Legislator Case Law & Legislation
1413/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment regarding employer's unilateral contract modification rights.

Case Number 1413/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by three employees against a Thessaly Court of Appeal judgment. The employees argued the lower court failed to consider specific sworn affidavits and prior court decisions as evidence. The court ruled that the appellate court had properly evaluated all submitted documents, including the affidavits and legal precedents, and found the employer's actions within the scope of its management rights under Article 648 of the Civil Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648 and 652 of the Civil Code; The employer has the right to unilaterally modify employment contract terms regarding organizational matters, provided such modifications are not abusive and do not violate the objective limits of the employment relationship.

Keywords

AI generated
Employer Management Rights Unilateral Contract Modification Labor Law Dispute Sworn Affidavits Evidence Appeal Dismissed Civil Code Provisions Judicial Review Standard

Cited Legislation

AI generated
Articles 648 and 652 of the Civil Code
Article 7, paragraph 1, letter a of Law 2112/1920
Article 671, paragraph 1, letter g of the Code of Civil Procedure
Articles 591, paragraph 1 and 270, paragraph 2, letters b and g of the Code of Civil Procedure
Article 176, 183 and 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1413 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1413/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πάσσο Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο τμήμα), Ασπασία Καρέλλου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Δ. Δ. του Σ., 2)Κ. Τ. του Χ. και 3)Ε. Τ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Κασιμάτη, που κατάθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία, "... Α.Ε." που εδρεύει στη … και τελεί σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή της, ήτοι την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ALPHA ΑΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Καμπά, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/10/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 69/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 171/2013 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30/10/2013 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 11/9/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η από 30/10/2013 αίτηση των Δ. Δ. κ.λ.π. κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" περί αναιρέσεως της 171/2013 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 648 και 652 Α.Κ. προκύπτει ότι στη σύμβαση εργασίας η ρύθμιση κάθε θέματος που ανάγεται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεως για την επίτευξη των σκοπών της ανήκει στον εργοδότη και αποτελεί εκδήλωση του διευθυντικού δικαιώματος αυτού. Έτσι ο εργοδότης δικαιούται να καθορίζει το είδος, τον τόπο, το χρόνο, τις συνθήκες εργασίας και γενικά τους όρους αυτής, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή την εργασιακή σύμβαση πάντοτε όμως με το βασικό περιορισμό που τίθεται από τα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ, με την έννοια ότι ο εργοδότης δεν μπορεί να ασκεί αυτό καταχρηστικά.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 652 Α.Κ. με τη διάταξη του άρθρου 7 εδ. α’ του ν. 2112/1920 που ορίζει ότι "πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλο θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι’ ήν ισχύουσιν οι διατάξεις του παρόντος νόμου", προκύπτει ότι μονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη που γίνεται κατ’ αθέτηση της εργασιακής συμβάσεως.

Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτός μπορεί να αντιδράσει με τους εξής τρόπους: α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται, κατά το άρθρο 361 ΑΚ νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή β) να θεωρήσει τη μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη και να αποχωρήσει από την εργασία, αξιώνοντας την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως ή γ) να εμμείνει στη σύμβαση και να ζητήσει την τήρηση των συμβατικών όρων (ΑΠ 1221/2013).

Μόνη όμως η καθυστέρηση καταβολής του μισθού δεν συνιστά βλαπτική, υπό την ως άνω έννοια, μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως, εκτός αν γίνεται δολίως και δη για να εξαναγκασθεί ο μισθωτός σε αποχώρηση από την εργασία του (ΑΠ 1686/2007, 1049/2007, 795/2007, 1203/1998). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

O κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (oλ.ΑΠ 36/1988, oλ.ΑΠ 7/2006, oλ.ΑΠ 2/2013, ΑΠ 129/2014, 1632/2013). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 625/2008, ΑΠ 38/2008).Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 27.10.2005 αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εξέθεσαν ότι προσελήφθησαν ο πρώτος αρχικά την 1.12.1990 από τον Γ.

Μ., η ατομική επιχείρηση του οποίου συγχωνεύθηκε το 1992 με την "... ΑΤΕ" και η τελευταία το 2002, δι’ απορροφήσεως με την εναγομένη, ο δεύτερος την 1.12.1999 από την "... ΑΤΕ", που συγχωνεύθηκε κατά τα προαναφερόμενα δι’ απορροφήσεως με την εναγομένη και η τρίτη την 11.2.2004 από την εναγομένη και απασχολούντο, από της αρχικής προσλήψεώς του ο καθένας τους, ως πολιτικοί μηχανικοί από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μέχρι την 30.4.2005, ότι η εναγομένη εργοδότριά τους από του Ιουλίου 2004, έπαυσε να τους καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές τους και τούτο το έπραξε δολίως προκειμένου να τους εξαναγκάσει σε καταγγελία από μέρους τους των συμβάσεών τους και αποφυγή έτσι καταβολής της οφειλομένης στον καθένα τους αποζημίωσης απόλυσης, ότι με την από 18.4.2005 εξώδικη δήλωσή τους που επιδόθηκε στην εναγομένη, γνωστοποίησαν στην τελευταία ότι αν δεν καταβληθούν οι οφειλόμενες αποδοχές μέχρι την 30.4.2005 θα θεωρήσουν την αποτελούσα μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων των συμβάσεών τους αυτή συμπεριφορά της ως καταγγελία των συμβάσεών τους, ότι η εναγομένη δεν τους κατέβαλε τα οφειλόμενα μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία, εμμένουσα στη συμπεριφορά της.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν: α) να αναγνωριστεί ότι συνδέονται με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει, ως αποζημίωση καταγγελίας κατά τον ανωτέρω τρόπο των συμβάσεών τους, στον πρώτο 39.783,33 ευρώ, στον δεύτερο 6.212,50 ευρώ και στην τρίτη 2.391,66 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από της επομένης της καταγγελίας (2.5.2005).

Επί της αγωγής, εκδόθηκε ερήμην της εναγομένης η 69/2007 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία έγινε αυτή δεκτή. Κατά της ως άνω αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η εναγομένη άσκησε την από 28.2.2009 έφεση επικαλούμενη εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ζήτησε την εξαφάνισή της προκειμένου να απορριφθεί η αγωγή την οποία αρνήθηκε και ως προς τα δύο αιτήματά της.

Επί της εν λόγω εφέσεως, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων η προσβαλλομένη 171/2013 οριστική απόφαση του Εφετείου Θράκης. Με την απόφασή του αυτή το Eφετείο δέχθηκε κατ’ άρθρο 528 ΚΠολΔ την έφεση εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και εξετάζοντας την αγωγή δέχθηκε αυτή ως νόμιμη στηριζόμενη στα άρθρα 648, 652 παρ. 1, 656, 349 ΑΚ, 7 παρ. 1 ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 ν. 3198/1955, εξετάζοντάς την δε στην ουσία δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: "Οι ενάγοντες είναι διπλωματούχοι του Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης (Δ.Π.Θ.), κάτοχοι άδειας άσκησης επαγγέλματος Πολιτικού Mηχανικού και μέλη του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (Τ.Ε.Ε.).

Η εναγομένη είναι ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε.", έδρα τη Θέρμη Θεσσαλονίκης και αντικείμενο εμπορικής δραστηριότητας την εκτέλεση ιδιωτικών και δημοσίων έργων κυρίως στις περιοχές των νομών Καβάλας και Ξάνθης. Οι ενάγοντες επέβλεπαν την κατασκευή όλων των τεχνικών έργων που αναλάμβανε η συγκεκριμένη εργοληπτική εταιρία, συνέτασσαν και υπέβαλλαν προσφορές σε δημοπρασίες για την ανάληψη τεχνικών έργων και διεκπεραίωναν όλες τις υποθέσεις της εναγομένης με δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς.

Οι ενάγοντες είχαν συγκεκριμένο ωράριο καθημερινής εργασίας, το οποίο τηρούσαν απαρέγκλιτα και προσέφεραν την εργασία τους στα εργοτάξια και το γραφείο της εναγομένης στην Ξάνθη. Xρησιμοποιούσαν τον τεχνικό εξοπλισμό που παρείχε σε αυτούς η εναγομένη και ήταν πλήρως ενταγμένοι στο μόνιμο επιστημονικό προσωπικό της κατασκευαστικής εταιρίας.

Οι πολιτικοί αυτοί μηχανικοί απασχολούνταν αποκλειστικά στην εναγομένη και δεν ασκούσαν καμιά άλλη δραστηριότητα. Η εναγομένη μάλιστα επέβλεπε, οργάνωνε, καθόριζε με εντολές και οδηγίες της και έλεγχε τον τρόπο της εργασίας τους και το αποτέλεσμά της, το οποίο αξιοποιούσε ελεύθερα. Οι ενάγοντες συνεπώς παρείχαν την εργασία τους στην εναγόμενη με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι με συμβάσεις ανεξαρτήτων υπηρεσιών, όπως κρίθηκε με την ήδη αμετάκλητη υπ’ αριθμό 355/2009 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία αποτελεί δεδικασμένο για την παρούσα δίκη (άρθρα 321, 322 παρ. 1, 324 και 331 ΚΠολΔ).

Η εργοδότρια περαιτέρω ομολογεί ότι από τον Ιούλιο του έτους 2004 και εφεξής έπαυσε να καταβάλλει μισθούς στους ενάγοντες με αποτέλεσμα οι εργαζόμενοι να περιέλθουν σε δυσχερή οικονομική κατάσταση, επειδή δεν μπορούσαν πλέον να αντιμετωπίσουν τις άμεσες βιοποριστικές τους ανάγκες. Μετά από αυτό οι ενάγοντες με την από 15.2.2005 εξώδικη δήλωσή τους προς την εναγομένη, την οποία επέδωσαν σε αυτή στις 18.2.2005, διαμαρτυρήθηκαν εγγράφως στην εργοδότρια και ζήτησαν την καταβολή των αποδοχών τους έως και το τέλος Φεβρουαρίου του ίδιου έτους.

Οι ενάγοντες μάλιστα άσκησαν κατά της εναγομένης και την υπ’ αύξοντα αριθμό πράξης κατάθεσης 64/8.4.2005 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης με αίτημα να υποχρεωθεί να καταβάλει σε αυτούς τους μισθούς που τους όφειλε και συγκεκριμένα στον πρώτο ενάγοντα ποσό 27.900 ευρώ, στο δεύτερο από αυτούς ποσό 15.975 ευρώ και στην τρίτη ενάγουσα ποσό 9.225 ευρώ.

Παράλληλα οι εργαζόμενοι με την από 18.4.2005 εξώδικη δήλωσή τους, την οποία επέδωσαν στην εργοδότρια στις 20.4.2005, ζήτησαν και πάλι την καταβολή των μισθών τους και ταυτόχρονα γνωστοποίησαν στην εναγομένη ότι, αν δεν τηρήσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι τους έως και 30.4.2005, θα θεωρούσαν ότι κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας τους και θα απαιτούσαν από αυτή να τους καταβάλει και τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης.

Η εναγομένη ενέμεινε στην αντισυμβατική της συμπεριφορά, η οποία όμως οφείλεται στο γεγονός ότι ήδη από τις αρχές του έτους 2004 είχε περιέλθει σε έκδηλη οικονομική αδυναμία να εκπληρώσει όλες τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της σε τρίτους (η υπ’ αριθμό 1307/8.7.2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης έθεσε την εργοδότρια στο καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης των προβληματικών επιχειρήσεων του άρθρου 46 α Ν. 1892/1990).

Παρά τη σοβαρή όμως αυτή οικονομική της δυσχέρεια η εργοδότρια θέλησε να συμμορφωθεί με την υπ’ αριθμό 11/31.1.2006 (τελεσίδικη) απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, η οποία έκανε δεκτή την αγωγή που προαναφέρθηκε σε βάρος της. Η εναγομένη έτσι στις 20.9.2006 κατέβαλε στην πληρεξούσιο Δικηγόρο των εναγόντων ποσό δέκα χιλιάδων (10.000) ΕΥΡΩ για να ικανοποιήσει, έστω και μερικώς, τις αξιώσεις τους εναντίον της.

Οι ενάγοντες ισχυρίζονται βέβαια ότι η εργοδότρια κατέβαλε σε αυτούς το συγκεκριμένο ποσό ως μέρος της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, την οποία είχαν αξιώσει από αυτή (και) με την υπ’ αύξοντα αριθμό πράξης κατάθεσης 2729/Μ.Ειδ. 170/27.10.2005 αγωγή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση. Η εργοδότρια όμως αρνείτο ότι είχε τέτοια υποχρέωση έναντι των εργαζομένων, οπότε εύλογα ήθελε να καταβάλει σε αυτούς έστω και μέρος των μισθών που δεν αμφισβητούσε ότι τους όφειλε.

Η υποχρέωσή της μάλιστα αυτή ήταν και δικαστικά επιδιώξιμη, επειδή είχε ήδη βεβαιωθεί με την υπ’ αριθμό 11/2006 καταψηφιστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (άρθρο 422 εδ. β υπεδ. γ ΑΚ). Αν εξάλλου οι ενάγοντες είχαν λάβει το συγκεκριμένο ποσόν πράγματι ως μέρος της αποζημίωσης απόλυσης, την οποία επικαλούνται ότι δικαιούνται από την εναγομένη, θα είχαν περιορίσει ανάλογα το αίτημα της υπό κρίση αγωγής τους με δήλωσή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (πρβλ.

και το άρθρο 116 ΚΠολΔ) με το δεδομένο μάλιστα ότι η αγωγή αυτή συζητήθηκε μετά την καταβολή και συγκεκριμένα στις 24.1.2007. Αν περαιτέρω η εναγομένη είχε παύσει να μισθοδοτεί τους ενάγοντες για να τους εξαναγκάσει να παραιτηθούν και να αποφύγει με τον τρόπο αυτό να τους καταβάλει την αποζημίωση απόλυσης, δεν θα είχε κανένα λόγο να τους δώσει οποιοδήποτε ποσό για την αιτία αυτή, επειδή έτσι θα παραδεχόταν έμμεσα ότι πράγματι τους είχε αναγκάσει να αποχωρήσουν από την εργασία τους.

Η από 20.9.2006 εξάλλου απόδειξη καταβολής του ποσού των 10.000 ΕΥΡΩ υπογράφεται μόνο από την πληρεξούσιο Δικηγόρο των εργαζομένων και επομένως δεν μπορεί να αποδείξει συμφωνία των διαδίκων για το λόγο της καταβολής. Αποδεικνύεται συνεπώς ότι η εναγομένη δεν κατέβαλε στους ενάγοντες τους μισθούς που εδικαιούντο όχι από δόλο για να τους εξαναγκάσει να παραιτηθούν, αλλά επειδή βρισκόταν σε πραγματική αδυναμία πληρωμής όλων των ληξιπροθέσμων χρεών της προς τρίτους, όπως βάσιμα επικαλείται με ένστασή της από τα άρθρα 342 ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Το ίδιο μάλιστα έγινε δεκτό και με την υπ’ αριθμό 723/2009 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου επί αγωγής άλλου εργαζομένου κατά της εναγομένης- εργοδότριας με όμοιο αντικείμενο. Η φύση εξάλλου της σύμβασης, την οποία οι ενάγοντες είχαν καταρτίσει με την εναγομένη, ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κρίθηκε με την ήδη αμετάκλητη υπ’ αριθμό 355/2009 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου που παράγει δεδικασμένο ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα (άρθρα 321, 322 παρ. 1, 324 και 331 ΚΠολΔ)".

Κατ’ ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο, απέρριψε την αγωγή ως προς το πρώτο αίτημά της, κατά το οποίο δεν προσβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης, ως απαράδεκτη, ενώ ως προς το δεύτερο ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 1 του ν. 2112/1920, καθόσον με τις ως άνω παραδοχές δεν συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής τους στην κρινόμενη υπόθεση και συνεπώς ο από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ειδικά ως προς την αιτίαση, ότι κατά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 342 του ΑΚ έκρινε το Εφετείο ότι η υπερημερία της αναιρεσίβλητης στην καταβολή των αποδοχών των αναιρεσιόντων οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει αυτή ευθύνη και ειδικότερα σε οικονομική της αδυναμία, που δεν αποτελεί γεγονός που αίρει την υπερημερία, ο λόγος είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι πλήττει πλεοναστικές αιτιολογίες (Α.Π. 2035/2013), αφού η αγωγή, υπό τα δεκτά γενόμενα περιστατικά, απορρίφθηκε ως αβάσιμη, όχι κατά παραδοχή καταλυτικής ενστάσεως εκ του άρθρου 342 ΑΚ, για το ότι δηλαδή η υπερημερία της εναγομένης οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει αυτή ευθύνη, αλλά διότι η μη καταβολή των οφειλομένων αποδοχών στους αναιρεσείοντες εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, δεν έγινε από δόλο για να τους εξαναγκάσει σε αποχώρηση από την εργασία τους και απαλλαγή της έτσι από την καταβολή της αποζημιώσεως και συνεπώς δεν επήλθε δυσμενής μεταβολή των όρων των συμβάσεων εργασίας τους, που να μπορούν οι αναιρεσείοντες να τη θεωρήσουν ως καταγγελία, ώστε να δικαιούνται την αιτουμένη αποζημίωση απόλυσης.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην απόφαση. Για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί το ότι από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν, νομίμως, στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραβλεφθεί (ΑΠ 817/ 2014).

Εξάλλου, οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη κατά την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου διαδικασία των εργατικών διαφορών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 εδ. γ` αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση.

Σαφής και ορισμένη αναφορά των ένορκων βεβαιώσεων γίνεται όταν αυτή είναι ειδική, δηλαδή όταν στην απόφαση γίνεται μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες βεβαιώσεις, για τη λήψη των οποίων τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις, χωρίς όμως να είναι αναγκαία η χωριστή μνημόνευση της κάθε μιας από αυτές. (ΑΠ 1158/2011, 96/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως από τον αρ. 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, γιατί δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που οι αναιρεσείοντες νόμιμα επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις ενώπιον του και προσκόμισαν και συγκεκριμένα:

α) την υπ’ αριθ. .../3.4.2013 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Καβάλας Χρυσάνθης Καλλιοπίτσα, η οποία είχε ληφθεί με επιμέλεια αυτών (αναιρεσειόντων), β) αντίγραφο της 187/1911 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, καθώς και αντίγραφο της υπ’ αριθ. 28800/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και γ) αντίγραφο της υπ’ αριθ. 1674/21.12.2010, απόφασης και πρακτικών του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης και της υπ’ αριθ. 200/22.1.2010 απόφασης και πρακτικών του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης.

Όμως, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο για τη θεμελίωση του ως άνω αποδεικτικού πορίσματος έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων, η οποία δόθηκε νόμιμα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιλαμβάνεται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι είτε για άμεση και έμμεση απόδειξη, είτε ως δικαστικά τεκμήρια και τις ένορκες βεβαιώσεις τρίτων ενώπιον συμβολαιογράφου, οι οποίες δόθηκαν νόμιμα σύμφωνα με τα άρθρα 591 παρ. 1 και 270 παρ. 2 εδ β και γ’ του ΚΠολΔ και δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη τόσο η ένορκη βεβαίωση όσο και τα έγγραφα, που ανωτέρω αναφέρονται.

Επομένως, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθούν ο αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30.10.2013 αίτηση των Δ. Δ. κ.λ.π. κατά της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", περί αναιρέσεως της 171/2013 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Δεκεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ