Supreme Court dismisses appeal against final judgment due to lack of legal grounds regarding public document evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request for cassation against the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellant argued that the lower court erred by failing to treat specific public documents as full proof of a bridge study's existence. The court held that these documents only proved the bridge's acceptance, not the existence of the study, making the appeal's legal grounds invalid.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553, 531, 438, 439, 440 of the Code of Civil Procedure: Public documents constitute full proof regarding facts they certify, yet counter-evidence is permitted, and courts retain discretion to evaluate whether such documents fully substantiate the specific fact alleged.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1403 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1403/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:
Εταιρείας με την επωνυμία «ΑΚΤΩΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και τον διακριτικό τίτλο «ΑΚΤΩΡ Α.Τ.Ε.», που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα.
Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπασαράντου, ο οποίος ανακάλεσε την από 13.05.2021 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων:
1) Δ. Π. του Χ., κατοίκου ... Αττικής,
2) Ε. συζύγου Δ. Π., το γένος Α. Τ., κατοίκου ... Αττικής και
3) Χ. Π. του Δ., κατοίκου ... Αττικής.
Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Γεωργακόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 11.05.2021 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22.10.2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1350/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 2984/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13.04.2020 αίτησή της και τους από 12.04.2021 προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 531 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος εφαρμόζονται ως προς την έφεση οι διατάξεις για την ερημοδικία του ενάγοντος.
Δηλαδή, κατά προσαρμογή προς τα οριζόμενα στο άρθρο 272 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ, η έφεση απορρίπτεται ερήμην του εκκαλούντος, που επιμελήθηκε για τη συζήτηση ή κλητεύθηκε νομίμως κατ’ αυτή. Η απόρριψη της έφεσης, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ` ουσία και όχι κατά τύπους. Γιατί, παρόλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης απόφασης περί παραδοχής τους.
Επομένως, εάν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνον η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι, τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλόμενους (ΟλΑΠ 16/1990, ΑΠ 1274/2019, ΑΠ 59/2018, ΑΠ 834/2006, ΑΠ 140/2005).
Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β`, 309 εδ. α`, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (ΟλΑΠ 5/2001 και 9/1996, ΑΠ 243/2017). Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 503 ΚΠολΔ, η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δέκα πέντε ημέρες, αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 αρ. 1β` ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκου μέσου είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο διαδικαστικός τύπος του άρθρου 297 ΚΠολΔ, διότι ο τύπος αυτός αφορά αποκλειστικά την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ασκηθέντος ήδη ενδίκου μέσου (ΑΕΔ 42/1980, ΟλΑΠ 626/1980). Ενόψει τούτου η παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος άσκησε αναίρεση χωρίς να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας. Για το κύρος μιας τέτοιας παραίτησης απαιτείται ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση αναίρεσης δικηγόρου (άρθρο 98 περ. β`ΚΠολΔ). Η έλλειψη, όμως, αυτής μπορεί να καλυφθεί με έγκριση εκ των υστέρων του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, με συνέπεια, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της έγκρισης που αφορά την παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, να ισχυροποιείται αναδρομικά η παραίτηση από το χρόνο άσκησης της αναίρεσης και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και ως εκ τούτου να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο (ΟλΑΠ 17/2013, 9/1996, ΑΠ 938/2018, ΑΠ 779/2017, ΑΠ 243/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, που στρέφεται κατά της με αριθμό 2984/2019 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της ήδη αναιρεσείουσας λόγω της ερημοδικίας της, ασκήθηκε νομότυπα (στις 27.05.2020) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της απόφασης (564 § 3 ΚΠολΔ), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, (καίτοι η αναιρεσείουσα επικαλείται), επίδοση αυτής. Είναι δε και παραδεκτή αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας εφόσον η ερημοδικασθείσα εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα παραιτήθηκε νομίμως από το δικαίωμα άσκησης του ενδίκου μέσου της ανακοπής, δια του πληρεξούσιου αυτής δικηγόρου και υπογράφοντος το δικόγραφο της αναίρεσης Κωνσταντίνου Παπασαράντου, ο οποίος είναι εφοδιασμένος με ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο με αριθμό .../8-4-2020 ειδικό πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Κωνσταντινίδου. Επομένως, εφόσον η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ).
[II] Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ.α' ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται μέσα την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.
Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 132/2004).
Αντιθέτως, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν, ως αντικείμενο, δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 684/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης από 13.04.2020 αίτησης για αναίρεση της 2984/2019 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (17.05.2021), η δε αιτούσα άσκησε προσθέτους λόγους με το από 12.04.2021 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 14.04.2021 (βλ. σχετική πράξη κατάθεσης) και επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους την ίδια ημέρα (14.04.2021), ήτοι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως προκύπτει από τις με αριθμούς .../14-4-2021, .../14-4-2021 και .../14-4-2021 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Όλγας Μώτου-Αμαριανού (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ). Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει, συνεκδικαζόμενοι με την αίτηση αναίρεσης, να ερευνηθούν περαιτέρω (άρθρο 577 ΚΠολΔ).
[III] Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια (γενεσιουργός λόγος ευθύνης), επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης, Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 118/2006, ΑΠ 831/2005, ΑΠ 174/2005).
Είναι δυνατό μια ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή, καθ` εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον (ΑΠ 1028/2015, ΑΠ 1738/2013).
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΟλΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 18/2004, ΑΠ 813/2019, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 949/2015).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, δηλαδή οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 130/1997). Με το λόγο αυτό αναίρεσης, καθώς και εκείνο του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ, εξασφαλίζεται ο αναιρετικός έλεγχος των αποφάσεων του δικαστηρίου της ουσίας σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.
Ειδικότερα, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).
Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής τούτων στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. (ΑΠ 229/2004, ΑΠ 168/2006).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης, Για να είναι δε ορισμένος ο από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, θα πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το συγκεκριμένο σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με την εφαρμογή ή τη μη εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης νόμου και συνακόλουθα να αναφέρεται και η συγκεκριμένη ουσιαστική διάταξη νόμου που παραβιάστηκε, αφού διαφορετικά δεν εξειδικεύεται το αντικείμενο του αναιρετικού ελέγχου, γεγονός που σημαίνει ότι αν, παρά τη μη εξειδίκευση αυτή θεωρηθεί ορισμένος ο σχετικός λόγος, θα είχε ανατεθεί στον Άρειο Πάγο, όχι απλώς η κρίση για το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αναίρεσης, αλλά και η διατύπωση αυτών, μετά από αναζήτηση των σφαλμάτων της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά παράβαση της βασικής δικονομικής αρχής (άρθρο 106 ΚΠολΔ) της διάθεσης (ΑΠ 502/2007, 1210/2008).
Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία, Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού του πορίσματος και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως η διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτό, αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1394/2017).
[IV] Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την με αριθμό 1350/2016 απόφασή του, που ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους αυτής λόγους με αριθμό 2984/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ως αποδειχθέντα, κατά το ενδιαφέρον την αναίρεση μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
«| Στις 09.07.1993 παραδόθηκε σε χρήση το δημόσιο έργο «Γέφυρα Στενού Ευρίπου και Παράκαμψη Χαλκίδας - Τμήμα Γέφυρα Στενού Ευρίπου και Βοιωτική Προσπέλαση» από την εργολήπτρια ανώνυμη εταιρία «ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΒΟΛΟΥ Α.Ε.», η οποία στη συνέχεια απορροφήθηκε από την εναγόμενη, η οποία δυνάμει της από 16.05.1985 συμβάσεως που είχε συνάψει με το Ελληνικό Δημόσιο είχε αναλάβει ως ανάδοχος την εκτέλεση του ανωτέρω έργου και σ' αυτό περιλαμβανόταν η κατασκευή γέφυρας σήμανσης στη χ/θ 1100.
Το έργο παραλήφθηκε αυτοδίκαια προσωρινά και οριστικά στις 24.07.2004. Σημειώνεται ότι η προαναφερόμενη πληροφοριακή πινακίδα κατεύθυνσης έχει διαστάσεις 13,30 μέτρα πλάτος x 1,25 μέτρα ύψος, βάρος 1500 κιλά περίπου και στηρίζεται σε τέσσερις κοιλοδοκούς (ποδαρικά), ανά δύο σε κάθε πλευρά δρόμου σε σχήμα Λ, το πέλμα του κάθε κοιλοδοκού είναι μεταλλική πλάκα διαστάσεων 31 εκ.
χ 31 εκ. και πάχους 9 χλστ και στηρίζονται σε τσιμέντινες βάσεις ύψους 40-50 εκ. πάνω από το επίπεδο του δρόμου και πλάτους 40 εκ., με μεταλλικές βίδες (χαλύβδινα ούπα) μήκους 8 εκ. και πάχους 12 χλστ, τέσσερις σε κάθε κοιλοδοκό. Στις 10.06.2006 και περί ώρα 16.55 το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Α.
Ο., στο οποίο επέβαινε, καθισμένη στη θέση του συνοδηγού η σύζυγος του, κόρη των πρώτου και δεύτερης των εναγόντων και αδελφή του τρίτου ενάγοντος, Ε. Π., κινούταν στη εθνική οδό Χαλκίδας - Αθήνας, με κατεύθυνση από Χαλκίδα προς Αθήνα. Όσον αφορά τις καιρικές συνθήκες, ξέσπασε καταιγίδα με ισχυρούς ανέμους, οι οποίοι, κατά την εκτίμηση της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας, ήταν της τάξεως των 6-7 μποφόρ.
και με κατεύθυνση από τη Χαλκίδα προς την Αθήνα. Όταν το παραπάνω αυτοκίνητο έφθασε στο 11° χλμ η μεταλλική γέφυρα αποκολλήθηκε από τις βάσεις μπετόν και επέπεσε στο παραπάνω αυτοκίνητο, με αποτέλεσμα ο μεταλλικός βραχίονας αυτής να καταπλακώσει το αυτοκίνητο. Από το παραπάνω ατύχημα η επιβαίνουσα σ’ αυτό και καθήμενη στη θέση του συνοδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ...
αυτοκινήτου υπέστη πολλαπλά κατάγματα βάσεως και θόλου κεφαλής, 5ου - 6ου αυχενικών σπονδύλων και θλάσης του εγκεφάλου με διάχυτη υπαραχνοειδή αιμορραγία, εξαιτίας των οποίων επήλθε ο θάνατος της. Λίγες ήμερες νωρίτερα στις 05.06.2006 το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Χ. Π., με κατεύθυνση προς Βαθύ Αυλίδος, είχε εκτραπεί προς τ' αριστερά, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας του, όπου και συγκρούστηκε με άλλο όχημα και στη συνέχεια προσέκρουσε σε μία μεταλλική κολώνα της γέφυρας - πινακίδας, που βρισκόταν στο άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας προς Χαλκίδα, όπου προκάλεσε στρέβλωση σε ύψος 38.
εκ. περίπου από τη βάση της με διαγώνια κατεύθυνση και μικρή υψομετρική διαφορά μερικών εκατοστών μεταξύ οδοστρώματος και τσιμεντένιας βάσης. Δεδομένου ότι δεν υπήρξε μελέτη έργου για τη γέφυρα σήμανσης, αυτή, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης, της τέχνης και της εμπειρίας παρόμοιων έργων, έπρεπε να είχε στηριχθεί ορθά με τον κατάλληλο αριθμό και μέγεθος στηριγμάτων, έτσι ώστε να διατηρείται σε ένα αποδεκτό επίπεδο αντοχής στη φθορά του χρόνου.
Ωστόσο, διαπιστώθηκε από όλα τα προσκομισθέντα στοιχεία, ιδίως, δε, την από 04.07.2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Σ. Β., που διορίσθηκε από τον Εισαγγελέα Χαλκίδας, την από 13.09.2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του μηχανολόγου ηλεκτρολόγου Π. Σ. και του πολιτικού μηχανικού Χ. Κ., που διορίσθηκαν από το Τμήμα Τροχαίας Χαλκίδας, την από Οκτωβρίου 2006 έκθεση των πολιτικών μηχανικών Ι.
Ε. και Π. Π., που ορίστηκαν πραγματογνώμονες από το ΤΕΕ με αίτηση του Α. Ο., με αντικείμενο τη διερεύνηση των αιτίων, στα οποία οφείλεται η πτώση της γέφυρας, τις απαντήσεις του product manager της κατασκευάστριας εταιρείας αγκυρίων HILTI (δεν κυκλοφορούν πια στο εμπόριο τα αγκύρια τύπου Rawlbolts που χρησιμοποιήθηκαν στη γέφυρα αλλά πρόκειται για αγκύρια εφάμιλλα αυτών που χρησιμοποιήθηκαν), επί των ερωτημάτων που έθεσε ο Α.
Ο., όπως αυτές περιλαμβάνονται στην από 18.06.2012 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Κ. Γ., ότι ναι μεν η αντοχή σκυροδέματος των βάσεων είναι αποδεκτή για ανάλογα έργα την εποχή κατασκευής του έργου, ωστόσο τα ποδαρικά της γέφυρας ήταν πακτωμένα στις τσιμεντένιες βάσεις με μεταλλικές βίδες (χαλύβδινα ούπα) μήκους 8 εκ.
και πάχους 12 χλστ, ενώ «η στήριξη των μεταλλικών φορέων σε ανάλογα έργα γίνεται με κατάλληλα αγκύρια σχήματος «J» τα οποία ενσωματώνονται στην μπετονένια βάση κατά την χύτευση του σκυροδέματος, είναι δε ικανού μήκους και έχουν πλήρη συνάφεια με το σκυρόδεμα, φέρουν δε στο εντός του σκυροδέματος τμήμα κατάλληλα άγκυστρα-αναβολείς για καλύτερη αγκύρωση» και «σε παρόμοια έργα στηρίξεως ιστών φωτισμού, πινακίδων κλπ, χρησιμοποιούνται μεταλλικά αγκύρια σχήματος «J» μήκους τουλάχιστον 1 μέτρου και πάχους τουλάχιστον 24 χιλιοστών, που δημιουργούν ισχυρή συνάφεια με το σκυρόδεμα (βάσεις)».
Τέλος, οι πραγματογνώμονες του ΤΕΕ, έκαναν υπολογιστικό έλεγχο για την εκτίμηση των εντατικών μεγεθών με ανεμοπίεση και ειδικότερα στις στηρίξεις του μεταλλικού πλαισίου, όπως ο φορέας ήταν πριν από την πρόσκρουση οχήματος που συνέβη πέντε ημέρες πριν το δυστύχημα, δεδομένου ότι δεν είναι δυνατό να εκτιμηθούν ποσοτικά οι επιπτώσεις της πρόσκρουσης στις στηρίξεις, χρησιμοποιώντας τα χαρακτηριστικά αγκυρίου HILTI και συγκεκριμένα του τύπου HKD-S-M12 (σύμφωνα με υπόδειξη των αρμοδίων της εταιρίας HILTI), από τον οποίο προέκυψε ότι «Σύμφωνα με τον Ευροκώδικα 1 (ο οποίος προβλέπεται να τεθεί σε ισχύ στο προσεχές μέλλον), για ταχύτητα ανέμου ν=17 m/sec, που έπνεε κατά την ώρα του ατυχήματος, και με την προϋπόθεση ότι η γέφυρα σήμανσης ήταν άθικτη (δηλαδή χωρίς την πρόσκρουση άλλου οχήματος επ' αυτής), δεν παρατηρείται υπέρβαση της αντοχής των αγκυρίων.
Σημειώνεται όμως εδώ, ότι σύμφωνα με τον Ευρωκώδικα 1, η ταχύτητα ανέμου με την οποία πρέπει να υπολογίζονται οι κατασκευές αυτές είναι πολύ μεγαλύτερη, εξαρτώμενη από την περιοχή του έργου (εν προκειμένω είναι ν=33 m/sec). Σύμφωνα με τον Κανονισμό Μελετών και Ερευνών (εκδόσεως 1994), παρουσιάζεται οριακή υπέρβαση της επιτρεπόμενης δύναμης των αγκυρίων», ως προς τις συνέπειες που προκάλεσε η προηγηθείσα πρόσκρουση οχήματος στο ένα λοξό υποστήλωμα της γέφυρας σήμανσης κοντά στο σημείο στήριξης, θεώρησαν τα εξής «η πρόσκρουση αυτή προκάλεσε μεγάλη παραμόρφωση του υποστυλώματος και συνακόλουθα μερική ή και ολική αποδιοργάνωση της σύνδεσης αγκυρίου-σκυροδέματος και μείωση της αντίστοιχης αντοχής, η οποία δεν είναι δυνατόν να εκτιμηθεί ποσοτικά», ως λόγους που προκάλεσαν την πτώση της γέφυρας, θεώρησαν τα εξής:
«η γέφυρα σήμανσης διέθετε οριακές από απόψεως αντοχής αγκυρώσεις στα σημεία στήριξης, γεγονός το οποίο σε συνδυασμό με τους ισχυρούς ανέμους που έπνεαν κατά την ώρα του ατυχήματος, καθώς και με την αποδιοργάνωση που προκλήθηκε από την πρόσκρουση αυτοκινήτου στη στήριξη της γέφυρας πέντε ημέρες πριν, οδήγησε στη βίαιη πτώση της με τα μοιραία αποτέλεσματα».
Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι, σε ότι αφορά την επάρκεια των αγκυρίων, α) με βάση το εγχειρίδιο της HILTI του 2005 παρατηρείται υπέρβαση του επιτρεπόμενου φορτίου κατά 4% και λαμβανομένου υπόψη του συντελεστή ασφαλείας 3, που προβλέπεται από την κατασκευάστρια των αγκυρίων (τόσο στο εγχειρίδιο του 2005 όσο και σ' εκείνο του 1981) και στη συγκεκριμένη περίπτωση 2,89, η υπέρβαση αυτή είναι αμελητέα, β) θα πρέπει να κριθεί με βάση το εγχειρίδιο του 1981 και όχι του 2005, σύμφωνα με το οποίο το επιτρεπόμενο φορτίο-αντοχή του αγκυρίου ήταν 8,0 ΚΝ και όχι 6.40 ΚΝ που έγινε ο παραπάνω υπολογιστικός έλεγχος, καθώς επίσης τα αγκύρια που χρησιμοποιήθηκαν είχαν φορτίο θραύσης 24.000 Ν και ήταν κατάλληλα για όλες τις χρήσεις.
Σε σχέση με τους ισχυρισμούς αυτούς της εναγομένης πρέπει να σημειωθεί ότι αφενός δεν παύει να υφίσταται υπέρβαση της αντοχής της γέφυρας σε βάρος, αφετέρου, ο όρος «εσωτερικό σπείρωμα κατάλληλο για όλες τις συνδέσεις» που αναφέρεται στις φωτοτυπημένες σελίδες από το εγχειρίδιο του 1981 οι οποίες επισυνάπτονται στην από Μαρτίου 2013 τεχνική έκθεση και στο από Μαρτίου 2013 γνωμοδοτικό σημείωμα του πολιτικού μηχανικού Θ.
Τ., για τον τύπο αγκυρίου που χρησιμοποιήθηκε, εκτιμάται ότι αναφέρεται στο είδος της σύνδεσης και όχι ότι είναι κατάλληλο για κάθε είδους χρήση (εσωτερική-εξωτερική) και για οποιοδήποτε φορτίο. Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται από την εξής παρατήρηση του Α. Π. product manager της HILTI, « [...] Τα αγκύρια τύπου ΗΚD-S σε καμία περίπτωση δε θα πρέπει να χρησιμοποιούνται σε εφαρμογές τέτοιων απαιτήσεων όπως η στερέωση μιας γέφυρας σήμανσης.
Είναι κατασκευασμένα για ελαφρύτερες στερεώσεις πχ αναρτήσεις από ταβάνι ηλεκτρομηχανολογικών καναλιών, σχαρών καλωδίων, σωληνώσεων, ψευδοροφών ή προσωρινή στερέωση αδαμαντοφόρων εργαλείων διάτρησης καθώς και σε εγκαταστάσεις σκαλωσιών και άλλου τύπου ελαφριάς ή μεσαίας καταπόνησης στερεώσεις [...]».
Κατά την κατασκευή του έργου δεν υπήρχαν προδιαγραφές για τοποθέτηση στηθαίων ασφαλείας σε γέφυρες σήμανσης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη δεν ήταν υπεύθυνη για τη συντήρηση του συγκεκριμένου τμήματος της εν λόγω εθνικής οδού μετά την παράδοση του έργου, διότι η αρμοδιότητα συντήρησης της οδού ανήκει πλέον στην αρμοδιότητα του δημοσίου, χωρίς βέβαια να είναι αποσαφηνισμένο σε ποιά υπηρεσία κατά το χρόνο του ατυχήματος, εξάλλου το ατύχημα δεν οφείλεται στην έλλειψη συντήρησης της γέφυρας, που δεν θα γινόταν κατά τρόπο που να αποκαταστήσει τα ελαττώματα του έργου.
Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά το Δικαστήριο κρίνει ότι το ένδικο ατύχημα και ο απ' αυτό προκληθείς θανατηφόρος τραυματισμός της Ε. Π. οφείλεται καταρχάς σε υπαιτιότητα της εναγόμενης εταιρίας ως αναδόχου εκτέλεσης του έργου που δεν επέδειξε τη δέουσα προσοχή κατά την κατασκευή του έργου/πλημμελή κατασκευή και (από τα αναφερόμενα στην αγωγή αίτια) δεν χρησιμοποίησε τα κατάλληλα αγκύρια για τη στήριξη της γέφυρας σήμανσης.
Παράλληλα, όμως, στο ένδικο ατύχημα συνετέλεσε και υπαιτιότητα (συγκλίνουσα αμέλεια) του οδηγού του ... αυτοκινήτου, ο οποίος με το αυτοκίνητο του κατά τον παραπάνω χρόνο (05-06-2006) προκάλεσε φθορά στη γέφυρα σήμανσης και δη την «αποδιοργάνωσε», όπως περιγράφηκε παραπάνω. Ο προσδιορισμός του ποσοστού συνυπαιτιότητας καθενός από τους παραπάνω εις ολόκληρον ευθυνόμενους σε αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, βάσει των διατάξεων των άρθρων 914 και 926 ΑΚ, δεν μπορεί να προσδιοριστεί από το Δικαστήριο με την απόφαση του, αφού ευθύνονται ο καθένας για το σύνολο της επιδικαζόμενης αποζημίωσης, το ζήτημα δε αυτό θα λυθεί στα πλαίσια της δίκης αναγωγής μεταξύ των εις ολόκληρον ευθυνόμενων, δηλαδή μετά την ικανοποίηση των παθόντων μέσω ενός από αυτούς και ακολούθως της εναγωγής από αυτόν του άλλου ευθυνόμενου|».
[V] Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο δέχτηκε εν μέρει (κατά πλειοψηφία όσον αφορά την υπαιτιότητα της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας), την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της τελευταίας να καταβάλει το ποσό των 50.000 ευρώ σε καθένα από τους πρώτο και δεύτερο ενάγοντες και το ποσό των 30.000 ευρώ στον τρίτο ενάγοντα, ήδη αναιρεσίβλητους.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση της αναιρεσείουσας λόγω ερημοδικίας της και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφαση (στην οποία η πρωτόδικη ενσωματώθηκε) από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 914 και 330 ΑΚ, σχετικά με την ευθύνη της αναιρεσείουσας για το ένδικο θανατηφόρο ατύχημα, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα περί πλημμελούς κατασκευής της επίμαχης γέφυρας και ειδικότερα οι συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αμελής συμπεριφορά της εναγομένης, ως αναδόχου εκτέλεσης του έργου, η οποία κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ήταν πράγματι πρόσφορη να προκαλέσει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, το οποίο και (κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της) προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή ανέλεγκτες παραδοχές ότι η αναιρεσείουσα δεν χρησιμοποίησε τα κατάλληλα αγκύρια για τη στήριξη της γέφυρας σήμανσης, δεδομένου ότι τα ποδαρικά αυτής ήταν πακτωμένα στις τσιμεντένιες βάσεις με μεταλλικές βίδες (χαλύβδινα ούπα) μήκους 8 εκ.
και πάχους 12 χλστ, «ενώ η στήριξη των μεταλλικών φορέων σε ανάλογα έργα γίνεται με κατάλληλα αγκύρια σχήματος "J" τα οποία ενσωματώνονται στην μπετονένια βάση κατά την χύτευση του σκυροδέματος, είναι ικανού μήκους και έχουν πλήρη συνάφεια με το σκυρόδεμα, φέρουν δε στο εντός του σκυροδέματος τμήμα κατάλληλα άγκυστρα-αναβολείς για καλύτερη αγκύρωση...
και σε παρόμοια έργα στηρίξεως ιστών φωτισμού, πινακίδων κλπ, χρησιμοποιούνται μεταλλικά αγκύρια σχήματος "J" μήκους τουλάχιστον 1 μέτρου και πάχους τουλάχιστον 24 χιλιοστών, που δημιουργούν ισχυρή συνάφεια με το σκυρόδεμα (βάσεις)», με αποτέλεσμα η γέφυρα σήμανσης να διαθέτει οριακές από απόψεως αντοχής αγκυρώσεις στα σημεία στήριξης, γεγονός το οποίο, σε συνδυασμό με τους ισχυρούς ανέμους που έπνεαν κατά την ώρα του ατυχήματος και με την αποδιοργάνωση που προκλήθηκε από την προηγηθείσα πρόσκρουση αυτοκινήτου στη στήριξη της γέφυρας, οδήγησε στη βίαιη πτώση της, υπαγάγοντας έτσι ορθά τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα περιστατικά στις έννοιες της αμέλειας και της αιτιώδους συνάφειας.
Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα, η παράθεση και άλλων αιτιολογιών. Επομένως, ο έκτος λόγος αίτησης αναίρεσης, καθ’ ό μέρος προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος, αφού, όσον αφορά την προβαλλόμενη ειδικότερη αιτίαση για ελλιπή και ανεπαρκή αιτιολογία, επειδή:
α) «δεν είναι σαφής η φράση «υπέρβαση της αντοχής της γέφυρας σε βάρος», η οποία αφορά προφανώς τις γέφυρες οδοποιίας, αλλά και ούτε αναφέρεται στην απόφαση πόση είναι η υπέρβαση, αν έχει υπολογιστεί με βάση το εγχειρίδιο της HILTI του 2005 ή του 1981 και αν έχει ληφθεί υπόψη ο συντελεστής ασφαλείας 3, αφού λόγω του συντελεστή αυτού η αντοχή στη θραύση είναι τριπλάσια» και β) «δεν προκύπτει τι έχει πράγματι ληφθεί υπόψη στην απόφαση σχετικά με τον Ευρωκώδικα 1:
το τμήμα του, όπου προβλέπεται ταχύτητα ανέμου ν=17m/sec ή το τμήμα του, όπου προβλέπεται ταχύτητα ανέμου ν=33m/sec».
Ο ως άνω λόγος είναι πρωτίστως απαράδεκτος, καθώς υπό την επίφαση της πλημμέλειας του αριθμού 19 επιχειρείται να πληγεί η ανέλεγκτη από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού. Σε κάθε περίπτωση, ο ως άνω λόγος, κατά το μέρος αυτό, είναι ουσιαστικά αβάσιμος, αφού δεν υφίσταται η, με την αποσπασματική και επιλεκτική παράθεση των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα ασάφεια και ανεπάρκεια της αιτιολογίας, καθόσον με τη χρήση της πρώτης φράσης («υπέρβαση της αντοχής της γέφυρας σε βάρος»), το Εφετείο απαντά στον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί επάρκειας των αγκυρίων, δεχόμενο, κατά τη νοηματική εκτίμηση αυτής, ότι τα αγκύρια που χρησιμοποιήθηκαν στην επίμαχη γέφυρα σήμανσης δεν επαρκούσαν για να στηρίξουν το βάρος της κατασκευής της και την παραγόμενη δύναμη από τις ανεμοπιέσεις της περιοχής, ενώ η δεύτερη φράση (ταχύτητα ανέμου ν=17m/sec και ν=33m/sec) περιλαμβάνεται στην παράθεση του σχετικού αποσπάσματος της έκθεσης των πραγματογνωμόνων του ΤΕΕ και, ως εκ τούτου, αποτελεί επιχείρημα από τις αποδείξεις και δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο.
[VI] Περαιτέρω, με τον ίδιο ως άνω έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος του, προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αφού εφαρμόστηκε ο Ευρωκώδικας 1 και κρίθηκε ότι υπήρχε υπέρβαση σε βάρος, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του διότι ο Ευρωκώδικας τέθηκε σε ισχύ στις 5/6/2014. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού η πλεοναστική παράθεση στην απόφαση διατάξεων που δεν εφαρμόστηκαν δεν την καθιστά αναιρετέα, στη συγκεκριμένη δε περίπτωση το Εφετείο δεν οδηγήθηκε, με βάση τις διατάξεις αυτές, σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου (ΑΠ 684/2013), δεδομένου ότι δεν εφάρμοσε τον Ευρωκώδικα προς στήριξη του πορίσματός του και η σχετική αναφορά στην απόφαση οφείλεται στην παράθεση του σχετικού αποσπάσματος της ως άνω έκθεσης των πραγματογνωμόνων του ΤΕΕ, οι οποίοι και τον χρησιμοποίησαν προκειμένου να προβούν σε υπολογιστικό έλεγχο για την εκτίμηση των εντατικών μεγεθών με ανεμοπίεση και ειδικότερα στις στηρίξεις του μεταλλικού πλαισίου ώστε να καταλήξουν, σε συνδυασμό και με τα λοιπά στοιχεία που έλαβαν υπόψη τους, στο συμπέρασμά τους.
[VII] Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8(β) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως «πράγματα», κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008).
Επίσης, δεν αποτελούν «πράγματα» και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017, ΑΠ 2166/2009, ΑΠ 6/2009).
Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 12/1997, 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1363/2008).
Οφείλει πάντως το δικαστήριο της ουσίας, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 70/2008, ΑΠ 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο) κατά τις παραπάνω διακρίσεις.
Για την ίδρυση δε του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993). Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 798/2010, ΑΠ 22/2005, ΑΠ 1072-3/2005).
Για την πληρότητα, όμως, του ιδίου λόγου αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 374/2012, ΑΠ 1051/2012).
Επομένως, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ’ ουσία αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1394/2017, ΑΠ 455/2014, ΑΠ 1573/2006, ΑΠ 1072/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τους πρώτο, (όπως διορθώθηκε με τον τρίτο πρόσθετο λόγο), δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο (όπως συμπληρώνεται με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο) και έκτο λόγους της αίτησης αναίρεσης καθώς και με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο (της σελ. 13) πρόσθετους λόγους αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή από το περιεχόμενό της δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη τα κάτωθι έγγραφα που νομίμως επικαλέστηκε και προσκόμισε. Ειδικότερα παραπονείται για τα ακόλουθα έγγραφα:
α) με τον πρώτο λόγο αναίρεσης (όπως ο λόγος αυτός διορθώθηκε με τον τρίτο πρόσθετο λόγο - σελ. 46 του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, κεφ. Β) για τα στοιχεία της Μετεωρολογικής Υπηρεσίας και τα συναφή έγγραφα, από τα οποία προέκυπτε «άμεση απόδειξη (και εν πάση περιπτώσει επικουρικά) δικαστικό τεκμήριο ότι η γέφυρα σήμανσης δεν θα έπεφτε στις 10 Ιουνίου 2006 με ένταση ανέμου 6-7 μποφώρ»,
β) με τον δεύτερο λόγο για τα έγγραφα που αφορούσαν τη θεομηνία της 9ης Δεκεμβρίου 1988 και την με αριθμό 1247/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, από τα οποία προέκυπτε ότι η γέφυρα είχε κατασκευαστεί σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης,
γ) με τον τρίτο λόγο για την από Φεβρουαρίου 2013 Τεχνική Γνωμοδότηση του Γ. Ι., από την οποία προκύπτει ότι ο θανάσιμος τραυματισμός της συγγενούς των εναγόντων δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της εναγομένης,
δ) με τον τέταρτο λόγο για την από 04.12.2007 μελέτη Διερεύνησης των Αιτίων της Πτώσης της Γέφυρας Σήμανσης του πολιτικού μηχανικού Δρ Σ. Σ., τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης Η. Ν. και Σ. Σ., αμφοτέρων πολιτικών μηχανικών, που περιλαμβάνονται στα πρακτικά και απόφαση της με αριθμό 1247/2012 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, από τα οποία προέκυπταν όλα τα ανωτέρω αλλά και ότι αιτία της πτώσης της γέφυρας ήταν η πρόσκρουση αυτοκινήτου σε ένα από τα υποστυλώματά της,
ε) με τον πέμπτο λόγο (όπως αυτός συμπληρώνεται με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο), για την έκθεση πραγματογνωμοσύνης των Ι. Ε. και Π. Π., την προαναφερθείσα τεχνική γνωμοδότηση του Γ. Ι., το 22ο Πρωτόκολλο Παραλαβής Αφανών Εργασιών (Π.Π.Α.Ε.), το 6ο Πρωτόκολλο Κανονισμού Τιμών Μονάδος Νέων Εργασιών (Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε.), την Τελική Επιμέτρηση και το με αριθμό πρωτ. ΔΙΒ/851/10.6.2001 έγγραφο του ΥΠΕΧΩΔΕ, με το οποίο εγκρίθηκε η Τελική Επιμέτρηση, έγγραφα από τα οποία προκύπτει ότι υπήρχε μελέτη για την κατασκευή της επίμαχης γέφυρας,
στ) με τον έκτο λόγο αναίρεσης κατά το οικείο σκέλος του, για την Τεχνική Γνωμοδότηση του Γ. Ι., την μελέτη του πολιτικού μηχανικού Δρ Σ. Σ., το Ενημερωτικό Σημείωμα του πολιτικού μηχανικού Ε.Μ.Π. Θ. Τ., με τα συνημμένα σ’ αυτό τρία (3) σκίτσα, την έκθεση πραγματογνωμοσύνης των Ι. Ε. και Π. Π. και την κατάθεση Θ. Τ., έγγραφα από τα οποία προκύπτει η υπερεπάρκεια αντοχής των αγκυρίων,
ζ) με τον πρώτο πρόσθετο λόγο για την από Ιουνίου 2007 έκθεση επιθεώρησης ελέγχου του Σώματος Επιθεωρητών - Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης, από την οποία προέκυπτε η αμέλεια των αστυνομικών οργάνων,
η) με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο για την από 19.12.2006 τεχνική έκθεση της Επιτροπής Διαπίστωσης Πραγματικών Περιστατικών του άρθρου 59 του ΠΔ 609/1985 και την προαναφερθείσα απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, από τα οποία προκύπτει ότι η σκουριά στα αγκύρια και στην πλάκα έδρασης ήταν επιφανειακή,
θ) με τον τρίτο πρόσθετο (της σελ. 13) λόγο για την από Φεβρουαρίου 2013 Τεχνική Γνωμοδότηση του Γ. Ι., την από 18.06.2012 Τεχνική Έκθεση του πολιτικού μηχανικού επίκουρου καθηγητή του Ε.Μ.Π Κ. Τ., την από 04.12.2007 μελέτη Διερεύνησης των Αιτίων Πτώσης της Γέφυρας Σήμανσης του πολιτικού μηχανικού Δρ Σ. Σ., την με αριθμό 1247/2012 πρακτικά και απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας και την περιλαμβανόμενη σ’ αυτήν κατάθεση του μάρτυρα Σ. Σ., την από Μαρτίου 2013 Τεχνική Έκθεση και το από 15 Μαρτίου 2013 Ενημερωτικό Σημείωμα του πολιτικού μηχανικού Ε.Μ.Π. Θ. Τ., με τα συνημμένα σ’ αυτό τρία (3) σκίτσα, την κατάθεση του Θ. Τ. καταχωρημένη στην προαναφερθείσα με αριθμό 1247/2012 πρακτικά και απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας και την από Οκτωβρίου 2006 πραγματογνωμοσύνη των Ι. Ε. και Π. Π., έγγραφα από τα οποία αποδεικνύεται ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί επάρκειας των αγκυρίων.
Όλοι, όμως, οι ανωτέρω λόγοι είναι αβάσιμοι καθώς από τη ρητή βεβαίωση στην πληττόμενη απόφαση ότι στο αποδεικτικό της πόρισμα κατέληξε αφού έλαβε υπόψη, « […] την ένορκη εξέταση των μαρτύρων, οι οποίοι εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου και τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίστηκαν από τους διαδίκους με επίκληση, στα οποία περιλαμβάνονται και έγχρωμες φωτογραφίες και όλη η ποινική δικογραφία που σχηματίστηκε σχετικά με το ένδικο ατύχημα από Αστυνομικούς του ΑΤ Χαλκίδας πλην της από Απριλίου 2013 τεχνικής γνωμάτευσης του πολιτικού μηχανικού Θ.
Τ., που δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, διότι προσκομίστηκε απαραδέκτως από την εναγομένη με την προσθήκη μετά τη συζήτηση [...]», αλλά και όλο το περιεχόμενο αυτής, όπου γίνεται ρητή αναφορά σε ορισμένα εκ των εγγράφων αυτών, όπως την από 04.07.2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Σ.
Β., την από 13.09.2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του μηχανολόγου ηλεκτρολόγου Π. Σ. και του πολιτικού μηχανικού Χ. Κ., την από Οκτωβρίου 2006 έκθεση των πολιτικών μηχανικών Ι. Ε. και Π. Π., τις απαντήσεις του product manager της κατασκευάστριας εταιρείας αγκυρίων HILTI και την από 18.06.2012 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Κ.
Γ., δεν καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα έγγραφα, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά. Εξάλλου, ειδική μνεία απαιτείται μόνο για την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η οποία αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ενώ οι κατ' άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις, όπως οι μελέτες, οι τεχνικές εκθέσεις και τα ενημερωτικά σημειώματα που προσκομίζει η αναιρεσείουσα, δεν είναι ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα αλλά έγγραφα με ιδιάζουσα ρύθμιση και γι' αυτό η μνεία της απόφασης περί λήψης υπόψη των προσκομισθέντων εγγράφων περιλαμβάνει και τις γνωμοδοτήσεις αυτές (ΟλΑΠ 8 και 12/2005, ΑΠ 631/2018).
Το γεγονός δε, ότι οι παραδοχές της απόφασης είναι αντίθετες προς τις απόψεις της αναιρεσείουσας αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου.
Επίσης. με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ειδικότερα ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ότι η γέφυρα σήμανσης ήταν μια άρτια και επιμελημένη κατασκευή, η βασιμότητα του οποίου αποδεικνυόταν από τα προσκομισθέντα ως άνω έγγραφα. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον, σύμφωνα με το περιεχόμενο της υπό κρίση αίτησης, ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός δεν αποτελεί «πράγμα», κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, που προαναφέρθηκε, αλλά προβλήθηκε από την αναιρεσείουσα ως επιχείρημα, συναγόμενο από τις αποδείξεις, για την άρση των αγωγικών ισχυρισμών των αναιρεσιβλήτων και ειδικότερα της αποδιδόμενης σ’ αυτήν υπαιτιότητας όσον αφορά την περιγραφόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά της σε σχέση με την πλημμελή κατασκευή της επίμαχης γέφυρας. Σε κάθε περίπτωση, και αν ακόμη τα πιο πάνω περιστατικά συγκροτούν αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, το δικαστήριο έλαβε ασφαλώς υπόψη αυτόν και τον απέρριψε «εκ των πραγμάτων», ως αβάσιμο, αφού δέχτηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα, που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα για τη θεμελίωσή του και επομένως ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
[VIII] Από τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, προκύπτει ότι ιδρύεται στην τελευταία αυτή περίπτωση λόγος αναίρεσης, και όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη σε αποδεικτικό μέσο που δεσμευτικά ορίζει ο νόμος. Τέτοια περίπτωση συντρέχει εάν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στη δικαστική ομολογία ή στα δημόσια έγγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που τους προσδίδει ο νόμος (ΑΠ 573/2018, ΑΠ 412/2011, ΑΠ 444/2009, ΑΠ 1517/2008, ΑΠ 961/2007, ΑΠ 648/1999). Αντίθετα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός στην περίπτωση που το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, ίδιας αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά ή από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι έχουν, αφού τότε η εκτίμηση αφορά την ουσία των πραγμάτων και είναι συνεπώς κατά το άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 47/2020, ΑΠ 430/2016, ΑΠ 173/2016, ΑΠ 128/2014, ΑΠ 893/2012, ΑΠ 412/2011).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 438 του ΚΠολΔ έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο η ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ` ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 440 του ιδίου Κώδικα τα έγγραφα που αναφέρονται στα άρθρα 438 και 439 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ` αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 440 του ΚΠολΔ είναι συμπληρωματική της πρώτης και ρυθμίζει τις περιπτώσεις εκείνες που βεβαιώνεται στο δημόσιο έγγραφο ορισμένο γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, οπότε ναι μεν υπάρχει και πάλι πλήρης απόδειξη, πλην όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, χωρίς ν’ απαιτείται να προσβληθεί το δημόσιο έγγραφο για πλαστότητα, όπως αντιθέτως συμβαίνει επί ενεργειών στις οποίες προέβη εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο ή περί γεγονότων που έλαβαν χώρα ενώπιον του (ΑΠ 601/2020, ΑΠ 445/2019, ΑΠ 883/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την ειδικότερη αιτίαση ότι το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των κάτωθι εγγράφων, τα οποία η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε, και τα οποία ως δημόσια έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης γεγονός ότι υπήρξε μελέτη για την κατασκευή της επίμαχης γέφυρας, ήτοι: α) το 22ο Πρωτόκολλο Παραλαβής Αφανών Εργασιών (Π.Π.Α.Ε.), β) το 6ο Πρωτόκολλο Κανονισμού Τιμών Μονάδος Νέων Εργασιών (Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε.), γ) η Τελική Επιμέτρηση και δ) το με αριθμό πρωτ. ΔΙΒ/851/10.6.2001 έγγραφο του ΥΠΕΧΩΔΕ, με το οποίο εγκρίθηκε η Τελική Επιμέτρηση. Ωστόσο, από όσα βεβαιώνονται στα ως άνω έγγραφα προκύπτει μεν η παραλαβή της γέφυρας όχι, όμως, και η ύπαρξη μελέτης για την κατασκευή της, Επομένως, το δικαστήριο που αξιολόγησε τα ως άνω έγγραφα πλην, όμως, κατάληξε σε διαφορετικό συμπέρασμα από εκείνο που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα δεν παραβίασε την ως άνω διάταξη, αφού τα επικαλούμενα έγγραφα δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη περί της ύπαρξης τέτοιας μελέτης. Κατά συνέπεια ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
[IX] Κατ’ ακολουθίαν τούτων και μη υπάρχοντος, προς έρευνα, άλλου αναιρετικού λόγου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13.04.2020 αίτηση και τους από 12.04.2021 προσθέτους αυτής λόγους της εταιρείας με την επωνυμία «ΑΚΤΩΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και τον διακριτικό τίτλο «ΑΚΤΩΡ Α.Τ.Ε.», για αναίρεση της με αριθμό 2984/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ