Supreme Court dismisses appeal against bank judgment for failure to examine guarantor's liability claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment regarding a loan dispute with Cyprus Bank. The appellants argued the lower court failed to examine their claim that the guarantors were not liable due to forged signatures, but the court found this issue was explicitly addressed and rejected in the original decision. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(9g), 559(9) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court explicitly examined and rejected the appellant's arguments regarding the defendant's liability, thereby negating the claim of a violation of substantive law or a failure to examine a request.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 780 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 780/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Π. Β. του Ι., και 2Ι. Β. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Παπαδόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Χ. συζ. Η. Κ., κατοίκου ... η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και 2. της Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", κατόπιν τροποποιήσεως της επωνυμίας από Τράπεζα Κύπρου ΛΤΔ που εδρεύει στην Λευκωσία της Κύπρου και είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα, στην Αθήνα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μάγδα Τζίκου - Στάμπου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Μαρτίου 2008 αγωγή των αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30363/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1500/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14 Νοεμβρίου 2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 2Ιουλίου 2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φούκα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. .../2-5-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης … ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 14-11-11 και με αριθμ. καταθ. 303/2012 αίτησης αναίρεσης με την υπ' αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την 4-2-13, οπότε και αναβλήθηκε, κατ'αντιμωλίαν των διαδίκων, για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (7-10-2013), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσείοντες προς την πρώτη αναιρεσίβλητη Χ. Κ.. Η τελευταία όμως δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο ούτε κατέθεσε την προβλεπομένη από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση και επομένως πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 576 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία αυτής.
O από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ. ΑΠ 7/2006, 4/2005, 36/1988). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 1522/11, ΑΠ 633/11).
Περαιτέρω ο από το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση ευθύνης προς αποζημίωση εξ αδικοπραξίας απαιτείται παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του υποχρέου, υπαιτιότητα, με τη μορφή της αμέλειας ή του δόλου, επέλευση ζημίας και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της επελθούσης ζημίας, η οποία υπάρχει όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας η συμπεριφορά του δράστη είναι αντικειμενικώς ικανή να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συμφέρον συγκεκριμένο του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας, Τέτοια υποχρέωση (μη παράλειψης) μπορεί να υπάρχει είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την καλή πίστη όπως αυτή διαμορφώνεται από την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Υπαίτια δε είναι η συμπεριφορά στην περίπτωση της αμέλειας, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, σύμφωνα με το άρθρο 330 δ. β' ΑΚ, ενώ στην περίπτωση του δόλου (προθέσεως) είτε με τη μορφή του άμεσου δόλου, ο οποίος υπάρχει όταν ο υπαίτιος επιδιώκει (θέλει) την επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος καθώς και όταν δεν επιδιώκει το ζημιογόνο αποτέλεσμα προβλέπει όμως αυτό ως αναγκαία συνέπεια της συμπεριφοράς του και παρά ταύτα δεν υφίσταται, είτε με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, ο οποίος υπάρχει ότι ο υπαίτιος προβλέπει το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενη συνέπεια της συμπεριφοράς του και το αποδέχεται (ΑΠ 1535/2011, 1706/2010, 1629/2010,41/2010).
Με τους πρώτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης προβάλλονται από τους αναιρεσείοντες οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 914, 922 και 932 ΑΚ, απέρριψε, κατ' αποδοχή της ασκηθείσας από τις αναιρεσίβλητες έφεσης κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης (30363/09 Μ.Πρ.
Θεσ/νίκης), την κατά των τελευταίων (αναιρεσιβλήτων) αγωγή αυτών (αναιρεσειόντων), περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της προκληθείσας ηθικής βλάβης από την φερομένη ως τελεσθείσα σε βάρος τους αδικοπραξία, δεχθείσα, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, που αναφέρεται στις παραπάνω διατάξεις, έλλειψη συνδρομής της απαραίτητης για την κατάφαση της επικαλουμένης αδικοπρακτικής ευθύνης προϋπόθεσης της υπαιτιότητας, (είτε υπό τη μορφή του δόλου είτε αυτή της αμελείας) της προστηθείσας πρώτης των αναιρεσιβλήτων, και συνακόλουθα της αντικειμενικής ευθύνης της προστήσασας δεύτερης εξ αυτών.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, αυτή, μετ' εκτίμηση του συνόλου των από τους διαδίκους προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε αναφορικά με το κρίσιμο παραπάνω ζήτημα τα ακόλουθα: Η πρώτη ενάγουσα (πρώτη αναιρεσείουσα) Π.
Β. του Ι., και ο πρώτος εναγόμενος, Α. Τ. του Θ., είχαν συνάψει θρησκευτικό γάμο στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης, στις 23 Οκτωβρίου 2004, μετά την τέλεση του οποίου είχαν εγκατασταθεί σε διαμέρισμα της επί της οδού … αρ….πολυώροφης οικοδομής, στην περιοχή του Δήμου Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης, που αποτέλεσε την κατοικία τους, μέχρι τη διάσπαση της εγγάμου συμβιώσεώς τους και τελικά την ακύρωση του γάμου τους, όπως ακολούθως εκτίθεται.
Τον Ιούλιο του έτους 2005 ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος είχε δηλώσει στην πρώτη ενάγουσα, σύζυγό του, καθώς και στο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον της, ότι δραστηριοποιείται ως λογιστής, ήλθε σε επαφή με τη δεύτερη εναγομένη (πρώτη αναιρεσίβλητη) τότε έμπορο αυτοκινήτων και ήδη συνταξιούχο, προκειμένου να αγοράσει από αυτήν το υπ' αρ.
κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο (μεταχειρισμένο), εργοστασίου κατασκευής BMW, τύπου 520, αντί τιμήματος 17.500,00 ευρώ, το οποίο θα εξοφλούσε με δάνειο που θα χορηγούταν σ' αυτόν από τράπεζα. Για το σκοπό ζήτησε να του χορηγηθεί το ως άνω ποσό ως προσωπικό/καταναλωτικό δάνειο, αίτημα που υπέβαλε στην τρίτη εναγομένη (δεύτερη αναιρεσίβλητη) μέσω της δεύτερης εναγομένης, συνεργάτιδας της τελευταίας, στην οποία εμφανίστηκε ως Α.
Τ. του Θ., επιδεικνύοντας το πρωτότυπο της από 5-10-2004 βεβαίωσης κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης δελτίου ταυτότητας (υπ' αρ...) του Α.Τ. Σιδηροκάστρου Σερρών, το οποίο προηγουμένως είχε πλαστογραφήσει ως προς το επώνυμό του από "Τ" σε "Τ", καθώς και ως προς την ημερομηνία γεννήσεως του από 27-11-1969 σε 27-11-1962, χωρίς όμως να γίνεται αντιληπτή η νόθευση του παραπάνω εγγράφου από ανυποψίαστους τρίτους.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η τρίτη εναγομένη, προκειμένου να χορηγήσει το παραπάνω δάνειο στον πρώτο εναγόμενο, αξίωσε, πλην της παρακρατήσεως της κυριότητας του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου που θα αγόραζε ο τελευταίος από τη δεύτερη εναγομένη, την εξόφληση του ποσού του δανείου να εγγυηθούν και άλλα πρόσωπα. Προς το σκοπό αυτό ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος είχε αποκρύψει την ως άνω πρόθεση του από την πρώτη ενάγουσα, σύζυγό του, παραπλανώντας αυτήν, καθώς και το δεύτερο ενάγοντα (δεύτερος αναιρεσείων) πενθερό του, ότι είναι αναγκαίο να κατέχει τις αστυνομικές τους ταυτότητες για τη διεκπεραίωση φορολογικών τους υποθέσεων, τις απέσπασε, ακολούθως δε, έχοντας αυτές στην κατοχή του, καθώς και εκκαθαριστικά σημειώματα των φορολογικών τους δηλώσεων, παρουσιάστηκε στη δεύτερη εναγομένη, με την οποία μέχρι τότε δεν γνωριζόταν ούτε είχε οποιαδήποτε σχέση ή συναλλαγή, με άλλα, άγνωστα, πρόσωπα, που εμφάνισε ότι δήθεν ήταν η σύζυγός του (πρώτη ενάγουσα) και ο πενθερός του (δεύτερος ενάγων), και υπέβαλε τις από 22-7-2005 και 25-7-2005 αιτήσεις προσωπικού/καταναλωτικού δανείου, απευθυνόμενες στην τρίτη εναγομένη, στις οποίες η δεύτερη εναγομένη, αφού εξαπατήθηκε από τον πρώτο εναγόμενο ως προς την πραγματική ταυτότητα των προσώπων που εμφανίστηκαν σ' αυτήν, πιστοποίησε ότι τις υπέγραψαν ο μεν πρώτος εναγόμενος, ως πιστούχος για τη χορήγηση του ως άνω δανείου, οι δε ενάγοντες ως εγγυητές.
Τις παραπάνω αιτήσεις, φωτοτυπίες των αστυνομικών ταυτοτήτων των εναγόντων και του πρώτου εναγομένου, εκκαθαριστικό σημείωμα φορολογίας εισοδήματος του τελευταίου, από το οποίο προέκυπτε ότι το έτος 2004 είχε εισοδήματα ύψους 13.720,00 ευρώ, καθώς και εκκαθαριστικό σημείωμα φορολογίας εισοδήματος του δεύτερου ενάγοντος, από το οποίο προέκυπτε ότι ο τελευταίος το έτος 2004 είχε εισοδήματα ύψους 18.578,82 ευρώ, που είχε παραδώσει ο πρώτος εναγόμενος, κατά την υπογραφή των ως άνω αιτήσεων, στη δεύτερη εναγομένη, η τελευταία προώθησε στην τρίτη εναγομένη προς έγκριση του ως άνω δανείου.
Η τρίτη εναγομένη, ύστερα από έλεγχο των ως άνω δικαιολογητικών που της απέστειλε η δεύτερη εναγομένη, ενέκρινε τη χορήγηση του παραπάνω δανείου στον πρώτο εναγόμενο και συνέταξε την υπό στοιχεία ... με ημερομηνία 26-7-2005, σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου με σταθερό επιτόκιο για την αγορά καταναλωτικών αγαθών - υπηρεσιών, την οποία διαβίβασε στη δεύτερη εναγομένη, ενώπιον της οποίας την υπέγραψαν ο πρώτος εναγόμενος, ως πιστούχος, καθώς και τα άγνωστα πρόσωπα που παρουσίασε στην τελευταία αυτός ως τη σύζυγό του και τον πενθερό του, ως εγγυητές, ακολούθως δε, αφού υπεγράφη και από τη δεύτερη εναγομένη, ως προμηθεύτρια - πωλήτρια του ως άνω Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου, καθώς και από την τρίτη εναγομένη, ως δανειοδοτούσα τράπεζα, εκταμιεύτηκε το παραπάνω ποσό των 17.500,00 ευρώ, η εξόφληση του οποίου ορίστηκε να γίνει σε τριάντα έξι (36) ισόποσες τοκοχρεωλυτικές δόσεις. Τα προαναφερόμενα πληροφορήθηκε η πρώτη ενάγουσα για πρώτη φορά το Δεκέμβριο του έτους 2005, όταν δέχθηκε τηλεφώνημα στην κατοικία της από τη δεύτερη εναγομένη ότι ο σύζυγός της (πρώτος εναγόμενος), καθυστερεί την εξόφληση των δόσεων του ως άνω δανείου που του χορήγησε η τρίτη εναγομένη, χωρίς όμως να γνωστοποιηθεί σ' αυτήν (πρώτη ενάγουσα) ότι στην παραπάνω δανειακή σύμβαση η ίδια και ο πατέρας της εμφανίζονται ως εγγυητές, σε σχετική δε παρατήρηση της πρώτης ενάγουσας στον πρώτο εναγόμενο, σύζυγό της, για το ως άνω δάνειο, ο τελευταίος προσποιήθηκε ότι είναι άσχετος με την υπόθεση αυτή, ότι προφανώς πρόκειται περί λάθους και αφορά άλλο πρόσωπο, καθόσον η δεύτερη εναγομένη στην ως άνω τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με την πρώτη ενάγουσα της ανέφερε για Τ.
Α., όπως είχε εμφανιστεί σ' αυτήν ο ίδιος (πρώτος εναγόμενος), και όχι για Τ. Α., όπως είναι το πραγματικό του επώνυμο, καθώς και ότι με ενέργειές του, στις οποίες θα προβεί, μέσω του δικηγόρου του, θα λυθεί η παρεξήγηση. Ο πρώτος εναγόμενος, τον οποίο οχλούσε και η τρίτη εναγομένη με αποστολή επιστολών, με τις οποίες του υπενθύμιζε ότι έχει καταστεί υπερήμερος ως προς την καταβολή των δόσεων για την εξόφληση του παραπάνω δανείου που του χορήγησε, καθόσον δεν κατέβαλε τις ληξιπρόθεσμες δόσεις του, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι η πρώτη ενάγουσα απουσίαζε κατά κανόνα τις πρωινές ώρες από την ως άνω κατοικία τους, λόγω του ότι μετέβαινε στην πατρική της οικία για να φροντίζει την κατάκοιτη μητέρα της, απέκρυπτε τις ως άνω επιστολές, που παραλάμβανε ο ίδιος, καθώς και παρόμοιες που του απέστελλαν και άλλες τράπεζες, από τις οποίες είχε λάβει επίσης δάνεια, τα οποία δεν εξυπηρετούνταν.
Αποτέλεσμα της ως άνω συμπεριφοράς του πρώτου εναγομένου ήταν η πρώτη ενάγουσα να έχει παντελή άγνοια για τις δραστηριότητες του συζύγου της, ο οποίος την καθησύχαζε ότι δεν πρέπει να ανησυχεί, ενώ την παρουσία του τις πρωινές ώρες στην κατοικία τους και όχι στον τόπο της επαγγελματικής του δραστηριότητας δικαιολογούσε αναφέροντας σ' αυτήν ότι τις υποθέσεις και την εργασία του έχει τη δυνατότητα να διεκπεραιώνει μέσω του διαδικτύου (internet), από την κατοικία τους με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή που διέθετε.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τον Ιανουάριο του έτους 2006 η πρώτη ενάγουσα οχλήθηκε τηλεφωνικά και από υπάλληλο της τρίτης εναγομένης ότι ο σύζυγος της (πρώτος εναγόμενος) είχε λάβει το προαναφερόμενο δάνειο, για την αγορά Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, λόγω δε του ότι δεν κατέβαλε τις ληξιπρόθεσμες δόσεις που όφειλε, επρόκειτο να γίνουν δικαστικές ενέργειες σε βάρος του για την αποπληρωμή του δανείου, στην ίδια δε τηλεφωνική επικοινωνία πληροφορήθηκε για πρώτη φορά ότι στην ως άνω δανειακή σύμβαση η ίδια (πρώτη ενάγουσα), καθώς και ο πατέρας της, φέρονταν ως εγγυητές για την εξόφλησή του (δανείου).
Το γεγονός αυτό ανησύχησε την πρώτη ενάγουσα, η εμπιστοσύνη της οποίας στο πρόσωπο του πρώτου εναγομένου άρχισε να κλονίζεται, για το λόγο δε αυτό, προκειμένου να ενημερωθεί άμεσα και υπεύθυνα, απευθύνθηκε, μαζί με τον πατέρα της (πρώτο ενάγοντα), σε κατάστημα της οδού Αιγαίου, στην περιοχή του Δήμου Καλαμαριάς, της τρίτης εναγομένης, οι αρμόδιοι υπάλληλοι της οποίας τους παρέπεμψαν για πλήρη ενημέρωση σε επί της οδού Ερμού, στην περιοχή του Δήμου Θεσσαλονίκης, κατάστημά της (τρίτης εναγομένης), όπου πράγματι διαπίστωσαν τα προαναφερόμενα, ότι δηλαδή ο πρώτος εναγόμενος έλαβε προσωπικό/καταναλωτικό δάνειο από την τρίτη εναγομένη, προκειμένου να αγοράσει το ως άνω υπ' αρ.
κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο από τη δεύτερη εναγομένη, αντί τιμήματος 17.500,00 ευρώ, ότι στη σχετική δανειακή σύμβαση, στην οποία ο πρώτος εναγόμενος αναφέρεται με το επώνυμο Τ. και όχι Τ., που είναι το πραγματικό του επώνυμο, οι ίδιοι (ενάγοντες) φέρονται ως εγγυητές, καθώς και ότι ως διεύθυνση κατοικίας του δεύτερου ενάγοντος αναφέρεται η οδός … αρ.
…, στην περιοχή του Δήμου Καλαμαριάς, όπου όμως ήταν η κατοικία της πρώτης ενάγουσας και του πρώτου εναγομένου, αντί της οδού … αρ. …, επίσης στην περιοχή του Δήμου Καλαμαριάς, που είναι η πραγματική διεύθυνση κατοικίας του. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ύστερα από σχετική έρευνα που διενήργησαν οι ενάγοντες διαπίστωσαν ότι ο πρώτος εναγόμενος ήταν δίγαμος, καθόσον είχε συνάψει τον προαναφερόμενο γάμο με την πρώτη ενάγουσα, χωρίς να έχει λυθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ο γάμος που είχε τελέσει προηγουμένως με την Ζ.
Τ., καθώς και ότι στις συναλλαγές του με τρίτους εμφανιζόταν άλλοτε με το πραγματικό του επώνυμο "Τ." και άλλοτε με το ψευδές επώνυμο "Τ.", χρησιμοποιώντας αντιστοίχως δύο δελτία αστυνομικής ταυτότητας, από τα οποία το δεύτερο ήταν πλαστό, καθώς και δύο αριθμούς φορολογικού μητρώου (Α.Φ.Μ.). Μετά τις παραπάνω διαπιστώσεις η πρώτη ενάγουσα εγκατέλειψε την ως άνω επί της οδού … αρ.
…, στην περιοχή του Δήμου Καλαμαριάς, συζυγική κατοικία και εγκαταστάθηκε στην προαναφερθείσα κατοικία των γονέων της, ακολούθως δε άσκησε την υπ' αρ. εκθέσεως καταθέσεως 21446/11-5-2006 αγωγή σε βάρος του πρώτου εναγομένου, με την οποία ζητούσε τη λύση του ως άνω γάμου τους, ως ακύρου, λόγω διγαμίας του τελευταίου, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ. 45634/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με την οποία κηρύχθηκε άκυρος ο παραπάνω γάμος τους για τον προαναφερόμενο λόγο, απόφαση που κατέστη ήδη αμετάκλητη.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες απέστειλαν στην τρίτη εναγομένη την από 8-3-2006 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση, που επιδόθηκε στην τελευταία στις 10-3-2006, με την οποία ζητούσαν από αυτήν να τους απαλλάξει από την εγγυητική ευθύνη για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του πρώτου εναγομένου που απέρρεαν από την προαναφερθείσα δανειακή σύμβαση, επικαλούμενοι ότι οι υπογραφές τους είχαν πλαστογραφηθεί σ' αυτήν και ότι ουδέποτε εγγυήθηκαν υπέρ του πρώτου εναγομένου για την εξόφληση των οφειλών του προς αυτήν (τρίτη εναγομένη), αναφέροντας ως διεύθυνση κατοικίας τους την οδό …αρ.
…, την οποία όμως είχε ήδη εγκαταλείψει η πρώτη ενάγουσα, ενώ ουδέποτε είχε την κατοικία του εκεί ο δεύτερος ενάγων. Η τρίτη εναγομένη αγνόησε την ως άνω εξώδικο των αντιδίκων της, θεωρώντας ότι αυτή προφανώς εντάσσεται στην τακτική προβολής συνήθως προβαλλόμενων προφάσεων για την αποφυγή εκπληρώσεως υποχρεώσεων αντισυμβαλλομένων της, στο πλαίσιο δανειακών συμβάσεων, καθόσον κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο δεν προσκόμισαν σ' αυτήν προς ενίσχυση του παραπάνω ισχυρισμού τους σε συνδυασμό με το ότι για την κατάρτιση της παραπάνω δανειακής σύμβασης είχαν προσκομιστεί τα πρωτότυπα των αστυνομικών τους ταυτοτήτων, ο πρωτοφειλέτης δε, δηλαδή ο πρώτος εναγόμενος, συνδεόταν με αυτούς (ενάγοντες) με στενή σχέση, ειδικότερα δε ήταν σύζυγος της πρώτης (ενάγουσας) και γαμπρός σε θυγατέρα του δεύτερου (ενάγοντος), και προχώρησε στην έκδοση της υπ' αρ. 14579/8-5-2006 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης σε βάρος αυτών, την οποία, αφού κοινοποίησε δύο φορές, με θυροκόλληση, στην οδό … αρ.
…, θεωρώντας ότι αυτή είναι η διεύθυνση της κατοικίας τους, στη συνέχεια επέσπευσε διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος τους, με την επίδοση σ' αυτούς επιταγής προς πληρωμή του ποσού των 19.619,55 ευρώ, πλέον νομίμων τόκων και εξόδων, με βάση την ως άνω διαταγή πληρωμής, ακολούθως δε επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση σε ακίνητο του δεύτερου ενάγοντος, ειδικότερα δε σε διαμέρισμα μικτού εμβαδού 99,70 τετραγωνικών μέτρων και καθαρού 80,47 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο βρίσκεται στο πρώτο όροφο της επί της οδού … αρ.
…, στην περιοχή του Δήμου Καλαμαριάς, πολυωρόφου οικοδομής, που αποτελούσε την κύρια κατοικία του, ως ημερομηνία πλειστηριασμού του οποίου ορίστηκε η 22-11-2006, κατά την οποία όμως δεν διενεργήθηκε, καθόσον με την υπ' αρ. 40603/21-11-2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ανεστάλη η επισπευδόμενη σε βάρος του (δεύτερου ενάγοντος) αναγκαστική εκτέλεση, μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί σχετικής ανακοπής που άσκησε ο τελευταίος, ενώ σε βάρος του ίδιου ακινήτου η τρίτη εναγομένη ενέγραψε και προσημείωση υποθήκης για το ποσό των 19.834,24 ευρώ, προς εξασφάλιση της αξιώσεως που επιδικάστηκε σ' αυτήν με την προαναφερθείσα διαταγή πληρωμής.
Τελικά με την υπ' αρ. 18774/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ακυρώθηκε η ως άνω διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος της πρώτης ενάγουσας, ενώ με την υπ' αρ. 18787/2007 απόφαση του ίδιου παραπάνω δικαστηρίου ακυρώθηκε και η επισπευδόμενη διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος του δεύτερου ενάγοντος, δεκτών γενομένων ως κατ' ουσίαν βασίμων σχετικών ανακοπών τους, με την παραδοχή ότι την ως άνω δανειακή σύμβαση δεν την υπέγραψαν οι ενάγοντες, αλλά την υπογραφή τους σ' αυτήν την πλαστογράφησαν άγνωστα πρόσωπα, με την προτροπή του πρώτου εναγομένου.
Τις παραπάνω υπ' αρ. 18774/2007 και 18787/2007 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ουσιαστικά αποδέχθηκε η τρίτη εναγομένη, καθόσον αφενός μεν δεν άσκησε εφέσεις σε βάρος αυτών και έτσι κατέστησαν τελεσίδικες, με συνέπεια να παράγουν δεδικασμένο μεταξύ της τρίτης εναγομένης και των εναγόντων ως προς το ότι οι τελευταίοι δεν ενέχονται ως εγγυητές στην προαναφερθείσα δανειακή σύμβαση, αφετέρου δε με δική της πρωτοβουλία προέβη στην άρση της παραπάνω αναγκαστικής κατασχέσεως, που επέβαλε σε βάρος του ως άνω ακινήτου του δεύτερου ενάγοντος και την εξάλειψη της προαναφερθείσας προσημειώσεως που ενέγραψε σε βάρος αυτού.
Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι οι ενάγοντες υπέβαλαν και μήνυση στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης για την ως άνω συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου, ο οποίος παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικαστεί για τις πράξεις: α) της πλαστογραφίας με χρήση, κατ' εξακολούθηση, καθώς και της διγαμίας, στο ίδιο δε δικαστήριο έχει παραπεμφθεί και η δεύτερη εναγομένη για άμεση συνεργεία στην πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, κατ' εξακολούθηση, που αποδίδεται στον πρώτο εναγόμενο, πλην όμως, κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου για την ως άνω παραπομπή της (δεύτερης εναγομένης) δεν υφίστανται οι απαιτούμενες από το νόμο επαρκείς ενδείξεις ενοχής της, καθόσον, όπως ήδη προαναφέρθηκε, όχι μόνο δεν παρέσχε άμεση συνδρομή στον πρώτο εναγόμενο, αλλά αντίθετα εξαπατήθηκε από τον τελευταίο με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, προκειμένου αυτός να πετύχει τη δανειοδότησή του από την τρίτη εναγομένη για την αγορά του παραπάνω αυτοκινήτου.
Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου υπαίτιος για την προαναφερθείσα εμπλοκή των εναγόντων στην ως άνω δανειακή σύμβαση και συνακόλουθα την ταλαιπωρία τους εξαιτίας αυτής, ειδικότερα δε την έκδοση της παραπάνω διαταγής πληρωμής σε βάρος τους, η οποία καταχωρήθηκε και στα αρχεία του συστήματος οικονομικής συμπεριφοράς της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "Τραπεζικά Συστήματα Πληροφοριών Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ", όπου καταχωρούνται δυσμενή στοιχεία όλων των συναλλασσομένων, περαιτέρω δε την επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος τους, η οποία ακυρώθηκε, τελεσίδικα ύστερα από χρονοβόρες και δαπανηρές δικαστικές ενέργειές τους, είναι ο πρώτος εναγόμενος, καθόσον αφενός μεν με παραπλανητικό τρόπο απέσπασε από αυτούς τις αστυνομικές τους ταυτότητες, προφασιζόμενος ότι απαιτείται να τις κατέχει, ως λογιστής, για τη διεκπεραίωση φορολογικών τους υποθέσεων, προκειμένου να τις χρησιμοποιήσει προς πορισμό παράνομου οφέλους, αφετέρου δε με τη χρήση των αστυνομικών ταυτοτήτων τους (εναγόντων) και τη συνδρομή αγνώστων προσώπων, εξαπάτησε και την τρίτη εναγομένη, μέσω της δεύτερης εναγομένης, εμφανίζοντας στην τελευταία τρίτα άγνωστα πρόσωπα, ως τη σύζυγό του και τον πενθερό του, προκειμένου να υπογράψουν την ως άνω δανειακή σύμβαση ως εγγυητές και να του χορηγηθεί το παραπάνω δάνειο, θέτοντας σε κίνδυνο με τον τρόπο αυτό την περιουσία των εναγόντων και βλάπτοντας την περιουσία της τρίτης εναγομένης, η οποία τελικά ενέκρινε τη χορήγηση του παραπάνω δανείου και προέβη στην εκταμίευση του ποσού αυτού, ενώ αν γνώριζε την αλήθεια θα απέρριπτε την αίτησή του (πρώτου εναγομένου) για δανειοδότηση, προκειμένου να αγοράσει το παραπάνω αυτοκίνητο από τη δεύτερη εναγομένη, η οποία επίσης δεν αποδείχθηκε ότι γνώριζε την ως άνω δόλια μεθόδευσή του (πρώτου εναγομένου).
Περαιτέρω, για την ολοκλήρωση της προαναφερθείσας υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς του πρώτου εναγομένου, κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου, δεν αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγομένη επέδειξε αμέλεια, εξαιτίας της οποίας καταρτίστηκε η παραπάνω δανειακή σύμβαση, πλαστή καθόσον αφορά τις υπογραφές των εναγόντων σ' αυτήν, ως εγγυητών, με συνακόλουθο την προαναφερθείσα ταλαιπωρία των τελευταίων.
Ειδικότερα, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η δεύτερη εναγομένη, πριν την υπογραφή της ως άνω δανειακής συμβάσεως, από δόλο, σε κάθε δε περίπτωση από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, παρέλειψε να ελέγξει την ταυτότητα των προσώπων που προσήλθαν σ' αυτήν, καθώς και των υπογραφών που έθεσαν αυτά στην παραπάνω δανειακή σύμβαση, ενέργεια που ήταν ευχερής σε κάθε μέσο συνετό άνθρωπο, με την αντιπαραβολή των φωτογραφιών και των υπογραφών επί των αστυνομικών ταυτοτήτων, που προσκόμισε σ' αυτήν ο πρώτος εναγόμενος, με τα άγνωστα πρόσωπα που παρουσιάστηκαν σ' αυτήν και τις υπογραφές που έθεσαν στην ως άνω δανειακή σύμβαση, με συνέπεια να μη διαπιστώσει ότι ενώπιόν της δεν προσήλθαν οι ενάγοντες, άλλα τρίτα άγνωστα πρόσωπα.
Ο ισχυρισμός αυτός όμως είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθόσον, ναι μεν η δεύτερη εναγομένη δεν προέβη στην ως άνω αντιπαραβολή, όπως άλλωστε δέχθηκε και η ίδια στην από 24-5-2006 εξέτασή της, χωρίς όρκο, ενώπιον του αρχιφύλακα του Τμήματος Οικονομικών Εγκλημάτων Θεσσαλονίκης Α. Ψ., που έγινε στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας που ακολούθησε ύστερα από την προαναφερθείσα μήνυση των εναγόντων, ακόμη όμως και αν είχε την υπερβάλλουσα πρόνοια να προβεί στην παραπάνω ενέργεια, ήταν σχεδόν αδύνατον να διαπιστώσει την ταυτότητα των προσώπων που παρουσιάστηκαν ενώπιόν της ως σύζυγος και πενθερός του πρώτου εναγομένου, καθώς και τη γνησιότητα των υπογραφών τους, λαμβανομένου υπόψη ότι είχαν παραδοθεί σ' αυτήν γνήσια δελτία αστυνομικής ταυτότητας, τα οποία είχαν εκδοθεί για μεν την πρώτη ενάγουσα προ είκοσι και πλέον ετών, όταν η τελευταία ήταν έφηβος, για δε τον δεύτερο ενάγοντα προ σαράντα και πλέον ετών, με αποτέλεσμα να έχουν αλλάξει τα χαρακτηριστικά τους σε σχέση με αυτά που απεικονίζονταν στις φωτογραφίες των αστυνομικών τους ταυτοτήτων, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η δεύτερη εναγομένη δεν είχε τις ειδικές γνώσεις να διαπιστώσει αν τα εικονιζόμενα στις αστυνομικές ταυτότητες πρόσωπα είναι αυτά που προσήλθαν σ' αυτήν, ενόψει του σημαντικά μεγάλου χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε μεταξύ εκδόσεως των αστυνομικών ταυτοτήτων και προσελεύσεως σ' αυτήν των αγνώστων προσώπων, περαιτέρω δε ουδεμία υπόνοια μπορούσε να της δημιουργηθεί ότι πιθανόν να εμφανιστούν άλλα πρόσωπα από αυτά που εικονίζονται στις γνήσιες ταυτότητες που προσκόμισε και της παρέδωσε ο πρώτος εναγόμενος, καθόσον, πριν παρουσιαστούν και υπογράψουν είχε τηλεφωνική συνομιλία με τα πρόσωπα αυτά.
Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η δεύτερη εναγομένη, κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου, καμιά ζημία δεν θα υφίστατο αν τελικά ματαιωνόταν η πώληση του παραπάνω αυτοκινήτου στον πρώτο εναγόμενο, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, καθόσον θα πωλούσε αυτό σε άλλον, από τον οποίο και πάλι θα εισέπραττε το παραπάνω τίμημά του, ως εκ τούτου δε κανένα κίνητρο δεν είχε για να ενεργήσει αμελώς, πολύ δε περισσότερο με δόλο, ως προς την πιστοποίηση της ταυτότητας των προσώπων που εμφανίστηκαν ενώπιόν της και υπέγραψαν την προαναφερθείσα δανειακή σύμβαση ως εγγυητές.
Με βάση τα παραπάνω πραγματικά που αποδείχθηκαν η ως άνω από 10-3-2008 υπ' αρ. εκθέσεως καταθέσεως 11552/14-3-2008 αγωγή, καθόσον αφορά τη δεύτερη εναγόμενη, ως προς την οποία έχει ήδη εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, δεκτού γενομένου ως βάσιμου κατ' ουσίαν του ισχυρισμού της τελευταίας ότι δεν έχει υπαιτιότητα, είτε υπό την μορφή του δόλου είτε υπό την μορφή της αμέλειας, για την προαναφερθείσα αδικοπραξία σε βάρος των εναγόντων, εξαιτίας της οποίας υπέστησαν οι τελευταίοι ηθική βλάβη, είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι το αίτημα της δεύτερης εναγομένης για αναβολή της παρούσας δίκης μέχρις εκδόσεως αμετακλήτου αποφάσεως του ως άνω ποινικού δικαστηρίου, στο οποίο έχει παραπεμφθεί για να δικαστεί ως άμεσος συνεργός στην πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, κατ' εξακολούθηση, που αποδίδεται στον πρώτο εναγόμενο, ισχυριζόμενη ότι η έκβαση της παραπάνω ποινικής δίκης σε βάρος της, στην οποία προσδοκά ότι θα κηρυχθεί αθώα, ασκεί ουσιώδη έννομη επιρροή και στην παρούσα δίκη, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, καθόσον, ανεξαρτήτως του ότι αφενός μεν με τη διάταξη του άρθρου 250 του Κ.Πολ.Δ.
δεν καθιερώνεται υποχρέωση, παρά μόνο διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να αναβάλλει τη συζήτηση της υποθέσεως μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της ποινικής δίκης (βλ. Α.Π. 58/2011, Α.Π. 533/2000, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Δ.Σ.Α., Ν. Νίκα, Πολιτική Δικονομία, τεύχος II, έκδ. 2005, σελ. 314), αφετέρου δε η έκβαση της παραπάνω εκκρεμούς ποινικής υποθέσεως δεν δεσμεύει το παρόν δικαστήριο, ενόψει του ότι οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων δεν παράγουν οποιοδήποτε δεδικασμένο για την πολιτική δίκη (βλ.
Α.Π. 431/2000, Βάση Νομικών Δεδομένων ΝΟΜΟΣ, Εφ.Θεσ. 1349/2003, Αρμ. έτους 2005, σελ. 356, Δ. Κονδύλη. Το δεδικασμένο κατά τον Κ.Πολ.Δ., έκδ. 1983, σελ. 71) και ως εκ τούτου δε δεσμεύουν το παρόν δικαστήριο, τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση κρίνονται επαρκή και πρόσφορα για να σχηματίσει το παρόν δικαστήριο πλήρη δικανική πεποίθηση, ώστε να αχθεί σε ασφαλή και πλήρως αιτιολογημένη κρίση, ενώ το αίτημά της για διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί αν οι υπογραφές στην ως άνω δανειακή σύμβαση είναι γνήσιες υπογραφές των εναγόντων, όπως αφήνει να εννοηθεί, ή όχι, αλυσιτελώς υποβάλλεται, λαμβανομένου υπόψη ότι έχει ήδη κριθεί με δύναμη δεδικασμένου μεταξύ των εναγόντων και της τρίτης εναγομένης το ζήτημα αυτό, έχει δηλαδή κριθεί με τις προαναφερόμενες υπ' αρ. 18774/2007 και 18787/2007 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, οι οποίες κατέστησαν τελεσίδικες, ότι οι υπογραφές στην ως άνω δανειακή σύμβαση, ως εγγυητών, δεν τέθηκαν από τους ενάγοντες, ως εκ τούτου δε στο πλαίσιο της δίκης αυτής δεν μπορεί να ερευνηθεί και πάλι το ίδιο ζήτημα, σε κάθε δε περίπτωση, ανεξαρτήτως των προαναφερομένων, εφόσον έγινε δεκτό ότι η ίδια (δεύτερη εναγομένης) δεν βαρύνεται με οποιασδήποτε μορφής υπαιτιότητα για την εμπλοκή των εναγόντων στην προαναφερθείσα δανειακή σύμβαση, ως εγγυητών, παρέλκει ως αλυσιτελής για τη δεύτερη εναγομένη η περαιτέρω ουσιαστική διερεύνηση του παραπάνω ζητήματος, όπως παρέλκει ως αλυσιτελής και η ουσιαστική έρευνα των υπολοίπων λόγων της κρινόμενης υπ' αρ.
εκθέσεως καταθέσεως 609/11-2-2010 εφέσεώς της (δεύτερης εναγομένης), που κατατείνουν στην απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της παραπάνω σε βάρος της αγωγής των αντιδίκων της. Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι η δεύτερη εναγομένη βαρύνεται με υπαιτιότητα για την εμπλοκή τους ως εγγυητών στην παραπάνω δανειακή σύμβαση, προς ενίσχυση του οποίου επικαλούνται ότι η τελευταία μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας στην παρούσα υπόθεση, πριν την έκδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως, μεταβίβασε το σύνολο των εμφανών περιουσιακών της στοιχείων με γονική παροχή στις θυγατέρες της Ε., Μ.
και Ξ., είναι απορριπτέος, καθόσον μόνη η ως άνω μεταβίβαση δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει υπαιτιότητά της για την τέλεση της παραπάνω αδικοπραξίας, λαμβανομένου υπόψη ότι προαναφερόμενη απαλλοτρίωση ούτως ή άλλως θα υπέκειτο σε διάρρηξη, στην περίπτωση κατά την οποία η δεύτερη εναγομένη θα είχε υποχρεωθεί να καταβάλει χρηματική ικανοποίηση στους αντιδίκους της και δεν την κατέβαλε, κατά την κρίση δε του παρόντος δικαστηρίου δεν είχε πρόθεση να ματαιώσει την ικανοποίηση ενδεχόμενων αξιώσεων των τελευταίων σε βάρος της, αλλά να διανείμει την περιουσία της στα τέκνα της με πράξη εν ζωή, λαμβανομένου υπόψη ότι κατά το χρόνο της παραπάνω μεταβίβασης διένυε ήδη το εβδομηκοστό έτος της ηλικίας της, οι προαναφερόμενες δε θυγατέρες της είχαν ανάγκη οικονομικής ενισχύσεως.
Εξάλλου, με βάση τα ίδια παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου, η τρίτη εναγομένη δεν έχει ως προστήσασα της δεύτερης εναγομένης αντικειμενική ευθύνη, ελλείψει υπαιτιότητας της τελευταίας για την τέλεση της παραπάνω αδικοπραξίας σε βάρος των εναγόντων, ενώ η έκδοση από αυτήν (τρίτη εναγομένη) διαταγής πληρωμής σε βάρος τους και η επίσπευση διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος τους, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά της, καθόσον μόνος ο ισχυρισμός που διατυπώθηκε σ' αυτήν από τους αντιδίκους της με την προαναφερθείσα από 8-3-2006 εξώδικό τους ότι οι υπογραφές τους στην παραπάνω δανειακή σύμβαση ήταν πλαστές δεν αρκούσε να την πείσει ότι δεν ενέχονται ως εγγυητές στην παραπάνω δανειακή σύμβαση και να την αποτρέψει από τη διεκδίκηση των νομίμων δικαιωμάτων της για είσπραξη του ποσού που χορήγησε ως δάνειο στον πρώτο εναγόμενο για την αγορά του παραπάνω αυτοκινήτου.
Η ως άνω κρίση του δικαστηρίου ενισχύεται από τη μετέπειτα συμπεριφορά της ειδικότερα δε από το γεγονός ότι μετά την ακύρωση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως που επέσπευσε σε βάρος των αντιδίκων της με οριστική δικαστική απόφαση, αφού πείστηκε ότι πράγματι οι ενάγοντες δεν υπέγραψαν την ως άνω δανειακή σύμβαση, αποδέχθηκε την πρωτόδικη δικαστική κρίση, περαιτέρω δε με πρωτοβουλία και δαπάνες της προέβη στην άρση της παραπάνω αναγκαστικής κατασχέσεως, που επέβαλε σε βάρος του ως άνω ακινήτου του δεύτερου ενάγοντος και την εξάλειψη της προαναφερθείσας προσημειώσεως που ενέγραψε σε βάρος αυτού, συμπεριφορά που υποδηλώνει την έλλειψη πρόθεσης να προκαλέσει οποιαδήποτε ζημία ή περαιτέρω ταλαιπωρία στους αντιδίκους της, με την εμπλοκή τους σε ατέρμονες, ψυχοφθόρους και δαπανηρούς δικαστικούς αγώνες.
Με βάση τα παραπάνω πραγματικά που αποδείχθηκαν, σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες σκέψεις, κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί αδικοπραξία της τρίτης εναγομένης σε βάρος των εναγόντων, ως εκ τούτου δε η προαναφερόμενη αγωγή είναι απορριπτέα και ως προς αυτήν (τρίτη εναγομένη) ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ότι η τρίτη εναγομένη έχει υποχρέωση καταβολής χρηματικής ικανοποίησης στους ενάγοντες, ύψους 10.000,00 ευρώ σε καθέναν από αυτούς, για την αποκατάσταση της ηθικής τους βλάβης, εσφαλμένα εκτίμησε τις ενώπιόν του προσαχθείσες αποδείξεις, ως εκ τούτου δεκτού γενομένου ως κατ' ουσίαν βάσιμου του σχετικού λόγου της κρινόμενης υπ' αρ.
εκθέσεως καταθέσεως 4405/27-10-2009 εφέσεώς της (τρίτης εναγομένης), πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και ως προς την τελευταία, καθόσον αφορά την ως άνω διάταξη της περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποίησης, να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί η παραπάνω από 10-3-2008 υπ' αρ. εκθέσεως καταθέσεως 11552/14-3-2008 αγωγή ως προς το αντίστοιχο κεφάλαιό της, το οποίο αφορά την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως στους ενάγοντες, λόγω ηθικής βλάβης αυτών, και να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς το κεφάλαιο αυτό ...".
'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο, ακολούθως, δεχόμενο την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτοδίκως απόφασης, απέρριψε ως αβάσιμη ουσιαστικά την αγωγή των αναιρεσειόντων, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις (914, 922, 932 ΑΚ) αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της συνδρομής των προϋποθέσεων της επικαλουμένης με την αγωγή αδικοπρακτικής ευθύνης, υποκειμενικής για την προστηθείσα πρώτη των αναιρεσίβλητων και αντικειμενικής για την προστήσασα δεύτερη εξ αυτών, δεχθείσα, με πλήρεις και σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά μεν με την πρώτη αναιρεσίβλητη την έλλειψη συνδρομής της απαραίτητης για τη θεμελίωση της αποδιδόμενης σ' αυτήν υποκειμενικής ευθύνης προϋπόθεσης της υπαιτιότητας για την προκληθείσα στους αναιρεσείοντες ηθική βλάβη με την υποστηρίζουσα την παραπάνω παραδοχή ορθή αιτιολογία της αντικειμενικής αδυναμίας διακρίβωσης της ταυτοπροσωπίας των εμφανισθέντων ενώπιόν της προς υπογραφή της δανειακής σύμβασης αγνώστων προσώπων με τα εικονιζόμενα στα γνήσια δελτία αστυνομικής (ΔΑΤ) ταυτότητας πρόσωπα ως εκ του διαδραμόντος μεγάλου χρονικού διαστήματος (20 και 40 ετών για την πρώτη και δεύτερο των αναιρεσειόντων) από το χρόνο έκδοσης αυτών (Δ.Α.Τ.) και της φυσιολογικής αλλοίωσης των χαρακτηριστικών τους με τις περαιτέρω παραδοχές αφενός ότι "η εν λόγω πρώτη αναιρεσίβλητη δεν είχε ειδικές για το σκοπό αυτό γνώσεις και του ότι ουδεμία υπόνοια μπορούσε να της δημιουργηθεί ότι πιθανόν να εμφανιστούν άλλα πρόσωπα απ' αυτά που εικονίζονται στις γνήσιες ταυτότητες που προσκόμισε και τις παρέδωσε ο πρώτος εναγόμενος, καθόσον, πριν παρουσιαστούν και υπογράψουν είχε τηλεφωνική συνομιλία με τα πρόσωπα αυτά" και αφετέρου ότι η ίδια ως άνω εναγομένη "δεν είχε κανένα κίνητρο να ενεργήσει αμελώς πολύ δε περισσότερο με δόλο αφού καμμιά ζημία δεν θα υφίστατο από την πιθανή ματαίωση της αγοραπωλησίας του αυτοκινήτου το οποίο σε κάθε περίπτωση θα πωλείτο σε άλλους", αναφορικά δε με τη δεύτερη αναιρεσίβλητη την ανυπαρξία της απαραίτητης για τη θεμελίωση αντικειμενικής ευθύνης του προστηθέντος προϋπόθεσης με την εκφορά της κατά τα άνω παραδοχής περί ανυπαρξίας υποκειμενικής ευθύνης της προστηθείσας πρώτης αναιρεσίβλητης.
Υπό τις παραδοχές αυτές, οι οποίες καλύπτουν πλήρως την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, που αναφέρεται στις παραπάνω εφαρμοσθείσες διατάξεις και δικαιολογούν απολύτως το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλομένης, καθιστώσες εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, δεν ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι προσβαλλόμενες από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις, οι οποίες, για το λόγο αυτό, κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες.
Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση περί της αληθείας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν oι διάδικοι.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ β' και γ' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη, ένορκες βεβαιώσεις κ.λ.π.).
Μόνο αν, από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ. Α.Π. 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ. Α.Π. 13-14-15/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο από το αρθρ 559 περ. 11 γ αναιρετικός λόγος (ΑΠ 87,483, 495, 1461/13).
Κατ' ακολουθίαν αυτών ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το αρθρ. 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα από τους ίδιους έγγραφα και ειδικότερα την από 17-7-2000 δεύτερη εξώδικη όχληση, απευθυνόμενη προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη καθώς και την από 10-5-2006 κατάθεση της μάρτυρος Ν.
Γ. κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, η τελευταία έλαβε υπόψη (και) τα παραπάνω αναφερόμενα έγγραφα με τη γενική μνεία της λήψης υπόψη "όλων των εγγράφων που προσκομίζονται νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους" από την οποία, σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία περί του ότι τα εν λόγω έγγραφα έχουν ληφθεί υπόψη για την διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, η αιτίαση του ερευνωμένου λόγου, κατά το δεύτερο σκέλος του, ότι από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της βασιμότητας της αγωγής των αναιρεσειόντων πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση κρίνεται απαράδεκτη καθόσον, με την επίκλησή της πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 609/13, ΑΠ 1127/13).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Πράγμα συνεπώς, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσιβλήτου. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αν ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη είναι μη νόμιμος και συνεπώς δεν θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ Α.Π.2/1 989).
Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 11/1996, 12/1991).
Κατ' ακολουθίαν αυτών ο τρίτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη τους απ' αυτούς με επίκληση προταθέντες, θεμελιωτικούς της αποδιδομένης με το αγωγικό δικόγραφο στους αναιρεσιβλήτους ισχυρισμούς τους περί της υποκειμενικής ευθύνης τόσο της προστηθείσας πρώτης αναιρεσίβλητης όσο και της αυτοτελώς εκ των διατάξεων των άρθρων 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, 914 και 919 ΑΚ (υποκειμενικώς) ενεχομένης δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης και ιδίως από τις διαλαμβανόμενες στην έρευνα των πρώτου και πέμπτου λόγων παραδοχές αυτής προκύπτει η από την τελευταία (προσβαλλομένη) λήψη υπόψη των προβληθέντων ως άνω ισχυρισμών και η απόρριψή τους ως αβασίμων.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 9γ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης (Ολ ΑΠ 25/03), ΑΠ 1586/08).
Για την ευδοκίμηση του λόγου αυτού απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό (ΑΠ 1881/07) και επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος στην περίπτωση κατά την οποία, από το διατακτικό προκύπτει η απόρριψη της αίτησης στο σύνολό της (ΑΠ 528/09).
Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση άφησε αίτηση αδίκαστη και ειδικότερα δεν ερεύνησε την επί των διατάξεων των άρθρων 914, 919 ΑΚ και 940 παρ. 3 ΚΠολΔ θεμελιουμένη βάση της κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης στρεφομένης αγωγής τους.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (561 παρ. 2 ΚΠολΔ) και ιδίως από την παραδοχή αυτής ότι "... η έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος τους (αναιρεσειόντων) και η επίσπευση διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά της (δεύτερης αναιρεσίβλητης) καθόσον μόνος ο ισχυρισμός που διατυπώθηκε σ'αυτήν από τους αντιδίκους της με την προαναφερθείσα από 8-3-2006 εξώδικό τους ότι οι υπογραφές τους στην παραπάνω δανειακή σύμβαση ήταν πλαστές δεν αρκούσε να την πείσει ότι δεν ενέχονται ως εγγυητές στην παραπάνω δανειακή σύμβαση και να την αποτρέψει από τη διεκδίκηση των νομίμων δικαιωμάτων της για είσπραξη του ποσού που χορήγησε ως δάνειο στον πρώτο εναγόμενο για την αγορά του παραπάνω αυτοκινήτου" προκύπτει σαφώς η έρευνα και της παραπάνω βάσης της αγωγής, η οποία και διελαμβάνετο, κατά παραδεκτή σώρευση, στο σχετικό δικόγραφο και η με σχετική διάταξη του διατακτικού απόρριψή της ως ουσιαστικά αβάσιμης.
Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω και ενόψει της μη υπάρξεως άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων (αρθ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-11-2011 αίτηση αναίρεσης της 1500/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσ/νίκης.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2014. Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ