Legislator Case Law & Legislation
1411/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lawyer's non-compete breach, upholding lower court's validity ruling.

Case Number 1411/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision regarding a lawyer's breach of a non-compete clause. The appellant argued that the lower court erred in finding the lawyer's concurrent employment violated Article 63A of the Code of Deontology, while the opposing party maintained the restriction was legally sound. The Court ruled that the lower court correctly applied the law and did not violate constitutional equality or EU principles, thus rejecting the appeal arguments.

Legislator headnote

AI generated

Articles 63A of the Code of Deontology; Articles 4(1), 5(1) of the Constitution; Article 101 of the EEA Agreement: A restriction on a lawyer's professional freedom to work for another firm simultaneously is permissible if justified by public interest and does not violate constitutional equality principles.

Keywords

AI generated
lawyer non-compete clause Code of Deontology breach professional freedom restriction constitutional equality principle appeal dismissal concurrent employment public interest justification

Cited Legislation

AI generated
Article 63A of the Code of Deontology
Article 4(1) of the Constitution
Article 5(1) of the Constitution
Article 101 of the EEA Agreement
Article 102 of the EEA Agreement
Article 1 of the First Additional Protocol to the ECHR
Η αρχή αυτή, που αναγνωριζόταν και πριν την ρητή συνταγματική κατοχύρωσή της με το άρθ.25 § 1 εδ.
Article 559(9g) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1411 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1411/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 83/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Α. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κατσαρό, που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αντωνόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/1/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 298/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 1573/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/9/2015 αίτησή του και τους από 6/10/2016 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης ανέγνωσε την από 25/10/2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Νικολάου Πάσσου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι (Α) Σύμφωνα με το άρθ.4§1 του Συντάγματος "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου". Με την διάταξη αυτή δεν θεσπίζεται μόνο η ισότητα των Ελλήνων πολιτών ενώπιον του νόμου, αλλά και η έναντι αυτών ισότητα του νόμου, με την έννοια ότι ο κοινός νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, ρυθμίζοντας με τον τρόπο αυτόν τις εν λόγω καταστάσεις ανόμοια, εκτός αν η διαφορετική τους ρύθμιση επιβάλλεται από λόγους γενικοτέρου, κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, την συνδρομή των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (Ολ ΑΠ 2/2016), από την συνταγματική, όμως, αυτή αρχή της ισότητας δεν αποκλείεται η διαφορετική ρύθμιση περιπτώσεων, που τελούν υπό διαφορετικές ειδικές συνθήκες, ούτε κωλύεται η θέσπιση με νόμο διακρίσεων που δικαιολογούνται από την συνδρομή ειδικών συνθηκών και που εξυπηρετούν εύλογα ειδικό συμφέρον ή ειδική σκοπιμότητα (ΑΠ 1636/2012).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ.5§ 1 του Συντάγματος "Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη". Με την διάταξη αυτή ανάγεται σε ατομικό δικαίωμα η συμμετοχή στην ενγένει οικονομική δραστηριότητα και ζωή της χώρας και κατοχυρώνεται η οικονομική ελευθερία.

Ιδιαίτερη εκδήλωση της οικονομικής ελευθερίας είναι η ελευθερία στην εργασία (ως ατομικό δικαίωμα), δηλ. το προστατευόμενο από το άρθ.25 § 1 του Συντάγματος δικαίωμα καθενός να εργάζεται, χωρίς να παρεμποδίζεται σχετικά, και να επιλέγει ο ίδιος, χωρίς περιορισμό, το είδος, τον τόπο και την διάρκεια της απασχόλησής του.

Η ελευθερία αυτή περιλαμβάνει την ελευθερία των συμβάσεων (ελευθερία σύναψης και καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου, ελευθερία διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης κ.λπ.), όπως ορίζεται και στην διάταξη του άρθ. 361 ΑΚ ΟλΑΠ 6/2015). Η με την διάταξη αυτή καθιερουμένη προστασία της οικονομικής και επαγγελματικής ελευθερίας δεν είναι απόλυτη και είναι δυνατόν να επιβάλλονται νομοθετικοί περιορισμοί, εφόσον αυτοί είναι αντικειμενικοί και δικαιολογούνται από λόγους γενικοτέρου δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, όρο δε παραδοχής των περιορισμών αυτών αποτελεί και ο απ’ αυτούς σεβασμός της αρχής της αναλογικότητας (ΑΚ 1636/2012).

Η αρχή αυτή, που αναγνωριζόταν και πριν την ρητή συνταγματική κατοχύρωσή της με το άρθ.25 § 1 εδ. δ’ του Συντάγματος (όπως αυτό ισχύει από 18-4-2001 μετά την αναθεώρησή του) και αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, απευθυνομένη και στον δικαστή, και η απ’ αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει, σύμφωνα με το εδ.

γ’ της ίδιας διάταξης, και στις σχέσεις μεταξύ των ιδιωτών, απαιτεί δε όπως οι επιβαλλόμενοι από το νομοθέτη (ή την διοίκηση) περιορισμοί στην άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων είναι, σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, πρόσφοροι (κατάλληλοι), αναγκαίοι και αναλογικοί υπό στενή έννοια (ΑΠ 76/2016, 1636/2012, και γενικότερα Ολ ΑΠ 9/2015). (Β) Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 38, 39§ 1, 46§ 1,49§ 1 και 63 §§3-5 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο ν.δ.3026/1954 και εφαρμοζομένου στην κρινόμενη υπόθεση, ως εκ του εδώ κρίσιμου χρόνου, Κώδικα περί Δικηγόρων (ΚΔ) συνάγεται, ότι είναι καταρχήν ασυμβίβαστη προς το δικηγορικό λειτούργημα κάθε έμμισθη υπηρεσία σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, κατ’ εξαίρεση, όμως, επιτρέπεται η από δικηγόρο με πάγια αντιμισθία, ετήσια ή μηνιαία, παροχή καθαρά νομικών υπηρεσιών, είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου είτε ως δικηγόρου, μόνο με την μορφή της έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου (ΑΠ 17/2013).

Σε περίπτωση λύσης της σύμβασης αυτής εντολής με καταγγελία εκ μέρους του εντολέως ο δικηγόρος δικαιούται, σύμφωνα με το άρθ.94§ 1 του ίδιου Κώδικα, να λάβει την οριζόμενη εκεί αποζημίωση, μέχρι την πλήρη καταβολή της οποίας δικαιούται να λαμβάνει την συμφωνημένη (άρθ. 92 ΚΔ) αμοιβή του. Τέλος, στο άρθ. 63Α του ως άνω Κώδικα, το οποίο προστέθηκε με το άρθ.1 ν. 1093/1980 και όπως αυτό αντικαταστάθηκε εξ ολοκλήρου με το άρθ. 16 ν. 1366/1983, ορίζεται ότι "1.

Απαγορεύεται στο δικηγόρο να παρέχει νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες με πάγια περιοδική αμοιβή σε περισσότερους από έναν εντολείς, είτε αυτοί ανήκουν στο δημόσιο τομέα...είτε ανήκουν στον ιδιωτικό τομέα...6. Δικηγόροι που εμπίπτουν στις απαγορεύσεις των παρ.1 και 2 του άρθρου αυτού υποχρεούνται να δηλώσουν στο Δικηγορικό Σύλλογο, του οποίου είναι μέλη, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριών μηνών από την έναρξη της ισχύος του άρθρου αυτού, ποια θέση προτιμούν να διατηρήσουν από τις κατεχόμενες απ ‘ αυτούς περισσότερες θέσεις με πάγια περιοδική αμοιβή ή να επιλέξουν μεταξύ των κατεχομένων θέσεων και της κατά την παρ.2 αμειβόμενης θέσης ή σύνταξης.... 10.

Συμβάσεις παροχής νομικών ή δικηγορικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή, που θα συναφθούν μετά την έναρξη της ισχύος του παρόντος άρθρου κατά παράβαση των απαγορεύσεων των παρ.1, 2 και 4, είναι αυτοδίκαια άκυρες. Υφιστάμενες τέτοιες συμβάσεις που θα διατηρηθούν κατά παράβαση της παρ. 6 του άρθρου αυτού λύνονται αυτοδικαίως την επόμενη ημέρα μετά τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπεται στην παράγραφο αυτή, εκτός από εκείνη βάση(ει) της οποίας ο δικηγόρος λαμβάνει τη μεγαλύτερη αντιμισθία.

Από την ακύρωση ή λύση των συμβάσεων κατά τα προηγούμενα εδάφια ο δικηγόρος δεν έχει δικαίωμα οποιασδήποτε αποζημίωσης. Στις περιπτώσεις που η παράβαση των διατάξεων του άρθρου αυτού επάγεται ακυρότητα, δεν υπάρχει ούτε αξίωση κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Όσα όμως έχουν καταβληθεί δεν αναζητούνται".

(Γ) Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 63Α του κώδικα περί δικηγόρων δεν είναι αντίθετη με τα άρθρα 101 και 102 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Συνθήκη Λισσαβώνας) για τον λόγο ότι, παρά το γεγονός ότι τα ως άνω άρθρα καταλαμβάνουν και την άσκηση ελευθέριων επαγγελμάτων, όπως είναι το επάγγελμα του δικηγόρου και εμπίπτει το επάγγελμα αυτό στην έννοια της "οικονομικής δραστηριότητας", κατά την νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ.Απόφαση ΔΕΚ της 18.06.1998 επί της υποθέσεως C-35/1996), αντιθέτως δε είναι σύμφωνη με το ευρωπαϊκό δίκαιο η επιβολή από τα κράτη-μέλη περιορισμών στην άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου.

Οι περιορισμοί αυτοί, που προβλεπονται με την ως άνω διάταξη του άρθρου 63Α Κώδικα περί δικηγόρων, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι σύμφωνοι με την έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης επειδή είναι αναγκαίοι για την προσήκουσα άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος, την προστασία των δικαιωμάτων του κλάδου των δικηγορών ως κοινωνικού συνόλου ενταγμένου και οργανωμένου σε επαγγελματικές ενώσεις (Δικηγορικοί Σύλλογοι), οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι με την πραγματοποίηση και επιβολή στα μέλη τους ελέγχων και κανόνων δεοντολογίας και την παροχή εγγυήσεων ακεραιότητας του κλάδου προς το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο, με πρωτεύοντα σκοπό την διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της δικαιοσύνης και την απαιτούμενη προς τούτο εξασφάλιση της βιωσιμότητας του δικηγορικού κλάδου, η οποία εξαρτάται άμεσα από την οικονομική επιβίωση των μελών του (βλ.

απόφαση ΔΕΚ της 12/12/1996 επί της υποθέσεως C-3/95 και απόφαση ΔΕΚ C-309/1999). Σημειώνεται επιπρόσθετα ότι όσον αφορά τους δικηγόρους, επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, ελλείψει ειδικών κοινοτικών κανόνων, κάθε κράτος μέλος είναι, κατ’ αρχήν, ελεύθερο να ρυθμίζει την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος στην επικράτειά του (βλ.

απόφαση της 12ης Ιουλίου 1984, 107/83, K., Συλλογή 1984, σ. 2971, σκέψη 17, απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1996, C-3/95, R. B., Συλλογή 1996, σ. Ι-6511 σκέψη 37. Οι ισχύοντες για το επάγγελμα αυτό κανόνες μπορούν, ως εκ τούτου, να διαφέρουν ουσιωδώς από κράτος μέλος σε κράτος μέλος (βλ Απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Φεβρουαρίου 2002,ΔΕΚ C-309/1999).

Στην κρινόμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί αγωγής του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης εταιρείας με αντικείμενο αξιώσεις αυτού από την παροχή των υπηρεσιών του ως δικηγόρου με σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια μηνιαία αντιμισθία κλπ., με την προσβαλλομένη 1573/2015 απόφασή του και όπως απ’ αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι ο ενάγων, δικηγόρος Αθηνών παρ’ Αρείω Πάγω, από τον Δεκέμβριο του 2000 και μέχρι το έτος 2009 παρείχε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη, με σύμβαση έμμισθης εντολής, όπως ισχυριζόταν με την αγωγή του, ότι ο ενάγων από τον Δεκέμβριο του 2000 και για όσο χρόνο παρείχε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη κατείχε έμμισθη θέση σε άλλη εταιρεία, γεγονός που προσκρούει στην απαγόρευση του άρθ.63Α ΚΔ, η οποία δεν αντίκειται στην διάταξη του άρθρου.5 § 1 του Συντάγματος, ούτε στο δίκαιο της ΕΕ (λόγω του δημοσίου χαρακτήρα της οικονομικής δραστηριότητας του δικηγόρου που καθιστά επιτρεπτό τον περιορισμό του ατομικού δικαιώματος της επαγγελματικής ελευθερίας), με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία η ένδικη σύμβαση είχε κριθεί άκυρη.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ.63Α του ΚΔ, 4§ 1, 5§ 1, 17§ 1, 22§1, 25§1 του Συντάγματος, 101 και 102 Συνθήκης Λειτουργίας της ΕΕ και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και επομένως είναι αβάσιμοι οι από το άρθ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος κύριοι και αμφότεροι οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης .

II. Σύμφωνα με το άρθ.559 αριθ.9γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "αίτηση" νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, με οποιανδήποτε νόμιμη μορφή της που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, κύριας πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ενδίκου μέσου κλπ. (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 780/2014, 513/2011, 1209/2007). Στην έννοια της αίτησης περιλαμβάνονται και οι διαδικαστικές αιτήσεις, με την προϋπόθεση ότι η ζητουμένη διαδικαστική πράξη είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο και επομένως δεν στοιχειοθετείται ο λόγος, αυτός, όταν η διαδικαστική πράξη εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου (ΑΠ 1475/2010, 1185/2010), όπως είναι και η κατ’ άρθρο 206 ΚΠολΔ διαγραφή από τα δικόγραφα ή τις προτάσεις των διαδίκων εξυβριστικών ή άλλων ανάρμοστων φράσεων, η οποία ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την ρητή διατύπωση της ως άνω διάταξης. Επομένως, ο τρίτος κύριος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το αίτημα του αναιρεσείοντος ενάγοντος να διαγραφούν από τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης προσβλητικές και υποτιμητικές για το πρόσωπό του εκφράσεις είναι αβάσιμος.

Ενόψει αυτών, πρέπει ν’ απορριφθούν η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης (άρθρ.176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 01.09.2015 και με αριθμό κατάθεσης ....09.2015 αίτηση και τους από 06.10.2016 και με αριθμό κατάθεσης ....10.2016 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1573/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (4ου Τμήματος), ειδικής διαδικασίας των αμοιβών για παροχή εργασίας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα κατά την 13 Ιουνίου 2017.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του κατά την 16 Αυγούστου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ