Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting claims of evidence violation and contradictory reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's judgment regarding a dispute over embezzlement funds. The appellant argued that the lower court failed to consider sworn affidavits and relied on contradictory reasoning by accepting both embezzlement and employer supervision. The court rejected these claims, stating the lower court properly based its decision on witness testimony and documentary evidence presented by the parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335, 338, 339, 340, 346, 559(11), 559(19) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the failure to consider sworn affidavits is inadmissible if the lower court's decision is clearly based on the evidence recorded in the judgment; an appeal claiming contradictory reasoning is inadmissible if the contested statements do not constitute independent issues affecting the case outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 96 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 96/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, ως μοναδικής εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης την 18.5.2000 Χ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαρίλαο Βερβενιώτη.
Του αναιρεσιβλήτου: .........., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Σταματόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/9/1998 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 62/2000 του ίδιου Δικαστηρίου που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο, 108/2004 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου και 247/2006 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/10/2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος, ανέγνωσε την από 13/11/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τ' αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και οι ένορκες βεβαιώσεις.
Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 λόγο αναίρεσης. Εξάλλου, οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη κατά την ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου διαδικασία των εργατικών διαφορών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 εδ.
γ' αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση, ενώ η μη λήψη αυτών υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει, όπως προαναφέρθηκε, τον από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο, εφόσον βέβαια είχαν προσκομιστεί και είχε γίνει νόμιμη επίκλησή τους.
Σχετικώς με την προσκόμιση με επίκληση των αποδεικτικών μέσων και συνεπώς και των ένορκων βεβαιώσεων, κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ.
β', 346 και 671 παρ. 1γ' ΚΠολΔ ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη επίκληση των ένορκων βεβαιώσεων είναι όταν αυτή είναι ειδική, δηλαδή όταν στην απόφαση γίνεται μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες βεβαιώσεις, για τη λήψη των οποίων τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις, χωρίς όμως να είναι αναγκαία η χωριστή μνημόνευση της κάθε μιας από αυτές.
Η επίκληση δε αυτή μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των ένορκων βεβαιώσεων, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 9/2000).
Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση ένορκης βεβαίωσης, όταν στις προτάσεις ενώπιον του εφετείου περιέχεται μόνο γενική αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε προσκομίσει με επίκληση πρωτοδίκως, χωρίς αναφορά στις ένορκες βεβαιώσεις με παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση των ένορκων βεβαιώσεων (Ολ ΑΠ 8/2000).
Στην προκείμενη υπόθεση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναιρέσεως από τον αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι τούτο δεν έλαβε υπόψη του τις τρεις ένορκες βεβαιώσεις που αναφέρει στο αναιρετήριο τις οποίες επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιόν του. Από τις προτάσεις της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου, τις οποίες παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, για να ελέγξει τη βασιμότητα του λόγου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα στην αρχή των προτάσεών της αναφέρει ότι "προσκομίζω και επικαλούμαι ......
τα πρωτοδίκως προσαχθέντα έγγραφα με αριθμό σχετ. 1 έως 12 ...." και στη συνέχεια προβαίνει στη συρραφή των προτάσεων που κατέθεσε στις σχετικές με την υπόθεση συνεδριάσεις του Πρωτοδικείου. Επομένως, το Εφετείο, που θεώρησε ότι δεν έγινε νόμιμη επίκληση των ανωτέρω ένορκων βεβαιώσεων και για το λόγο αυτό δεν τις έλαβε υπόψη του ορθώς έπραξε και ως εκ τούτου σύμφωνα με τα όσα εκτίθενται στη μείζονα πρόταση, ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω με τον τρίτο λόγο της αίτησης επίσης από τον αρ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη του τρία έγγραφα, που επικαλέστηκε και προσκόμισε, προς απόδειξη των ισχυρισμών της ότι ο αναιρεσίβλητος και όχι η αρχικώς εναγόμενη, που απεβίωσε, υπεξήρεσε τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά.
Ειδικότερα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη α) την από 23-12-1994 έγγραφη δήλωση του αναιρεσιβλήτου προς τον Γ1, με την οποία "αυτός αναγνωρίζει, παραδέχεται και ομολογεί ότι υπεξήρεσε τα χρήματα του Γ1, αναφέροντας ειδικότερα" ... "εγώ δηλώνω και ομολογώ ότι τα υπεξήρεσα και χρησιμοποίησα για εξόφληση ιδικών μου υποχρεώσεων.....", β) την από 23-12-1994 αίτηση του Γ1 προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου με την οποία αυτός ζητούσε την άδεια εγγραφής προσημείωσης στην ακίνητη περιουσία του αναιρεσιβλήτου και γ) την 1069/1994 απόφαση του άνω δικαστηρίου με την οποία έγινε δεκτή, μετά και από συναίνεση του αναιρεσιβλήτου η προαναφερόμενη αίτηση εγγραφής προσημείωσης.
Στην προσβαλλόμενη διαλαμβάνεται γενική βεβαίωση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του "και τα έγγραφα που η διάδικοι επικαλούνται νόμιμα και προσκομίζουν" και δεν είναι αναγκαία η μνεία χωριστά κάθε εγγράφου. Από αυτή τη γενική βεβαίωση σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τ' ανωτέρω τρία έγγραφα και τα συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Επομένως ο τρίτος αναιρετικός λόγος από τον αρ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον υποστηρίζονται τ' αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, από τα άρθρα 670 και 671 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα οποία ορίζεται ότι οι διάδικοι μέχρι το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο προσάγουν όλα τ' αποδεικτικά τους μέσα και δεν εκδίδεται απόφαση για διεξαγωγή απόδειξης και ότι το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν έχουν τις προϋποθέσεις του νόμου, προκύπτει σαφώς ότι από το δικαστήριο πρέπει να ληφθούν υπόψη και έγγραφα άκυρα που δεν έχουν συνταχθεί κατ' αποδεικτικό τύπο, ακόμη και αν έχουν εκδοθεί από τον επικαλούμενο αυτά διάδικο, όχι όμως και πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί ο νόμος που απέβλεψε στην ταχεία και χωρίς τυποκολογικούς περιορισμούς αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας στις διαφορές από εξαρτημένη εργασία δεν έφθασε μέχρι το σημείο να συγχωρήσει και τη χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών μέσων.
Τα εικονικά όμως αποδεικτικά μέσα δεν ανήκουν ούτε στην κατηγορία των πλαστών ούτε στην κατηγορία των μη γνησίων εγγράφων. Επομένως το δικαστήριο μπορεί να εκτιμήσει το φερόμενο ως εικονικό έγγραφο μόνο του ή με άλλες αποδείξεις προς μόρφωση της πεποίθησής του, για το κατ' ουσίαν βάσιμο της αγωγής χωρίς προηγουμένως να κρίνει και απορρίψει ως αβάσιμο τον περί εικονικότητας του εγγράφου ισχυρισμό.
Επομένως οι προβαλλόμενες με το δεύτερο λόγο (σκέλος πρώτο) από τους αρ. 8 και 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, κατά τις οποίες το Εφετείο, στην κρινόμενη διαφορά από εξαρτημένη εργασία έλαβε υπόψη την από 28-7-1997 υπεύθυνη δήλωση της αρχικώς εναγομένης που απεβίωσε και για την οποία συνεχίζει τη δίκη, ως κληρονόμος της, (δήλωση) που προσεκόμισε ο αναιρεσίβλητος, χωρίς ν' απαντήσει στον ισχυρισμό της ότι το έγγραφο αυτό είναι εικονικό, πρέπει, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος και πάλι από τον αρ. 11α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο η αναιρεσείουσα ψέγει το Εφετείο ότι έλαβε υπόψη του τη φερόμενη με την ανωτέρω υπεύθυνη δήλωση εξώδικη ομολογία της της αρχικώς εναγομένης η οποία όμως είχε ανακληθεί από αυτήν, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι η αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από τις προτάσεις της στο Εφετείο, δεν πρότεινε ενώπιον αυτού ανάκληση της εξώδικης ομολογίας, ως μη ανταποκρινόμενης στην αλήθεια, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο τέταρτος λόγος της αίτησης από τους αρ. 11α και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και αληθώς από τον αρ. 12, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι προσέδωσε δύναμη αποδεικτικού μέσου στην από 10-8-1998 εξώδικη δήλωση του αναιρεσιβλήτου, που ο ίδιος προσκόμισε και επικαλέστηκε, αφού στις υποθέσεις της διαδικασίας των εργατικών διαφορών, κατά την οποία, όπως προαναφέρθηκε, λαμβάνονται και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και όταν ακόμη έχουν εκδοθεί από τον επικαλούμενο αυτά διάδικο, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζητήσεως, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο "πράγματα", δεν έχει προσαχθεί καμία απόδειξη ή όταν δεν εκθέτει το δικαστήριο στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.
Ο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα. Στην προκείμενη υπόθεση με τον έκτο λόγο της αίτησης από τον αρ. 10 και 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αληθώς από τον αρ. 10, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δέχθηκε το υποστηριζόμενο από τον αναιρεσίβλητο ότι αυτός κατέβαλε στις Δ.Ο.Υ.
και στο ΙΚΑ τα χρήματα, που φέρεται ότι υπεξήρεσε η αρχικώς εναγόμενη Χ, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την απόφασή του, σχημάτισε την κρίση του από τους μάρτυρες που εξετάστηκαν και από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, μεταξύ των οποίων και τα σχετικά παραστατικά των υπηρεσιών αυτών που προσκόμισε και επικαλέστηκε ο αναιρεσίβλητος, όπως προκύπτει από τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Το ουσιώδες στοιχείο αυτού του λόγου αναίρεσης αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσης σε "ζήτημα", δηλαδή σε ισχυρισμό που έχει αυτοτελή ύπαρξη και τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε ως επιθετικό ή αμυντικό μέσο, το οποίο "ζήτημα" ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ τ' αναφερόμενα σχετικά με τις αιτιολογίες αποτελούν επεξηγηματικά στοιχεία του ουσιώδους στοιχείου.
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το πέμπτο λόγο αναίρεσης μέμφεται το Εφετείο ότι στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε σ' αυτήν αντιφατικές αιτιολογίες, αφού από το ένα μέρος δέχεται ότι η αποβιώσασα, αρχική εναγόμενη, υπεξαίρεσε το ποσό των 17.100.000 δραχμών και από το άλλο μέρος ότι τελούσε υπό την εποπτεία του αναιρεσιβλήτου εργοδότη της.
Ο λόγος αυτός είναι από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι τ' αναφερόμενα σ' αυτόν δεν αποτελούν "ζήτημα", κατά την προαναφερόμενη έννοια, και μάλιστα ουσιώδες και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης, η οποία (έκβαση) θεμελιώνεται στις παραδοχές ότι η αρχικώς εναγόμενη υπεξαίρεσε το άνω χρηματικό ποσό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5.10.2006 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της 247/2006 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που τα ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ