πρέπει να είναι η ανταπαίτηση, όχι και η απαίτηση. Αυτονόητο είναι ότι βασικό στοιχείο του συμψηφισμού είναι η ύπαρξη και η εγκυρότητα των συμψηφιζομένων απαιτήσεων. Έτσι, αν μία από τις απαιτήσεις δεν υπάρχει ή η σχετική σύμβαση από την οποία πηγάζει είναι άκυρη, ο συμψηφισμός δεν επιφέρει απόσβεση της άλλης απαιτήσεως.
Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα, είτε ενώπιον του δικαστηρίου με την μορφή ενστάσεως, με την οποία και μόνο ενεργεί (άρθρο 442 ΑΚ). Όταν ο εναγόμενος επικαλείται, κατά τη διάρκεια της δίκης, συμψηφισμό που έχει λάβει χώρα εξώδικα, πριν από την έναρξη της δίκης, δεν υπάρχει ουσιαστικά ένσταση συμψηφισμού, αλλά απλή ένσταση "εξοφλήσεως" διά του συμψηφισμού, η οποία υπάγεται στη ρύθμιση των κοινών ενστάσεων κατά το δικονομικό δίκαιο (AΠ 450/2013).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 591 παρ. 1β, 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 εδ.δ’ ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 664 επ. ΚΠολΔ), κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως είναι οι ενστάσεις και οι αντενστάσεις, για το παραδεκτό αυτών, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επιπλέον δε οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρίζονται στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατεθειμένες στο ακροατήριο προτάσεις, απαιτείται, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που σημειώνεται στα πρακτικά (Ολ ΑΠ 2/2005, ΑΠ 145/2014, 9/2014, 799/2013) και β) είναι απαράδεκτη η προβολή για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη των ισχυρισμών αυτών, που δεν προτάθηκαν πρωτοδίκως ως άνω, εκτός αν εμπίπτουν σε κάποια από τις εξαιρέσεις του παραδεκτού της βραδείας προβολής τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 269, 527 και 529 ΚΠολΔ, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί ο διάδικος που προβάλλει τους ισχυρισμούς αυτούς (ΑΠ 243/2015, 259/2014).
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 240 ΚΠολΔ, για την παραδεκτή επαναφορά ενώπιον του Εφετείου ισχυρισμών και δη ενστάσεων, που προτάθηκαν παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, που τους περιέχουν και προσκομίζονται απαραίτητα σε επικυρωμένο αντίγραφο, κατά την έννοια δε της διάταξης αυτής η επίκληση με τις ενώπιον του Εφετείου υποβαλλόμενες προτάσεις κατά την συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμών με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις, το κείμενο των οποίων ενσωματώνεται στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη, αλλά απαιτείται και σύντομη περίληψη των ισχυρισμών και αναφορά στις σελίδες των πρωτόδικων προτάσεων που τους περιέχουν (ΑΠ 575/2014, 145/2014, 2076/2014).
Ακόμη, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως ‘ ‘ πράγματα’ ‘ , η λήψη υπόψη των οποίων, καίτοι μη προταθέντων, θεμελιώνει το λόγο αυτό αναίρεσης, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν τη βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, καθώς και οι λόγοι έφεσης.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, ο λόγος δε αυτός ακυρότητας αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο μόνο (ΑΠ 156/2014, 585/2011) και μπορεί να εξετασθεί και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 4 ΚΠολΔ.
8. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις παρακάτω αναιρετικές πλημμέλειες: α) ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δέχθηκε ένσταση εξοφλήσεως των οφειλόμενων αποδοχών αδείας των ετών 2000, 2001 και 2002, ύψους 132.700 και 138.718 δραχμών, αντίστοιχα, για τα έτη 2000 και 2001 και ύψους 427,45 ευρώ για το έτος 2002, ενώ τέτοια ένσταση δεν προβλήθηκε από τις αναιρεσίβλητες ούτε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ούτε στο Εφετείο, β) ότι παρά το νόμο δέχθηκε ένσταση συμψηφισμού των αποδοχών αδείας των ετών 2000 και 2001 με τα ποσά των 124.848 και 124.848 δραχμών αντίστοιχα, που δέχθηκε ότι του καταβλήθηκαν σαν αναδρομικά, ενώ τέτοια ένσταση δεν προβλήθηκε, γ) ότι, σε κάθε περίπτωση, το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα θεώρησε ότι ήταν παραδεκτή η προβολή των ενστάσεων αυτών, εφόσον οι αναιρεσίβλητες περιορίστηκαν στην συρραφή (ενσωμάτωση) αυτούσιων των πρωτόδικων προτάσεών τους στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις, οπότε οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη και εξ αυτού του λόγου και δ) ότι στερείται νόμιμης βάσης η προσβαλλόμενη απόφαση, ως έχουσα ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με την παραδοχή των ανωτέρω ενστάσεων.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έχει κάνει δεκτή, ούτε καν κάνει λόγο για ένσταση συμψηφισμού, όσον αφορά τις αποδοχές αδείας, προβληθείσα από μέρους των αναιρεσιβλήτων (αντίθετα κάνει λόγο για τα επιδόματα αδείας του ίδιου χρονικού διαστήματος) και, επομένως, η πιο πάνω, υπό στοιχείο β’ , αιτίαση ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως.
Από τα ταυτάριθμα με την πρωτοβάθμια απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι καταχωρήθηκε συνοπτικά σ’ αυτά η προφορικά αναπτυχθείσα ένσταση εξοφλήσεως δια του συμψηφισμού. Με τις πρωτόδικες προτάσεις τους οι αναιρεσίβλητες ανέφεραν ότι έχουν καταβληθεί στον αναιρεσείοντα τόσο οι αποδοχές αδείας, όσο και τα επιδόματα αδείας και το γεγονός αυτό αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες ως σχετικό 5 αποδείξεις πληρωμής, που φέρουν την υπογραφή του.
Ειδικότερα ανέφεραν ότι πληρώθηκαν κανονικά οι αποδοχές αδείας του αναιρεσείοντος του επίδικου χρονικού διαστήματος, χωρίς να κάνουν αναφορά στα ειδικότερα ποσά που κατέβαλαν για την αιτία αυτή, καθώς και τα σχετικά επιδόματα αδείας και συγκεκριμένα ότι το επίδομα αδείας του έτους 2000, ύψους 132.948 δραχμών, καταβλήθηκε στον ενάγοντα μειωμένο κατά 248 δραχμές, ποσό το οποίο εξοφλήθηκε τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, το επίδομα αδείας του έτους 2001, ύψους 150.366 δραχμών, καταβλήθηκε μειωμένο κατά 11.648 δραχμές και το ποσό αυτό εξοφλήθηκε τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους και, τέλος, από το επίδομα αδείας του έτους 2002, ύψους 433,22 ευρώ, καταβλήθηκε στον ενάγοντα το ποσό των 427,45 ευρώ και το υπόλοιπο ποσό συμψηφίστηκε- καταλογίστηκε με το επιπλέον ποσό της αποζημίωσης απόλυσης που του είχε καταβληθεί και ανερχόταν σε 738,04 ευρώ (βλ.
σελίδα 32 των πρωτόδικων προτάσεων). Ότι ο ενάγων έχει λάβει επί πλέον των νομίμων αποδοχών του το συνολικό ποσό των 9.431,83 ευρώ, δηλαδή 6.863,28 ευρώ επί πλέον των νόμιμων αποδοχών για μισθούς, υπερωρίες, υπερεργασίες και εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, 1.654,85 ευρώ επί πλέον των δώρων εορτών, 175,67 ευρώ επί πλέον του επιδόματος αδείας και 738,04 ευρώ επί πλέον της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, το οποίο (ποσό) προτείνουν προς συμψηφισμό με οποιοδήποτε ποσό επιδικασθεί στον ενάγοντα (σελίδα 38 των ως άνω προτάσεων).
Ο συμψηφισμός αυτός, που επικαλούνται οι εναγόμενες, αποτελεί, για τους λόγους που προεκτέθηκαν, απλή ένσταση εξοφλήσεως δια συμψηφισμού, όπως ορθώς εκτιμήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά τα οφειλόμενα επιδόματα αδείας. Περαιτέρω, με τις από 28-2-2012 προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, κατά την μετ’ αναίρεση εκδίκαση της έφεσης του ενάγοντος, οι αναιρεσίβλητες και τότε εφεσίβλητες επανέφεραν την ανωτέρω ένσταση εξοφλήσεως δια συμψηφισμού με ρητή αναφορά και παραπομπή στα ως άνω μέρη των πρωτόδικων προτάσεών τους (βλ.
σελίδα 4 αυτών), αλλά και σε αυτοτελές μέρος των προτάσεών τους προς το Εφετείο (βλ. σελίδες 9 και 10). Επομένως, προκύπτει ότι παραδεκτά προτάθηκε από τις αναιρεσίβλητες η επίμαχη ένσταση εξοφλήσεως των αποδοχών αδείας των παραπάνω ετών, που όφειλαν στον αναιρεσείοντα, τόσο στο Πρωτοδικείο, όσο και στο Εφετείο.
Με τις παραπάνω, όμως, παραδοχές του το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ζήτημα της εξόφλησης των αποδοχών αδείας που οφείλονταν στον αναιρεσείοντα για τα παραπάνω έτη, καθόσον δεν εκθέτει η προσβαλλόμενη απόφαση τα δικαιούμενα ποσά των αποδοχών αδείας των ετών 2000, 2001 και 2002 και τα καταβληθέντα για την ίδια αιτία ποσά από τις αναιρεσίβλητες, ώστε να διακριβωθεί, από τη συσχέτιση των ποσών αυτών, αν επήλθε ή όχι απόσβεση της οφειλής αυτής δια καταβολής.
Τα ποσά δε, που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως δικαιούμενα και καταβληθέντα στον αναιρεσείοντα για αποδοχές αδείας, δεν είναι παρά τα οφειλόμενα και καταβληθέντα επιδόματα αδείας των ετών 2000 έως 2002. Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται οι ανωτέρω αιτιάσεις από τους αριθμούς 8, 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος ως προς τα αιτιάσεις από τους αριθμούς 8 και 14 και βάσιμος ως προς την τελευταία αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις, του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013 και ορίζει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για παραπέρα εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης, της παραγράφου 2 του άρθρου 570 ΚΠολΔ, κατά την οποία νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας και της παρ. 2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237, προκύπτουν τα εξής:
Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήρια της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει ο ίδιος την υπόθεση κατ’ ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης.
Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ’ ουσίαν την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ.2 ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 237 και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις.
Μπορεί, δηλαδή, να προβληθούν από τους διαδίκους στον Άρειο Πάγο, με κρίσιμη χρονική αφετηρία την μετά την αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης κατ’ ουσίαν, νέοι ισχυρισμοί, υπό τους περιορισμούς των άρθρων 527 και 269 παρ. 2 ΚΠολΔ, ή και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι έφεσης υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ.2 ΚΠολΔ.
Η ενδεχόμενη ταυτόχρονη εξέταση, ύστερα από μια ενιαία συζήτηση, τόσο της αίτησης αναίρεσης, όσο και της ουσίας της υπόθεσης, στην περίπτωση βέβαια που η πρώτη γίνει δεκτή, συνεπάγεται τη δυσχέρανση ή και τη ματαίωση ουσιαστικά της άσκησης εκ μέρους των διαδίκων των πιο πάνω ευχερειών και παράλληλα επιβάλλει σ’ αυτούς, κατά παραγνώριση της αρχής της οικονομίας της δίκης, το υπέρμετρο και συχνά περιττό δικονομικό βάρος της κατάθεσης προτάσεων για την ουσία της υπόθεσης σε όλη τη δυνατή έκταση, αφού αυτοί δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν εκ των προτέρων αν θα αναιρεθεί και σε ποιά έκταση η προσβαλλόμενη απόφαση και συνακόλουθα ποια είναι τα όρια της εκδίκασης της υπόθεσης στην ουσία.
Έτσι για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο, από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ’ ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή (ΑΠ 914/2015, 339/2014, 863/2014, 1.312/2014).
Μετά από αυτά πρέπει ν’ αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τους βάσιμους ως άνω λόγους και ενόψει του ότι πρόκειται για δεύτερη αναίρεση, να κρατηθεί, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση από το Τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.
Περαιτέρω πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την απόφαση 4.662/2012 του Εφετείου Αθηνών.
Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση, ύστερα από επίσπευση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ