Legislator Case Law & Legislation
140/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on tort liability grounds, ruling bank not liable for non-payment of court fees.

Case Number 140/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Third Instance Court's decision rejecting the plaintiffs' claim for damages and fee reimbursement. The plaintiffs argued the bank violated substantive law by refusing to replace court fee certificates after a legislative reduction, yet the court found no tort liability existed. Consequently, the appeal was rejected as baseless because the bank had no obligation to restore the original certificates.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297(b) and 559(1) of the Code of Civil Procedure; Article 297(b) of the Civil Code: The court may award in natura compensation for torts, but such relief requires established liability; absence of liability precludes any remedy under the Code of Civil Procedure.

Keywords

AI generated
tort liability in natura compensation court fees legislative reduction appeal dismissal civil procedure bank liability

Cited Legislation

AI generated
Article 297(b) of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Law 4050/2012

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 140 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 140/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια , Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Γ. του Γ. - Σ., 2) Γ. - Σ. Γ. του Σ., κατοίκων ..., … 47) Γ. Λ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παπαφιλίππου και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Καραθάνου Δεληγιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/6/2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1675/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 897/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19/7/2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη, από 19-7-2019 (αριθμ. καταθ. 720/1-8-2019) αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθμό, 897/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, επί των από 27-9-2017 και 28-9-2017 αντίθετων εφέσεων των διαδίκων, κατά της εκκαλούμενης με αριθμό 1675/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την απόφαση αυτή, το πρωτόδικο δικαστήριο, δικάζοντας την από 21-6-2016 (αριθμ. καταθ. 634/2016) αγωγή των εναγόντων, ήδη αναιρεσειόντων, για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, από αδικοπραξία, ερήμην των, 21ης, 22ης, 23ης, 34ου, 35ης, 38ης και 40ης αυτών, λόγω της μη κατάθεσης προτάσεων και των, 18ου, 19ης και 39ου αυτών, λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου, απέρριψε την αγωγή, ως προς τους άνω ερημοδικασθέντες ενάγοντες και δέχθηκε κατά ένα μέρος αυτή, ως προς τους λοιπούς.

Ακολούθως, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την από 28-9-2017 έφεση των εναγόντων - αναιρεσειόντων, ως προς όλους τους εκκαλούντες, μεταξύ των οποίων οι, 18ος, 19η και 39ος αυτών, πλην των ερημοδικασθέντων πρωτοδίκως, λόγω μη κατάθεσης προτάσεων (21ης, 22ης, 23ης, 34ου, 35ης, 38ης και 40ης), ως προς τους οποίους δέχθηκε την έφεση, ενώ δέχθηκε και την από 27-9-2017 έφεση της αναιρεσίβλητης- εναγομένης, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση και αφού δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, ως προς όλους τους ενάγοντες, πλην των, 18ου, 19ης και 39ου αυτών.

Από τις διατάξεις των άρθρων, 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σε αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολιπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρό-θεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολιπομένου διαδίκου, αυτή κηρύσσεται απαρά-δεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1695/2017), εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρο 576 παρ. 3 εδ. 2 ΚΠολΔ, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά, ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1068/2021, ΑΠ 1419/2021, ΑΠ 540/2020).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά το άρθρο 96 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται, είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, κατά δε το άρθρο 104 του άνω κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Το δικαστήριο δε εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, α) αν απουσιάζει ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, από κοινού με άλλους αναιρεσείοντες που εμφανίστηκαν, ερευνάται αυτεπάγγελτα το κύρος της επίσπευσης εκ μέρους του, όσον αφορά την πληρεξουσιότητα, σε περίπτωση δε, κατά την οποία δεν προκύπτει πληρεξουσιότητα του δικηγόρου που επισπεύδει τη συζήτηση και για λογαριασμό του ως άνω απολιπόμενου διαδίκου, επέρχεται ακυρότητα της επίσπευσης ως προς αυτόν και συνακόλουθα το απαράδεκτο της συζήτησης, εφόσον βεβαίως ο τελευταίος δεν έχει κλητευθεί, ούτε από τον αντίδικό του, ούτε από κάποιον από τους τυχόν ομοδίκους του για να παρασταθεί στη συζήτηση και β) αν ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση, εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, που αυτεπαγγέλτως πλέον εξετάζει το δικαστήριο, κατά τα προεκτεθέντα, ο αναιρεσείων θεωρείται δικονομικά απών και εφόσον δεν έχει κλητευθεί, ούτε από τον αντίδικό του, ούτε από κάποιον από τους τυχόν ομοδίκους του για να παρασταθεί στη συζήτηση, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη (ΟλΑΠ 13/2008, ΑΠ 1471/2021, ΑΠ 1160/2020, ΑΠ 1591/2018, ΑΠ 1672/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, στην αναφερόμενη στην αρχή της δικάσιμο, δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, η τεσσαρακοστή αναιρεσείουσα, Α. Α., η οποία συνδέεται με τους λοιπούς αναιρεσείοντες με το δεσμό της απλής ομοδικίας και επισπεύδει και η ίδια (μετά των λοιπών αναιρεσειόντων) τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, όπως τούτο προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τους λοιπούς αναιρεσείοντες, με αριθμό ...

έκθεση επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Σ. Χ.. Ειδικότερα, από την έκθεση αυτή προκύπτει ότι, ο άνω επιμελητής επέδωσε αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση και συζήτηση αυτής, κατά την προκειμένη νομίμως ορισθείσα δικάσιμο, στην αναιρεσίβλητη, μετά από έγγραφη παραγγελία του δικηγόρου Θεσσαλονίκης, Δημητρίου Παπαφιλίππου, ως πληρεξουσίου όλων των αναιρεσειόντων, ο οποίος παραστάθηκε για λογαριασμό τους στο Εφετείο και υπογράφει την ένδικη αίτηση αναίρεσης.

Ωστόσο, δεν αποδεικνύεται, δια της προσκομιδής σχετικού συμβολαιογραφικού εγγράφου, παροχή πληρεξουσιότητας προς τελευταίο, για επίσπευση της συζήτησης από την άνω μη παραστάσα και επισπεύδουσα τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, από κοινού με τους λοιπούς αναιρεσείοντες. Επίσης, κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης, εμφανίστηκε στο ακροατήριο ο άνω πληρεξούσιος δικηγόρος, Δημήτριος Παπαφιλίππου, ο οποίος δήλωσε ότι παρίσταται και εκπροσωπεί, μεταξύ των λοιπών αναιρεσειόντων και την τεσσαρακοστή τέταρτη αναιρεσείουσα, Ζ.

Ρ., που συνδέεται και αυτή με τους λοιπούς αναιρεσείοντες με το δεσμό της απλής ομοδικίας και επισπεύδει και η ίδια τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, σύμφωνα με την προαναφερθείσα έκθεση επίδοσης. Ο τελευταίος, όμως, δικηγόρος, δεν επικαλέσθηκε, ούτε προσκόμισε ειδικό πληρεξούσιο, από το οποίο να προκύπτει, ότι ο ίδιος έχει διοριστεί νόμιμα ως πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας αυτής, ώστε νόμιμα να παρίσταται γι' αυτήν και να την εκπροσωπεί.

Κλήτευση δε των ως άνω αναιρεσειουσών (40ης και 44ης) από την αναιρεσίβλητη ή τους λοιπούς αναιρεσείοντες, απλούς ομοδίκους τους, δεν επικαλούνται οι τελευταίοι, ούτε και αποδεικνύεται. Επομένως, λόγω της ακυρότητας της άνω πράξης της προδικασίας από τις απολιπόμενες αναιρεσείουσες, οι οποίες φέρεται ότι επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης και είναι απλοί ομόδικοι των λοιπών, και της μη κλήτευσής τους από τους λοιπούς προσηκόντως παραστάντες διαδίκους, πρέπει, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 παρ. 3 εδ.

β ΚΠολΔ, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτές, και να διαταχθεί χωρισμός της υπόθεσης και η συζήτησή της, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, που νομίμως παρίστανται. Περαιτέρω και όσον αφορά τους λοιπούς νομίμως εκπροσωπούμενους από τον άνω δικηγόρο και παριστάμενους αναιρεσείοντες, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Κατά την έννοια των άρθρων, 2 και 8 του ν. ΓΠΟΗ/1912, ''περί δικαστικών ενσήμων'', όπως μεταγενέστερα ερμηνεύθηκε αυθεντικά, με το ν.δ/γμα 1544/1942 και τροποποιήθηκε με το ν.δ/γμα 4189/1961, αν ο ενάγων παραλείψει την προκαταβολή του οφειλόμενου τέλους δικαστικού ενσήμου, λογίζεται ερήμην δικαζόμενος και η αγωγή του απορρίπτεται, η απόρριψη δε αυτή θεωρείται ότι γίνεται για ουσιαστικό (και όχι για τυπικό) λόγο, γεγονός που συνεπάγεται τη δημιουργία δεδικασμένου περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής, εάν η σχετική απόφαση καταστεί τελεσίδικη (ΑΠ 1337/2011).

Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της κυρωθείσας με το ν.δ/γμα 53/1974 Ευρωπαϊκής Σύμβασης της Ρώμης του έτους 1950 για τα δικαιώματα του ανθρώπου, καθιερώνεται η προστασία του δικαιώματος του διαδίκου να διατυπώσει τις απόψεις του ενώπιον του δικαστηρίου. Οι διατάξεις, όμως, αυτές δεν αποκλείουν παράλληλα στον κοινό νομοθέτη, να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις και δαπανήματα και γενικότερα διατυπώσεις για την πρόοδο της δίκης, αρκεί αυτές να συνάπτονται προς τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και, περαιτέρω, να μην υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων επάγονται την άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευόμενου από τις εν λόγω διατάξεις ατομικού δικαιώματος παροχής έννομης δικαστικής προστασίας.

Στο πλαίσιο αυτό επιτρεπτώς επιβάλλεται από το ν. ΓΠΟΗ/1912, η υποχρέωση καταβολής αναλογικού τέλους δικαστικού ενσήμου, επί των αναφερομένων στις διατάξεις του αποτιμητών σε χρήμα αγωγών, χωρίς εντεύθεν να αναιρείται ή περιορίζεται το ατομικό δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και ακροάσεως του διαδίκου από τη δικονομική συνέπεια της ερημοδικίας του, σε περίπτωση παράλειψής του να ανταποκριθεί στην εν λόγω υποχρέωσή του, που καθιερώνεται με τα άρθρα 2 ν.

ΓΠΟΗ/1912 και 7 παρ. 1 του ν.δ/τος 1544/1942 (AΠ 65/2022, ΑΠ 1470/2019, ΑΠ 2031/2017). Κατά της απόφασης εξάλλου που απορρίπτει την αγωγή, λόγω μη καταβολής του τέλους δικαστικού ενσήμου, ο ενάγων δικαιούται να ασκήσει έφεση, μοναδικός λόγος της οποίας δύναται να είναι η άρση της παράλειψης, δηλαδή η εκ των υστέρων καταβολή του ως άνω τέλους.

Αν ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται. Μετά δε την εξαφάνισή της, χωρεί ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, νέα συζήτηση της υπόθεσης, κατά την οποία ο ενάγων, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 528 ΚΠολΔ, μπορεί να προτείνει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους και πρωτοδίκως μπορούσε να προτείνει, χωρίς να δεσμεύεται από τους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ (ΑΠ 65/2022, ΑΠ 1461/2021, ΑΠ 1572/2013).

Επίσης, ο ενάγων σε περίπτωση που δικάστηκε πρωτοδίκως ερήμην και απορρίφθηκε η αγωγή του, λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου, αν και δεν είχε υποχρέωση καταβολής αυτού, μπορεί να ασκήσει έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, προβάλλοντας ως λόγο την έλλειψη υποχρέωσής του να καταβάλει δικαστικό ένσημο, οπότε το Εφετείο, αν κρίνει βάσιμο το λόγο αυτό, θα κάνει δεκτή την έφεση και θα εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα.

Άλλως, αν δηλαδή το Εφετείο κρίνει εσφαλμένως ότι ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει δικαστικό ένσημο και απορρίψει την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, η οποία με το ίδιο σκεπτικό απέρριψε την αγωγή, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 65/2022). Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 2 του άνω ν.

ΓΠΟΗ/1912, δεν περιέχει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον καθορίζει τις προϋποθέσεις δικαστικής προστασίας στο πλαίσιο του δικονομικού δικαίου. Γι' αυτό σε περίπτωση παράβασης των σχετικών διατάξεων, εφόσον δεν επέρχεται απαράδεκτο της αγωγής ή της συζήτησής της, αλλά ο ενάγων θεωρείται ότι δικάζεται ερήμην, δεν ιδρύεται άλλος λόγος αναίρεσης, παρά μόνον αυτός που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρ. 6 ΚΠολΔ και μόνο για την περίπτωση, κατά την οποία ο διάδικος δικάστηκε ερήμην, όχι δε και για άλλη περίπτωση και μάλιστα, αν αυτός δικάστηκε κατ' αντιμωλία (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1470/2019, ΑΠ 367/2018, AΠ 2031/2017).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 223 του ΚΠολΔ, όταν επέλθει η εκκρεμοδικία είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής. Κατ' εξαίρεση μπορεί ο ενάγων με τις προτάσεις του εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό, να περιορίσει το αίτημα της αγωγής. Με τη διάταξη αυτή, επιτρέπεται, μεταξύ άλλων, η ολική ή μερική παραίτηση του ενάγοντος από το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής και, έτσι, περιορίζεται η αγωγή στο αναγνωριστικό του δικαιώματος αίτημα, το οποίο υποκρύπτεται στο καταψηφιστικό.

Στην περίπτωση αυτή, ο περιορισμός του αιτήματος αν και, κατά τη διάταξη του άρθρου 295 παρ. 1 εδ. β του ΚΠολΔ, θεωρείται μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής (ΟλΑΠ 6/1997 και 5/1997), δεν κρίνεται κατά τις διατάξεις που αφορούν στην παραίτηση από το δικόγραφο (άρθρο 297 ΚΠολΔ), αλλά εφαρμόζονται οι διατάξεις, που προβλέπουν ειδικά τη θεμιτή μεταβολή του αιτήματος της αγωγής, με συνέπεια να μην υπόκειται στο διαγραφόμενο από το άρθρο 297 ΚΠολΔ, τύπο.

Κατά συνέπεια, ο περιορισμός του αιτήματος γίνεται με βάση τη διάταξη του άρθρου 223 ΚΠολΔ, η οποία είναι ειδική σε σχέση με εκείνη του άρθρου 297 του ίδιου κώδικα, δηλαδή γίνεται με τις προτάσεις ή όπου δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή αυτών, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, άλλως θεωρείται ανίσχυρος και δεν λαμβάνεται υπόψη.

Από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 223 ΚΠολΔ, κατά τη σαφή λεκτική της διατύπωση, σε συνδυασμό και με το άρθρο 526 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο περιορισμός του αγωγικού αιτήματος δύναται να γίνει έως την περάτωση της δίκης στον πρώτο βαθμό και επομένως αυτός αποκλείεται στην κατ' έφεση δίκη, στην οποία αποκρούεται, και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτος, έστω και αν συναινεί ο αντίδικος (ΑΠ 1470/2019, ΑΠ 538/2019, ΑΠ 368/2016, ΑΠ 1572/2013).

Ο απαράδεκτος δε περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου έχει ως συνέπεια το αίτημα της αγωγής να παραμένει καταψηφιστικό και ο ενάγων να υποχρεούται στην καταβολή του οφειλόμενου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 8 του ν. ΓΟΠΗ/1912, ''περί δικαστικών ενσήμων'', τέλους δικαστικού ενσήμου (ΑΠ 1485/2018).

Τέλος, με το άρθρο 33 του ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α 240/22-12-2016), με τίτλο, ''Κατάργηση του δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές'', ορίζεται ότι: 1. Η παρ. 3 του άρθρου 7 του ν.δ. 1544/1942 (Α 189), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 70 του ν. 3994/2011 (Α 165) και το άρθρο 21 του ν. 4055/2012 (Α 51) αντικαθίσταται ως εξής: 3. Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν.

ΓΠΟΗ/1912, δεν υπόκεινται οι αναγνωριστικές, αγωγές .... 2. Η διάταξη της προηγούμενης παραγράφου, εφαρμόζεται στις εκκρεμείς αναγνωριστικές αγωγές, καθώς και στις αγωγές που ασκήθηκαν ως καταψηφιστικές πριν από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφόσον μετατραπούν σε αναγνωριστικές μετά τη δημοσίευσή του.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι 18ος, 19η και 39ος των αναιρεσειόντων (από κοινού με τους λοιπούς αναιρεσείοντες) άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 21-6-2016 καταψηφιστική αγωγή τους για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 1675/2017 απόφασή του απέρριψε την αγωγή, ως προς τους άνω αναιρεσείοντες - ενάγοντες, λόγω πλασματικής ερημοδικίας τους, από τη μη καταβολή δικαστικού ενσήμου. Κατά της απόφασης αυτής, οι άνω ενάγοντες (από κοινού με τους λοιπούς) άσκησαν την από 28-9-2017 έφεση, για την άρση της σχετικής παράλειψής τους, που απέδωσαν σε οικονομική αδυναμία καταβολής του ενσήμου, δηλώνοντας ότι, ''το ζήτημα αυτό θα ρυθμιστεί κατά τη συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό (Εφετείο)'', ενώ στη συνέχεια με τις νόμιμα κατατεθείσες προτάσεις τους, μετέτρεψαν το αγωγικό καταψηφιστικό τους αίτημα, σε αναγνωριστικό.

Το Εφετείο με την πρσβαλλόμενη απόφαση, δικάζοντας αντιμωλία ως προς αυτούς, απέρριψε την έφεσή τους, λόγω της μη καταβολής του δικαστικού ενσήμου, αφού θεώρησε ως απαράδεκτη την επιχειρηθείσα ενώπιόν του, με τις προτάσεις των αναιρεσειόντων μετατροπή του καταψηφιστικού ατήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό.

Ήδη, οι άνω αναιρεσείοντες, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 6 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενοι ότι το Εφετείο, παρά το νόμο τους δίκασε ερήμην και απέρριψε την ένδικη αγωγή τους ως αβάσιμη, λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου, αφού θεώρησε ως απαράδεκτη την μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής τους σε αναγνωριστικό, με τις προτάσεις τους ενώπιόν του, παραγνωρίζοντας τις διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 4446/2016, όπως ισχύει από τις 22-12-2016, με το οποίο καταργήθηκε η υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές, που καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς αγωγές.

Ο λόγος αυτός, είναι αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί αναληθούς προϋπόθεσης, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, οι άνω αναιρεσείοντες δικάστηκαν κατ' αντιμωλία και απορρίφθηκε η έφεσή τους κατ' ουσίαν, λόγω της μη προσκόμισης του δικαστικού ενσήμου. Οι εντασσόμενες δε στον ίδιο ως άνω λόγο αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, περί εσφαλμένης κρίσης του Εφετείου, κατά το μέρος που αξίωσε την καταβολή δικαστικού ενσήμου, αφού πρώτα θεώρησε απαράδεκτη την μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής τους σε αναγνωριστικό, με τις προτάσεις τους στο Εφετείο, χωρίς την επίκληση αντίρρησης από την αντίδικό τους, παραγνωρίζοντας τις άνω διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 4446/2016, με τις οποίες (αιτιάσεις) κατά τη νοηματική τους εκτίμηση, επιχειρείται η θεμελίωση λόγου από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμες.

Και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, οι ερημοδικασθέντες στον πρώτο βαθμό, λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου, αναιρεσείοντες, όφειλαν στο Εφετείο να καταβάλουν το προσήκον για το αντικείμενο της αγωγής τους δικαστικό ένσημο, ώστε να αρθεί η παράλειψη της μη καταβολής του πρωτοδίκως, να γίνει δεκτή η έφεσή τους, μοναδικός λόγος της οποίας, όπως ήδη αναφέρθηκε, ήταν η άρση της παράλειψης από τη μη καταβολή του, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη με αυτήν πρωτόδικη απόφαση και να ερευνηθεί κατ' ουσίαν η αγωγή τους, καθόσον η εν λόγω αγωγή ασκήθηκε ως καταψηφιστική, χωρίς να μετατραπεί σε αναγνωριστική μέχρι το πέρας της συζήτησης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Και ναι μεν, με το άρθρο 33 παρ. 1 του ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α 240/22-12-2016) καταργήθηκε η υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου επί των αναγνωριστικών αγωγών, κατά δε την παρ. 2 αυτού, η ως άνω διάταξη κατάργησης του δικαστικού ενσήμου επί των αναγνωριστικών αγωγών εφαρμόζεται στις εκκρεμείς (κατά την έναρξη της ισχύος του) αναγνωριστικές αγωγές, καθώς και στις αγωγές που ασκήθηκαν ως καταψηφιστικές, πριν από τη δημοσίευσή του, εφόσον μετατραπούν σε αναγνωριστικές μετά τη δημοσίευσή του, πλην, όμως, η μετατροπή αυτή αφορά τον πρώτο βαθμό, όπου μπορεί παραδεκτά να επιχειρηθεί ο εν λόγω περιορισμός μέχρι το πέρας της συζήτησης της αγωγής, κατά τα προεκτεθέντα.

Με την άσκηση δε της άνω έφεσης, με την οποία αναβίωσε η εκκρεμοδικία της ένδικης καταψηφιστικής αγωγής, κατέστη και πάλιν ενεργή η υποχρέωση των ως άνω εκκαλούντων, να εκπληρώσουν τη νόμιμη υποχρέωσή τους προς καταβολή του προσήκοντος τέλους δικαστικού ενσήμου, βάσει του αγωγικού αιτήματος, όπως διατυπώθηκε και ίσχυε έως την περάτωση της δίκης στον πρώτο βαθμό, εφόσον η τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό το πρώτον στην έκκλητη δίκη, είναι απαράδεκτη, ακόμη και αν συναινεί ο αντίδικος (ΑΠ 1470/2019, ΑΠ 538/2019, ΑΠ 1485/2018).

Τέλος, ζήτημα αντίθεσης προς το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, δεν τίθεται σε σχέση με την υποχρέωσή τους να καταβάλουν δικαστικό ένσημο για την ως άνω αγωγή τους, όπως αβάσιμα παραπονούνται οι άνω αναιρεσείοντες (με λόγο που εκτιμάται ότι επιχειρείται να θεμελιωθεί στον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), διότι το τέλος δικαστικού ενσήμου συμπεριλαμβάνεται στα δικαστικά έξοδα που επιδικάζονται στο διάδικο που νίκησε (ΑΠ 675/2010), ενώ η πρόνοια για την ακώλυτη πρόσβαση των πολιτών χαμηλού εισοδήματος στη δικαστική προστασία καλύπτεται από τις διατάξεις του ν. 3226/2004 περί νομικής βοήθειας (ΑΠ 1470/2019).

Κατά του άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1512/2021).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του ΑΚ, συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι: α) η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει στην περίπτωση του δόλου και της αμέλειας, β) η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση, έναντι εκείνου που ζημιώθηκε, γ) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας (συνδέσμου) μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας και δ) η ύπαρξη ζημίας (ΑΠ 1153/2021, ΑΠ 495/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1046/2019).

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικά επιβεβλημένης, απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά, να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και, χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα (ΟλΑΠ 18/2004, ΑΠ 874/2022).

Δεν εξετάζονται δε οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου (ΑΠ 1512/2021, ΑΠ 719/2012). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε κυριαρχικά, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.

Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 669/2017, ΑΠ 631/2015). Ακολούθως, ο ν. 3606/2007, Αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και άλλες διατάξεις (με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MIFID, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ) και του οποίου οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 70 εξακολουθούν να εφαρμόζονται για πράξεις και παραλείψεις που έχουν τελεστεί μέχρι την έναρξη ισχύος του νέου ν. 4514/3-1-2018 (βλ.

άρθρο 98 τούτου), προέβλεπε: ι) στο άρθρο 4 παρ. 1, ότι ως επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες, νοούνται μεταξύ άλλων, (α) η λήψη και διαβίβαση εντολών, η οποία συνίσταται στην λήψη και διαβίβαση εντολών για λογαριασμό πελατών, για κατάρτιση συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα, (β) η εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών, η οποία συνίσταται στην κατάρτιση συμβάσεων αγοράς ή πώλησης ενός ή περισσότερων ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων για λογαριασμό πελατών, και (ε) η παροχή επενδυτικών συμβουλών, η οποία συνίσταται σε παροχή προσωπικών συμβουλών σε πελάτη, είτε κατόπιν αιτήσεώς του, είτε με πρωτοβουλία της ΕΠΕΥ, σχετικά με μία ή περισσότερες συναλλαγές που αφορούν χρηματοπιστωτικά μέσα, ιι) στο άρθρο 2, αναφερόμενο στο πεδίο εφαρμογής του, ότι σ' αυτόν υπάγονται οι ΑΕΠΕΥ ....

και τα πιστωτικά ιδρύματα τα οποία παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και ιιι) στο άρθρο 3 παρ. 2, ότι στα πιστωτικά ιδρύματα εφόσον παρέχουν μία ή περισσότερες επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες εφαρμόζονται οι αναφερόμενες διατάξεις, μεταξύ των οποίων η διάταξη του άρθρου 25 του νόμου αυτού.

Με το τελευταίο άρθρο του εν λόγω νόμου (3606/2007), ορίζονται τα ακόλουθα: ''1. Οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να ενεργούν κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών σε πελάτες με αμεροληψία, εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών τους και ειδικότερα να συμμορφώνονται με τις αρχές που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 8 του άρθρου αυτού. 2.

Οι πληροφορίες που παρέχουν οι ΑΕΠΕΥ σε πελάτες ή σε δυνητικούς πελάτες, συμπεριλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων, πρέπει να είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές. Οι διαφημιστικές ανακοινώσεις πρέπει να μπορούν να αναγνωρίζονται σαφώς ως τέτοιες. 3. Οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν στους πελάτες ή στους δυνητικούς πελάτες κατάλληλη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή, ώστε αυτοί να είναι ευλόγως σε θέση να κατανοούν τη φύση και τους κινδύνους της προσφερόμενης επενδυτικής ή παρεπόμενης υπηρεσίας και της συγκεκριμένης κατηγορίας του προτεινόμενου χρηματοπιστωτικού μέσου και ως εκ τούτου να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις επί τη βάσει αντικειμενικής πληροφόρησης.

Οι πληροφορίες αυτές μπορεί να παρέχονται σε τυποποιημένη μορφή. Η πληροφόρηση περιλαμβάνει στοιχεία σχετικά με: (α) την ΑΕΠΕΥ και τις υπηρεσίες της, (β) τα χρηματοπιστωτικά μέσα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές, καθώς και κατάλληλη καθοδήγηση και προειδοποιήσεις σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις στα εν λόγω χρηματοπιστωτικά μέσα ή με την υιοθέτηση των εν λόγω επενδυτικών στρατηγικών, (γ) τους τόπους εκτέλεσης και (δ) το κόστος και τις σχετικές παρεπόμενες επιβαρύνσεις. 4.

Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν επενδυτικές συμβουλές ή προβαίνουν σε διαχείριση χαρτοφυλακίου, οφείλουν να αντλούν τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την εμπειρία του πελάτη ή του δυνητικού πελάτη στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, καθώς και σχετικά με τη χρηματοοικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς στόχους του, ώστε να μπορούν να τους συστήσουν τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοπιστωτικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωση τους (έλεγχος καταλληλότητας). 5.

Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν άλλες επενδυτικές υπηρεσίες εκτός από αυτές που αναφέρονται στην παράγραφο 4, ζητούν από τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη να παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία του προσφερόμενου ή ζητούμενου χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, ώστε να μπορούν οι ΑΕΠΕΥ να εκτιμήσουν κατά πόσον η σχεδιαζόμενη επενδυτική υπηρεσία ή το χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλο για τον πελάτη (έλεγχος συμβατότητας).

Εφόσον οι ΑΕΠΕΥ κρίνουν, βάσει των πληροφοριών που έχουν λάβει σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, ότι το χρηματοπιστωτικό μέσο ή η υπηρεσία δεν είναι κατάλληλα για τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη, οφείλουν να τον προειδοποιήσουν σχετικά. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή. Εάν ο πελάτης ή ο δυνητικός πελάτης δεν παράσχει τις κατά το πρώτο εδάφιο πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του ή αν παράσχει ανεπαρκείς σχετικές πληροφορίες, οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να τον προειδοποιήσουν ότι η απόφαση του αυτή δεν τους επιτρέπει να κρίνουν κατά πόσον η προσφερόμενη ή ζητούμενη επενδυτική υπηρεσία ή το προσφερόμενο ή ζητούμενο χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλα γι` αυτόν.

Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή. 6. Οι ΑΕΠΕΥ, που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες, οι οποίες συνίστανται αποκλειστικά στην εκτέλεση εντολών πελατών ή τη λήψη και διαβίβαση εντολών με ή χωρίς παρεπόμενες υπηρεσίες, μπορούν παρέχουν τις εν λόγω υπηρεσίες στους πελάτες τους χωρίς να έχουν λάβει τις πληροφορίες και χωρίς να έχουν καταλήξει στην κρίση που προβλέπεται στην παράγραφο 5, εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι παρακάτω προϋποθέσεις: (α) Οι εν λόγω υπηρεσίες αφορούν μετοχές, εισηγμένες για διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά ή σε ισοδύναμη αγορά τρίτης χώρας, μέσα χρηματαγοράς, ομολογίες ή άλλες μορφές τιτλοποιημένου χρέους, (με την εξαίρεση των ομολογιών ή άλλων μορφών τιτλοποιημένου χρέους που ενσωματώνουν παράγωγα), μερίδια ΟΣΕΚΑ και άλλα μη σύνθετα χρηματοπιστωτικά μέσα.

Αγορά τρίτης χώρας θεωρείται ισοδύναμη με οργανωμένη αγορά, εάν πληροί ισοδύναμες απαιτήσεις με τις οριζόμενες στο Κεφάλαιο ΣΤ του Πρώτου Μέρους του νόμου αυτού. (β) Η υπηρεσία παρέχεται κατόπιν πρωτοβουλίας του πελάτη ή δυνητικού πελάτη. (γ) Ο πελάτης ή δυνητικός πελάτης έχει ενημερωθεί σαφώς ότι, κατά την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας, η ΑΕΠΕΥ δεν υποχρεούται να αξιολογήσει τη συμβατότητα του χρηματοπιστωτικού μέσου που προσφέρεται ή της υπηρεσίας που παρέχεται και ότι δεν καλύπτεται από την αντίστοιχη προστασία των σχετικών κανόνων επαγγελματικής συμπεριφοράς.

Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή. (δ) Η ΑΕΠΕΥ συμμορφώνεται με τις κατά το άρθρο 13 υποχρεώσεις της. 7. Οι ΑΕΠΕΥ τηρούν αρχείο με τα έγγραφα και τις συμβάσεις που καταρτίζονται μεταξύ του πελάτη και της ΑΕΠΕΥ, τα οποία αναφέρουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, καθώς και τους όρους υπό τους οποίους η ΑΕΠΕΥ παρέχει υπηρεσίες στον πελάτη.

Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών μπορούν να ορίζονται με αναφορά σε άλλα έγγραφα ή νομικά κείμενα. 8. Οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν σε κάθε πελάτη εγγράφως επαρκή ενημέρωση σχετικά με τις παρεχόμενες υπηρεσίες ........''. Με βάση τα παραπάνω στην περίπτωση που η Τράπεζα απλώς και μόνο παρέχει την υπηρεσία της εκτέλεσης εντολών πελατών της, ή της λήψης και διαβίβασης εντολών, πρέπει να προχωρήσει στον προβλεπόμενο στην παρ. 5 του άρθρου 25 του ν. 3606/2007 έλεγχο συμβατότητας και να ειδοποιήσει σχετικά τον πελάτη, εκτός αν συντρέχουν οι άνω προϋποθέσεις της παρ. 6 του ίδιου άρθρου, οπότε η Τράπεζα απαλλάσσεται και από τον έλεγχο συμβατότητας.

Η παράβαση των προβλεπόμενων στις διατάξεις του εν λόγω νόμου υποχρεώσεων των ΑΕΠΕΥ συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον δε αυτή η παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον καταναλωτή, ιδιώτη επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα ΑΕΠΕΥ, σε αποζημίωση (ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 619/2021, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 874/2018, ΑΠ 244/2016, ΑΠ 1028/2015).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του ν. 2251/1994 προκύπτει ότι, η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, μπορεί να είναι και τράπεζα, έναντι του πελάτη της ή άλλου, με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι, είτε ενδοσυμβατική, είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση, μεταξύ παρέχοντας τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος (ΑΠ 1028/2015).

Υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει επίσης ότι με αυτές θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας και στις περιπτώσεις ευθύνης στο πλαίσιο παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 ν. 2251/1994.

Ο ανωτέρω νόμος έχει συμπεριλάβει ειδικές διατάξεις, που επιβάλλουν στον οποιονδήποτε ''προμηθευτή'' την ορθή, αναγκαία και κατάλληλη πληροφόρηση του μέσου ''καταναλωτή''. Αυτή η υποχρέωση επιβάλλεται και στις τράπεζες ως ''προμηθευτές'' ιδιωτών επενδυτών, ώστε αυτοί να λαμβάνουν τεκμηριωμένα τη σωστή απόφαση της πράγματι ηθελημένης συναλλαγής, χωρίς να παραπλανώνται, αποφασίζοντας να ενεργήσουν συναλλαγή, την οποία διαφορετικά δεν θα αποφάσιζαν να ενεργήσουν.

Οι υποχρεώσεις αυτές του ''προμηθευτή'' προβλέπονται, ιδίως, στα άρθρα 9γ-9ε του νόμου, που αναφέρονται στην ''απαγόρευση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών''. Εμμέσως, ωστόσο, προκύπτουν και από τις διατάξεις των άρθρων 4 και 4α, τα οποία αναφέρονται μεν ευθέως σε ''εμπορία υπηρεσιών από απόσταση'', αφορούν, όμως, - με τελολογική ερμηνεία τους -, αυτονόητα και κάθε συναλλαγή με ταυτόχρονη φυσική παρουσία των συναλλασσομένων.

Η προβλεπόμενη στο νόμο κύρωση, για την περίπτωση παράβασης της εν λόγω υποχρέωσης, εκ μέρους του ''προμηθευτή'', συνίσταται, κυρίως, σε αποζημίωση του καταναλωτή (άρθρο 9θ του ανωτέρω νόμου). Προστατευόμενο έννομο αγαθό της διάταξης του άρθρου 8 του ως άνω νόμου είναι η περιουσία του αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών και η εμπιστοσύνη στην ορθή λειτουργία του συστήματος παροχής τους.

Οι αποδέκτες των επενδυτικών υπηρεσιών είναι επομένως αμέσως ζημιωθέντες από την παράβαση της εν λόγω διάταξης (ΑΠ 874/2022, ΑΠ 1229/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 856/2017). Από το συνδυασμό όλων των παραπάνω διατάξεων και την καλή πίστη προκύπτει ότι, ακόμη και αν η σύμβαση πλαίσιο μεταξύ ΕΠΕΥ ή τράπεζας, που ενεργεί και ως ΕΠΕΥ, αφορά στην εκτέλεση κύριων επενδυτικών υπηρεσιών, δηλαδή στην εκτέλεση εντολών του πελάτη- επενδυτή- καταναλωτή για τη λήψη και διαβίβαση για λογαριασμό του των εντολών και παραγγελιών, που εκείνος δίνει, προς κατάρτιση συναλλαγών επί ενός ή περισσοτέρων από τα προαναφερόμενα χρηματοπιστωτικά μέσα (απλή σύμβαση επενδυτικών υπηρεσιών) και δεν προβλέπει και την παροχή επενδυτικών συμβουλών, υφίσταται ιδιαίτερη νομική υποχρέωση και ευθύνη της εντολοδόχου, όταν η σχετική εντολή αναφέρεται σε σύνθετα τραπεζικά προϊόντα ή παράγωγα προϊόντα προς πλήρη ενημέρωση του επενδυτή-εντολέα ως προς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της επένδυσης, που του παρουσιάζει, και τις συγκεκριμένες προοπτικές της, καθώς και τους συγκεκριμένους για το καθένα τα ανωτέρω προϊόντα κινδύνους, που η επένδυση αυτή μπορεί να συνεπάγεται σε σχέση με το εκ μέρους του διατιθέμενο κεφάλαιο.

Η ενημέρωση δε αυτή, παρότι δεν είναι αναγκαίο να γίνεται κατά την λεπτομερώς προβλεπόμενη για την παροχή επενδυτικών συμβουλών τυπική διαδικασία, επιβάλλεται να παρέχεται, προκειμένου να προστατεύονται τα συμφέροντα του επενδυτικού κοινού και των πελατών τους, από προστηθέντες των ως άνω εταιριών υπαλλήλους με εξειδικευμένες γνώσεις της κεφαλαιαγοράς και των εκάστοτε διατιθέμενων από αυτήν προϊόντων και γνώση του επενδυτικού προφίλ και των προσωπικών στοιχείων κάθε πελάτη (επίπεδο γνώσεων, ηλικία, επάγγελμα και μορφωτικό επίπεδο, οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, επενδυτική εμπειρία κλπ, ΑΠ 874/2022).

Στη συνέχεια, το Φεβρουάριο του έτους 2012, προωθήθηκε η διαδικασία ανταλλαγής των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, με στόχο την αναχρηματοδότηση και την ουσιώδη μείωση του ανεξόφλητου κεφαλαίου των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, δεδομένου ότι η προσφυγή στις Αγορές για την χρηματοδότηση της χώρας με τρόπο βιώσιμο, είχε καταστεί αδύνατη.

Η πολιτική απόφαση για την αναδιάταξη του ελληνικού χρέους λήφθηκε στη Σύνοδο Κορυφής του Eurogroup της 26-10-2011, σε συνέχεια της δήλωσης της 21-7-2011 από τους επικεφαλής της χώρας των Κρατών - μελών της Ευρωζώνης και των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βάσει της οποίας ιδρύθηκε το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ), με σκοπό την εξασφάλιση της δημοσιονομικής σταθερότητας των Κρατών Μελών της Ευρωζώνης.

Ακολούθησαν διαπραγματεύσεις με τους ιδιώτες δανειστές, προκειμένου να αυναινέσουν σε μια ''εθελοντική'' αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους (Private Sector Involvement, εφεξής PSI). Για την υλοποίηση της διαδικασίας του PSI συμφωνήθηκε η λήψη της αναγκαίας χρηματοδότησης από τους διεθνείς δανειστές, συνολικού ποσού ενατόν τριάντα δισεκατομμυρίων ευρώ (130.000.000.000) Η διαδικασία του PSI υλοποιήθηκε την 23η Φεβρουαρίου 2012, με τη δημοσίευση του ν. 4050/2012, Κανόνες τροποποιήσεως τίτλων, εκδόσεως ή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, με συμφωνία των Ομολογιούχων'' (ΦΕΚ Α 36/23.02.2012), ο οποίος έθεσε το βασικό πλαίσιο για την τροποποίηση των υφιστάμενων ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, με την αναδρομική εισαγωγή της λεγόμενης, ''Ρήτρας Συλλογικής Δράσης'', η οποία διασφαλίζει ότι, με απόφαση συγκεκριμένης απαρτίας και πλειοψηφίας των ομολογιούχων, είναι δυνατή η λήψη απόφασης για την τροποποίηση των τίτλων και την αντικατάστασή τους με νέους, οι οποίοι δεσμεύουν όλους τους ομολογιούχους, ακόμη και τους μη συμμετέχοντες ή και τους μη συναινούντες.

Ειδικότερα, στο άρθρο πρώτο, παρ. 1-11 του άνω νόμου, ορίστηκαν τα ακόλουθα: ''1. Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, η έννοια των ακόλουθων όρων έχει ως εξής: α) Ως ''τίτλος'' νοείται ομόλογο, ομολογιακό δάνειο ή άλλος τίτλος δανεισμού, σε φυσική ή άυλη μορφή, που διέπεται από το ελληνικό δίκαιο και του οποίου:

αα) εκδότης ή εγγυητής, είναι το Ελληνικό Δημόσιο, ββ) η αρχική διάρκεια κατά το χρόνο πρώτης έκδοσής του υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες και γγ) η ημερομηνία εκδόσεως είναι προγενέστερη της 31ης Δεκεμβρίου 2011. β) Ως ''επιλέξιμος τίτλος'' νοείται κάθε τίτλος που ορίζεται με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου και σε πρόσκληση του Ελληνικού Δημοσίου, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 2.... 9.

Από τη δημοσίευση της εγκριτικής αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, η απόφαση των Ομολογιούχων, όπως βεβαιώθηκε από τον Διαχειριστή της Διαδικασίας, ισχύει έναντι πάντων, δεσμεύει το σύνολο των Ομολογιούχων και των επενδυτών των επιλέξιμων τίτλων και υπερισχύει οποιασδήποτε τυχόν αντίθετης, γενικής ή ειδικής, διάταξης νόμου ή κανονιστικής πράξης ή συμφωνίας.

Σε περίπτωση ανταλλαγής των επιλέξιμων τίτλων, με την καταχώριση στο Σύστημα των νέων τίτλων επέρχεται αυτοδικαίως ακύρωση των επιλέξιμων τίτλων που ανταλλάσσονται με νέους τίτλους και κάθε δικαίωμα ή υποχρέωση που απορρέει από αυτούς, συμπεριλαμβανομένων και όλων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που οποιαδήποτε στιγμή αποτελούσαν μέρος αυτών, αποσβέννυται. 10.

Η έκδοση των νέων τίτλων διενεργείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών , που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μπορεί να ρυθμίζεται κάθε ειδικότερο τεχνικό θέμα, αναγκαίο για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου. 11.

Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου αποσκοπούν στην προστασία υπέρτατου δημοσίου συμφέροντος, αποτελούν κανόνες αναγκαστικού δικαίου και άμεσης εφαρμογής, υπερισχύουν οποιασδήποτε τυχόν αντίθετης, γενικής ή ειδικής διάταξης νόμου ή κανονιστικής πράξης ή συμφωνίας, συμπεριλαμβανομένων και των διατάξεων του ν. 3156/2003 και η εφαρμογή τους δεν γεννά, ούτε ενεργοποιεί οποιοδήποτε συμβατικό ή εκ του νέου δικαίωμα υπέρ ομολογιούχου ή επενδυτή, ούτε οποιαδήποτε συμβατική ή εκ του νόμου υποχρέωση σε βάρος του εκδότη ή του εγγυητή των τίτλων, πλην των όσων ρητά προβλέπονται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου''.

Σύμφωνα με τη θεσπιζόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 4050/2012 διαδικασία, εκδόθηκε αρχικά η Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου (Π.Υ.Σ.) 5/24.02.2012, Έναρξη διαδικασίας τροποποίησης επιλέξιμων τίτλων και καθορισμός όρων ανταλλαγής τους (ΦΕΚ Α' 37/24.02.1012), η οποία όρισε, στο άρθρο 1, τα εξής: ''1. Ημερομηνία έναρξης της διαδικασίας τροποποίησης επιλέξιμων τίτλων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4050/2012, ορίζεται η 24η Φεβρουαρίου 2012. 2.

Οι επιλέξιμοι τίτλοι που θα προταθούν προς τροποποίηση είναι αυτοί που περιλαμβάνονται στο συνημμένο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παρούσας απόφασης. 3. Η τροποποίηση των επιλέξιμων τίτλων θα γίνει με ανταλλαγή τους με νέους τίτλους έκδοσης του Ελληνικού Δημοσίου και με νέους τίτλους (ή ισοδύναμά τους για τις ανάγκες εφαρμογής αλλοδαπών κανονισμών) έκδοσης του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ).

Οι νέοι τίτλοι που θα εκδοθούν από το Ελληνικό Δημόσιο θα αποτελούνται σωρευτικά από: α) νέα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου και β) τίτλους των οποίων η απόδοση θα συνδέεται με το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (τίτλοι ΑΕΠ). 4. Τα νέα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου: α) θα έχουν ετήσιο επιτόκιο, ως ακολούθως: αα) 2% για τις πληρωμές τοκομεριδίων το έτος 2013 έως και το έτος 2015, ββ) 3% για τις πληρωμές τοκομεριδίων το έτος 2016 έως και το έτος 2020, γγ) 3,65% για την πληρωμή τοκομεριδίου το έτος 2021, δδ) 4,3% για τις πληρωμές τοκομεριδίων το έτος 2022 έως και το έτος 2042, β) θα λήγουν από το έτος 2023 έως και το έτος 2042, γ) θα διέπονται από το αγγλικό δίκαιο.

Όσον αφορά το κεφάλαιο των νέων ομολόγων, για κάθε 1.000 ευρώ ανεξόφλητου κεφαλαίου επιλέξιμων τίτλων που θα ανταλλαγούν θα δοθούν νέα ομόλογα ονομαστικού κεφαλαίου 315 ευρώ (31,5% του ανεξόφλητου κεφαλαίου επιλέξιμων τίτλων). 5. Οι τίτλοι ΑΕΠ, οι οποίοι θα χορηγούνται σωρευτικά με τα νέα ομόλογα της προηγούμενης παραγράφου:

α) δεν θα έχουν κεφάλαιο, β) θα έχουν απόδοση υπολογιζόμενη επί ονομαστικού ποσού ίσου με το ονομαστικό κεφάλαιο των νέων ομολόγων της προηγούμενης παραγράφου. Το ονομαστικό ποσό θα μειώνεται ετησίως από το έτος 2024 έως τη λήξη των τίτλων, γ) η απόδοση των τίτλων ΑΕΠ θα εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από: αα) την εκάστοτε ετήσια ποσοστιαία αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ, πέραν των προκαθορισμένων προβλέψεων και ορίων και ββ) το ύψος του ονομαστικού ΑΕΠ.

Η απόδοση θα έχει ανώτατο όριο 1%, δ) θα λήξουν το έτος 2042, ε) θα διέπονται από το αγγλικό δίκαιο. 6. Οι ειδικότεροι όροι των νέων τίτλων έκδοσης του Ελληνικού Δημοσίου καθορίζονται με την πρόσκληση ή τις προσκλήσεις της επόμενης παραγράφου και την απόφαση έκδοσης που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 10 του άρθρου πρώτου του Ν. 4050/2012. 7.

Εξουσιοδοτείται ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους να εκδώσει μία ή περισσότερες προσκλήσεις εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου προς τους Ομολογιούχους, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου πρώτου του Ν. 4050/2012. 8. .......''. Στο Παράρτημα της Π.Υ.Σ. 5/24.02.2012 περιλαμβάνονται οι χαρακτηρισθέντες ως επιλέξιμοι τίτλοι με τα συναφή στοιχεία εκάστου (ISIN που αρχίζει από GR, διότι πρόκειται περί τίτλων που διέπονται από το ελληνικό δίκαιο, ημερομηνία λήξεως, τοκομερίδιο και ύψος ανεξόφλητου κεφαλαίου).

Στη συνέχεια, εκδόθηκε από τον ΟΔΔΗΧ η από 24.02.2012 πρόσκληση της Ελληνικής Δημοκρατίας προς τους ομολογιούχους για να προσέλθουν στη διαδικασία της Π.Υ.Σ. 5/24.02.2012 και να συναινέσουν στην προταθείσα, με την ίδια Π.Υ.Σ., τροποποίηση τίτλων. Στην πρόσκληση αυτή διευκρινίζεται η πρόταση της Π.Υ.Σ. ως προς το ανεξόφλητο κεφάλαιο ως εξής:

Για κάθε 1000 ευρώ ανεξόφλητου κεφαλαίου προτείνεται να χορηγηθούν, α) ομόλογα εκδόσεως του Ελληνικού Δημοσίου ονομαστικής αξίας 315 ευρώ και λήξεως από το έτος 2023 έως το έτος 2042, β) τίτλοι ΑΕΠ εκδόσεως του Ελληνικού Δημοσίου χωρίς κεφάλαιο (με λογιζόμενο ποσό 315 ευρώ για απόδοση συνδεόμενη με το ΑΕΠ) και λήξεως το έτος 2042, γ) τίτλοι εκδόσεως του ΕΤΧΣ ονομαστικής αξίας 150 ευρώ και λήξεως από το έτος 2013 έως το έτος 2014.

Ακολούθησε η έκδοση της από 09.03.2012 Πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, ως Διαχειριστή της Διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο πρώτο παρ. 1ζ του ν. 4050/2012, με την οποία βεβαιώθηκε ότι οι ομολογιούχοι συναίνεσαν στις προταθείσες τροποποιήσεις, δεδομένου ότι, α) το συνολικό ανεξόφλητο κεφάλαιο των επιλέξιμων τίτλων ανήλθε σε 177.218.697.615.45 ευρώ, β) επετεύχθη η απαιτούμενη στο άρθρο πρώτο παρ. 4 του ν. 4050/2012 απαρτία, με τη συμμετοχή στη διαδικασία ομολογιούχων με ανεξόφλητο κεφάλαιο 161.350.946.065,54 ευρώ (ήτοι ποσοστό 91,05% του συνολικού ανεξόφλητου κεφαλαίου) και γ) επετεύχθη η απαιτούμενη στο άρθρο πρώτο παρ. 4 του ν. 4050/2012 πλειοψηφία, με την αποδοχή των προταθεισών τροποποιήσεων από ομολογιούχους με ανεξόφλητο κεφάλαιο 152.042.932.772,40 ευρώ (ήτοι ποσοστό 94,23% του συμμετασχόντος στη διαδικασία ανεξόφλητου κεφαλαίου).

Το αποτέλεσμα της διαδικασίας, το οποίο βεβαιώθηκε με την ως άνω Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, εγκρίθηκε με την Π.Υ.Σ. 10/09.03.2013, ''Έγκριση της απόφασης των Ομολογιούχων για την τροποποίηση των επιλέξιμων τίτλων, όπως βεβαιώθηκε από την Τράπεζα της Ελλάδος ως Διαχειριστή της Διαδικασίας'', (ΦΕΚ Α 50/09.03.2012), σύμφωνα με το άρθρο πρώτο παρ. 8 του ν. 4050/2012.

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο πρώτο παρ. 10 του ίδιου νόμου, εκδόθηκε η πράξη 2/20964/0023 (ΦΕΚ Α/09.03.2012) του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών ''Υλοποίηση της τροποποίησης των επιλέξιμων τίτλων και έκδοση νέων τίτλων ομολόγων και τίτλων ΑΕΠ του Ελληνικού Δημοσίου'', με την οποία εκδόθηκαν οι νέοι τίτλοι του Ελληνικού Δημοσίου (20 σειρές ομολόγων συνολικής ονομαστικής αξίας 55.834.421.425 ευρώ και λήξεως από το έτος 2023 έως και το έτος 2042, καθώς και μια σειρά τίτλων ΑΕΠ συνολικού λογιζόμενου ποσού 55.834.421.400 ευρώ και λήξεως το έτος 2042), που μαζί με τους τίτλους εκδόσεως του ΕΤΧΣ χορηγήθηκαν για την αντικατάσταση των χαρακτηρισθέντων, ως επιλέξιμων τίτλων.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, προκύπτει ότι με αυτή έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: " ..... οι ενάγοντες, κατά το χρονικό διάστηµα, 2009-2010, πλην του 28ου και 29ης, προέβησαν στην αγορά από την εναγόµενη ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, και συγκεκριµένα αγόρασαν: ..... (ακολουθεί παράθεση των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, με τους κωδικούς έκδοσης, ονομαστική αξία, ποσό καταβολής, ημερομηνίες έκδοσης και λήξης και επιτόκιο, που απέκτησε καθένας των εναγόντων).

Τα ως άνω ομόλογα αντικαταστάθηκαν, µε βάση τα προαναφερθέντα µε άλλα ομόλογα μειωμένης αξίας, κατά ποσοστό 31,5% επί της ονομαστικής τους αξίας με διαφορετική διάρκεια λήξης (11-30 χρόνια) και με ομόλογα που εκδίδονται απευθείας απ? τον ΕFSF, με βραχυπρόθεσµη λήξη (2013-2014) με αξιολόγηση ΑΑΑ, ώστε να εμφανίζουν μεγαλύτερη εμπορική αξία στην πρωτογενή και δευτερογενή αγορά, προκαλώντας με αυτό τον τρόπο ιδιαίτερη µείωση της περιουσίας των εναγόντων, απ' αυτή που είχαν διαθέσει για την απόκτησή τους και προσδοκούσαν να τους αποδοθεί στη λήξη του κάθε οµολόγου.

Όλοι οι ως άνω ενάγοντες, και οι 28ος και 29η εξ αυτών το έτος 2008, υπέγραψαν σε διάφορες ημεροχρονολογίες µε την εναγόµενη σχετικές συμβάσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών σε χρηματοπιστωτικά μέσα στις οποίες, µεταξύ των άλλων, οριζόταν ρητά με τους όρους I, V.2,VI, IX 7, ότι η τράπεζα θα τους παρέχει µόνον την υπηρεσία της λήψης, διαβίβασης και εκτέλεσης των εντολών και ότι στην περίπτωση των µη σύνθετων χρηματοπιστωτικών µέσων, και εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις της παρ. 6 του άρθρου 25 του ν. 3606/2007, η τράπεζα δεν υποχρεούται να προβεί σε αξιολόγηση της γνώσης και εμπειρίας του Πελάτη και σε σχηματισμό κρίσης σχετικά με την καταλληλότητα του χρηματοπιστωτικού μέσου.

Στην περίπτωση αυτή η τράπεζα ενημερώνει τον πελάτη ότι κατά την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών δεν καλύπτεται από την αντίστοιχη προστασία των σχετικών κανόνων επαγγελµατικής συμπεριφορά που προβλέπει ο νόμος και (ορ. ΙΧ.7) ότι ο Πελάτης έχει ενημερωθεί σχετικά µε τους κινδύνους, που ενέχονται στις επενδυτικές δραστηριότητες και γνωρίζει και αποδέχεται, ότι οι αγορές στις οποίες διαπραγματεύονται τα χρηματοπιστωτικά µέσα, υπόκεινται σε πρόβλεπτες διακυμάνσεις και, συνεπώς, ότι τα αποτελέσµατα των Υπηρεσιών δεν μπορούν να γίνουν αντικείµενο εγγύησης.

Ως εκ τούτου η τράπεζα, περιλαμβανομένων των στελεχών, διευθυντών, υπαλλήλων και προστηθέντων της εν γένει δεν ευθύνεται για τυχόν ζημία του πελάτη οφελόμενη, είτε σε μεταβολή των συνθηκών της αγοράς ή των ισοτιμιών νομισμάτων, ούτε για πράξεις και παραλείψεις της κατά την παροχή των Υπηρεσιών, παρά µόνο στην περίπτωση που επέδειξε, κατά την ενάσκηση των καθηκόντων της, βαριά αμέλεια ή δόλο σε βάρος των συμφερόντων του πελάτη.

Οι ίδιοι ως άνω ενάγοντες υπέγραψαν επιπλέον και έλαβαν ενυπογράφως τα αποδεικτικά επένδυσης σε ομόλογα, στα οποία και πάλι δηλώνουν, ότι έλαβαν γνώση και αποδέχονται τους όρους και τα λοιπά στοιχεία, που αναγράφονται και στις δύο όψεις του παρόντος εντύπου, καθώς και στο πληροφοριακό έντυπο των όρων του προϊόντος που παρέλαβαν και, επίσης, δηλώνουν ότι έχουν λάβει από την τράπεζα πλήρη περιγραφή της επένδυσης, στην οποία συμμετέχουν, καθώς και όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για τους επενδυτικούς κινδύνους που αυτή περιέχει και δηλώνουν ότι αποδέχονται ανεπιφύλακτα και κατανοούν πλήρως τους παραπάνω γενικούς όρους συμμετοχής σε επενδύσεις επί τίτλων, καθώς και ειδικούς όρους συμµετοχής σ’ αυτές.

Επίσης, δηλώνουν ότι τα εν λόγω προϊόντα δεν αποτελούν παρότρυνση από την τράπεζα προς επένδυση, η επένδυση σε τέτοιας µορφής προϊόντα είναι προσωπική επιλογή τους και µόνο και ότι γνωρίζουν ότι προηγούμενες αποδόσεις προϊόντων της µορφής αυτής σε καμιά περίπτωση δεν διασφαλίζουν τις μελλοντικές. Η εναγόµενη, όπως τούτο προκύπτει από τις σχετικές αποδείξεις παραλαβής, ενηµέρωσε ενυπογράφως τους αντιδίκους ότι, κατά την παροχή των υπηρεσιών εκτέλεσης και λήψης διαβίβασης εντολών, η τράπεζα δεν υποχρεούται στη διενέργεια ελέγχου των γνώσεων και της εμπειρίας (έλεγχο συμβατότητας) στην περίπτωση που συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου και ότι δεν καλύπτονται από την αντίστοιχη προστασία των σχετικών κανόνων επαγγελματικής συμπεριφοράς.

Επίσης, οι ίδιοι ως άνω ενάγοντες, όπως τούτο προκύπτει από τις σχετικές αποδείξεις παραλαβής δηλώνουν υπεύθυνα, ότι παρέλαβαν απ’ την τράπεζα το δελτίο προσυμβατικής πληροφόρησης για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, στο οποίο περιέχονται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία, σύµφωνα µε το νόμο 3606/2007 και τις σχετικές κανονιστικές αποφάσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Τράπεζας της Ελλάδος, καθώς και ότι κατανόησαν πλήρως το περιεχόμενό του, ως επίσης και την Πολιτική Βέλτιστης Εκτέλεσης Εντολών, την οποία δηλώνουν ενυπογράφως, ότι κατανόησαν και αποδέχονται ανεπιφύλακτα.

Οι ενάγοντες προέβησαν στην αγορά των ως άνω ομολόγων, τα οποία δεν μπορούν να θεωρηθούν πολύπλοκα ή σύνθετα χρηµατοπιστωτικά µέσα και δεν απαιτείται για την απόκτηση ή τη μετέπειτα διαχείρισή τους ιδιαίτερη γνώση και ενασχόληση µε οικονομικά μεγέθη, και ως εκ τούτου απευθυνόµενα σε ευρέα κοινωνικά επενδυτικά στρώματα, ανεξάρτητα από το βαθµό της πνευματικής τους ανάπτυξης, και για τα οποία αρκεί η απλή ενηµέρωση του πελάτη µε τυποποιηµένο γενικό τρόπο, σε αντιδιαστολή µε την εξειδικευμένη πληροφόρηση και, κατά τα προαναφερθέντα, δεν απαιτείται έλεγχος της γνώσης και της εμπειρίας του ιδιώτη, που ενεργεί δι' ίδιο λογαριασμό ως καταναλωτής, προσερχόμενοι στα διάφορα καταστήµατα της εναγοµένης και δίδοντας τη σχετική εντολή στους προστηθέντες υπαλλήλους της, µε δική τους επιλογή (άλλωστε για μερικούς απ' αυτούς τούτο ήταν σταθερή επενδυτική επιλογή, εφόσον απέκτησαν οµολόγα διαχρονικά καταβάλλοντας διάφορα ποσά), παρά το ότι την ίδια χρονική στιγµή μπορούσαν να επενδύσουν σε ομόλογα της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και άλλα καταθετικά προϊόντα προθεσµιακών καταθέσεων της ίδιας της εναγοµένης, όντες προφανώς ενημερωμένοι από την ειδησεογραφία και την αρθρογραφία της περιόδου εκείνης για την κακή πορεία της Ελληνικής οικονοµίας, συνακόλουθα δε, για την επικινδυνότητα της ως άνω επένδυσης, και δίχως να παροτρυνθούν απ' αυτούς, καθόσον οι ίδιοι δεν είχαν κανένα προσδοκώµενο όφελος ή άλλο κίνητρο (άλλωστε δεν αποδείχθηκε ότι η αγορά των ?νδικων ομολόγων δεν ήταν πολιτική της εναγοµένης, η οποία κατ’ αποτέλεσµα θα αντιμετώπιζε το φαινόµενο της µείωσης των καταθέσεων των λογαριασμών των πελατών της, ούτε αποδεικνύεται ότι αυτή διέθεσε ομόλογα από το δικό της χαρτοφυλάκιο, αλλά προμηθεύτηκε αυτά από τη δευτερογενή αγορά και τα µεταπώλησε στους ενάγοντες), ανταποκρινόµενοι (οι ενάγοντες) στην τότε πρόσκληση του ελληνικού δημοσίου για ενίσχυση της ελληνικής οικονομίας, μέσω της αγοράς κρατικών ομολόγων, ελκυόµενοι από το επιτόκιο που υπερέβαινε το επιτόκιο των προθεσµιακών καταθέσεων), αφορολόγητο τόκου, και από τις σαφείς διαβεβαιώσεις του εκδότη (Ελληνικού Δημόσιου) ότι η συγκεκριμένη τοποθέτηση είναι εγγυημένη και, επομένως, δεν υπήρχε κίνδυνος απώλειας του κεφαλαίου.

Οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγομένης ανταποκρίθηκαν πλήρως σε όλες τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από τις προαναφερθείσες διατάξεις και ενημέρωσαν τους ενάγοντες για τη φύση και τους κινδύνους, μεταξύ των οποίων και οι πιστωτικοί, (δηλ. που προκαλούνται από τον κίνδυνο της µη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων, του εκδότη για την καταβολή κεφαλαίου, τόκων κ.λ.π.) που ενέχουν τα ομόλογα και η αγορά των ως άνω συγκεκριμένων ομολόγων δεν οφείλεται οπωσδήποτε σε έλλειψη διαφώτισης και ενημέρωσης των εναγόντων.

Ο ισχυρισμός τους ότι έλαβε χώρα σκοπίμως παραπλανητική πληροφόρησή τους από τους υπαλλήλους της Τράπεζας, που είχε ως αποτέλεσµα να τους οδηγήσει εξαπατώντας τους στην απόφαση αγοράς των επίδικων ομολόγων είναι αναληθής. Ειδικότερα, δεν αποδείχτηκε ότι οι υπάλληλοι της Τράπεζας προέβησαν σε κάποια πράξη εξαπάτησης των εναγόντων, παριστάνοντας σε αυτούς ψευδή γεγονότα ως αληθή ή αποκρύπτοντας αθέµιτα ή παρασιωπώντας αληθινά γεγονότα από αυτούς, και ειδικότερα δεν αποδείχτηκε σε καµία των περιπτώσεων ότι διαβεβαίωσαν οι ανωτέρω τους ενάγοντες ότι µε την αγορά των επιδίκων ομολόγων δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος απώλειας των χρημάτων τους.

Άλλωστε, η γνώση των εναγόντων για το ότι δεν υπήρχε απόλυτη βεβαιότητα για τη µη απώλεια των χρημάτων τους, επιβεβαιώνεται και από τους όρους της συμβατικής σχέσης που διέπει τους αντιδίκους, όπως αυτοί περιγράφονται όπισθεν του γραμµατίου είσπραξης που χορηγήθηκε από την εναγοµένη στον κάθε ενάγοντα ως απόδειξη της αγοράς εκάστου εκ των επιδίκων ομολόγων.

Ο άλλος ισχυρισμός των εναγόντων ότι η εναγόµενη δεν τους ενημέρωσε για την πορεία των ελληνικών ομολόγων του Δημοσίου μετά την αγορά τους, έτσι ώστε να προβούν στην πώλησή τους ή να περιορίσουν τις ζημίες τους που προήλθαν από το προαναφερθέν "κούρεµά" τους είναι ουσία αβάσιµος και απορριπτέος. Διότι τέτοια υποχρέωση της εναγοµένης δεν απέρρεε βάσει των προαναφερθέντων, αλλά ούτε µε βάση τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, αλλά και δεν μπορούσαν οι υπάλληλοί της να προβλέψουν τη δυσµενή κατάληξη των επενδύσεων των ομολογιούχων µε τη ψήφιση του ν. 4050/2012 τρία χρόνια αργότερα (ώστε να τους ενημερώσουν για τη µη επιλογή της επένδυσης αυτής), ούτε ως αντικειμενικό γεγονός, ούτε ως πιθανότητα, δεδοµένης της µέχρι τότε κατάστασης της χώρας και της δυνατότητας στήριξης, της εθνικής οικονοµίας από ευρωπαϊκούς μηχανισμούς, η ?δρυση των οποίων είχε αρχίσει να συζητείται ήδη μετά το έτος 2008, επί, σκοπώ ενίσχυσης της κεφαλαιακής επάρκειας και της αντιμετώπισης του δημόσιου χρέους και της ρευστότητας των τραπεζικών ιδρυμάτων, έτσι ώστε η χώρα να εξέλθει ενδεχομένως από την κρίση.

Αλλά ούτε η εναγόµενη θα μπορούσε να επιδείξει συμπεριφορά αποτρεπτική της αγοράς των ομολόγων του ελληνικού δημοσίου προς τους πελάτες της, ενόψει του ότι κάτι τέτοιο θα θεμελίωνε δική της ευθύνη απέναντι στο τελευταίο. Πέραν των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι η χαμηλή πιστοληπτική αξιολόγηση του εκδότη ενός ομολογιακού τίτλου δεν οδηγεί αυτομάτως και σε εφαρμογή αντίστοιχων νομοθετικών μέτρων, ιδίως όταν πρόκειται για κρατικά ομόλογα, που σε σχέση με άλλες επενδύσεις, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, έχουν μικρότερο επενδυτικό κίνδυνο.

Ο άλλος ισχυρισμός των εναγόντων ότι η εναγόµενη δεν έλαβε τη συναίνεσή τους για να συμμετέχει στη διαπραγµάτευση των ομολόγων και στην αντικατάστασή τους με άλλα μειωμένης αξίας, πρέπει να απορριφθεί οµοίως ως ουσία αβάσιµος. Διότι αποδεικνύεται, κατ' αρχάς, ότι όσον αφορά τους δικαιούχους των ποσών που συμμετείχαν στη διαδικασία κουρέματος (ΡSI) αυτών, οι εγχώριες τράπεζες υπολογίζεται ότι κατείχαν ομόλογα ποσού 45 δις ευρώ.

Η ελληνική συμμετοχή (τράπεζες και ασφαλιστικά ταμεία) αντιστοιχούσε στο 35% των ομολόγων, που μειώθηκαν. Τα ομόλογα της επιτροπής των ομολογιούχων που συμμετείχαν στη διαπραγμάτευση ανέρχονταν σε 165 δις ευρώ και αντιστοιχούσαν στο 80% του PSI. Περαιτέρω, ιδιώτες επενδυτές κατείχαν ελληνικά ομόλογα περίπου 5 δις ευρώ, από τα οποία τα 2,5 ευρώ ανήκαν σε έλληνες και τα υπόλοιπα σε ξένους επενδυτές.

Επομένως, προκύπτει κατά προφανή τρόπο ότι ακόµη και εάν η εναγοµένη είχε λάβει υπόψη την αρνητική γνώµη των εναγόντων για να προχωρήσει στη διαπραγμάτευση των ομολόγων τους, που κατείχε, και δεν συμμετείχε στη διαδικασία µε τα επίδικα ομόλογα και δεν παρείχε τη συναίνεση απέναντι στην πρόταση του Ελληνικού Δημοσίου για την αντικατάστασή τους µε άλλα μειωμένης αξίης, σύμφωνα με όσα προέβλεψε ο ν. 4050/2012, και πάλι θα επιτυγχάνονταν η συμφωνία ομολογιούχων και Ελληνικού Δημοσίου µε τα υπόλοιπα ομόλογα που συμμετείχαν στη διαδικασία, αφού το ύψος του κεφαλαίου που αντιστοιχεί στα ομόλογα των εναγόντων τυγχάνει απειροελάχιστο επί του συνόλου του κεφαλαίου των ομολόγων που πλειοψήφησαν υπέρ της συμφωνίας, µε αποτέλεσμα να είναι αδύνατον να επηρεάσει η µη συμμετοχή του την έκβαση της τελικής συμφωνίας.

Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4050/2012, οι ενάγοντες και πάλι θα δεσμεύονταν από την τελική συμφωνία της πλειοψηφίας των ομολογιούχων και του Ελληνικού Δηµοσίου, λόγω της θεσπισθείσης ρήτρας συλλογικής δέσµευσης.

Συνεπώς, η επικαλούμενη από τους ενάγοντες ζημία τους από την αντικατάσταση των ομολόγων τους, δεν συνδέεται αιτιωδώς µε την επικαλούμενη προς αυτούς δήθεν παράνομη και υπαίτια πράξη της εναγοµένης. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ουδεµία αδικοπρακτική ευθύνη των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης ως προς την αγορά των ως άνω επίδικων ομολόγων από τους ενάγοντες αποδείχθηκε και αυτή δεν ευθύνεται για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας τους και της ηθικής βλάβης τους, η δε ένδικη αγωγή τους κατά την κύρια αυτή βάση πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη.

Οι επικουρικός βάσεις της αγωγής ..... επί της ευθύνης της εναγομένης από τη σιωπηρή σύμβαση εντολής και τη σύμβαση παρακαταθήκης, για τις οποίες το δικαστήριο επιλαμβάνεται ως δευτεροβάθμιο, ως προς τους άνω ενάγοντες, οι οποίοι δικάστηκαν αντιμωλίαν στο πρωτοβάθµιο δικαστήριο, τις οποίες οφείλει να εξετάσει τούτο κατ? εφαρµογή του µεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, εφόσον απορρίφθηκε η κύρια βάση της αγωγής .., η οποία είχε γίνει δεκτή κατ' ουσίαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως προς τους προαναφερθέντες (εικοστή πρώτη, εικοστή δεύτερη, εικοστή τρίτη, τριακοστό τέταρτο, τριακοστή πέμπτη τριακοστή ?γδοη και τεσσαρακοστή) ερηµοδικασθέντες διαδίκους της εκκαλούμενης απόφασης, πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιµες.

Διότι στην πρώτη περίπτωση δεν αποδείχθηκε σύμβαση εντολής διαχείρισης των αγορασθέντων ομολόγων, αλλά απλή εντολή λήψης και εκτέλεσης της της αγοράς τους και ουδεμία υπαιτιότητα της εναγομένης αποδεικνύεται κατά τη διαδικασία ανταλλαγής των ομολόγων των εναγόντων µε άλλα µικρότερης αξίας, το αποτέλεσµα της οποίας κατέστη υποχρεωτικό δυνάμει διάταξης νόμου για όλους τους μη συμμετέχοντες σ' αυτήν ομολογιούχους, κατά τα προαναφερθένα.

Στη δεύτερη περίπτωση, διότι η ανταλλαγή των ως άνω ομολόγων με άλλα μειωμένης αξίας δεν ήταν αποτέλεσμα της υπαιτιότητας της εναγομένης, αλλά των προαναφερθεισών διατάξεων του ν. 4050/2012 και της επακολουθήσασας διαδικασίας απομείωσης της αξίας τους, που ήταν δεσμευτική ακόμα και για τους μη συμμετέχοντες σ' αυτήν ομολογιούχους ενάγοντες και επομένως, το αποτέλεσμα αυτό θα επερχόταν, ανεξάρτητα από την ενημέρωσή τους ή όχι από την εναγομένη.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που θεμελίωσε την αδικοπρακτική ευθύνη της εναγοµένης στο ότι αυτή παραβίασε την υποχρέωση ενημέρωσης των εναγόντων για τον κίνδυνο της επίδικης επένδυσης, τόσο κατά το προσυµβατικό στάδιο, όσο και μεταγενέστερα µέχρι την επέλευση της ζημίας τους, µε το "κούρεμα τους", και στη συνέχεια δέχθηκε ως εν μέρει κατ' ουσία βάσιµη την ένδικη αγωγή ως προς τους ως άνω ενάγοντες, πλην των, 18ου, 19ης και 39ης απ' αυτούς, αποδεχόµενη σχετική ένσταση συνυπαιτιότητας (άρθρο 300 ΑΚ) κατά ποσοστό 30% των εναγόντων, έσφαλε ως προς την ορθή εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον ουσία βάσιµο δεύτερο λόγο της από 27-9-2017 έφεσης ......".

Στη συνέχεια το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την από 28-9-2017 έφεση των εκκαλούντων - εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, πλην των ερημοδικασθέντων πρωτοδίκως, λόγω της μη προκατάθεσης προτάσεων, εικοστής πρώτης, εικοστής δεύτερης, εικοστής τρίτης, τριακοστού τέταρτου, τριακοστής πέμπτης και τριακοστής όγδοης, ως προς τους οποίους τη δέχθηκε, ενώ δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 27-9-2017 έφεση της εναγομένης - αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς όλους τους ενάγοντες, πλην των 18ου, 19ης και 39ου αυτών, ως προς τους οποίους απέρριψε την έφεση και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, ως προς όλους τους ενάγοντες - αναιρεσείοντες, πλην των άνω 18ου 19ης και 39ου των εναγόντων.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου, 914 ΑΚ και αυτές του άρθρου 25 παρ. 4 και 5 του ν. 3606/2007, όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, αναφορικά με την εκδήλωση παράνομης συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης κατά την παροχή προς τους ενάγοντες επενδυτικών υπηρεσιών, συνιστάμενη κατά τους ενάγοντες - αναιρεσείοντες, στην εκ μέρους τους παράλειψη ενημέρωσης των ίδιων, ως προς τους κινδύνους της ένδικης επένδυσης (αγορά ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου) στη συγκεκριμένη δημοσιονομική συγκυρία, τη μη τήρηση της αρχής της καταλληλότητας (κατάρτιση του επενδυτικού τους προφίλ και μη σύνταξη ερωτηματολογίου) και της αρχής της συμβατότητας αυτών, για την εν λόγω επένδυση και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της ζημίας των επενδυτών - εναγόντων από την απομείωση του κεφαλαίου, που διέθεσαν για την αγορά ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εσφαλμένη υπαγωγή, καθόσον οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του, δεν πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.

Ειδικότερα, το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα για τη μη ευθύνη της αναιρεσίβλητης προς καταβολή αποζημίωσης για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας και χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη των εναγόντων, από αδικοπραξία, τελεσθείσα στα πλαίσια παροχής της ένδικης επενδυτικής υπηρεσίας της αγοράς ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, από την αναιρεσίβλητη στους αναιρεσείοντες, στις παραδοχές ότι:

α) Η μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης τράπεζας εγγράφως καταρτισθείσα σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, αφορούσε αποκλειστικά και μόνο την κύρια επενδυτική υπηρεσία, της λήψης, διαβίβασης και εκτέλεσης εντολών των εναγόντων, και συγκεκριμένα την αγορά ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου. β) Η εναγομένη, δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, στα πλαίσια της σύμβασης αυτής, κατά το στάδιο αγοράς των ένδικων ομολόγων, ενημέρωσε τους ενάγοντες για τη φύση και τους κινδύνους, μεταξύ των οποίων και οι πιστωτικοί (που προκαλούνται από τον κίνδυνο μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εκδότη του εκδότη για την καταβολή κεφαλαίου, τόκων κλπ), που ενέχουν τα ομόλογα, ενώ όσον αφορά την ενημέρωση για την πορεία των επίδικων ομολόγων του ελληνικού Δημοσίου μετά την αγορά τους, έτσι ώστε να προβούν στην πώλησή τους ή να περιορίσουν τις ζημίες που προήλθαν από το ''κούρεμά'' τους, δεν υπείχε τέτοια υποχρέωση από τη μεταξύ τους σύμβαση, ούτε με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, καθώς δεν μπορούσαν οι υπάλληλοί της να προβλέψουν τη μεταγενέστερη δυσμενή κατάληξη των επενδύσεων των ομολογιούχων με την ψήφιση του ν. 4050/2012, ούτε ως αντικειμενικό γεγονός, ούτε ως πιθανότητα, δεδομένης της μέχρι τότε κατάστασης της χώρας και της δυνατότητας στήριξης της ελληνικής οικονομίας από ευρωπαϊκούς μηχανισμούς.

γ) Τα εν λόγω ομόλογα δεν μπορούν χαρακτηριστούν πολύπλοκα ή σύνθετα χρηματοπιστωτικά μέσα και δεν απαιτείται για την απόκτησή τους ή τη μετέπειτα διαχείρισή τους ιδιαίτερη γνώση και ενασχόληση με οικονομικά μεγέθη, για δε την επένδυση σ' αυτά αρκεί απλή ενημέρωση του πελάτη με τυποποιημένο γενικά τρόπο.

δ) Η εναγομένη (δια των προστηθέντων υπαλλήλων της) ενημέρωσε ενυπογράφως τους ενάγοντες, ότι κατά την παροχή των άνω υπηρεσιών εκτέλεσης και λήψης, διαβίβασης εντολών, στην περίπτωση των μη σύνθετων χρηματοπιστωτικών μέσων και εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις της παρ. 6 του άρθρου 25 ν. 3606/2007, δεν υποχρεούται να προβεί σε αξιολόγηση της γνώσης και εμπειρίας του πελάτη και σε σχηματισμό κρίσης σχετικά με την καταλληλότητα του χρηματοπιστωτικού μέσου (έλεγχο συμβατότητας).

ε) Οι ενάγοντες προσέρχονταν στα διάφορα καταστήματά της και έδιδαν τη σχετική εντολή για την αγορά των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, στους προστηθέντες υπαλλήλους της, από προσωπική επιλογή τους και χωρίς παρότρυνση των τελευταίων. στ) Η επικαλούμενη από τους ενάγοντες ζημία τους, από την αντικατάσταση των ομολόγων τους δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της εναγομένης, αλλά είναι αποτέλεσμα της νομοθετικής παρέμβασης με τις προαναφερθείσες διατάξεις του ν. 4050/2012 και της επακολουθήσασας διαδικασίας απομείωσης της αξίας τους, που ήταν δεσμευτική ακόμα και για τους μη συμμετέχοντες σ' αυτήν ομολογιούχους ενάγοντες και επομένως, το αποτέλεσμα αυτό θα επερχόταν, ανεξάρτητα από την ενημέρωσή τους ή όχι από την εναγομένη και, ζ) Ακόμη και αν η εναγομένη είχε λάβει υπόψη την αρνητική γνώµη των εναγόντων για να προχωρήσει στη διαπραγμάτευση των ομολόγων τους, που κατείχε, και δεν συμμετείχε στη διαδικασία µε τα επίδικα ομόλογα και δεν παρείχε τη συναίνεση απέναντι στην πρόταση του Ελληνικού Δημοσίου για την αντικατάστασή τους µε άλλα μειωμένης αξίας, σύμφωνα με όσα προέβλεψε ο ν. 4050/2012, και πάλι θα επιτυγχάνονταν η συμφωνία ομολογιούχων και Ελληνικού Δημοσίου µε τα υπόλοιπα ομόλογα που συμμετείχαν στη διαδικασία, αφού το ύψος του κεφαλαίου που αντιστοιχεί στα ομόλογα των εναγόντων τυγχάνει απειροελάχιστο επί του συνόλου του κεφαλαίου των ομολόγων που πλειοψήφησαν υπέρ της συμφωνίας, µε αποτέλεσμα να είναι αδύνατον να επηρεάσει η µη συμμετοχή τους την έκβαση της τελικής συμφωνίας.

Από τη διατύπωση των ως άνω παραδοχών, αλλά και το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης είναι σαφές ότι δεν υπήρξε πράγματι παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης τράπεζας, (δια των προστηθέντων υπαλλήλων της), συνιστάμενη στην παράλειψη ενημέρωσης και διαφώτισης των ήδη αναιρεσειόντων, ως προς τους επενδυτικούς κινδύνους, τους οποίους αυτοί αναλάμβαναν, συνάπτοντας, κατά τα έτη, 2008, οι 28ος και 29η αυτών και, 2009 και 2010 οι λοιποί, τις ένδικες επενδυτικές συμβάσεις, τόσο κατά το προσυμβατικό στάδιο, όσο και μεταγενέστερα πριν την αντικατάσταση των ομολόγων στα πλαίσια του PSI, καθόσον σύμφωνα με τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα περιστατικά παρασχέθηκε σ' αυτούς από τους προστηθέντες της εναγομένης, απλή ενημέρωση για τη φύση και τους κινδύνους, μεταξύ των οποίων και οι πιστωτικοί (που προκαλούνται από τον κίνδυνο μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εκδότη του εκδότη για την καταβολή κεφαλαίου, τόκων κλπ), που ενέχουν τα ομόλογα και επιπλέον χορηγήθηκε σ' αυτούς το σχετικό δελτίο προσυμβατικής ενημέρωσης για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, όπως δήλωσαν ενυπογράφως οι ίδιοι οι ενάγοντες στα σχετικά αποδεικτικά επένδυσης σε ομόλογα, όπου δηλώνουν ότι έχουν λάβει από την τράπεζα πλήρη περιγραφή της επένδυσης, καθώς και όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για τους επενδυτικούς κινδύνους που αυτή περιέχει και επιπλέον ότι αποδέχονται ανεπιφύλακτα και κατανοούν πλήρως τους παραπάνω γενικούς όρους συμμετοχής επί τίτλων, καθώς και τους ειδικούς όρους συμμετοχής σ' αυτές, ενώ υποχρέωση της εναγομένης για ενημέρωση των εναγόντων, όσον αφορά την πορεία των ομολόγων του ελληνικού δημοσίου μετά την αγορά τους, έτσι ώστε να προβούν στην πώλησή τους ή να περιορίσουν τις ζημίες που προήλθαν από το κούρεμα, η εναγομένη δεν είχε ούτε με βάση τη σύμβαση, ούτε με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, ενόψει και του ότι όπως έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση οι υπάλληλοι της εναγομένης δεν μπορούσαν να προβλέψουν τη δυσμενή κατάληξη των επενδύσεων των ομολογιούχων με την ψήφιση του ν. 4050/2012, τρία χρόνια αργότερα.

Περαιτέρω, εφόσον κατά τις ως άνω ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης, η ένδικη επενδυτική υπηρεσία (αγορά ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου) παρασχέθηκε από την αναιρεσίβλητη προς τους αναιρεσείοντες, στα πλαίσια απλής εκτέλεσης εντολής και μόνον και όχι σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών ή διαχείρισης χαρτοφυλακίου, η τελευταία δεν ήταν υποχρεωμένη, να διενεργήσει έλεγχο καταλληλότητας των εναγόντων για την υπηρεσία αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 άρθρου 25 του ν. 3606/2007, όπως αβάσιμα οι ίδιοι ισχυρίζονται, αφού ο εν λόγω έλεγχος, κατά τις τελευταίες διατάξεις, επιβάλλεται μόνο επί σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών ή διαχείρισης χαρτοφυλακίου.

Επίσης, η εναγομένη νομίμως δεν προχώρησε στον προβλεπόμενο στην παρ. 5 του ίδιου όπως παραπάνω άρθρου 25 του ν. 3606/2007, έλεγχο συμβατότητας του προϊόντος (κρατικού ομολόγου), με το πρόσωπο των εναγόντων, γιατί υφίστατο νόμιμος λόγος απαλλαγής της από την υποχρέωση αυτή. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τις προπαρατιθέμενες παραδοχές του Εφετείου:

α) Η παροχή της ένδικης επενδυτικής υπηρεσίας, αφορούσε την αγορά των συγκεκριμένων κρατικών ομολόγων και όχι σύνθετων ή πολύπλοκων χρηματοπιστωτικών μέσων. β) Η υπηρεσία αυτή παρασχέθηκε κατόπιν πρωτοβουλίας των επενδυτών - εναγόντων, οι οποίοι προσέρχονταν στα καταστήματα της εναγομένης και ζητούσαν την αγορά των ομολόγων και όχι κατόπιν παρότρυνσης ή προτροπής της εναγομένης.

Και γ) Η εναγομένη - τράπεζα, ενημέρωσε εγγράφως τους ενάγοντες - επενδυτές ότι δεν υποχρεούται σε έλεγχο συμβατότητας αυτών στην περίπτωση απλών χρηματοπιστωτικών μέσων, όπως τα εν λόγω ομόλογα, με συνέπεια να μην ενεργοποιείται η προβλεπομένη από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 5 ν. 3606/2007, υποχρέωση διεξαγωγής ελέγχου συμβατότητας (η οποία κατ' αρχήν υφίσταται και επί συμβάσεων απλής λήψης και διαβίβασης εντολών) και η εναγομένη να απαλλάσσεται κατά την παρ. 6 του ίδιου ως άνω άρθρου από την υποχρέωση διεξαγωγής του προαναφερομένου ελέγχου συμβατότητας των εναγόντων, αναφορικά με τη συγκεκριμένη επένδυση, σε ομόλογα ελληνικού Δημοσίου.

Εξάλλου, με βάση τις άνω παραδοχές του Εφετείου, η ένδικη ζημία των εναγόντων από την απομείωση της απόδοσης των επενδύσεών τους, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την επικαλούμενη από αυτούς παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσίβλητης τράπεζας, από την παράλειψη ενημέρωσής τους, ως προς τους επενδυτικούς κινδύνους, τους οποίους αυτοί αναλάμβαναν, συνάπτοντας, κατά τα έτη, 2008, οι 28ος και 29η αυτών και, 2009 και 2010 οι λοιποί, τις ένδικες επενδυτικές συμβάσεις, αφού η απομείωση αυτή, ήταν αποκλειστικά αποτέλεσμα της εφαρμογής των διατάξεων του νόμου 4050/2012 και των βάσει αυτών κυβερνητικών πράξεων περί ανταλλαγής των συγκεκριμένων ομολογιακών τίτλων, διαδικασία που ήταν δεσμευτική ακόμη και για τους μη συμμετέχοντες σ' αυτή ομολογιούχους - ενάγοντες και το αποτέλεσμα αυτό θα επερχόταν ανεξάρτητα από την ενημέρωσή τους ή μη από την αναιρεσίβλητη.

Έτσι πράγματι, η συμπεριφορά της εναγομένης δεν ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή ούτε μπορούσε, αντικειμενικά και κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα, χωρίς τη μεσολάβηση κατά το Μάρτιο του έτους 2012 της αναφερόμενης νομοθετικής παρέμβασης της Ελληνικού Δημοσίου.

Τα τελευταία αποτελούν περιστατικά κείμενα εκτός της συνηθισμένης και κανονικής πορείας των πραγμάτων, ως γεγονότα εντελώς έκτακτα, εξαιρετικά και ως εκ τούτου μη δυνάμενα να προβλεφθούν κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο της σύναψης των ένδικων επενδυτικών συμβάσεων, από το μέσο λογικό, ευσυνείδητο και επιμελή άνθρωπο.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, ευθεία παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων, 914 ΑΚ και 25 παρ. 4 και 5 του ν. 3606/2007, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους, όσον αφορά τη συνδρομή του στοιχείου του παρανόμου των πράξεων και παραλείψεων των προστηθέντων της αναιρεσίβλητης - εναγομένης, κατά την παροχή προς τους ενάγοντες της άνω επενδυτικής υπηρεσίας, από τη μη ενημέρωσή τους ως προς τα στοιχεία των ομολόγων και τους κινδύνους αυτών και τη μη τήρηση των αρχών της καταλληλότητας και συμβατότητας, αλλά και του στοιχείου του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της ζημίας, ως στοιχεία θεμελιωτικά της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 13 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.

Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανένας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό.

Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποίθησης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Αντίθετα, αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος σε περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας.

Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 903/2019, ΑΠ 233/2011).

Ακολούθως, μετά την κατάργηση με τους ν. 2207/1994 και 2479/1997 της προδικαστικής απόφασης και της εισαγωγής της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ, σε όλες τις υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια του προσδιορισμού του διαδίκου, στον οποίο πρέπει να επιβάλει με απόφασή του, την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού.

Αντίθετα, το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, με την έννοια προσδιορισμού του διαδίκου, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της δημιουργούμενης στο δικαστήριο αμφιβολίας για την απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ένστασης πραγματικών περιστατικών, εξακολουθεί να λειτουργεί, σ' αυτό δε εντοπίζεται και περιορίζεται ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, κατά τους ορισμούς του οποίου ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης (ΑΠ 974/2018, ΑΠ 10/2013).

Εξάλλου, με το άρθρο 8 παρ. 4 του ν. 2251/1994, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 3 του ν. 3587/2007, που εφαρμόζεται και εδώ ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι, ''ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών (παρ. 1).

Ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας (παρ. 3). Ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας. Προϋποθέσεις για τη θεμελίωση ευθύνης σε βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες είναι: α) η παροχή ανεξαρτήτων υπηρεσιών στα πλαίσια άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, β) η υπαιτιότητα του παρέχοντος υπηρεσίες κατά την παροχή αυτών, η οποία τεκμαίρεται και ο παρέχων φέρει το βάρος αποδείξεως της έλλειψής της (νόθος αντικειμενική ευθύνη), γ) παράνομη συμπεριφορά, δ) ζημία κατά το γενικό δίκαιο αποζημίωσης και ε) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας.

Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται νόθος αντικειμενική ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, το δε κύριο αποδεικτικό βάρος του ενάγοντος ζημιωθέντος, δεν συνίσταται στην απόδειξη υπαιτιότητας του εναγομένου, η οποία τεκμαίρεται, αλλά στην απόδειξη παροχής της υπηρεσίας, της ζημίας και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ παρέχοντος την υπηρεσία και ζημίας.

Εξαιτίας της διαλαμβανόμενης στον προαναφερόμενο κανόνα κατανομής του βάρους απόδειξης στην περίπτωση που η ευθύνη του υπόχρεου αποζημίωσης θεμελιώνεται στην συγκεκριμένη ρύθμιση, ο δικαιούχος επιβάλλεται να αποδεικνύει τη ζημία, την παροχή των υπηρεσιών προς τον ίδιο και τον υφιστάμενο μεταξύ τους αιτιώδη σύνδεσμο, ενώ ο οφειλέτης την εκ μέρους του έλλειψη εκδήλωσης παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς, την έλλειψη συνδρομής αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της τελευταίας και της ζημίας ή την εμφάνιση κάποιου λόγου άρσης ή μείωσης της ευθύνης του (ΑΠ 974/2018, ΑΠ 2212/2014, ΑΠ 1227/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της παραβίασης των ορισμών του νόμου, ως προς το βάρος απόδειξης, επικαλούμενοι ότι, ενώ η αναιρεσίβλητη (τράπεζα) ως παρέχουσα υπηρεσίες, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 2251/1994, φέρει η ίδια το βάρος απόδειξης της έλλειψης παρανομίας και υπαιτιότητάς της, αυτοί δε, ως καταναλωτές - δεχόμενοι τις υπηρεσίες της τράπεζας, δεν βαρύνονται με την απόδειξη της υπαιτότητας της τελευταίας, η οποία τεκμαίρεται, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή τους ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενο μεταξύ άλλων ότι δεν συντρέχει η προϋπόθεση της υπαιτιότητας, αφού δεν αποδείχθηκε ο δόλος της αντίδικης και των προστηθέντων της, χωρίς να επικαλείται κανένα αποδεικτικό μέσο που να προσκομίστηκε από την αντίδικη, επιβάλλοντας έτσι, στους ίδιους το βάρος απόδειξης της υπαιτιότητάς της, παρά την πρόβλεψη του νόμιμου τεκμηρίου.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως σαφώς προκύπτει από τις προπαρατιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στην απόρριψη της αγωγής των αναιρεσειόντων, κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας, δεχόμενο τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης, περί ανυπαρξίας παράνομης και υπαίτιας πράξης της και έλλειψης συνδρομής αιτιώδους συνδέσμου, μεταξύ της τελευταίας και της ζημίας, αφού έκρινε επαρκείς τις αποδείξεις που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη προς ανατροπή της τεκμαιρόμενης σχετικής ευθύνης της και επομένως δεν τίθεται θέμα αναστροφής και παραβίασης του αντικειμενικού βάρους της απόδειξης κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 297 ΑΚ, ''Ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα. Αντί για χρηματική αποζημίωση, το δικαστήριο μπορεί εκτιμώντας τις ειδικές περιστάσεις, να διατάξει την αποκατάσταση στην προηγούμενη κατάσταση, εφόσον η αποζημίωση με τον τρόπο αυτό δεν προσκρούει στο συμφέρον του δανειστή''.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ως κανόνας τίθεται η αποζημίωση να οφείλεται σε χρήμα, διότι η λύση αυτή εξυπηρετεί πληρέστερα το μηχανισμό της σύγχρονης οικονομίας, η οποία στηρίζεται στη λειτουργία του χρήματος ως καθολικού μέτρου αξιών και εξόφλησης των ενοχών. Κατ' εξαίρεση δε, παρέχεται στο δικαστή η ευχέρεια, εκτιμώντας κυριαρχικά τις ειδικές περιστάσεις, να διατάξει την αυτούσια αποκατάσταση της ζημίας, εφόσον αυτό είναι από τα πράγματα δυνατό και επιπλέον δεν προσκρούει στο συμφέρον του δανειστή.

Δοθέντος δε, ότι το άρθρο 914 ΑΚ, δεν αναφέρει τον τρόπο, κατά τον οποίο θα καταβληθεί η αποζημίωση σε περίπτωση ζημίας που προξενήθηκε κατά τρόπο παράνομο και υπαίτιο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι έχει εφαρμογή το άρθρο 297 ΑΚ και επομένως ότι αυτή πρέπει κατά κανόνα να καταβληθεί σε χρήμα, ενώ αν συντρέχουν οι αναφερόμενες στην παραπάνω διάταξη του εδ.

β του άρθρου 297 ΑΚ προϋποθέσεις, το δικαστήριο έχει την ευχέρεια, εκτιμώντας κυριαρχικώς τις περιστάσεις, να επιδικάσει αποζημίωση in natura, η οποία μπορεί να συνίσταται σε οποιαδήποτε πράξη (ΑΠ 945/2017, ΑΠ 425/2014 ΑΠ 813/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 297 εβ.

β ΑΚ, με τη μη εφαρμογή της, κατά το μέρος που απέρριψε ως μη νόμιμο το αγωγικό αίτημά τους, να υποχρεωθεί η εναγομένη να αναλάβει τα ομόλογα που εκδόθηκαν με το ν. 4050/2012 και να τα αντικαταστήσει με αυτά που κατείχαν οι ίδιοι πριν το ''κούρεμα'' του τελευταίου νόμου. Ωστόσο, ενόψει του ότι όπως ορθά κρίθηκε από το Εφετείο, δεν υφίσταται ευθύνη της αναιρεσίβλητης τράπεζας από αδικοπραξία και κατ' ακολουθία, ούτε υποχρέωση αυτής για αποκατάσταση της ζημίας των αναιρεσειόντων, ο άνω λόγος είναι αβάσιμος, ως αλυσιτελής, καθόσον και υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητάς του, δεν μπορεί να οδηγήσει στην ανατροπή της προσβαλλόμενης απόφασης.

Και τούτο διότι, ακόμη και αν το εν λόγω αγωγικό αίτημα κρινόταν νόμιμο, ως στηριζόμενο στο άρθρο 297 εδ. β ΑΚ, που προβλέπει την in natura αποζημίωση και στην περίπτωση αδικοπραξίας, το γεγονός αυτό δεν θα αναιρούσε το απορριπτικό της ένδικης αγωγής διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η εφαρμογή της άνω διάταξης του άρθρου 297 εδ.

β του ΑΚ, προυποθέτει την ύπαρξη υπόχρεου προς αποζημίωση, ιδιότητα, που δεν έχει εν προκειμένω η αναιρεσίβλητη Τράπεζα, μετά την απόρριψη των λόγων της αίτησης αναίρεσης, που αφορούν την ευθύνη της, από αδικοπραξία. Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης ως προς όλους τους αναιρεσείοντες, (πλην των 40ης και 44ης αυτών), να καταδικασθούν αυτοί, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 19-7-2019 (αριθμ. καταθ. 720/1-8-2019) αίτησης αναίρεσης, της με αριθμό 897/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τις τεσσαρακοστή και τεσσαρακοστή τέταρτη αναιρεσείουσες, Α. Α. και Ζ. Ρ., αντίστοιχα.

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης, ως προς τις αμέσως παραπάνω αναιρεσείουσες και την πρόοδο αυτής, ως προς τους λοιπούς διαδίκους.

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες, πλην των άνω, 40ης και 44ης αυτών, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει συνολικά σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ