Legislator Case Law & Legislation
863/2014 AI generated

Supreme Court allows second appeal on merits after remand, ordering new hearing and costs against appellants.

Case Number 863/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the second appeal against the Athens Court of Appeal's decision to remand the case. The appellant argued for a substantive review, while the appellees sought dismissal. The court ruled that a new hearing is required to properly examine the merits of the case following the second remand.

Legislator headnote

AI generated

Articles 580, 581, 582, 570, 237, 527, 269, 520 of the Code of Civil Procedure: When a second appeal is filed, the appellate court must conduct a new substantive hearing to examine the case on its merits, rather than deciding on the merits immediately upon the second appeal.

Keywords

AI generated
second appeal procedure substantive review new hearing requirement remand for retrial appellate jurisdiction civil procedure code costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 581 of the Code of Civil Procedure
Article 582 of the Code of Civil Procedure
Article 570 of the Code of Civil Procedure
Article 237 of the Code of Civil Procedure
Article 527 of the Code of Civil Procedure
Article 269 of the Code of Civil Procedure
Article 520 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 863 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 863/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ]

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΣΥΝΕΓΓΥΗΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσουτσάνη, αφού προηγουμένως ανακάλεσε την από 13.12.2013 δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Σ.-Δ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 2.Χ. Μ. του Σ., κατοίκου ... 3.Ι. Α. του Β., κατοίκου ..., 4.Χ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 5.Μ. Κ. του Μ., κατοίκου ... 6.Σ. Μ. του Γ., κατοίκου ... 7.Σ. Τ. του Χ., κατοίκου ..., 8.Α. Κ. του Ι., κατοίκου ... 9.Δ. Σ. του Γ., κατοίκου ... 10.Ν. Π. του Κ., δικηγόρου, κατοίκου ... 11. ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΔΥΣΣΕΥΣ ΙΣΤΙΟΠΛΟΪΚΕΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 12.Φ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 13. Σ. Φ. του Θ., κατοίκου ... 14. Μ. Κ. του Ε., κατοίκου ... 15.Μ. χας Χ. Δ. το γένος Χ. Ν., 16 Ε. Φ. του Ν., κατοίκου ... και 17.Α. Κ. του Π., κατοίκου .... Οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Πιπερίδη, πλην του δέκατου ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως εκ της δικηγορικής του ιδιότητας. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος δήλωσε την βίαια διακοπή της δίκης λόγω θανάτου του δωδέκατου των αναιρεσιβλήτων, Φ. Κ. του Α., την δίκη του οποίου συνεχίζει η μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτού, Ό. Κ. χήρα Φ. Κ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Σεπτεμβρίου 2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3674/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 8588/2007 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 534/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση του Εφετείου (8588/2007) και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο αυτό δικαστήριο. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 381/2013 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την 25 Απριλίου 2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 6 Δεκεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αναίρεση.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η προκειμένη δίκη που διακόπηκε βιαίως με τον επελθόντα στις 25 Μαρτίου 2012 θάνατο του αναιρεσιβλήτου Φ. Κ. νόμιμα και παραδεκτά συνεχίζεται με σχετική δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, από την μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμο αυτού Ό. Κ. χήρα Φ. Κ. (σύζυγο).

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό, έλεγχο (Α.Π.868/2008).

Με την υπ. αριθ. 534/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που εκδόθηκε επί προγενεστέρας αίτησης αναίρεσης των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του ήδη αναιρεσείοντος και κατά της υπ'αρθ.8588/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και σε αναφορά με την ερμηνεία των διατάξεων που αναφέρονται σ'αυτή (άρθρα 1 παρ. 12, 61-78 ν.2533/1997, 2παρ. 1, 16 ν.2396/1996 σε συνδ.

με Οδηγίες 97/9 ΕΚ και 93/22) και αφορούν την ευθύνη του Συνεγγυητικού Κεφαλαίου για αποζημίωση των επενδυτών έγιναν δεκτά τα εξής στο πλαίσιο εκείνου του αναιρετικού ελέγχου: Ότι από όλες τις παρατιθέμενες σ'αυτή διατάξεις με σαφήνεια προκύπτει, ότι το Συνεγγυητικό καταβάλλει αποζημίωση στους πελάτες των ΕΠΕΥ, οι οποίες διαπιστωμένα αδυνατούν να εκπληρώσουν τις προς αυτούς υποχρεώσεις τους, που απορρέουν από την παροχή των επενδυτικών υπηρεσιών, που περιοριστικά και αποκλειστικά αναφέρονται στην παρ. 12 του άρθρου 1 του Ν. 2533/1997.

Μεταξύ των καλυπτομένων αυτών επενδυτικών υπηρεσιών είναι και η κύρια επενδυτική υπηρεσία της διαχείρισης επενδυτικών χαρτοφυλακίων πελατών, στα πλαίσια εντολής τους, όπως αυτή καθορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 εδ. γ' του Ν. 2396/1996, στην οποία ρητά παραπέμπει η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 του Ν. 2533/1997.

Από όσα αναλυτικά προεκτέθηκαν προκύπτει ότι το άρθρο 1 παρ. 12 του Ν. 2533/1997 παρέχει χαμηλότερο επίπεδο προστασίας από την Οδηγία 97/9 και ως εκ τούτου η ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων του εθνικού δικαίου πρέπει να γίνει υπό το φως της ως άνω Οδηγίας, ώστε να εξασφαλισθεί η αρχή της αποτελεσματικότητας του κοινοτικού δικαίου.

Από τα άρθρα 1 παρ. 4, 2 παρ. 2, 2 παρ. 4 και 8 παρ. 1 και 3 της Οδηγίας 97/9 θεωρείται ως καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία όχι μόνο κάθε πράξη λήψης, διαβίβασης και εκτέλεσης εντολών αλλά και η πράξη κατάθεσης κεφαλαίων σε σχέση με τέτοιες επενδυτικές υπηρεσίες. Ενόψει αυτού, κατ' ορθή ερμηνεία των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, η διαχείριση επενδυτικού χαρτοφυλακίου πελατών, δεν απαιτείται να έχει μόνο ως περιεχόμενο την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, οι οποίες θα έχουν ως αντικείμενο έναν ή περισσότερους από τους εν λόγω τίτλους, - αλλά, και η διαχείριση επενδυτικού χαρτοφυλακίου πελάτη που περιλαμβάνει χρήματα, που δόθηκαν σε σχέση με επένδυση (στα προβλεπόμενα χρηματοπιστωτικά μέσα).

Σημειώνεται ότι οι διατάξεις του Ν. 2396/1996 θεσπίστηκαν στο πλαίσιο ενσωμάτωσης της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ, της οποίας το πεδίο εφαρμογής είναι στενότερο εκείνου της Οδηγίας 97/9, διότι ενώ η Οδηγία 93/22 αναφέρεται μόνο σε τίτλους, η Οδηγία 97/9 ρητώς καταλαμβάνει και προστατεύει και την κατάθεση κεφαλαίων προς επένδυση.

Με βάση την ερμηνεία αυτή έκρινε ο Αρειος Πάγος ότι η αγωγή των εναγόντων και τότε αναιρεσειόντων στην οποία εκτίθεται: "Ότι οι ενάγοντες είχαν συνάψει με την εταιρεία με την επωνυμία "ΑΣΤΡΑΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" σύμβαση παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου, που αφορούσε καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες το κείμενο της οποίας παρατίθεται στην αγωγή, για να περιγραφούν οι εκτεθείσες από αυτούς και αναληφθείσες από την εναγομένη επενδυτικές υπηρεσίες.

Ότι δυνάμει αυτών των συμβάσεων και των πρόσθετων συμβάσεων προσαρτημάτων που επακολούθησαν και τις συνόδευαν, οι ενάγοντες ανέθεσαν στην εν λόγω ΕΠΕΥ, έναντι προμήθειας, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα τριών μηνών, τη διαχείριση διαφόρων χρηματικών ποσών, και τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών, με τον τρόπο που θα επέλεγε εκείνη, με σκοπό την επίτευξη του υψηλότερου δυνατού κέρδους.

Ότι ανακλήθηκε η άδεια σύστασης της ως άνω Ε.Π.Ε.Υ. και τέθηκε αυτή υπό ειδική εκκαθάριση, κατά το άρθρο 4α του Ν. 1806/1988. Ότι, μετά από σχετική αναγγελία των εναγόντων, ο επόπτης εκκαθάρισης προέβη στην επαλήθευση των απαιτήσεών τους και ο καθένας τους αποζημιώθηκε κατά ποσοστό 10% της απαίτησης του που επαληθεύθηκε, λόγω μη επάρκειας των, χρηματικών ποσών που κατείχε η υπό εκκαθάριση εταιρεία για ικανοποίηση όλων των επενδυτών.

Ότι στη συνέχεια ο επόπτης εκκαθάρισης παρέπεμψε τις μη ικανοποιηθείσες απαιτήσεις των εναγόντων μαζί με όλα τα αποδεικτικά έγγραφα, σύμφωνα με το άρθρο 4α παρ. 8 του Ν. 2533/1997, στην επιτροπή αποζημιώσεων του άρθρου 68 παρ. 6 του Ν. 2533/1997, προκειμένου να κριθεί για ποιες από αυτές υπάρχει υποχρέωση του Συνεγγυητικού.

Ότι το εναγόμενο ("ΣΥΝΕΓΓΥΗΤΙΚΟ") αρνείται να τους καταβάλει το υπόλοιπο ποσό της απαίτησής τους, που για όσους ενάγοντες υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ, μέχρι το οποίο αυτό (το εναγόμενο) ευθύνεται, σύμφωνα με το άρθρο 66 παρ. 1 του ν. 2533/1997, προσδιορίζεται σε αυτό ακριβώς το ποσό" και με βάση την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει στον καθένα το αναφερόμενο σ'αυτή ποσό.

Με βάση τις παραδοχές αυτές η προηγηθείσα υπ'αρθ.534/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου έκρινε ότι η ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων είναι ορισμένη και νόμιμη κατά τις ερμηνευθείσες ως άνω διατάξεις και στη συνέχεια αναίρεσε την προσβληθείσα υπ. αριθ. 8588/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία είχε απορριφθεί ως αόριστη η αγωγή κατά παραδοχή των σχετικών λόγων της αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο. Το τελευταίο αφού έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή συμμορφούμενο με την ανωτέρω απόφαση του Αρείου Πάγου δέχθηκε στη συνέχεια τα εξής: Οι εκκαλούντες συνήψαν με την εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΑΣΤΡΑΙΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", τις ακόλουθες συμβάσεις παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου, που είναι μεταξύ τους πανομοιότυπες ως προς τη διατύπωση και τις ρήτρες τους.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τη ρήτρα Ι.1. της σύμβασης, η ανωτέρω Ε.Π.Ε.Υ. ανέλαβε να παράσχει στους ενάγοντες υπηρεσίες διαχείρισης του χαρτοφυλακίου, οι οποίες συνίσταντο ιδίως στις εξής συναλλαγές : "1.1. Πωλήσεις αξιόγραφων του χαρτοφυλακίου και αγορά χρηματοπιστωτικών μέσων κατά την έννοια, του άρθρου 2 παρ. 1 στοιχείο α (ι) του ν. 2396/1996 και ιδίως κάθε είδους κινητών αξίων εισηγμένων σε Χρηματιστήριο Αξιών, συμπεριλαμβανομένης της Παράλληλης Αγοράς, μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, ελληνικών ή αλλοδαπών, εντόκων γραμματίων του δημοσίου, ομολογιών, ομολόγων και λοιπών κινητών αξιών εισηγμένων σε οργανωμένη αγορά εντός ή εκτός Ελλάδος (στο εξής :

κινητές αξίες). 1.2. Επένδυση των μετρητών του χαρτοφυλακίου σε τίτλους της χρηματαγοράς και κεφαλαιαγοράς, οι οποίοι αποτελούν αντικείμενο συναλλαγών στις ελληνικές και διεθνείς χρηματαγορές ή κεφαλαιαγορές. 1.3. Τοποθέτηση των μετρητών του χαρτοφυλακίου σε τραπεζικούς λογαριασμούς. 1.4.Διάθεση δικαιωμάτων απορρεόντων από τίτλους του Χαρτοφυλακίου, όπως του δικαιώματος προτιμήσεως επί μετοχών. 1.5.

Ανανέωση κινητών αξιών του χαρτοφυλακίου. 1.6. Φύλαξη τίτλων και κινητών αξιών του χαρτοφυλακίου". Σύμφωνα με τη ρήτρα 1.2. της αυτής σύμβασης "Ως χαρτοφυλάκιο, τη διαχείριση του οποίου αναλαμβάνει η Εταιρεία, νοείται κάθε ποσόν, το οποίο ο Πελάτης καταθέτει στον τραπεζικό λογαριασμό της Εταιρείας για το σκοπό της διαχειρίσεως αυτού από την τελευταία, και κάθε τίτλος κινητών αξιών, τον οποίο παραδίδει ο Πελάτης στην Εταιρεία για τον σκοπό της διαχειρίσεως αυτού από την τελευταία καθώς επίσης οι κινητές αξίες στις οποίες επενδύεται από την Εταιρεία το ως άνω κατατεθέν ποσόν και τα προκύπτοντα από τη ρευστοποίηση (πώληση) των κινητών αξιών του Πελάτη χρηματικά ποσά και γενικώς όλα εκείνα τα περιουσιακά στοιχεία του Πελάτη, τα οποία θα προκύπτουν από την επένδυση και την τοποθέτηση των κεφαλαίων του με την αγορά κινητών αξιών (τίτλων) για λογαριασμό του και την ρευστοποίηση των κινητών αξιών του".

Επομένως, η ανωτέρω Ε.Π.Ε.Υ. παρείχε στους ενάγοντες επενδυτική υπηρεσία, και πλέον συγκεκριμένα "διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων" κατ' άρθρο 2 παρ. 1γ' του ν. 2396/1996, η οποία συνιστά "καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία" κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 του ν. 2533/1997, όπως αυτή ερμηνεύεται υπό το φως της Οδηγίας 97/9, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας.

Σύμφωνα με τη ρήτρα

ΙΙΙ.3. της αυτής σύμβασης διαχείρισης χαρτοφυλακίου "Ο Πελάτης δύναται να παρέχει έγγραφες οδηγίες στην Εταιρία για την τήρηση γενικών αρχών στην διαχείριση του χαρτοφυλακίου του, άλλως η διαχείριση του χαρτοφυλακίου γίνεται από την Εταιρία κατά την κρίση της, με σκοπό την καλύτερη δυνατή απόδοση αυτού".

Επιπλέον, συμφωνήθηκε η παροχή εκτεταμένης εξουσιοδότησης προς την Ε.Π.Ε.Υ. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη ρήτρα V "1. Ειδικώς ο Πελάτης παρέχει με την παρούσα στην Εταιρεία την εξουσιοδότηση, όπως αυτή δια των αρμοδίων οργάνων της εκπροσωπεί αυτόν έναντι των πιστωτικών ιδρυμάτων, ανωνύμων χρηματιστηριακών εταιρειών, θεσμικών επενδυτών και κάθε είδους επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, για τη διενέργεια κάθε πράξεως η οποία είναι απαραίτητη για την διαχείριση του χαρτοφυλακίου του, ιδίως δε δίδουσα προς αυτούς εντολές : 1.1.

Για την κατάρτιση χρηματιστηριακών συναλλαγών για λογαριασμό του Πελάτη, ως αντιπρόσωπος αυτού, 1.2. Για να αγοράζει ή να πωλεί για λογαριασμό του Πελάτη ομόλογα και έντοκα γραμμάτια του δημοσίου, καθώς και κάθε είδους χρηματοπιστωτικά μέσα, 1.3.Για να αποκτά ή να διαθέτει για λογαριασμό του Πελάτη μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων καθώς και δικαιώματα συμμετοχής στην αύξηση μετοχικού κεφαλαίου εταιριών εκδοτριών τίτλων, συγκροτουσών το χαρτοφυλάκιο αυτού, 1.4.

Για να εισπράττει μερίσματα και τόκους των αποτελουσών το χαρτοφυλάκιο αυτού κινητών αξιών, καθώς και το προϊόν ρευστοποιήσεις των ιδίων των κινητών αξιών, 1.5, Για να καταθέτει το προϊόν ρευστοποιήσεως στοιχείων του χαρτοφυλακίου ή τα παραδιδόμενα σ' αυτήν μετρητά σε τραπεζικούς λογαριασμούς, δυναμένης της Εταιρείας και να προβαίνει σε άνοιγμα στο όνομα του Πελάτη των λογαριασμών αυτών σε τράπεζα της επιλογής της καθώς και να κινεί αυτούς στο όνομα του Πελάτη, ως αντιπρόσωπος του, 1.6.

Για να εισφέρει τους συγκροτούντες το χαρτοφυλάκιο τίτλους σε αμοιβαία κεφάλαια για την απόκτηση μεριδίων για λογαριασμό του Πελάτη, 1.7.Για vα εκπροσωπεί τον Πελάτη στις γενικές συνελεύσεις των εταιρειών, των οποίων οι μετοχές συγκροτούν το χαρτοφυλάκιο, 1.8. Για να διενεργεί κάθε πράξη, η οποία κρίνεται από την Εταιρία σκόπιμη ή επωφελής με σκοπό την αναδιάρθρωση του χαρτοφυλακίου, 1.9.

Για να διενεργεί οποιαδήποτε άλλη πράξη απαραίτητη για την εκτέλεση και περάτωση των συναλλαγών στα πλαίσια της διαχειρίσεως του χαρτοφυλακίου. 2.Έπισης παρέχει ο Πελάτης με την παρούσα την εξουσιοδότηση στην Εταιρεία, όπως εκπροσωπεί αυτόν : 2.1. Έναντι οιασδήποτε ανωνύμου χρηματιστηριακής εταιρείας για να οπισθογραφεί για λογαριασμό του Πελάτη, σύμφωνα με το άρθρο 5 και 1 του νόμου 3330/1955, τις ονομαστικές μετοχές κυριότητος του, οι οποίες πωλούνται χρηματιστηριακώς, καθώς και τα αποθετήρια έγγραφα τα αφορώντα στις μετοχές αυτές και γενικώς να ενεργεί και να υπογράφει στο όνομα και για λογαριασμό του κάθε πράξη και έγγραφο που είναι αναγκαία για την πώληση και μεταβίβαση των ονομαστικών μετοχών του ή των σχετικών αποθετηρίων εγγράφων καθώς και για την απόκτηση και τη διάθεση χρηματοπιστωτικών μέσων. 2.2.

Έναντι οιασδήποτε ανωνύμου εταιρίας ή αναδόχου εκδόσεως για την συμμετοχή, στο όνομα του Πελάτη, στην αύξηση κεφαλαίου και την απόκτηση των εκδιδομένων μετοχών. 2.3. 'Εναντι οποιουδήποτε νομικού ή φυσικού προσώπου για την κατάρτιση των απαραιτήτων δικαιοπραξιών και γενικώς τη διενέργεια όλων των πράξεων, οι οποίες είναι αναγκαίες για την διαχείριση του χαρτοφυλακίου του Πελάτη. 3.

Οι ως άνω εξουσιοδοτήσεις είναι ανέκκλητες για το χρονικό διάστημα ισχύος της παρούσας και μέχρι της εκκαθαρίσεως των συναλλακτικών σχέσεων του Πελάτη με την Εταιρεία, καθόσον αυτές αφορούν και το συμφέρον της Εταιρείας, η οποία ρητώς δηλώνει ότι αποδέχεται τις χορηγηθείσες εξουσιοδοτήσεις". Με την ίδια σύμβαση, η διάρκεια της οποίας ορίσθηκε αορίστου χρόνου, αρχόμενη από της καταβολής του χρηματικού ποσού ή της παράδοσης των περιλαμβανομένων στο επενδυτικό χαρτοφυλάκιο του Πελάτη τίτλων, και λήγουσα την ημέρα της γραπτής γνωστοποίησης της καταγγελίας της από οποιονδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη στο άλλο (βλ.

ρήτρα VIII.1.), οι ενάγοντες συμφώνησαν επίσης την προμήθεια - αμοιβή της ως άνω Ε.Π.Ε.Υ. για την παροχή υπηρεσιών διαχείρισης των χαρτοφυλακίων τους, υπολογιζόμενης σε ποσοστό 1,5% επί της αξίας του αρχικού κεφαλαίου της επένδυσής τους και σε ποσοστό 25% επί της υπεραπόδοσης του κεφαλαίου τους, βάσει ορισμένου τρόπου υπολογισμού της υπεραπόδοσης επί της αύξησης ορισμένων διεθνών γενικών δεικτών τιμών χρηματιστηρίων (ρήτρα VII της σύμβασης).

Πλέον συγκεκριμένα μεταξύ της άνω Ε.Π.Ε.Υ (στο εξής Εταιρία) και: 1)του πρώτου ενάγοντα Σ. - Δ. Μ. του Χ. καταρτίσθηκε η από 12-1-2001 σύμβαση, σ' εκτέλεση της οποίας ο ενάγων κατέθεσε στο λογαριασμό που τηρούσε η Εταιρία στην ALPHA BANK το ποσό των 14.966,98 ευρώ, και με το Προσάρτημα Α/1 της 12-1-2001 η διάρκεια διαχείρισης του κατατεθέντος κεφαλαίου ορίσθηκε τρίμηνη αρχόμενη την 15-1-2001 και λήγουσα την 15-4-2001.

Με το Προσάρτημα Α/2 της 20-4-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 15.891,65 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 23-4-2001 έως 23-7-2001. Με το Προσάρτημα Α/3 της 27-7-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 16.394,88 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 30-7-2001 έως 30-10-2001. Με το Προσάρτημα Α/4 της 19-10-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 14.966,98 ευρώ, που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην ALPHA ΒΑΝΚ, για το χρονικό διάστημα από 22-10-2001 έως 22-1-2002.

Με το Προσάρτημα Α/5 της 5-11-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 17.643,08 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 6-11-2001 έως 6-2-2002. Με το Προσάρτημα Α/6 της 15-11-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 14.802,64 ευρώ, που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην ALPHA BANK, για το χρονικό διάστημα από 16-11-2001 έως 16-2-2002. 2) του δεύτερου ενάγοντα Χ.

Μ. του Σ. καταρτίσθηκε η από 1-9-2000 σύμβαση, σ' εκτέλεση της οποίας ο ενάγων κατέθεσε στο λογαριασμό που τηρούσε η Εταιρία στην Τράπεζα Πίστεως το ποσό των 5.500.000 δραχμών, και με το Προσάρτημα Α/1 της 1-9-2000 η διάρκεια διαχείρισης του κατατεθέντος κεφαλαίου ορίσθηκε τρίμηνη αρχόμενη την 4-9-2000 και λήγουσα την 4-12-2000.

Με το Προσάρτημα Α/2 της 6-11-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 5.200.000 δρχ., που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην ALPHA BANK, για το χρονικό διάστημα από 7-11-2000 έως 7-2-2001. Με το Προσάρτημα A/3 της 8-12-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 6.128.931 δρχ., για το χρονικό διάστημα από 11-12-2000 έως 11-3-2001.

Με το Προσάρτημα Α/4 της 13-3-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 14.966,98 ευρώ, που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην ALPHA BANK, για το χρονικό διάστημα από 14-3-2001 έως 14-6-2001. Με το Προσάρτημα Α/5 της 13-2-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 15.572,85 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 14-2-2001 έως 14-5-2001.

Με το Προσάρτημα Α/6 της 15-3-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 18.705,50 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 16-3-2001 έως 16-6-2001. Με το Προσάρτημα Α/7 της 18-5-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 16.606,26 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 21-5-2001 έως 21-8-2001. Με το Προσάρτημα Α/8 της 20-6-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 15.300,34 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 21-6-2001 έως 21-9-2001.

Με το Προσάρτημα Α/9 της 21-6-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 19.513,46 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 22-6-2001 έως 22-9-2001. Με το Προσάρτημα Α/10 της 27-8-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 17.277,99 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 28-8-2001 έως 28-11-2001. Με το Προσάρτημα Α/11 της 27-9-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 15.524,02 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 28-9-2001 έως 28-12-2001.

Με το Προσάρτημα Α/12 της 27-9-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 19.814,31 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 28-9-2001 έως 28-12-2001. Με το Προσάρτημα Α/13 της 19-10-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 14.966,98 ευρώ, που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην ALPHA BANK, για το χρονικό διάστημα από 22-10-2001 έως 22-1-2002. 3) του τρίτου ενάγοντα Ι.

Ά. του Β. καταρτίσθηκε η από 29-2-2000 σύμβαση, σ' εκτέλεση της οποίας ο ενάγων κατέθεσε στο λογαριασμό που τηρούσε η Εταιρία στην Εθνική Τράπεζα το ποσό των 5.075.000 δραχμών, και με το Προσάρτημα Α/1 της 29-2-2000 η διάρκεια διαχείρισης του κατατεθέντος κεφαλαίου ορίσθηκε τρίμηνη αρχόμενη την 1-3-2000 και λήγουσα την 1-6-2000.

Με το Προσάρτημα Α/2 της 3-3-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 5.075.000 δρχ., που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην Εθνική Τράπεζα, για το χρονικό διάστημα από 6-3-2000 έως 6-6-2000. Με το Προσάρτημα Α/3 της 8-6-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 6.823.721 δρχ., που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην Εθνική Τράπεζα, για το χρονικό διάστημα από 9-6-2000 έως 9-9-2000.

Με το Προσάρτημα Α/4 της 13-6-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 10.826.252 δρχ., που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην Εθνική Τράπεζα, για το χρονικό διάστημα από 14-6-2000 έως 14-9-2000. Με το Προσάρτημα Α/5 της 25-9-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 20.000.000 δρχ., που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην Εθνική Τράπεζα, για το χρονικό διάστημα από 26-9-2000 έως 26-12-2000.

Με το Προσάρτημα Α/6 της 10-1-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 73.367,57 ευρώ, που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην Εθνική Τράπεζα, για το χρονικό διάστημα από 11-1-2001 έως 11-4-2001. Με το Προσάρτημα Α/7 της 19-4-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 29.347,03 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 20-4-2001 έως 20-7-2001.

Με το Προσάρτημα Α/8 της 19-4-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 26.412,33 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 20-4-2001 έως 20-7-2001. Με το Προσάρτημα Α/9 της 26-7-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 26.944,28 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 27-7-2001 έως 27-10-2001. Με το Προσάρτημα Α/10 της 26-7-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 29.347,03 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 27-7-2001 έως 27-10-2001.

Με το Προσάρτημα Α/11 της 1-11-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 29.190,25 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 2-11-2001 έως 2-2-2002. Με το Προσάρτημα Α/12 της 1-11-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 31.803,45 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 2-11-2001 έως 2-2-2002. 4) της τέταρτης ενάγουσας Χ. Μ. του Κ.

καταρτίσθηκε η από 18-4-2001 σύμβαση, σ' εκτέλεση της οποίας η ενάγουσα κατέθεσε στο λογαριασμό που τηρούσε η Εταιρία στην Εθνική Τράπεζα το ποσό των 29.347,03 ευρώ, και με το Προσάρτημα Α/1 της 23-4-2001 η διάρκεια διαχείρισης του κατατεθέντος κεφαλαίου ορίσθηκε τρίμηνη αρχόμενη την 24-4-2001 και λήγουσα την 24-7-2001. Με το Προσάρτημα Α/2 της 30-7-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 29.347,03 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 31-7-2001 έως 31-10-2001.

Με το Προσάρτημα Α/3 της 2-11-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 26.412,33 ευρώ, που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην Τράπεζα Εργασίας, για το χρονικό διάστημα από 5-11-2001 έως 5-2-2002. Με το Προσάρτημα Α/4 της 6-11-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 31.949,95 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 7-11-2001 έως 7-2-2002. 5) της πέμπτης ενάγουσας Μ.

Κ. του Μ. καταρτίσθηκε η από 1-6-2001 σύμβαση, σ' εκτέλεση της οποίας η ενάγουσα κατέθεσε στο λογαριασμό που τηρούσε η Εταιρία στην Τράπεζα Πίστεως το ποσό των 56.361,15 ευρώ, και με το Προσάρτημα Α/1 της 1-6-2001 η διάρκεια διαχείρισης του κατατεθέντος κεφαλαίου ορίσθηκε τρίμηνη αρχόμενη την 5-6-2001 και λήγουσα την 5-9-2001.

Με το Προσάρτημα Α/2 της 1-6-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 14.673,51 ευρώ, που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην Τράπεζα Πίστεως, για το χρονικό διάστημα από 5-6-2001 έως 5-9-2001. Με το Προσάρτημα Α/3 της 11-9-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 15.398,65 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 12-9-2001 έως 12-12-2001.

Με το Προσάρτημα Α/4 της 11-9-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 59.154,19 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 12-9-2001 έως 12-12-2001. 6)του έκτου ενάγοντα Σ. Μ. του Γ. καταρτίσθηκε η από 24-10-2000 σύμβαση, σ' εκτέλεση της οποίας ο ενάγων κατέθεσε στο λογαριασμό που τηρούσε η Εταιρία στην ALPHA BANK το ποσό των 5.000.000 δρχ., και με το Προσάρτημα Α/1 της 24-10-2000 η διάρκεια διαχείρισης του κατατεθέντος κεφαλαίου ορίσθηκε τρίμηνη αρχόμενη την 25-10-2000 και λήγουσα την 25-1-2001.

Με το Προσάρτημα Α/2 της 16-11-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 5.000.000 δρχ. που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τήρησε αυτή στην ALPHA BANK, για το χρονικό διάστημα από 17-11-2000 έως 17-2-2001. Με το Προσάρτημα Α/3 της 20-11-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 5.000.000 δρχ. που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην ALPHA BANK, για το χρονικό διάστημα από 21-11-2000 έως 21-2-2001.

Με το Προσάρτημα Α/4 της 18-1-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 58.694,06 ευρώ, που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην ALPHA BANK, για το χρονικό διάστημα από 19-1-2001 έως 19-4-2001. Με το Προσάρτημα Α/6 της 22-2-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 15.626,66 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 23-2-2001 έως 23-5-2001.

Με το Προσάρτημα Α/7 της 28-2-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 15.665,39 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-3-2001 έως 1-6-2001. Με το Προσάρτημα Α/8 της 25-4-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 58.694,06 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 26-4-2001 έως 26-7-2001. Με το Προσάρτημα Α/9 της 29-5-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία ή διαχείριση του ποσού των 14.673,51 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 30-5-2001 έως 30-8-2001.

Με το Προσάρτημα Α/10 της 7-6-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 14.673,51 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 8-6-2001 έως 8-9-2001. Με το Προσάρτημα Α/11 της 1-8-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 58.694,06 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 2-8-2001 έως 2-11-2001. Με το Προσάρτημα Α/12 της 5-9-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 14.673,51 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 6-9-2001 έως 6-12-2001.

Με το Προσάρτημα Α/13 της 13-9-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 14.673,51 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 14-9-2001 έως 14-12-2001. Με το Προσάρτημα Α/14 της 8-11-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 58.694,06 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 9-11-2001 έως 9-2-2002. 7) του έβδομου ενάγοντα Σ. Τ. του Χ. καταρτίσθηκε η από 6-6-2001 σύμβαση, σ' εκτέλεση της οποίας ο ενάγων κατέθεσε στο λογαριασμό που τηρούσε η Εταιρία στην Εθνική Τράπεζα το ποσό των 14.673,51 ευρώ, και με το Προσάρτημα Α/1 της 13-6-2001 η διάρκεια διαχείρισης του κατατεθέντος κεφαλαίου ορίσθηκε τρίμηνη αρχόμενη την 14-6-2001 και λήγουσα την 14-9-2001.

Με το Προσάρτημα Α/2 της 20-9-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 15.021,17 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 21-9- 2001 έως 21-12-2001. 8) του όγδοου ενάγοντα Α. Κ. του Ι. καταρτίσθηκε η από 24-11-2000 σύμβαση, σ' εκτέλεση της οποίας ο ενάγων κατέθεσε στο λογαριασμό που τηρούσε η Εταιρία στην Εθνική Τράπεζα το ποσό των 10.000.000 δρχ., και με το Προσάρτημα Α/1 της 30-11-2000 η διάρκεια διαχείρισης του κατατεθέντος κεφαλαίου ορίσθηκε τρίμηνη αρχόμενη την 1-12-2000 και λήγουσα την 1-3-2001.

Με το Προσάρτημα Α/2 της 7-3-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 31.433,99 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 8-3-2001 έως 8-6-2001. Με το Προσάρτημα Α/3 της 14-6-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 32.720,89 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 15-6-2001 έως 15-9-2001. Με το Προσάρτημα Α/4 της 20-9-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 33.571,99 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 21-9-2001 έως 21-12-2001. 9) του ένατου ενάγοντα Δ.

Σ. του Γ. καταρτίσθηκε η από 11-8-2000 σύμβαση, σ' εκτέλεση της οποίας ο ενάγων κατέθεσε στο λογαριασμό που τηρούσε η Εταιρία στην Εθνική Τράπεζα το ποσό των 6.000.000 δρχ., και με το Προσάρτημα Α/1 της 11-8-2000 η διάρκεια διαχείρισης του κατατεθέντος κεφαλαίου ορίσθηκε τρίμηνη αρχόμενη την 14-8-2000 και λήγουσα την 14-11-2000.

Με το Προσάρτημα Α/2 της 11-9-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 6.000.000 δρχ., που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην Εθνική Τράπεζα, για το χρονικό διάστημα από 12-9-20Ο0 έως 12-12-2000. Με το Προσάρτημα Α/3 της 16-10-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 6.000.000 δρχ., που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην Εθνική Τράπεζα, για το χρονικό διάστημα από 17-10-2000 έως 17-1-2001.

Με το Προσάρτημα Α/4 της 20-11-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 5.000.000 δρχ., για το χρονικό διάστημα από 21-11-2000 έως 21-2-2001. Με το Προσάρτημα Α/5 της 18-12-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 5.000.000 δρχ., για το χρονικό διάστημα από 19-12-2000 έως 19-3-2001. Με το Προσάρτημα Α/6 της 23-1-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 14.673,51 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 24-1-2001 έως 24-4-2001.

Με το Προσάρτημα Α/7 της 23-3-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 14.673,51 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 26-3-2001 έως 26-6-2001. Με το Προσάρτημα Α/8 της 30-4-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 23.477,62 ευρώ, που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην Εθνική Τράπεζα, για το χρονικό διάστημα από 2-5-2001 έως 2-8-2001.

Με το Προσάρτημα Α/9 της 2-7-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 14.673,51 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 3-7-2001 έως 3-10-2001. Με το Προσάρτημα Α/10 της 8-8-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 29.347,03 ευρώ, που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην Εθνική Τράπεζα, για το χρονικό διάστημα από 9-8-2001 έως 9-11-2001.

Με το Προσάρτημα Α/11 της 9-10-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 14.673,51 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 10-10-2001 έως 10-1-2002. Με το Προσάρτημα Α/12 της 15-11-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 29.347.03 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 16-11-2001 έως 16-2-2002. 10) του δέκατου ενάγοντα Ν. Π. του Κ.

καταρτίσθηκε η από 28-7-2000 σύμβαση, σ' εκτέλεση της οποίας ο ενάγων κατέθεσε στο λογαριασμό που τηρούσε η Εταιρία στην Εθνική Τράπεζα το ποσό των 6.000.000 δρχ., και με το Προσάρτημα Α/1 της 28-7-2000 η διάρκεια διαχείρισης του κατατεθέντος κεφαλαίου ορίσθηκε τρίμηνη αρχόμενη την 31-7-2000 και λήγουσα την 31-10-2000. Με το Προσάρτημα Α/2 της 17-11-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 9.000.000 δρχ., που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην Εθνική Τράπεζα, για το χρονικό διάστημα από 20-11-2000 έως 20-2-2001.

Με το Προσάρτημα Α/3 της 11-6-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 29.347,03 ευρώ, που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην Εθνική Τράπεζα, για το χρονικό διάστημα από 12-6-2001 έως 12-9-2001. Με το Προσάρτημα Α/4 της 20-9-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 29.347,03 ευρώ, που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην Εθνική Τράπεζα, για το χρονικό διάστημα από 21-9-2001 έως 21-12-2001. 11) της ενδέκατης ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΔΥΣΣΕΥΣ ΙΣΤΙΟΠΛΟΪΚΕΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" καταρτίσθηκε η από 15-2-2000 σύμβαση παροχής υπηρεσιών διαμεσολάβησης και η από 14-3-2000 σύμβαση παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου, σ' εκτέλεση της οποίας η ενάγουσα κατέθεσε σε μετρητά στο ταμείο της Εταιρίας το ποσό των 10.000.000 δρχ., και με το Προσάρτημα Α/1 της 14-3-2000 η διάρκεια διαχείρισης του κατατεθέντος κεφαλαίου ορίσθηκε τρίμηνη αρχόμενη την 15-3-2000 και λήγουσα την 15-6-2000.

Με το Προσάρτημα Α/2 της 18-4-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 10.000.000 δρχ., για το χρονικό διάστημα από 19-4-2000 έως 19-7-2000. Με το Προσάρτημα Α/4 της 22-6-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 11.301.628 δρχ., για το χρονικό διάστημα από 23-6-2000 έως 23-9-2000. Με το Προσάρτημα Α/5 της 23-6-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 10.000.000 δρχ., για το χρονικό διάστημα από 26-6-2000 έως 26-9-2000.

Με το Προσάρτημα Α/6 της 26-7-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 12.247.145 δρχ., για το χρονικό διάστημα από 27-7-2000 έως 27-10-2000. Με το Προσάρτημα Α/7 της 18-8-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 14.856.821 δρχ., για το χρονικό διάστημα από 21-8-2000 έως 21-11-2000. Με το Προσάρτημα Α/8 της 4-9-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 12.000.000 δρχ., για το χρονικό διάστημα από 5-9-2000 έως 5-12-2000.

Με το Προσάρτημα Α/9 της 28-9-2000 ανατέθηκε στην Eταιρία η διαχείριση του ποσού των 12.448.997 δρχ., για το χρονικό διάστημα από 29-9-2000 έως 29-12-2000. Με το Προσάρτημα Α/10 της 10-10-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 15.000.000 δρχ., για το χρονικό διάστημα από 11-10-2000 έως 11-1-2001. Με το Προσάρτημα Α/11 της 27-11-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 16.074.853 δρχ., για το χρονικό διάστημα από 28-11-2000 έως 28-2-2001.

Με το Προσάρτημα Α/12 της 11-12-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 13.234.982 δρχ., για το χρονικό διάστημα από 12-12-2000 έως 12-3-2001. Με το Προσάρτημα Α/13 της 8-1-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 37.919,02 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 9-1-2001 έως 9-4-2001. Με το Προσάρτημα Α/14 της 17-1-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 46.082,66 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 18-1-2001 έως 18-4-2001.

Με το Προσάρτημα Α/15 της 8-2-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 54.117,30 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 9-2-2001 έως 9-5-2001. Με το Προσάρτημα Α/16 της 6-3-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 50.303,19 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 7-3-2001 έως 7-6-2001. Με το Προσάρτημα Α/17 της 17-4-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 39.908,98 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 18-4-2001 έως 18-7-2001.

Με το Προσάρτημα Α/18 της 24-4-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 50.348,59 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 25-4-2001 έως 25-7-2001. Με το Προσάρτημα Α/19 της 15-5-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 58.234,28 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 16-5-2001 έως 16-8-2001. Με το Προσάρτημα Α/20 της 13-6-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 52.736,20 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 14-6-2001 έως 14-9-2001.

Με το Προσάρτημα Α/21 της 24-7-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 40.786,13 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 25-7-2001 έως 25-10-2001. Με το Προσάρτημα Α/22 της 31-7-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 52.326,22 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-8-2001 έως 1-11-2001. Με το Προσάρτημα A/23 της 3-8-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 50.829,65 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 6-8-2001 έως 6-11-2001.

Με το Προσάρτημα Α/24 της 22-8-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 61.894,79 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 23-8-2001 έως 23-11-2001. Με το Προσάρτημα Α/25 της 15-10-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 58.694,06 ευρώ που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην ALPHA BANK, για το χρονικό διάστημα από 16-10-2001 έως 16-1-2002.

Με το Προσάρτημα Α/26 της 29-10-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 59.294,39 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-11-2001 έως 1-2-2002. Με το Προσάρτημα Α/27 της 12-11-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 57.040,20 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 13-11-2001 έως 13-2-2002. Με το Προσάρτημα Α/28 της 7-11-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 57.091,06 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 8-11-2001 έως 8-2-2002.

Με το Προσάρτημα Α/29 της 29-11-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 67.249,54 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 30-11-2001 έως 2-3-2002. 12) του δωδέκατου ενάγοντα Φ. Κ. του Α. καταρτίσθηκε η από 11-9-2000 σύμβαση, σ' εκτέλεση της οποίας ο ενάγων κατέθεσε στο λογαριασμό που τηρούσε η Εταιρία στην Εθνική Τράπεζα το ποσό των 5.000.000 δρχ., και με το Προσάρτημα Α/1 της 15-9-2000 η διάρκεια διαχείρισης του κατατεθέντος κεφαλαίου ορίσθηκε τρίμηνη αρχόμενη την 18-9-2000 και λήγουσα την 18-12-2000.

Με το Προσάρτημα Α/2 της 22-12-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 5.246.257 δρχ., για το χρονικό διάστημα από 27-12-2000 έως 27-3-2001. Με το Προσάρτημα Α/3 της 2-4-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του πόσου των 15.992,32 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 3-4-2001 έως 3-7-2001. Με το Προσάρτημα Α/4 της 9-7-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 16.532,02 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 10-7-2001 έως 10-10-2001.

Με το Προσάρτημα Α/5 της 16-10-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 17.753,18 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 17-10-2001 έως 17-1-2002. 13) του δέκατου τρίτου ενάγοντα Σ. Φ. του Θ. καταρτίσθηκε η από 9-6-2000 σύμβαση, σ' εκτέλεση της οποίας ο ενάγων κατέθεσε στο λογαριασμό που τηρούσε η Εταιρία στην Εθνική Τράπεζα το ποσό των 5.000.000 δρχ., και με το Προσάρτημα Α/1 της 9-6-2000 η διάρκεια διαχείρισης του κατατεθέντος κεφαλαίου ορίσθηκε τρίμηνη αρχόμενη την 12-6-2000 και λήγουσα την 12-9-2000.

Με το Προσάρτημα Α/2 της 18-9-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχειριστικού ποσού των 5.000.000 δρχ., για το χρονικό διάστημα από 19-9-2000 έως 19-12-2000. Με το Προσάρτημα Α/3 της 27-12-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 10.000.000 δρχ., που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην Εθνική Τράπεζα, για το χρονικό διάστημα από 28-12-2000 έως 28-3-2001.

Με το Προσάρτημα Α/4 της 3-4-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 29.347,03 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 4-4-2001 έως 4-7-2001. Με το Προσάρτημα Α/5 της 10-7-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 29.347,03 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 11-7-2001 έως 11-10-2001. Με το Προσάρτημα Α/6 της 17-10-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 29.347,03 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 18-10-2001 έως 18-1-2002. 14) του δέκατου τέταρτου ενάγοντα Μ.

Κ. του Ε. καταρτίσθηκε η από 12-2-2001 σύμβαση, σ' εκτέλεση της οποίας ο ενάγων κατέθεσε στο λογαριασμό που τηρούσε η Εταιρία στην Τράπεζα Εργασίας το ποσό των 20.542,92 ευρώ, και με το Προσάρτημα Α/1 της 14-2-2001 η διάρκεια διαχείρισης του κατατεθέντος κεφαλαίου ορίσθηκε τρίμηνη αρχόμενη την 15-2-2001 και λήγουσα την 15-5-2001.

Με το Προσάρτημα Α/2 της 21-5-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 20.865,74 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 22-5-2001 έως 22-8-2001. Με το Προσάρτημα Α/3 της 28-9-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 20.915,63 ευρώ, που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην Εθνική Τράπεζα, για το χρονικό διάστημα από 1-10-2001 έως 1-10-2002. 15) της δέκατης πέμπτης ενάγουσας Μ.

χήρας Χ. Δ. καταρτίσθηκε η από 18-12-2000 σύμβαση, σ' εκτέλεση της οποίας η ενάγουσα κατέθεσε στο λογαριασμό που τηρούσε η Εταιρία στην Εθνική Τράπεζα το ποσό των 7.000.000 δρχ., και με το Προσάρτημα Α/1 της 21-12-2000 η διάρκεια διαχείρισης του κατατεθέντος κεφαλαίου ορίσθηκε τρίμηνη αρχόμενη την 22-12-2000 και λήγουσα την 22-3-2001.

Με το Προσάρτημα Α/2 της 28-3-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 30.022,31 ευρώ, που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην Τράπεζα Εργασίας, για το χρονικό διάστημα από 29-3-2001 έως 29-7-2001. 16) του δέκατου έκτου ενάγοντα Ε. Φ. του Ν. καταρτίσθηκε η από 4-6-2001 σύμβαση, σ' εκτέλεση της οποίας ο ενάγων κατέθεσε στο λογαριασμό που τηρούσε η Εταιρία στην Τράπεζα Πίστεως το ποσό των 29.347,03 ευρώ, και με το Προσάρτημα Α/1 της 5-6-2001 η διάρκεια διαχείρισης του κατατεθέντος κεφαλαίου ορίσθηκε τρίμηνη αρχόμενη την 6-6-2001 και λήγουσα την 6-9-2001.

Με το Προσάρτημα Α/2 της 12-9-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 31.248,23 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 13-9-2001 έως 13-12-2001. Και 17) του δέκατου έβδομου ενάγοντα Α. Κ. του Π. καταρτίσθηκε η από 6-7-2001 σύμβαση, σ' εκτέλεση της οποίας ο ενάγων κατέθεσε στο λογαριασμό που τηρούσε η Εταιρία στην Εθνική Τράπεζα το ποσό των 23.477,62 ευρώ, και με το Προσάρτημα Α/1 της 6-7-2001 η διάρκεια διαχείρισης του κατατεθέντος κεφαλαίου ορίσθηκε τρίμηνη αρχόμενη την 9-7-2001 και λήγουσα την 9-10-2001.

Με το Προσάρτημα Α/2 της 10-9-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 20.757,23 ευρώ, που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην ALPHA BANK, για το χρονικό διάστημα από 11-9-2001 έως 11-12-2001. Όσα εκ των προαναφερθέντων χρηματικών ποσών δεν κατατίθεντο σε τραπεζικούς λογαριασμούς που τηρούσε η Εταιρεία, κατατίθεντο σε μετρητά στο ταμείο αυτής και εκδίδονταν προς τούτο οι σχετικές αποδείξεις είσπραξης που αναγράφονταν, όπως και τα καταθετήρια των τραπεζών, στα σχετικά προσαρτήματα, που αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της κάθε σύμβασης.

Οι ενάγοντες ουδέποτε έδωσαν στην άνω Ε.Π.Ε.Υ. οποιαδήποτε οδηγία προφορική ή έγγραφη, για τον τρόπο διαχείρισης του χαρτοφυλακίου τους, ο οποίος αποφασίσθηκε από αυτήν κατά την κρίση της, σύμφωνα με την προαναφερθείσα ρήτρα III.3. των επίμαχων συμβάσεων. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με την υπ' αριθ. 7/234/27-12-2001 απόφαση του Δ.Σ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της υπόψη Ε.Π.Ε.Υ, τέθηκε αυτή υπό εκκαθάριση, κατ' εφαρμογήν των άρθρων 4 και 4α του ν. 1806/1998, και διορίσθηκε επόπτης της εκκαθάρισης, ενώ με την υπ' αριθ. 1784/2002 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, που καταχωρήθηκε στο Μ.Α.Ε.

στις 12-2-2002, ανακλήθηκε η υπ' αριθ. 16348/29-6-1998 απόφαση περί χορήγησης άδειας σύστασης και έγκρισης του καταστατικού της εν λόγω Α.Ε.Π.Ε.Υ. Οι ενάγοντες ανήγγειλαν νομίμως κι εμπροθέσμως τις απορρέουσες από τις ως άνω συμβάσεις διαχείρισης απαιτήσεις τους στον ορισθέντα εκκαθαριστή προσκομίζοντας και τα αναγκαία δικαιολογητικά έγγραφα.

Ο εκκαθαριστής προέβη στην επαλήθευση των απαιτήσεων των εναγόντων : για τον πρώτο ενάγοντα ως προς το ποσό των 42.352,62 ευρώ, για τον δεύτερο ενάγοντα ως προς το ποσό των 57.981,45 ευρώ, για τον τρίτο ενάγοντα ως προς το ποσό των 53.942,97 ευρώ, για την τέταρτη ενάγουσα ως προς το ποσό των 31.730,94 ευρώ, για την πέμπτη ενάγουσα ως προς το ποσό των 69.777,35 ευρώ, για τον έκτο ενάγοντα ως προς το ποσό των 58.605,39 ευρώ, για τον έβδομο ενάγοντα ως προς το ποσό των 14.413,79 ευρώ, για τον όγδοο ενάγοντα ως προς το ποσό των 28.827,59 ευρώ, για τον ένατο ενάγοντα ως προς το ποσό των 31.167,10 ευρώ, για τον δέκατο ενάγοντα ως προς το ποσό των 22.620,22 ευρώ, για την ενδέκατη ενάγουσα ως προς το ποσό των 216.654,63 ευρώ, για τον δωδέκατο ενάγοντα ως προς το ποσό των 13.720,79 ευρώ, για τον δέκατο τρίτο ενάγοντα ως προς το ποσό των 21.662,69 ευρώ, για τον δέκατο τέταρτο ενάγοντα ως προς το ποσό των 17.413,23 ευρώ, για την δέκατη πέμπτη ενάγουσα ως προς το ποσό των 23.087,45 ευρώ, για τον δέκατο έκτο ενάγοντα ως προς το ποσό των 28.827,59 ευρώ και για τον δέκατο έβδομο ενάγοντα ως προς το ποσό των 18.898,66 ευρώ.

Βάσει της παραπάνω επαλήθευσης των απαιτήσεων κατά τη διαδικασία της ειδικής εκκαθάρισης, ο εκκαθαριστής κατέβαλε στον καθένα από τους ενάγοντες το 10% της επαληθευθείσας απαίτησης του, σύμφωνα με το άρθρο 4α παρ. 7 του ν. 1806/1988, επειδή το χρηματικό ποσό που η υπό εκκαθάριση Ε.Π.Ε.Υ κατείχε για λογαριασμό των επενδυτών δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση τους.

Συνεπώς, παρέμεινε η εκκαθαρισθείσα απαίτηση του πρώτου ενάγοντα για ποσό 38.117,36 (42.352,62 - 4.235,26) ευρώ, του δευτέρου ενάγοντα για ποσό 52.183,31 (57.981,45 - 5.798,14) ευρώ, του τρίτου ενάγοντα για ποσό 48.548,70 (53.942,97 - 5.394,20) ευρώ, της τέταρτης ενάγουσας για ποσό 28.557,90 (31.730,94 - 3.171,30) ευρώ, της πέμπτης ενάγουσας για ποσό 62.799,70 (69.777,35 - 6.977,70) ευρώ, του έκτου ενάγοντα για ποσό 52.744,85 (58.605,39 - 5.860,54) ευρώ, του έβδομου ενάγοντα για ποσό 12.972,41 (14.413,79 - 1.441,38) ευρώ, του όγδοου ενάγοντα για ποσό 25.944,90 (28.827,59 - 2.882,70) ευρώ, του ένατου ενάγοντα για ποσό 28.050,40 (31.167,10 - 3.116,70) ευρώ, του δέκατου ενάγοντα για ποσό 20.358,20 (22.620,22 - 2.262,10) ευρώ, της ενδέκατης ενάγουσας για ποσό 194.989,20 (216.654,63 - 21.665,50) ευρώ, του δωδέκατου ενάγοντα για ποσό 12.348,80 (13.720,79 - 1.372,00) ευρώ, του δέκατου τρίτου ενάγοντα για ποσό 19.496,50 (21,662,69 - 2.166,20) ευρώ, του δέκατου τέταρτου ενάγοντα για ποσό 15.671,90) (17.413,23 - 1.741,30) ευρώ, της δέκατης πέμπτης ενάγουσας για ποσό 20.778,71 (23.087,45 - 2.308,75) ευρώ, του δέκατου έκτου ενάγοντα για ποσό 25.944,80 (28.827,59 - 2.882,80) ευρώ, του δέκατου έβδομου ενάγοντα για ποσό 17.008,80 (18.898,66 - 1.889,90) ευρώ.

Ακολούθως ο επόπτης εκκαθαριστής της άνω Α.Ε.Π.Ε.Υ, σύμφωνα με το άρθρο 4α παρ. 8 του ν. 1806/1988, ενημέρωσε και υπέβαλε κάθε απαραίτητο στοιχείο από τα βιβλία της υπό εκκαθάριση τελούσας εταιρίας στην προβλεπόμενη από την παρ. 6 του άρθρου 68 του ν. 2533/1997 Επιτροπή Αποζημιώσεων του εναγομένου "Συνεγγυητικού", για τις υποβληθείσες και επαληθευθείσες απαιτήσεις των εναγόντων, που δεν ικανοποιήθηκαν, σύμφωνα με τα ανωτέρω, προκειμένου αυτή ν' αποφασίσει για ποιές από αυτές υπάρχει υποχρέωση του "Συνεγγυητικού" για καταβολή της εκ του νόμου αποζημίωσης στον καθένα εντολέα ισόποσης με το υπόλοιπο της απαίτησής τους, και μέχρι του ποσού των 30.000,00 ευρώ ανά εντολέα, εφόσον το ύψος της απαίτησής τους υπερβαίνει το ποσό των 30.000,00 ευρώ (άρθρο 66 παρ.1 του ν. 2533/1997, σε συνδ.

με Απ. ΥΠΕΘΟ 14082/Β.809/4-4-2000). Το "Συνεγγυητικό" με τις από 20-9-2004 επιστολές του απευθυνόμενο προς τους ενάγοντες ενημέρωσε αυτούς ότι για τις αναγγελθείσες και επαληθευθείσες απαιτήσεις τους κατά της ανωτέρω υπό εκκαθάριση τελούσας Α.Ε.Π.Ε.Υ. δεν υπάρχει υποχρέωση του προς καταβολή αποζημίωσης διότι οι εν λόγω απαιτήσεις τους δεν προέρχονται από καλυπτόμενες, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2533/1997, επενδυτικές υπηρεσίες, κατέταξε δε ως μόνους δικαιούχους αποζημίωσης τον πρώτο ενάγοντα για το ποσό των 245,97 ευρώ, τον έκτο ενάγοντα για το ποσό των 5.653,89 ευρώ, την ενδέκατη ενάγουσα για το ποσό των 4.792,80 ευρώ και τον δέκατο έβδομο ενάγοντα για το ποσό των 5.521,97 ευρώ.

Ωστόσο, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν αναλυτικά στη μείζονα σκέψη και σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν, τα παραπάνω κεφαλαία κατατέθηκαν από τους ενάγοντες στην άνω Α.Ε.Π.Ε.Υ. σε σχέση με επενδυτική υπηρεσίας και συνεπώς, καλύπτονται από την Οδηγία 97/9, η οποία είναι σαφής και ορισμένη και υπερισχύει των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου στο βαθμό που αυτές αντιτίθενται στην παρεχόμενη προστασία της παραπάνω Οδηγίας.

Τα κεφάλαια αυτά δεν ήταν απαραίτητο να έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών, αλλά αρκούσε το γεγονός ότι αυτά δόθηκαν σε σχέση με επενδυτική υπηρεσία, συνεπώς, καλύπτονται αποζημιωτικώς από το "Συνεγγυητικό" από τη στιγμή που περιέρχονται στην κατοχή της Ε.Π.Ε.Υ., χωρίς να τίθεται από το νόμο ως όρος η εκτέλεση μιας τουλάχιστον χρηματιστηριακής συναλλαγής ή η ύπαρξη στο χαρτοφυλάκιο των τίτλων αυτής.

Εξάλλου ο καθορισμός, με τα προσαρτήματα των εγγράφων συμφωνιών των εναγόντων με την άνω ΕΠΕΥ, περιορισμένης (τρίμηνης) διάρκειας διαχείρισης του κεφαλαίου, ανανεούμενης, και σταθερής μεγάλης απόδοσης του κεφαλαίου τους, εφόσον δεν ήταν καταργητικός ουσιώδους όρου, προσδίδοντος το χαρακτήρα της αρχικής κύριας συμφωνίας ως σύμβασης εκτέλεσης χρηματιστηριακών συναλλαγών με το καταβληθέν κεφάλαιο, δεν ασκεί έννομη επιρροή στη νομική θέση του εναγομένου ως καθ' υποκατάσταση υπόχρεου προς αποζημίωση των εναγόντων, λόγω μη εκπλήρωσης των προς αυτούς συμβατικών υποχρεώσεων της αντισυμβαλλόμενης ΕΠΕΥ και υπαγωγής της σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης.

Επομένως, αφού οι ενάγοντες κατέθεσαν τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά στην ως άνω Α.Ε.Π.Ε.Υ. σε σχέση με επενδυτική υπηρεσία και αφού η εν λόγω κατοχή των ποσών αυτών συνιστά καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία, το εναγόμενο υποχρεούται να αποζημιώσει αυτούς. Κατ' ακολουθίαν, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη δεχόμενο ότι η κατάθεση των χρημάτων αυτών δεν αποτελεί καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία και παραλείποντας να ερμηνεύσει τις διατάξεις του ν. 2533/1997 και του ν. 2396/1996, υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της Οδηγίας 97/9, ώστε να επιτευχθεί το αποτέλεσμα που αυτή επιδιώκει, συμμορφούμενο έτσι προς το άρθρο 249 εδ.

γ' της ΣυνθΕΚ, έσφαλε ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1γ', παρ.1 α(i), παρ.6γ' και παρ. 18 του ν. 2396/1996 και 4 παρ. 1 του ν. 2076/1992, όπως αντικ. με το άρθρο 38 παρ. 2 του ν. 2937/2001, 65 παρ. 7 και 8, 68 παρ. 5-6 ν. 2533/1997, 4α παρ. 8 του ν. 1806/1988, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.1 του ν. 2651/1998.

Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση και ο πρόσθετος λόγος αυτής, με τους οποίους οι εκκαλούντες ενάγοντες παραπονούνται για την άνω εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και τη συνακόλουθη με αυτά απόρριψη της ένδικης αγωγής ως κατ' ουσίαν αβάσιμης, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση από το δικαστήριο αυτό και ακολούθως να γίνει δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί το εναγόμενο "Συνεγγυητικό" να καταβάλει :

στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 30.000,00 ευρώ, στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 30.000,00 ευρώ, στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των 30.000,00 ευρώ, στην τέταρτη ενάγουσα, κατόπιν περιορισμού του αιτήματός της, το ποσό των 27.367,94 ευρώ, στην πέμπτη ενάγουσα το ποσό των 30.000,00 ευρώ, στον έκτο ενάγοντα το ποσό των 30.000,00 ευρώ, στον έβδομο ενάγοντα, κατόπιν περιορισμού του αιτήματός του, το ποσό των 12.431,90 ευρώ, στον όγδοο ενάγοντα, κατόπιν περιορισμού του αιτήματός του, το ποσό 24.863,79 ευρώ, στον ένατο ενάγοντα, κατόπιν περιορισμού του αιτήματός του, το ποσό των 26.881,57 ευρώ, στον δέκατο ενάγοντα, κατόπιν περιορισμού του αιτήματός του, το ποσό των 19.509,94 ευρώ, στην ενδέκατη ενάγουσα το ποσό των 30.000,00 ευρώ, στον δωδέκατο ενάγοντα, κατόπιν περιορισμού του αιτήματος του, το ποσό των 11.634,18 ευρώ, στον δέκατο τρίτο ενάγοντα, κατόπιν περιορισμού του αιτήματός του, το ποσό των 18.684,07 ευρώ, στον δέκατο τέταρτο ενάγοντα, κατόπιν περιορισμού του αιτήματός του, το ποσό των 15.018,91 ευρώ, στην δέκατη πέμπτη ενάγουσα, κατόπιν περιορισμού του αιτήματός της, το ποσό των 19.912,93 ευρώ, στον δέκατο έκτο ενάγοντα, κατόπιν περιορισμού του αιτήματός του, το ποσό των 24.863,79 ευρώ, και στον δέκατο έβδομο ενάγοντα, κατόπιν περιορισμού του αιτήματός του, το ποσό των 10.778,12 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των εναγόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή, δίκασε την υπόθεση δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον είναι υποχρεωμένο να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα το ποσό που αναφέρεται στην απόφαση.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης καθόσον δεν διαλαμβάνει σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες έτσι ώστε να μη καθίσταται εφικτός ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφάρμοσε. Ειδικότερα ενώ δέχεται ότι η ανωτέρω ΕΠΕΥ παρείχε στους ενάγοντες επενδυτική υπηρεσία "διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου" διότι η κατάθεση του κεφαλαίου έγινε σε σχέση με επενδυτική υπηρεσία χωρίς να είναι απαραίτητο να έχει ήδη χρησιμοποιηθεί για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών, αρκούμενο στο γεγονός της μνείας στην κύρια σύμβαση ότι η ανωτέρω ΕΠΕΥ ανέλαβε να παράσχει τις ως άνω υπηρεσίες διαχειρίσεως χαρτοφυλακίου, δέχεται επίσης κατά τρόπο αντιφατικό ότι στη προκειμένη περίπτωση με τα ως άνω διαδοχικά προσαρτήματα ανατίθονταν από τους ενάγοντες στην ΕΠΕΥ η διαχείριση των αντίστοιχων χρηματικών ποσών του κεφαλαίου τους για περιορισμένο (τρίμηνο) χρονικό διάστημα ανανεούμενο και σταθερής μεγάλης απόδοσης του κεφαλαίου τους με τις ως άνω προμήθειες και ότι οι ενάγοντες ουδέποτε έδωσαν στην ΕΠΕΥ οποιαδήποτε οδηγία προφορική ή έγγραφη για τον τρόπο διαχείρισης του χαρτοφυλακίου τους ο οποίος αποφασίστηκε από αυτήν κατά τη κρίση της σύμφωνα με την παραπάνω ρήτρα

ΙΙΙ.3 των συμβάσεων, και ακόμη ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση έγινε διαχείριση των κεφαλαίων από την ΕΠΕΥ χωρίς ουδόλως να προσδιορίζεται σε τι συνίστατο η γενομένη διαχείριση ώστε να είναι δυνατόν να κριθεί αν πρόκειται για επενδυτικές υπηρεσίες που καλύπτονται από τις ανωτέρω διατάξεις.

Συνεπώς όλοι οι σχετικοί λόγοι της αναίρεσης κατ'εκτίμηση μόνο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. όχι δε και από τον αριθ. 1 που αναφέρεται στο αναιρετήριο όπως παραδεκτά συμπληρώθηκε με την έκθεση του Εισηγητή (άρθρο 562 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) είναι βάσιμοι. Ο περί απαραδέκτου των λόγων της αναίρεσης ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων είναι αβάσιμος διότι διά των λόγων τούτων δεν αμφισβητείται η ορθότητα της δοθείσας ερμηνείας των ως άνω διατάξεων με την υπ.

αριθ. 534/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου αλλά η ορθή εφαρμογή τους από το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Από τις συνδυασμένες διατάξεις, του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 4055/2012 και ορίζει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για παραπέρα εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης, της παραγράφου 2 του άρθρου 570 ΚΠολΔ, κατά την οποία νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας και της παρ. 2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237, προκύπτουν τα εξής:

Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήρια της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει ο ίδιος την υπόθεση κατ' ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης.

Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ.2 ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αφαιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 237 και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις.

Μπορεί, δηλαδή, να προβληθούν από τους διαδίκους στον Άρειο Πάγο, με κρίσιμη χρονική αφετηρία τη μετά την αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, νέοι ισχυρισμοί, υπό τους περιορισμούς των άρθρων 527 και 269 παρ. 2 ΚΠολΔ, ή και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι έφεσης υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ.2 ΚΠολΔ.

Η ενδεχόμενη ταυτόχρονη εξέταση, ύστερα από μια ενιαία συζήτηση, τόσο της αίτησης αναίρεσης, όσο και της ουσίας της υπόθεσης, στην περίπτωση βέβαια που η πρώτη γίνει δεκτή, συνεπάγεται τη δυσχέρανση ή και τη ματαίωση ουσιαστικά της άσκησης εκ μέρους των διαδίκων των πιο πάνω ευχερειών και παράλληλα επιβάλλει σ' αυτούς, κατά παραγνώριση της αρχής της οικονομίας της δίκης, το υπέρμετρο και συχνά περιττό δικονομικό βάρος της κατάθεσης προτάσεων για την ουσία της υπόθεσης σε όλη τη δυνατή έκταση, αφού αυτοί δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν εκ των προτέρων αν θα αναιρεθεί και σε ποιά έκταση η προσβαλλόμενη απόφαση και συνακόλουθα ποια είναι τα όρια της εκδίκασης της υπόθεσης στην ουσία.

Έτσι για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο, από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ'ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή.

Μετά από αυτά πρέπει ν'αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τους βάσιμους ως άνω λόγους και ενόψει του ότι πρόκειται για δεύτερη αναίρεση, να κρατηθεί, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση από το Τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.

Περαιτέρω πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό και να διαταχθεί η απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στο αναιρεσείον.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την απόφαση 381/2013 του Εφετείου Αθηνών.

Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση, ύστερα από επίσπευση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στο αναιρεσείον.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ