Supreme Court dismisses appeal on contract duration and damages, ruling termination was automatic without compensation rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a service contract. The appellant argued the contract was invalid and entitled to statutory compensation upon termination, but the court found the contract was validly fixed-term. Consequently, the court ruled that the automatic expiration of the fixed term meant no compensation was due under the relevant laws.
Legislator headnote
AI generatedArticles 42, 43, 44, 46 of Law 4194/2013; Article 94 of Law 3026/1954; Article 46 of Law 4194/2013: A service contract with a fixed term expires automatically upon its conclusion, precluding the employee from claiming statutory compensation for termination upon expiration.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1400 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1400/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 30 Iανουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των καλούντων: 1.Α. Κ. του Β., χήρας Ι. Σ., 2.Α. Σ. του Ι., 3.Α. Σ. του Ι. και 4.Ε. - Δ. Σ. του Ι., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αναιρεσείοντος Ι. Σ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Τομπαΐδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Αντωνία Κυρίτση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-9-2017 αγωγή του αρχικού διαδίκου Ι. Σ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 2184/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 8-3-2021 αίτησή του, η οποία προσδιορίσθηκε για τις 14-12-2021, οπότε γνωστοποιήθηκε ο θάνατος του αναιρεσείοντος και συντάχθηκε το με αριθμό 48/2021 πρακτικό του δικαστηρίου τούτου. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 24-8-2023 κλήση των καλούντων. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 1298/2022, 906/2020, 1014/2017).
Με την από 24.8.2023 (αριθμ. εκθ. καταθ. 104/22.9.2023) κλήση των καλούντων, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αναιρεσείοντος Ι. Σ., ο οποίος απεβίωσε στις 7.11.2021 (βλ. υπ' αριθμ. πρωτ. ....2021 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου Θεσσαλονίκης), ήτοι μετά την άσκηση της από 8.3.2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. 1872/209/14.4.2021) αίτησης αναίρεσης αυτού, και πριν την ορισθείσα δικάσιμο στις 14.12.2021, προς συζήτηση αυτής, οπότε και ματαιώθηκε η συζήτηση, μετά την γνωστοποίηση του ως άνω θανάτου κατά τη δικάσιμο αυτής (βλ.
με αριθμ. 48/14.12.2021 πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου), επισυμβάσης ούτω βίαιης διακοπής της δίκης, νόμιμα οι ως άνω καλούντες, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του παραπάνω θανόντος αναιρεσείοντος [η 1η, ως σύζυγος και οι λοιποί, ως τέκνα αυτού], (βλ. το υπ' αριθμ. ....2024 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης περί μη δημοσίευσης διαθήκης, το υπ' αριθμ.
πρωτ. ....2021 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Θεσσαλονίκης και το υπ' αριθμ. ....2024 πιστοποιητικό του Γραμματέα Του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης περί μη δήλωσης αποποίησης κληρονομιάς) επαναλαμβάνουν την ως άνω διακοπείσα δίκη. Εφ' όσον δεν αμφισβητείται η ιδιότητά τους ως κληρονόμων του αναιρεσείοντος, νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η ως άνω αίτηση αναίρεσης.
Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (Α 87) και όπως το πρώτο εδάφιο της παρ.3 αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 35 του Ν.4446/2016 (ΦΕΚ Α 240), προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης κατά απόφασης Μονομελούς Εφετείου που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο.
Σύμφωνα όμως με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει, μεταξύ των άλλων, και για τις διαφορές του άρθρου 614 αριθμ. 5 (διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας).
Στην προκειμένη περίπτωση κατά την κατάθεση της ένδικης από 8.3.2021 και με αριθμ. κατάθ. 1872/209/2021 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 2184/6.4.2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με αντικείμενο την καταβολή δικηγορικής αμοιβής ο αναιρεσείων προέβη στην επισύναψη του υπ' αριθμ. ... ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης. Η ως άνω διαφορά, όμως, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης (ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 1300/2022, 1579/2021, 484/2019).
Με την από 8.3.2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. 1872/209/14.4.2021) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας με αριθμό 2184/6.4.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η από 22.6.2018 (αριθμ.
εκθ. καταθ. 61199/4110/22.6.2018) έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμ. 44/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 4.9.2017 και με αριθμ. κατάθ. 578089/234/2017 αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη και μετά από εξαφάνιση αυτής, απέρριψε την αγωγή κατ' ουσία.
Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφ' όσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και αυτή ασκήθηκε εντός διετίας από τη δημοσίευσή της (άρθρα 147 παρ. 1, 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής:
Με την από 4.9.2017 με αριθμό 578089/234/2017 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων - εφεσίβλητος, Ι. Σ., δικηγόρος Θεσσαλονίκης παρ' Αρείω Πάγω, [ήδη αναιρεσείων, στη θέση του οποίου, λόγω θανάτου του, υπεισήλθαν οι καλούντες εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του] εκθέτει ότι στις ....2012 προσλήφθηκε από το εναγόμενο [αναιρεσίβλητο] Ελληνικό Δημόσιο, και συγκεκριμένα από την Ειδική Υπηρεσία Δημοσίων Έργων (Ε.Υ.Δ.Ε. - Π.Α.Θ.Ε.) της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του τότε Υπουργείου Ανάπτυξης Ανταγωνιστικότητας Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων, ήδη Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, δυνάμει σχετικής σύμβασης, κατόπιν της υπ' αριθμ.
ΚΒ/ΦΚΣΤ00/ΠΡ1/ οικ.82902/....2012 απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού του ως άνω υπουργείου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως νομικός σύμβουλος για την υποβοήθηση της Ε.Υ.Δ.Ε. - ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΔΡΟΜΟΣ Π.Α.Θ.Ε. σε κάθε είδους νομικά θέματα, κατά την κατασκευή, εποπτεία και διαχείριση συγκοινωνιακών έργων και συναφών θεμάτων αρμοδιότητάς της.
Ότι η εν λόγω σύμβαση χαρακτηρίστηκε μονομερώς από την προαναφερόμενη υπηρεσία σύμβαση έργου με ορισμένη διάρκεια χρόνου, ειδικότερα δώδεκα μηνών, και ορίστηκε αμοιβή συνολικού ποσού 38.400 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 23%, ήτοι ποσού 8.832 ευρώ, από την οποία (συνολική αμοιβή του) του καταβαλλόταν σε μηνιαίο λογαριασμό του εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου εκάστου μηνός το ποσό των 3.200 (38.400 ευρώ : 12 μήνες) ευρώ.
Ότι για την εκτέλεση της ανωτέρω σύμβασης του διετέθη γραφείο στο κτίριο της ως άνω υπηρεσίας, όπου προσερχόταν καθημερινώς. Ότι το αντικείμενο των υπηρεσιών, που προσέφερε, σύμφωνα και με τα προβλεπόμενα στη σύμβαση, ήταν ευρύτατο και αφορούσε την παροχή νομικών υπηρεσιών για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της εν λόγω υπηρεσίας.
Ότι, κατά τη λήξη της ανωτέρω πρώτης σύμβασης στις 17.12.2013, ο ενάγων, δεν αποχώρησε από την τελευταία, αλλά συνέχισε να προσφέρει σε αυτήν τις νομικές του υπηρεσίες στον ίδιο ρυθμό και με τα ίδια καθήκοντα, η οποία τις δεχόταν ανεπιφύλακτα. Ότι, εν συνεχεία, την ....2014 υπέγραψε δεύτερη σύμβαση έργου με το εναγόμενο, και συγκεκριμένα με την ανωτέρω υπηρεσία, κατόπιν της υπ’ αριθμ. ....2014 απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού του ως άνω υπουργείου, ορισμένης διάρκειας 24 μηνών αυτή τη φορά, και συγκεκριμένα από ....2014 έως ....2016.
Ότι ως αμοιβή του ορίστηκε το ποσό 84.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 23%, ήτοι ποσού 19.320 ευρώ, από την οποία (συνολική αμοιβή του) του καταβαλλόταν σε μηνιαίο λογαριασμό του εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου εκάστου μηνός το ποσό των 3.500 (84.000 ευρώ : 24 μήνες) ευρώ. Ότι το αντικείμενο των υπηρεσιών, που συμφωνήθηκε να προσφέρει με την ανωτέρω δεύτερη σύμβαση, ήταν περισσότερο διευρυμένο από την προηγούμενη (πρώτη).
Ότι, παρά το γεγονός της λήξης της δεύτερης σύμβασης στις ....2016, ο ενάγων εξακολούθησε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην ως άνω υπηρεσία, η οποία τις δεχόταν ανεπιφύλακτα, καθώς σε αντίθετη περίπτωση θα ήταν υποχρεωμένη να προσφύγει στις υπηρεσίες άλλου νομικού συμβούλου, χωρίς όμως να του καταβάλει το αντίστοιχο μηνιαίο ποσό 3.500 ευρώ για το χρονικό διάστημα από ....2016 και εντεύθεν, ενώ το ίδιο είχε πράξει και για το χρονικό διάστημα από ....2013 έως ....2014, που μεσολάβησε από το συμβατικό τέλος της πρώτης σύμβασης μέχρι την έναρξη της δεύτερης σύμβασης, κατά το οποίο δεν του κατέβαλε το τότε αντίστοιχο μηνιαίο ποσό των 3.200 ευρώ.
Ότι η ανωτέρω πρώτη σύμβαση αποτελούσε σύμβαση έμμισθης δικηγορικής εντολής αορίστου χρόνου, ενώ η ως άνω δεύτερη σύμβαση ήταν απλά επιβεβαιωτική και απολύτως περιττή, συνήφθη δε αποκλειστικά και μόνο για την εξυπηρέτηση της διαδικασίας της πληρωμής, της νέας, αυξημένης σε σχέση με την προβλεπόμενη στην προαναφερόμενη πρώτη σύμβαση πάγιας μηνιαίας αντιμισθίας του, αμφότερες εξ άλλου οι ως άνω συμβάσεις έργου αποτελούσαν στην πραγματικότητα μία ενιαία σύμβαση έμμισθης δικηγορικής εντολής αορίστου χρόνου για την υποβοήθηση της προαναφερόμενης υπηρεσίας σε κάθε είδους νομικά θέματα κατά την κατασκευή, εποπτεία και διαχείριση των συμβάσεων συγκοινωνιακών έργων και συναφών θεμάτων αρμοδιότητάς της από τον ενάγοντα με την ιδιότητα του νομικού συμβούλου, η οποία είχε συναφθεί εγκύρως, καθώς δεν ήταν αναγκαία η τήρηση της διαδικασίας για την πρόσληψη εμμίσθων δικηγόρων από τα νομικά πρόσωπα του δημοσίου τομέα λόγω της φύσης των υπηρεσιών που προσέφερε στο εναγόμενο, (νομική συμβουλευτική), αλλά αρκούσε, σύμφωνα με το άρθρο 43 παρ. 2 του Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013), απόφαση του αρμοδίου οργάνου του φορέα.
Ότι, στις ....2016, και ενώ η συμβατική διάρκεια της ανωτέρω δεύτερης σύμβασης είχε λήξει στις ....2016 και, παρ' όλα αυτά, ο ενάγων συνέχιζε να παρέχει τις υπηρεσίες του, τις οποίες αποδεχόταν η προαναφερόμενη υπηρεσία του αντιδίκου του, ο Προϊστάμενος και Τμηματάρχης Εποπτείας Κατασκευών της ως άνω υπηρεσίας, ήδη Ε.Υ.Δ.Ε. - Κ.Σ.Σ.Υ. (πρώην Ε.Υ.Δ.Ε.- Π.Α.Θ.Ε.), του ανακοίνωσαν ότι δεν θα υπογραφεί νέα σύμβαση και απαίτησαν να αποχωρήσει, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι στο εξής δεν θα αποδέχονται την προσφερόμενη από τον ενάγοντα, παροχή νομικών υπηρεσιών.
Ότι, η κατά τον ανωτέρω τρόπο αποπομπή του ενάγοντος, συνιστά καταγγελία της ενιαίας σύμβασης έμμισθης δικηγορικής εντολής αορίστου χρόνου, που τον συνέδεε με την ως άνω υπηρεσία του εναγομένου, η οποία ήταν ανυπόστατη, καθ' ότι έγινε από αναρμόδιο όργανο, στερούμενο προς τούτο εξουσιοδότησης, άλλως και επικουρικά άκυρη, καθ' ότι δεν τηρήθηκε ο προβλεπόμενος έγγραφος τύπος και δεν καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση άλλως ως καταχρηστική.
Ότι μη αποδεχόμενο τις υπηρεσίες του το εναγόμενο, κατέστη υπερήμερο. Ότι, επιπλέον, κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, το τελευταίο του οφείλει τη (δεδουλευμένη) αντιμισθία του για τα χρονικά διαστήματα από ....2013 έως ....2014 και από ....2016 έως ....2016, συμπεριλαμβανομένων των δώρων εορτών και του επιδόματος αδείας για τα έτη 2013, 2014, 2015 καθώς και του δώρου Πάσχα και του επιδόματος αδείας του έτους 2016, καθώς και τους μισθούς υπερημερίας λόγω μη αποδοχής των υπηρεσιών του, για το χρονικό διάστημα από 5.10.2016 έως 3.8.2017, συμπεριλαμβανομένων του δώρου Χριστουγέννων για το έτος 2016 και των δώρων εορτών και του επιδόματος αδείας για το έτος 2017, συνολικού ύψους 101.793,50 ευρώ.
Ότι, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η ως άνω καταγγελία είναι έγκυρη, δικαιούται αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασής του ύψους 7.000 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων, ζήτησε, κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, κυρίως σύμφωνα με τις διατάξεις περί έμμισθης εντολής, άλλως με αυτές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, α) να αναγνωρισθεί ότι δυνάμει των από ....2012 και ....2014 συμβάσεών του με το εναγόμενο (Ελληνικό Δημόσιο), και συγκεκριμένα με την τέως Ε.Υ.Δ.Ε. - Π.Α.Θ.Ε.
και νυν Ε.Υ.Δ.Ε. - Κ.Σ.Σ.Υ., κατόπιν των από ....2012 και ....2014 αντιστοίχως Υπουργικών αποφάσεων που προαναφέρθηκαν, συνήφθη μία ενιαία σύμβαση έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών νομικού συμβούλου με πάγια αντιμισθία αορίστου χρόνου, β) να αναγνωρισθεί ως ανυπόστατη, άλλως ως άκυρη, παράνομη και καταχρηστική η από ....2016 καταγγελία της σύμβασης έμμισθης δικηγορικής εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών του, γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο, ήδη εκκαλούν, να αποδέχεται με τους ίδιους όρους και συνθήκες εργασίας της ως άνω από ....2014 σύμβασής του τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του στην ως άνω υπηρεσία της τέως Ε.Υ.Δ.Ε.-Π.Α.Θ.Ε.
και νυν Ε.Υ.Δ.Ε.-Κ.Σ.Σ.Υ. από τη δημοσίευση της απόφασης, που θα εκδοθεί, με απειλή χρηματικής ποινής 150 ευρώ ημερησίως για κάθε ημέρα που θα αρνείται τις υπηρεσίες του, δ) να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο, ήδη εκκαλούν, οφείλει να του καταβάλει, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, το συνολικό ποσό των 101.793,50 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους απαίτησή του κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής, ε) για την περίπτωση που γίνει δεκτό το υποστατό της ως άνω επίδικης καταγγελίας, να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο, ήδη εκκαλούν, πέραν της (δεδουλευμένης) αντιμισθίας του ενάγοντος, ήδη εφεσίβλητου, για τα χρονικά διαστήματα από ....2013 έως ....2014 και από ....2016 έως ....2016, συμπεριλαμβανομένων των δώρων εορτών και του επιδόματος αδείας για τα έτη 2013, 2014, 2015 καθώς και του δώρου Πάσχα και του επιδόματος αδείας του έτους 2016, οφείλει στον τελευταίο (ενάγοντα, ήδη εφεσίβλητο), αποζημίωση λόγω απόλυσης ύψους 7.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, με το νόμιμο τόκο από τότε που η εν λόγω αξίωσή του κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής, και να καταδικασθεί το εναγόμενο στα δικαστικά του έξοδα.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 44/2018 απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της αγωγής, την οποία έκρινε κατά τα λοιπά νόμιμη και στη συνέχεια δέχθηκε αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη, αναγνώρισε ότι η έννομη σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν μία ενιαία σύμβαση έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία , αναγνώρισε ότι η από ....2016 καταγγελία αυτής είναι άκυρη, υποχρέωσε το εναγόμενο ν' αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος με την ίδια σχέση και αναγνώρισε ότι το τελευταίο υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 108.793,50 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Μετά την άσκηση έφεσης εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, εξέδωσε την ήδη προσβαλλόμενη με αριθμό 2184/2020 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσιβλήτου και μετά από εξαφάνιση της ως άνω απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου απέρριψε την αγωγή κατά την κύρια βάση της.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 3, 4 και 5 του Ν.Δ/τος 3026/1954 "περί, του Κώδικος των Δικηγόρων" όπως ίσχυε πριν την κατάργηση του εν λόγω Κώδικα με το άρθρο 166 παρ.2 του Ν. 4194/2013 (ΦΕΚ Α'208/27.9.2013), είναι ασυμβίβαστη προς το δικηγορικό λειτούργημα πάσα έμμισθη υπηρεσία σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται στο δικηγόρο:
α) η επί παγία, ετησία ή μηνιαία, αντιμισθία παροχή καθαρώς νομικών εργασιών είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου, είτε ως δικηγόρου ενώ απαγορεύεται η συμφωνία περί παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή υπό προθεσμίαν. Τοιαύτη υπό προθεσμία σύμβαση και προ του Κώδικος γενομένη θεωρείται ως αορίστου χρόνου.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι: 1) η παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή είναι επιτρεπτή και έγκυρη μόνο με τη μορφή της σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου και 2) η σύμβαση έργου, ως και η συμφωνία παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για ορισμένο χρόνο, αποτελούν απαγορευμένες μορφές συμβατικής απασχόλησης του δικηγόρου, τυχόν δε συναπτόμενες θεωρούνται εξ υπαρχής, από την κατάρτισή τους, ως συμβάσεις με το παραπάνω αναγκαστικό περιεχόμενο, δηλαδή ως συμβάσεις έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για αόριστο χρόνο (ΑΠ1419/2018, 1636/2012, 1619/2011).
Η σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών με παγία αντιμισθία δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, δεν εφαρμόζονται επ' αυτής οι γνήσιες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, παρά μόνον εφόσον επιτρέπει αυτό ειδικός νόμος ή αναλογικά αν προσαρμόζονται προς τις διατάξεις του άνω ΝΔ/τος και δεν αντίκειται στο δημόσιο χαρακτήρα του δικηγορικού λειτουργήματος, ρυθμίζεται δε από τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων και συμπληρωματικά από εκείνες των περί εντολής και συμβάσεων ανεξαρτήτων υπηρεσιών διατάξεις (ΟλΑΠ 45/2002, ΑΠ 417/2021, 1065/2011).
Η σχετική σύμβαση για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών λύεται με έγγραφη καταγγελία, με καταβολή της οριζόμενης, από το άρθρο 94 του κώδικα, αποζημίωσης, μέχρι πλήρους καταβολής της οποίας οφείλονται (άρθρ. 63 παρ 5 περ. 4 και 94 παρ.1 εδ. τελ. Κ.Δ.) οι αποδοχές. Η αξίωση καταβολής αυτής απορρέει από σύμβαση, έγκυρης, έμμισθης δικηγορικής εντολής και όχι από σχέση εξαρτημένης εργασίας (ΟλΑΠ. 1/1994).
Όμως, αν η σύμβαση έμμισθης εντολής είναι, για οποιονδήποτε λόγο, άκυρη, καθένα από τα μέρη μπορεί ανά πάσα στιγμή να θέσει τέρμα σ' αυτή, οπότε λύεται η σχέση. Ζήτημα υπερημερίας, πλέον, του εντολέα ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του εντολοδόχου δικηγόρου και επομένως καταβολής μισθών υπερημερίας δεν τίθεται, διότι η υπερημερία προϋποθέτει έγκυρη σύμβαση (Α.Π. 358/2024, 1419/2018, 70/2003).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 42 παρ. 1 του νόμου 4194/2013, ήτοι του νέου κώδικα περί δικηγόρων που ισχύει από 27.9.2013, "Έμμισθος δικηγόρος είναι αυτός που προσφέρει αποκλειστικά νομικές υπηρεσίες, ως νομικός σύμβουλος ή ως δικηγόρος, σε συγκεκριμένο εντολέα, σταθερά και μόνιμα, αμειβόμενος αποκλειστικά με πάγια περιοδική αμοιβή. Ο ίδιος δικηγόρος μπορεί επίσης να αναλαμβάνει υποθέσεις από οποιονδήποτε άλλον, αμειβόμενος είτε ανά υπόθεση είτε με άλλον τρόπο". Από τη διάταξη αυτή καθίσταται σαφές ότι σύμβαση έμμισθης εντολής υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία ο δικηγόρος, που παρέχει νομικές υπηρεσίες σταθερά και μόνιμα σε συγκεκριμένο εντολέα, αμείβεται γι` αυτές αποκλειστικά με πάγια περιοδική αμοιβή.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 46 του ν. 4194/2013 "Κώδικα Δικηγόρων": ......... 2. Η σύμβαση μεταξύ έμμισθου δικηγόρου και εντολέα είναι πάντοτε αορίστου χρόνου και λύεται μόνο: α) με το θάνατο, β) τη λύση, κατάργηση ή διάλυση με οποιονδήποτε τρόπο του νομικού προσώπου που απασχολεί τον δικηγόρο, γ) την πτώχευση του εντολέα και δ) με καταγγελία της σύμβασης από τον εντολέα ή εντολοδόχο δικηγόρο. Αν στο προσωπικό που απασχολείται στον εντολέα ισχύει κανονισμός εργασίας που προβλέπει μονιμότητα στην υπηρεσία, η καταγγελία της σύμβασης από τον εντολέα γίνεται μόνο για σπουδαίο λόγο. Η καταγγελία με ποινή ακυρότητας είναι έγγραφη και σε αυτή αναφέρεται ο λόγος της απόλυσης, επιδίδεται δε με δικαστικό επιμελητή. 3. α) Αν η έμμισθη εντολή του δικηγόρου λυθεί για οποιονδήποτε λόγο που αναφέρεται στην πρώτη παράγραφο, πλην της οικειοθελούς αποχώρησης, ο έμμισθος δικηγόρος δικαιούται να εισπράξει από τον εντολέα του αποζημίωση. Η αποζημίωση προβλέπεται αναλόγως με το χρόνο διάρκειας της έμμισθης εντολής και ισούται: α) με δύο μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει ένα έτος υπηρεσίας στον εντολέα... Για τον υπολογισμό του ύψους της μηνιαίας παροχής λαμβάνεται υπόψη το ποσό που καταβάλλεται σταθερά και μόνιμα.
Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2, 5 παρ. 3, 6 παρ. 1, 8 και 9 παρ. 1 του ν.3198/1955 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων" συνάγεται ότι και σε απλή σχέση εργασίας, που προκύπτει από άκυρη σύμβαση εργασίας, ο εργαζόμενος δικαιούται την κατά νόμο αποζημίωση απολύσεως, διότι η καταβολή της αποβλέπει στην εξασφάλιση των στοιχειωδών μέσων της συντήρησής του μέχρι την ανεύρεση νέας εργασίας και συνιστά αναγκαίο μέτρο πρόνοιας που προσήκει σ' αυτόν τόσο στην περίπτωση που απασχολήθηκε με έγκυρη σύμβαση εργασίας όσο και σ' εκείνη που η σύμβαση ήταν άκυρη (ΟλΑΠ 192/1962).
Οι διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και προσαρμοζόμενες στις διατάξεις του κώδικα δικηγόρων, έχουν ανάλογη εφαρμογή και στη σχέση έμμισθης εντολής δικηγόρου και εντολέα. Γι' αυτό, σε περίπτωση άκυρης σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, ο δικηγόρος δικαιούται ευθέως εκ του νόμου την αποζημίωση απολύσεως, όταν ο εντολέας παύσει να αποδέχεται τις υπηρεσίες του (ΑΠ 540/2017, 1272/2006).
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 εδ. α' και β' του ν. 1649/1986 "Η πρόσληψη δικηγόρων με πάγια αντιμισθία ή η αποκλειστική ή συστηματική ανάθεση υποθέσεων με πάγια αμοιβή από νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται στο άρθρο 9 του ν. 1232/1982 και στο άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982, γίνεται με επιλογή ύστερα από προκήρυξη.
Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται για την πρόσληψη του προϊσταμένου νομικής ή δικαστικής υπηρεσίας ή του νομικού συμβούλου των παραπάνω νομικών προσώπων". Με τις διατάξεις που παρατίθενται στη συνέχεια του ίδιου άρθρου καθορίζεται η νόμιμη διαδικασία προκήρυξης και επιλογής, ενώ, τέλος, στο εδ. δ' της παρ. 6 αυτού, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του ν. 1868/1989, "Προσλήψεις, που γίνονται ή έχουν γίνει από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου (από 10.10.1989) χωρίς την τήρηση της προβλεπόμενης απ' αυτόν διαδικασίας, είναι άκυρες".
Ομοίως με τη διάταξη του άρθρου 43 παρ.2 του νέου Κώδικα Δικηγόρων (Ν.4194/2013) ορίζεται επίσης ότι στους φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά με νόμο, γίνεται με επιλογή ύστερα από προκήρυξη, με βάση όσα παρακάτω ορίζονται, εκτός αν πρόκειται για πρόσληψη του προϊσταμένου νομικής ή δικαστικής υπηρεσίας ή νομικού συμβούλου στους φορείς αυτούς, ο οποίος προσλαμβάνεται με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του φορέα.
Από τη σαφή έννοια των ως άνω διατάξεων, σε συνδυασμό με τη γενική αρχή της μεθοδολογίας του δικαίου, σύμφωνα με την οποία οι εξαιρέσεις, που προβλέπονται στο νόμο ως απόκλιση από κάποιο γενικότερο κανόνα που τίθεται με αυτόν, πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται με στενό τρόπο, συνάγεται ότι ως προϊστάμενος νομικής υπηρεσίας ή ως νομικός σύμβουλος θεωρείται εκείνος που παρέχει έργο επιτελικού χαρακτήρα, με συνέπεια η επιλογή του να προϋποθέτει εντονότερη σχέση εμπιστοσύνης.
Γι' αυτό και προς εξασφάλιση της σχέσης αυτής, με απόκλιση από τη διαφάνεια που απαιτεί ο κανόνας (διαδικασία πρόσληψης μετά από δημόσια προκήρυξη και αξιολόγηση), επιτρέπεται, κατ' εξαίρεση, η επιλογή να γίνει με τρόπο, στον οποίο επικρατεί το προσωπικό στοιχείο (ΑΠ 1103/2021, 706/2019, 540/2017). Κατά τη διάταξη του 100Α του Συντάγματος νόμος ορίζει τα σχετικά με τη συγκρότηση και λειτουργία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, καθώς και τα σχετικά με την υπηρεσιακή κατάσταση των λειτουργών και υπαλλήλων που υπηρετούν σε αυτό.
Στην αρμοδιότητα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ανήκουν ιδίως η δικαστική υποστήριξη και εκπροσώπηση του Δημοσίου και η αναγνώριση απαιτήσεων κατά του Δημοσίου ή ο συμβιβασμός με αυτό. Περαιτέρω με το άρθρο 2 παρ. 1 του εφαρμοστικού του Συντάγματος Ν. 3086/2002 "Οργανισμός Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατάσταση των Λειτουργών και Υπαλλήλων του" (ΦΕΚ Α 324), όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 16 παρ. 1 του Ν. 4110/2013 (ΦΕΚ Α 17) και πριν την κατάργησή του Ν. 3086/2002 με το άρθρο 124 του Ν. 4831/2021 (ΦΕΚ Α 170) και εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση ως εκ του χρόνου κατάρτισης και λειτουργίας των από ....2012 και ....2014 συμβάσεων, ορίζεται ότι στην αρμοδιότητα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ανήκει η νομική υποστήριξη του Κράτους και ότι στην υποστήριξη αυτή περιλαμβάνονται ιδίως:
α) η δικαστική υποστήριξη και εκπροσώπηση του Δημοσίου, β) η έκδοση γνωμοδοτήσεων σε ερωτήματα της Διοίκησης, γ) η αναγνώριση απαιτήσεων κατά του Δημοσίου, δ) ο δικαστικός και εξώδικος συμβιβασμός του Δημοσίου, ε) η γνωμοδότηση για την υπαγωγή διαφορών του Δημοσίου σε διαιτησία και ο ορισμός διαιτητών του, στ) η νομική υποστήριξη της Διοίκησης κατά την κατάρτιση των συμβάσεων, ζ) η νομική υποστήριξη της Διυπουργικής Επιτροπής Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων, ιδίως σε θέματα που αφορούν στη διαδικασία και τους όρους διενέργειας των αποκρατικοποιήσεων, η) η νομοτεχνική υποστήριξη της Διοίκησης κατά την κατάρτιση σχεδίων νόμων και κανονιστικών πράξεων, θ) η εισήγηση προς τους αρμόδιους υπουργούς για λήψη νομοθετικών μέτρων αναγκαίων για την προάσπιση του δημόσιου συμφέροντος και ι) η εκπροσώπηση της Ελληνικής Δημοκρατίας ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) και της Επιτροπής των Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης.
Με το άρθρο 2 παρ. 2 περ. α αυτού ορίσθηκε περαιτέρω ότι το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους είναι αποκλειστικά αρμόδιο για το χειρισμό ενώπιον των δικαστηρίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης των διαλαμβανομένων στη διάταξη αυτή υποθέσεων, ενώ με την περ. β παρασχέθηκε η δυνατότητα με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του καθ' ύλη αρμοδίου Υπουργού να ανατίθενται και άλλες κατηγορίες υποθέσεων στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Ν.Σ.Κ.
Επίσης με το άρθρο 24 παρ. 1 του ιδίου νόμου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 29 παρ. 2 του Ν. 4484/2017 (ΦΕΚ Α 110), ως εκ του κρίσιμου κατά τα ανωτέρω χρόνου, παρασχέθηκε η δυνατότητα στο Ελληνικό Δημόσιο διορισμού δικηγόρων για τη δικαστική του εκπροσώπηση και γενικότερα την υπεράσπιση των συμφερόντων του ενώπιον των Δικαστηρίων ή Αρχών στις έδρες Πρωτοδικείων, όπου δεν λειτουργεί Δικαστικό Γραφείο, καθώς και η διεκπεραίωση κάθε εξώδικης νομικής υπόθεσης αυτού, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και η υποχρέωση να παρέχουν νομικές συμβουλές στις Αρχές της έδρας τους και γενικά να συμπράττουν μαζί τους σε κάθε νόμιμη ενέργεια εξασφαλιστική των συμφερόντων του Δημοσίου, ενώ με τις παρ. 2 έως 7 του άρθρου αυτού ρυθμίσθηκαν η διαδικασία διορισμού των ως άνω δικηγόρων για διάστημα μίας διετίας με δυνατότητα ανανέωσης της εντολής, χωρίς η αντικατάσταση αυτών για σπουδαίο λόγο πριν την παρέλευση της διετίας ή η μη ανανέωση της εντολής να παρέχει στο δικηγόρο οποιοδήποτε δικαίωμα προς αποζημίωση, οι υποχρεώσεις του δικηγόρου μετά τη λήξη της διετούς εντολής ή την κοινοποίηση πράξης αντικατάστασης, οι υποχρεώσεις αυτών κατά τη διάρκεια της εντολής ν' ασκούν κάθε ενδεικνυόμενη δικαστική ή εξώδικη ενέργεια ή παράσταση προς υπεράσπιση του Δημοσίου και να παρακολουθούν τις υποθέσεις ενημερώνοντας το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους για τις δημοσιευόμενες αποφάσεις, και τα της αμοιβής αυτών και εκκαθάρισης των εξόδων κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
Οι ως άνω διατάξεις όμως δεν αποκλείουν την κατάρτιση σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία αόριστης διάρκειας κατά τις προαναφερθείσες ρυθμίσεις του παλαιού και του νέου Κώδικα Δικηγόρων. Τούτο συνάγεται από το ότι με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.2 περ. α και β του Ν. 3086/2002 προβλέπονται ρητά οι υποθέσεις όπου το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους είναι αποκλειστικά αρμόδιο για το χειρισμό αυτών σε αντιπαραβολή με την παρ.1 του ιδίου άρθρου, όπου στη γενική αρμοδιότητα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ουδέν σχετικό διαλαμβάνεται σε συνδυασμό και με την διατηρουμένη σε ισχύ διάταξη του άρθρου 83 παρ. 2 του Π.Δ/τος 410/1988 "Κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας που αφορούν το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των λοιπών Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" (ΦΕΚ Α 191), η οποία ορίζει ότι τα σχετικά με τους νομικούς συνεργάτες ή νομικούς συμβούλους, που προσλαμβάνονται με σύμβαση στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, διέπονται από τις κείμενες γι' αυτούς διατάξεις (ΑΠ 486/2016).
Όμως η ως άνω δυνατότητα κατάρτισης σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία για την παροχή ειδικότερα υπηρεσιών νομικού συμβούλου από το Ελληνικό Δημόσιο, η διαδικασία πρόσληψης του οποίου θα πρέπει να διασφαλίζει τις αρχές της αξιοκρατίας και της διαφάνειας, όπως επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 103 παρ. 7 του Συντάγματος (ΣτΕ 858/2023), δεν εμποδίζει τον κοινό νομοθέτη από τη θέσπιση ρυθμίσεων για το διορισμό δικηγόρου με σύμβαση έμμισθης εντολής σε συγκεκριμένους τομείς ή υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου που αποκλίνουν από τις ανωτέρω ρυθμίσεις του παλαιού και του νέου Κώδικα Δικηγόρων, κατά τις οποίες η σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία φέρει πάντοτε το χαρακτήρα αορίστου χρόνου, έστω και εάν κατά την κατάρτισή της έχει συμφωνηθεί αυτή για ορισμένο χρόνο (ΑΠ 1202/1995).
Τοιαύτη ρύθμιση θεσπίζουν ειδικότερα οι διατάξεις του άρθρου 41 παρ.1 και 2 του Ν. 3669/2008 "Κύρωση της κωδικοποίησης της νομοθεσίας κατασκευής δημοσίων έργων" (ΦΕΚ Α 116), με τις οποίες και υπό τον παράτιτλο "Σύμβουλοι" ορίζεται "Όταν πρόκειται να εκτελεσθούν δημόσια έργα προβλεπόμενου συνολικού κόστους μεγαλύτερου των τριάντα εκατομμυρίων (30.000.000) ευρώ είτε κατά το σύστημα της αντιπαροχής είτε κατά το σύστημα παροχής άλλων ανταλλαγμάτων είτε κατά οποιοδήποτε άλλο σύστημα προβλεπόμενο από την ισχύουσα νομοθεσία, επιτρέπεται η ανάθεση καθηκόντων συμβούλου οποιασδήποτε ειδικότητας (τεχνικού, οικονομικού συμβούλου, συμβούλου οργανώσεως κλπ.) σε ημεδαπά ή αλλοδαπά, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για να παράσχουν τις υπηρεσίες τους, που απαιτούνται για την υλοποίηση και εκτέλεση των έργων αυτών.
Η ανάθεση γίνεται με σύμβαση. Ο τρόπος ανάθεσης, οι παρεχόμενες από τον σύμβουλο υπηρεσίες, οι όροι της σύμβασης και η αμοιβή καθορίζονται με απόφαση του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, χωρίς δέσμευση από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη. Η αμοιβή του συμβούλου [...]. (παρ. 1) Για την εκτέλεση (μελέτη - κατασκευή) του έργου ή μέρους αυτού και ειδικότερα για το σχεδιασμό, μελέτη, έλεγχο μελέτης, διοίκηση και επίβλεψη του έργου της κάθε Ειδικής Υπηρεσίας Δημόσιων Έργων, καθώς και για τις ανάγκες μηχανογράφησης των υπηρεσιών της Γ.Γ.Δ.Ε.
του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, επιτρέπεται η ανάθεση καθηκόντων συμβούλου οποιασδήποτε ειδικότητας (τεχνικού, οικονομικού συμβούλου, συμβούλου οργανώσεως), σε ημεδαπά ή αλλοδαπά, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για να παράσχουν τις υπηρεσίες τους, που απαιτούνται για την υλοποίηση και εκτέλεση των έργων αυτών.
Η ανάθεση γίνεται με σύμβαση, ύστερα από γνώμη του Τεχνικού Συμβουλίου Δημόσιων Έργων της Γ.Γ.Δ.Ε. του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, στην οποία προσδιορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις ανάθεσης, οι παρεχόμενες από τον σύμβουλο υπηρεσίες και η σχετική αμοιβή, κατά παρέκκλιση από κάθε γενική ή ειδική διάταξη και από τις διατάξεις για τις αμοιβές των μηχανικών (παρ. 2)".
Η διάταξη αυτή επιτρέπει τη κατάρτιση σύμβασης της αρμόδιας υπηρεσίας του Ελληνικού Δημοσίου με δικηγόρο για την παροχή υπηρεσιών νομικού συμβούλου κατά την κατασκευή, εποπτεία και διαχείριση δημοσίου έργου που βρίσκεται σε εξέλιξη, που να έχει ορισμένη διάρκεια, κατά παρέκκλιση οποιασδήποτε γενικής ή ειδικής διάταξης, η δε κατάρτιση της σύμβασης αυτής για ορισμένο χρόνο είναι άλλωστε καθόλα συμβατή με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Ν. 679/1977, που προβλέπει την προσωρινή σύσταση Ειδικών Υπηρεσιών Δημοσίων Έργων στις περιπτώσεις εκτέλεσης ειδικών σημαντικών έργων [όπως ήταν η Ε.Υ.Δ.Ε.
ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΔΡΟΜΟΣ ΠΑΘΕ, που συνεστήθη με το Π.Δ/μα 102/2000 και από την οποία προσελήφθη ο ενάγων], οι οποίες υπάγονται στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων, έχουν την αρμοδιότητα επίβλεψης και άμεσου ελέγχου και γενικότερα τα καθήκοντα της Διευθύνουσας Υπηρεσίας κατά τη νομοθεσία περί Δημοσίων Έργων, ενώ στο Π.Δ/μα σύστασης των υπηρεσιών αυτών καθορίζεται, μεταξύ των λοιπών στοιχείων, και η διάρκειά τους.
Η ρύθμιση αυτή επαναλήφθηκε ουσιαστικά με διαφορετική διατύπωση στο άρθρο 128 του μεταγενέστερου Ν. 4412/2016 "Δημόσιες συμβάσεις έργων, προμηθειών και υπηρεσιών" (ΦΕΚ Α 200), που αφορά ανάθεση εξειδικευμένων υπηρεσιών (σύμβουλοι, εμπειρογνώμονες για δημόσιες συμβάσεις) και συνεπώς η διάταξη του άρθρου 166 παρ. 1 του νέου Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013) που ορίζει ότι οι διατάξεις του Κώδικα είναι ειδικές έναντι κάθε άλλης διάταξης δεν ευρίσκει εν προκειμένω έδαφος εφαρμογής.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω είναι καθόλα επιτρεπτή η κατάρτιση σύμβασης έμμισθης εντολής έναντι συμφωνηθείσας μηνιαίως αμοιβής για την παροχή υπηρεσιών νομικού συμβούλου μεταξύ Ειδικής Υπηρεσίας Δημόσιων Έργων και δικηγόρου, η οποία κατά παρέκκλιση των σχετικών ρυθμίσεων του παλαιού και του νέου Κώδικα Δικηγόρων έχει ορισμένη διάρκεια (ΑΠ 1202/1995), μετά δε την παρέλευση της οποίας αυτή λήγει αυτοδικαίως χωρίς ν' απαιτείται καταγγελία και χωρίς ο δικηγόρος να δικαιούται της προβλεπόμενης από το άρθρο 94 παρ.1 του Ν.Δ/τος 3026/1954 ή από το άρθρο 46 παρ.3 του Ν. 4194/2013 αποζημίωσης, την οποία δικαιούται ο δικηγόρος σε περίπτωση λύσης της σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία αόριστης διάρκειας, ανεξαρτήτως της εγκυρότητας ή ακυρότητας αυτής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, 1/2016).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, 3/2020). Έτσι με βάση τον εν λόγω αναιρετικό λόγο επιτρέπεται αναίρεση όταν συντρέχει παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή εκείνων οι οποίοι ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και την γένεση των υποχρεώσεων, επιβάλλοντας κυρώσεις για τη μη τήρηση αυτών (ΑΠ 22/2020, 1097/2019, 535/2015, 1399/2011).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 578 του ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Η αντικατάσταση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης από το αναιρετικό δικαστήριο συνίσταται στην, με την απόφασή του, υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα με περιεχόμενο όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης.
Ως αιτιολογικό νοείται η νομική αιτία, δηλαδή η διάταξη νόμου, που αποτελεί τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 1/2020, 30/1998, ΑΠ 1015/2018, 1954/2017). Από την επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ της προσβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: "Ειδικότερα και αληθών υποτιθέμενων των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, δηλαδή ακόμη και εάν ακόμη γίνει δεκτό ότι ο ενάγων-εφεσίβλητος προσελήφθη από το εναγόμενο, ήδη εκκαλούν, Ελληνικό Δημόσιο, και συγκεκριμένα από την Ειδική Υπηρεσία Δημοσίων Έργων (Ε.Υ.Δ.Ε. - Π.Α.Θ.Ε.) της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του τότε Υπουργείου Ανάπτυξης Ανταγωνιστικότητας Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων, ήδη Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, δυνάμει των δύο επίδικων από ....2012 και ....2014 συμβάσεων κατόπιν ισάριθμων ΥΑ, και δη των υπ' αριθμ. ...2012 και ...2014 απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού του τότε Υπουργείου Ανάπτυξης Ανταγωνιστικότητας Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, ήδη Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, με το προαναφερθέν εκτιθέμενο στην αγωγή του περιεχόμενο, προκειμένου να προσφέρει ης υπηρεσίες του ως νομικός σύμβουλος για την υποβοήθηση της Ε.Υ.Δ.Ε. - ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΔΡΟΜΟΣ Π.Α.Θ.Ε.
σε κάθε είδους νομικά θέματα, κατά την κατασκευή, εποπτεία και διαχείριση συγκοινωνιακών έργων και συναφών θεμάτων αρμοδιότητάς της, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο ενάγων-εφεσίβλητος, δικηγόρος, συνδέεται με το εναγόμενο-εκκαλούν, Ελληνικό Δημόσιο, με σύμβαση έμμισθης δικηγορικής εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία αορίστου χρόνου, ούτε οι συμβάσεις αυτές να χαρακτηριστούν ως τέτοιες ή ως μία ενιαία τέτοια, αφού έτσι θα καταστρατηγούντο τόσο η συνταγματική διάταξη του άρθρου 100Α του Συντάγματος, αλλά και η θέληση του νομοθέτη στα θέματα του Δημοσίου, είτε αφορούν δικαστική εκπροσώπηση και χειρισμό δικαστικών υποθέσεων, είτε παροχή συμβουλών ή γνωμοδοτήσεων, να ανατίθενται στο κύριο προσωπικό του ΝΣΚ και σε δικηγόρους υπό τις αναφερόμενες στο άρθρο 24 του Ν. 3086/2002 προϋποθέσεις.
Οι εν λόγω συμβάσεις παρήγαγαν αποτελέσματα, προκειμένου να απασχοληθεί ο ενάγων-εφεσίβλητος με τα συγκεκριμένα καθήκοντα κατά τη συμφωνία των αντισυμβαλλομένων μερών όσον αφορά τη χρονική διάρκεια, και σε καμία περίπτωση δεν παρέχουν το δικαίωμα στον ενάγοντα-εφεσίβλητο να παραμείνει μόνιμα στο εναγόμενο-εκκαλούν ως δικηγόρος αυτού, ούτε να μετατραπεί η σχέση του με το Δημόσιο σε μόνιμη, έστω και με αόριστη διάρκεια, ή να εκτιμηθεί ως τέτοια, καθώς δεν έχει διορισθεί και υπαχθεί μέσω εξετάσεων στο κύριο προσωπικό του ΝΣΚ, ούτε έστω έχει ορισθεί με την ανωτέρω προβλεπόμενη στο άρθρο 24 του Ν. 3086/2002 ως τέτοιος (δικηγόρος του Δημοσίου), οπότε στην περίπτωση αυτή θα μπορούσε να ανανεώνει τον ορισμό του, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο αυτό.
Στην αντίθετη περίπτωση θα επρόκειτο για παραβίαση του Συντάγματος και του Ν. 3086/2002. Κατά συνέπεια, στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι δύο επίδικες συμβάσεις δεν μπορούν να θεωρηθούν ως μία ενιαία σύμβαση έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών νομικού συμβούλου με πάγια αντιμισθία αορίστου χρόνου, ούτε η πρώτη εξ αυτών ως τέτοια.
Εξ άλλου, συνακόλουθα δεν τίθεται θέμα καταγγελίας της σύμβασης του ενάγοντος-εφεσίβλητου, αλλά μετά τη λήξη του συμφωνηθέντος χρόνου αυτή έληξε αυτοδίκαια, χωρίς να υποχρεούται το εναγόμενο-εκκαλούν σε καταβολή αποζημίωσης, ούτε γεννάται υποχρέωση του εναγομένου-εκκαλούντος να συνεχίσει να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος-εκκαλούvτος.
Σε περίπτωση δε που ο ενάγων-εφεσίβλητος συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο εναγόμενο-εκκαλούν, σύμφωνα με τα ιστορούμενα στην αγωγή, και μετά το πέρας της συμφωνηθείσας χρονικής διάρκειας αμφότερων των επίδικων συμβάσεων, ήτοι από ....2003 έως ....2014 και από ....2016 έως ....2016, γεγονός που αμφισβητεί το εναγόμενο-εκκαλούν, δικαιούται ο ενάγων-εφεσίβλητος να λάβει αμοιβή κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και εφ' όσον αποδειχθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του, πλην όμως τη σχετική στηριζόμενη στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού επικουρική βάση απέρριψε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση ως μη νόμιμη.
Την κρίση αυτή της εκκαλουμένης απόφασης αναφορικά με την πρωτοδίκως απορριφθείσα επικουρική βάση της αγωγής δεν προσέβαλε με την κρινόμενη έφεση το εκκαλούν, ούτε με αυτοτελή έφεση ο ενάγων, ώστε να μπορεί το παρόν Δικαστήριο, σύμφωνα και με τα ανωτέρω εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να εξετάσει. Κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως προς την κύρια βάση της".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος [ήδη αναιρεσιβλήτου], εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κάνει δεκτή την αγωγή κατά την κύρια βάση της ως ουσία βάσιμη, και απέρριψε την αγωγή. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 100Α του Συντάγματος, 2 παρ. 1 και 2 περ.
α και β και 24 παρ. 1 έως 7 του Ν. 3086/2002 και 83 παρ. 2 Π.Δ/τος 410/1988 με το να δεχθεί ότι με βάση αυτές δεν ήταν επιτρεπτή η κατάρτιση με το Ελληνικό Δημόσιο σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, η οποία κατά τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 3, 4 και 5 του Ν.Δ/τος και 42, 43, 44 και 46 παρ. 2 του Ν.4194/2013 είναι πάντοτε αορίστου χρόνου, πλην όμως ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε καθότι, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά της κατάρτισης των από ....2012 και ....2014 συμβάσεων παροχής υπηρεσιών νομικού συμβούλου για ορισμένη διάρκεια μεταξύ του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και της Ειδικής Υπηρεσίας Δημοσίων Έργων ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΔΡΟΜΟΣ ΠΑΘΕ, η σύμβαση αυτή υπαγόταν στη ρύθμιση του άρθρου 41 παρ. 1 του Ν. 3669/2008, (σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 679/1977 και Π.Δ. 102/2000 για τη σύσταση της ως άνω Υπηρεσίας) που επιτρέπει την κατάρτιση αυτής για ορισμένη διάρκεια, κατά παρέκκλιση από κάθε γενική ή ειδική διάταξη.
Επομένως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 578 του ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης. Με το δεύτερο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της παραβίασης των άρθρων 42, 43, 44 και 46 του Ν. 4194/2013, 63 παρ. 3, 4, 5 και 94 παρ. 1 του Ν.Δ. 3026/1954 και 5 παρ.3 του ν. 3198/1955, καθότι ακόμη και στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η επίδικη σύμβαση παροχής υπηρεσιών νομικού συμβούλου ήταν άκυρη, ως αντιβαίνουσα στη διάταξη του άρθρου 100 Α του Συντάγματος και του Ν. 3086/2002, ο αναιρεσείων δικαιούτο ευθέως εκ του νόμου της αποζημίωσης, μετά την παύση αποδοχής των υπηρεσιών του.
Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, καθότι ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, εφόσον κατά τα ήδη προεκτεθέντα οι επίδικες από ....2012 και ....2014 συμβάσεις για την παροχή υπηρεσιών νομικού συμβούλου έναντι συμφωνηθείσας μηνιαίως αμοιβής μεταξύ Ειδικής Υπηρεσίας Δημόσιων Έργων ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΔΡΟΜΟΣ ΠΑΘΕ και του αναιρεσείοντος νομίμως είχαν καταρτισθεί με ορισμένη διάρκεια δώδεκα (12) και είκοσι τεσσάρων (24) μηνών αντίστοιχα, μετά την πάροδο της οποίας έληξαν αυτοδικαίως χωρίς ν' απαιτείται καταγγελία και χωρίς ο αναιρεσείων να δικαιούται της προβλεπόμενης από το άρθρο 94 παρ. 1 του Ν.Δ/τος 3026/1954 ή από το άρθρο 46 παρ. 3 του Ν. 4194/2013 αποζημίωσης.
Κατόπιν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα της ανοιγείσας με την αναίρεση δίκης θα συμψηφισθούν στο σύνολό τους καθότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθ. 179 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την επιστροφή του υπ' αριθμ. ... ηλεκτρονικού παραβόλου ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αναιρεσείοντος και κατά το λόγο της κληρονομικής μερίδας εκάστου.
Απορρίπτει την από 8.3.2021 και με αριθ. έκθ. κατάθ. 1872/209/14.4.2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 2184/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρίσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ