Legislator Case Law & Legislation
139/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on contract breach, ruling lower court correctly applied penalty clauses.

Case Number 139/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Third Instance Court of Thessaloniki's decision. The appellant argued the lower court erred in applying penalty clauses for late performance, but the court found the appellant was not in default. The court ruled the appeal inadmissible because it challenged the trial court's evidence evaluation and misidentified the applicable legal articles.

Legislator headnote

AI generated

Articles 681 and 694 of the Civil Code; The Supreme Court will not review the trial court's assessment of evidence regarding contract performance and penalty clauses unless a clear legal error is demonstrated.

Keywords

AI generated
contract for work penalty clause cassation appeal evidence evaluation default in performance Civil Code provisions costs of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Articles 681 and 694 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 and 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 139 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 139/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Ι., κατοίκου Αμφίπολης Σερρών, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Παναγιώτη Ανδρικόπουλου και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Β. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Σαφαρή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ροδολίβους, το οποίο με την 115/2008 απόφασή του παρέπεμψε αυτήν προς συνεκδίκαση με την από 29-11-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών.

Εκδόθηκε η 35/2010 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 138/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 856/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/2/2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[Ι] Με την κρινόμενη από 21-02-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 856/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δικάζοντας την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθ. 138/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών, που είχε απορρίψει την αγωγή του αναιρεσίβλητου και είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή του αναιρεσείοντος, έκανε δεκτή την έφεση του αναιρεσιβλήτου. Ακολούθως δε το ως άνω Δικαστήριο, αφού εξαφάνισε την πιο πάνω εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε και δίκασε την από 10-10-2007 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, καθώς και την από 29-11-2007 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά το αντίστοιχο μέρος της, απέρριψε την τελευταία αγωγή και έκανε δεκτή την πρώτη για το ποσό των 3.344 ευρώ ως υπόλοιπο αμοιβής από την αναφερόμενη σύμβαση έργου. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

[ΙΙ] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 681 και 694 του ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο αντισυμβαλλόμενος, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου• δηλαδή ο εργολάβος, κατ' εξαίρεση όσων με τις γενικές διατάξεις ορίζονται για τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, υποχρεούται σε προεκπλήρωση της κύριας παροχής του, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, όπως συμβαίνει όταν ορίσθηκε τμηματική παράδοση του έργου με αντίστοιχη τμηματική καταβολή της οφειλόμενης αμοιβής, αφού η υποχρέωση της προεκπλήρωσης αποτελεί ρύθμιση ενδοτικού δικαίου.

Ως έργο νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρ. 694 του ΑΚ τη συμφωνημένη αμοιβή του.

Αντίθετα, η παράδοση έργου με ελλείψεις, είτε πρόκειται για έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων είτε για ουσιώδη ή επουσιώδη ελαττώματα του έργου, δεν απαλλάσσει τον εργοδότη από την υποχρέωση καταβολής της εργολαβικής αμοιβής, ακόμη και αν πρόκειται για έργο άχρηστο, ούτε μπορεί ο εργοδότης να αποποιηθεί το προσφερόμενο σ' αυτόν ελαττωματικό έργο, ώστε να αποφύγει έτσι την καταβολή αμοιβής, αλλά έχει μόνον τα προβλεπόμενα στα άρθρ. 688-690 του ΑΚ δικαιώματα, εκτός βέβαια διαφορετικής και πάλι συμφωνίας τους (ΑΠ 286/2020, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 1789/2013, ΑΠ 183/2011, ΑΠ 346/2010).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 404, 405 και 407 ΑΚ προκύπτει ότι, επί συμφωνημένης με τη σύμβαση έργου ποινικής ρήτρας για την περίπτωση της μη προσήκουσας και ιδίως της μη έγκαιρης εκπλήρωσης της παροχής, ο δανειστής, εφόσον απαιτεί την ποινή που έχει καταπέσει, λόγω περιέλευσης του οφειλέτη σε υπερημερία, οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει τη σύμβαση (κύρια και παρεπόμενη περί ποινικής ρήτρας) και τις προϋποθέσεις της υπερημερίας του οφειλέτη. Οφείλει επίσης να επικαλεσθεί, όχι όμως και να αποδείξει, τη μη εκπλήρωση της παροχής. Στον οφειλέτη απόκειται να ισχυρισθεί και αποδείξει ότι έχει εκπληρώσει την παροχή ή ότι δεν έχει υπαιτιότητα για την καθυστέρηση. Κατά την έννοια δε των άρθρων 340, 341, 342 ΑΚ, ο οφειλέτης καθίσταται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της προς εκπλήρωση της παροχής ημέρας, εκτός αν η καθυστέρηση οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη. Έτσι, το πταίσμα του οφειλέτη δεν αποτελεί προϋπόθεση της αξίωσης του δανειστή, αλλ' αντιθέτως, η έλλειψη υπαιτιότητας του οφειλέτη θεμελιώνει καταλυτική ένσταση της αγωγικής αξίωσης, την οποία οφείλει ο τελευταίος να επικαλεσθεί και αποδείξει, οπότε θα θεωρηθεί ότι αυτός δεν περιήλθε σε υπερημερία, καθόσον η έλλειψη πταίσματος δεν είναι λόγος άρσης της υπερημερίας, αφού το πταίσμα του τεκμαίρεται, αλλά λόγος μη επέλευσής της (ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 1623/2014, ΑΠ 352/2011, ΑΠ 1489/2009).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου. Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 3/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα:

"Με το από 2 Φεβρουαρίου 2007 ιδιωτικό συμφωνητικό και τη συναφή συγγραφή υποχρεώσεων, που υπογράφηκαν αυθημερόν μεταξύ των διαδίκων, καταρτίστηκε σύμβαση έργου, στην ..., δυνάμει της οποίας ο ενάγων-εναγόμενος (ήδη εκκαλών) ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί στην κατασκευή των εσωτερικών και εξωτερικών επιχρισμάτων τριών τουριστικών οικιών, που ανεγείρονταν σε οικόπεδο ιδιοκτησίας του εναγομένου-ενάγοντος (ήδη εφεσίβλητου) στην ..., καθώς και των επιχρισμάτων της εξώπορτας και του τοιχίου περίφραξης αυτών (οικιών), με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που περιγράφονται αναλυτικά στα ανωτέρω έγγραφα (ιδιωτικό συμφωνητικό και συγγραφή υποχρεώσεων) και θα αναφερθούν παρακάτω κατά το ενδιαφέρον μέρος τους. Η εργολαβική αμοιβή του εκκαλούντος συμφωνήθηκε στο ποσό των 17.500 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 19%, στην οποία συμπεριλαμβανόταν και το κόστος για την προμήθεια, μεταφορά και παράδοση των απαραίτητων υλικών στο εργοτάξιο, καθώς και το κόστος των ασφαλιστικών εισφορών προς το ΙΚΑ και την οποία (αμοιβή) ο εφεσίβλητος υποχρεούταν να καταβάλει το 80% αυτής τμηματικά με την πρόοδο των εργασιών και το υπόλοιπο 20% με την παράδοση πλήρως αποπερατωμένου του έργου.

Αναφορικά με την ποιότητα της κατασκευής του έργου με ρητό όρο του άνω ιδιωτικού συμφωνητικό συμφωνήθηκαν επί λέξει τα εξής: "Στις ενώσεις μπετόν με τούβλα θα μπει υαλόπλεγμα για να μην παρουσιαστούν σχισμές, στα τοιχία θα μπει σουβάς μόνο πάνω από το έδαφος και θα τελειώσει κυκλικά, τα εξωτερικά επιχρίσματα της πρόσοψης θα κατασκευαστούν σύμφωνα με τα σχέδια πάντα όμως με σκοπό την καλύτερη διαμόρφωση των όψεων της οικοδομής, τα επιχρίσματα θα γίνουν σε τρεις στρώσεις: Η πρώτη στρώση θα είναι υδαρής (πεταχτό) με ασβεστοκονίαμα 50 Kgr τσιμέντου/m2, η δεύτερη στρώση (λάσπωμα) θα γίνει με ασβεστοκονίαμα 50 Kgr τσιμέντου, ένα μέρος ασβέστη και δύο μέρη άμμου ανάμικτη (4 μέρη άμμο λατομείου και 2 μέρη άμμο ποταμίσια) /m3 κονιάματος και η τρίτη στρώση θα γίνει με ψιλή αμμούδα από ένα μέρος ασβέστη και δύο μέρη ψιλή αμμούδα, τα εσωτερικά επίσης θα γίνουν κατά τρόπο όμοιο σε τρεις στρώσεις".

Με τον ίδιο όρο συμφωνήθηκαν, μεταξύ άλλων, και τα εξής: "Ο εργοδότης διατηρεί το απόλυτο δικαίωμα του ελέγχου της εργασίας που εκτελεί ο εργολάβος από άποψη ποιότητας, ακρίβειας εφαρμογής κλπ. Ο δε εργολάβος υποχρεούται στην άμεση αποξήλωση και ανακατασκευή των κακότεχνων τμημάτων του έργου εφόσον δοθεί σχετική εντολή από τον εργοδότη. Εάν ο εργολάβος δεν αποξηλώσει, ανακατασκευάσει το τμήμα του έργου που όπως πιο πάνω αναφέρθηκε καθώς και τα υλικά μέσα σε προθεσμία 10 (δέκα) ημερών, ο εργοδότης διατηρεί το δικαίωμα να προβεί στην απομάκρυνση, ανακατασκευή του τμήματος αυτού και όλες τις δαπάνες που θα προκύψουν θα είναι σε βάρος και για λογαριασμό του εργολάβου".

Επίσης, με τη συναφή συγγραφή υποχρεώσεων, που υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων, συμφωνήθηκε, εκτός των άλλων, ότι η κατασκευή θα πρέπει να τηρεί τους κανόνες της τέχνης και της επιστήμης, να εξασφαλίζει στατική ισορροπία και καλαίσθητη παρουσία της εξωτερικής πρόσοψης και να πληροί τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, ενώ η επίβλεψη αυτής (κατασκευής) συμφωνήθηκε να διενεργείται από τον αρμόδιο επιβλέποντα μηχανικό και τον ιδιοκτήτη.

Ακόμη, με όρο του άνω συμφωνητικού, που τιτλοφορείται "Ορισμός χρονοδιαγράμματος", η χρονική διάρκεια κατασκευής του έργου ορίστηκε από 20-03-2007 έως 01-06-2007, ενώ με έτερο όρο του ίδιου συμφωνητικού, που φέρει τον τίτλο "Χρονοδιάγραμμα", συμφωνήθηκε επί λέξει: "ότι σε περίπτωση που η κατασκευή δεν ολοκληρωθεί ως την ορισμένη ημερομηνία αποπεράτωσης, ο εργολάβος (εκκαλών) υποχρεούται να καταβάλει στον ιδιοκτήτη (εφεσίβλητο) ημερήσια ποινική ρήτρα των 100 ευρώ μέχρι την παράδοση του έργου". Με τους τελευταίους δύο όρους, όπως προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενό τους, συμφωνήθηκε ως χρόνος αποπεράτωσης του έργου η 1η-06-2007, σε περίπτωση δε καθυστέρησης παράδοσης αυτού συμφωνήθηκε η καταβολή στον εφεσίβλητο ποσού 100 ευρώ ως ποινική ρήτρα για κάθε ημέρα καθυστέρησης.

Σε εκτέλεση της επίδικης σύμβασης ο εκκαλών άρχισε τις εργασίες κατασκευής του έργου των επιχρισμάτων των ως άνω οικιών, της κοινής εξώπορτας και της περίφραξης αυτών στις 20-03-2007 και τις αποπεράτωσε έγκαιρα, την 1η Ιουνίου 2007. Η κατασκευή του επίμαχου έργου από τον εκκαλούντα, καθ' όλη τη διάρκειά της, όπως κατατέθηκε από τους μάρτυρες των διαδίκων, που εξετάσθηκαν πρωτοδίκως, πραγματοποιούταν υπό την επίβλεψη του αρχιτέκτονα μηχανικού Α.

Α., στον οποίο είχε ανατεθεί η επίβλεψη του έργου από τον εφεσίβλητο, και ο οποίος (μηχανικός), ανά τακτά χρονικά διαστήματα, προέβαινε σε έλεγχο της προόδου των εργασιών του έργου, ενημερώνοντας τον εφεσίβλητο, ο οποίος είναι κάτοικος Αθηνών, χωρίς να διατυπωθεί εκ μέρους τους οποιαδήποτε διαμαρτυρία (έγγραφη ή προφορική) σχετικά την ποιότητα της κατασκευής ή την ακρίβεια της εφαρμογής της, ο δε εφεσίβλητος κατέβαλε στον εκκαλούντα τμηματικά την αμοιβή του, όπως συμφωνήθηκε, έχοντας καταβάλει μέχρι τότε συνολικά το ποσό των 17.600 ευρώ.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι αμέσως μετά την περάτωση των εργασιών κατασκευής του έργου των επιχρισμάτων, ο εκκαλών εξέδωσε το υπ' αριθμ. …/4-6-2007 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών συνολικού ποσού 20.944 ευρώ , συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ 19% που βάρυνε τον εφεσίβλητο και κάλεσε τον τελευταίο να παραλάβει το έργο και να του καταβάλει το υπόλοιπο της αμοιβής του, ποσού 3.344 ευρώ, που αντιστοιχούσε στον αναλογούντα ΦΠΑ.

Όμως, ο εφεσίβλητος, με την από 06-08-2007 εξώδικη δήλωση, που κοινοποιήθηκε στον εκκαλούντα στις 08-08-2007 (βλ. την υπ' αριθμ. …/8-8-2007 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Σερρών Αργυρής Βελίκη-Γεωργιάδου) αρνήθηκε την παραλαβή του έργου που του προσφέρθηκε κατά την συμφωνηθείσα ημερομηνία παράδοσης και την καταβολή του υπολοίπου της αμοιβής στον εκκαλούντα, επικαλούμενος ότι το έργο δεν έχει ολοκληρωθεί, διότι έχει πολλές κακοτεχνίες και ατέλειες (και συγκεκριμένα τα επιχρίσματα δεν είναι επίπεδα και δεν βρίσκονται σε ευθεία γραμμή), καλώντας τον συγχρόνως να τα διορθώσει εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών και να του καταβάλει και τη συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα των 100 ευρώ ημερησίως λόγω μη έγκαιρης παράδοσης ολοκληρωμένου του έργου.

Ο εκκαλών με την από 10-08-2007 εξώδικη απάντησή του, την οποία κοινοποίησε στον εφεσίβλητο, αρνήθηκε ότι το έργο έχει κακοτεχνίες και ελλείψεις και ζήτησε και πάλι την εξόφληση του υπολοίπου της αμοιβής του.

Μετά ταύτα, κατόπιν αιτήσεως του εφεσίβλητου, με το υπ' αριθμ. πρωτ. .../19-9-2007 έγγραφο του TEE Ανατολικής Μακεδονίας διορίστηκε πραγματογνώμονας η Ι. Μ., αρχιτέκτονας μηχανικός, προκειμένου να γνωμοδοτήσει σχετικά με τη σωστή ή μη κατασκευή των επιχρισμάτων στις ως άνω οικίες του εφεσίβλητου και να προβεί σε εκτίμηση του κόστους επισκευής των κακοτεχνιών. Η εν λόγω πραγματογνώμονας, κατόπιν αυτοψίας που διενήργησε στο επίμαχο έργο στις 28-09-2007, συνέταξε την από Οκτώβριο του 2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, στην οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι διαπίστωσε ότι τα επιχρίσματα έχουν κατασκευαστεί μεν σε τρεις στρώσεις, εμφανίζουν όμως ελλείψεις και κακοτεχνίες, και συγκεκριμένα, όπως αναφέρει στην έκθεσή της, επί λέξει "εν πρώτoις εμφανίζονται ελαφρώς σαθρά, δίνοντας την εντύπωση ότι στην μεν πρώτη στρώση δεν έχει χρησιμοποιηθεί το απαραίτητο τσιμέντο 150 Kg/m3 και στην τρίτη στρώση λείπει η κατάλληλη ποσότητα ασβέστη, η τελική κάθετη επιφάνεια των επιχρισμάτων δεν είναι επίπεδη, αλλά εμφανίζει κοιλότητες με αποτέλεσμα την αισθητική υποβάθμιση του χώρου των μονοκατοικιών δεν είναι ευθείες οι ακμές ορισμένων γωνιών σε όλους τους εσωτερικούς χώρους", καταλήγοντας στο πόρισμά της ότι τα επιχρίσματα χρήζουν άμεσης επιδιόρθωσης ή ολικής αποκατάστασης, ώστε αυτά να ανταποκρίνονται στους κανόνες της τέχνης, της επιστήμης και της αισθητικής.

'Ομως, oι προαναφερόμενες ελλείψεις και ελαττώματα, που διαπιστώθηκε ότι υπήρχαν, μετά την εκτέλεση του έργου των επιχρισμάτων, από την ως άνω πραγματογνώμονα, ακόμη και αν θεωρηθούν ότι ήταν ουσιώδεις, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου (μάρτυρες, έγγραφα, πραγματογνωμοσύνη, τεχνικές εκθέσεις, φωτογραφίες) δεν αποδείχθηκε ότι καθιστούσαν το έργο εντελώς διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε, ούτε άλλωστε επικαλείται κάτι τέτοιο ο εφεσίβλητος, ώστε να θεωρείται ότι δεν αποπερατώθηκε και δεν παραδόθηκε κατά την αναφερόμενη έννοια του άρθρου 694 του ΑΚ, ενόψει του ότι, και αν ακόμη το έργο έχει ελλείψεις συμφωνημένων ιδιοτήτων ή πραγματικά ελαττώματα, ακόμη και ουσιώδη που το καθιστούν άχρηστο, δεν καθιστούν αυτό μη αποπερατωμένο και την παροχή του εργολάβου μη εκπληρωθείσα, αλλά παρέχουν στον εργοδότη τα δικαιώματα που ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 688-690 ΑΚ, Κατά συνέπεια, ο εκκαλών δεν κατέστη υπερήμερος, αφού κάλεσε τον εφεσίβλητο να παραλάβει το έργο των επιχρισμάτων, πλην όμως ο τελευταίος αρνήθηκε την παραλαβή, επικαλούμενος την ύπαρξη των προαναφερόμενων ελλείψεων και ελαττωμάτων, τα οποία, όμως, όπως ήδη εκτέθηκε, δεν καθιστούσαν το έργο μορφολογικά διάφορο του συμφωνηθέντος και δεν παρείχαν δικαίωμα σ' αυτόν (εφεσίβλητο) να αποποιηθεί το προσφερόμενο έργο, ώστε να καταστήσει τον εκκαλούντα υπερήμερο οφειλέτη σχετικά με τη παράδοση τούτου.

Επομένως, δεν συντρέχει περίπτωση κατάπτωσης της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας και επιδίκασης στον ενάγοντα-εφεσίβλητο του αιτηθέντος από την αιτία αυτή χρηματικού ποσού. Σύμφωνα λοιπόν με τα ανωτέρω πρέπει η από 29-11-2007 (αριθμ. εκθ. κατ. 369ΜΤ24/4-2-2008) αγωγή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς το αίτημα της επιδίκασης της καταπεσούσας ποινικής ρήτρας στον ενάγοντα (Γ.

Π.), που αποτελεί (το μόνο) αντικείμενο έρευνας της παρούσας δίκης όσον αφορά την ως άνω αγωγή, όπως έχει εκτεθεί.

Περαιτέρω, κατά τα προαναφερθέντα, αφού ο ενάγων-εκκαλών προσέφερε το έργο εμπροθέσμως, έστω και με τις ελλείψεις και τα ελαττώματα που προαναφέρθηκαν, οι οποίες όμως δεν το καθιστούσαν μορφολογικά διάφορο του συμφωνημένου και εντεύθεν δεν καθιστούσαν μη προσήκουσα την εκπλήρωση της παροχής του, αυτός δικαιούται το οφειλόμενο υπόλοιπο της συμφωνηθείσας αμοιβής του, που αντιστοιχεί στο νόμιμο ποσοστό ΦΠΑ επί του εκδοθέντος τιμολογίου , ποσού (17.600 x 19%) 3.344 ευρώ. Ο ισχυρισμός περί μη εκπληρώσεως της επίδικης συμβάσεως έργου λόγω της ύπαρξης των προαναφερόμενων ελλείψεων και ελαττωμάτων όσον αφορά την αγωγή του εκκαλούντος-εργολάβου, με την οποία ζητείται η επιδίκαση του υπολοίπου της συμφωνηθείσας εργολαβικής αμοιβής, αλυσιτελώς προβάλλεται από τον εφεσίβλητο-εργοδότη, εφόσον ο τελευταίος δεν επικαλείται-ούτε εξάλλου αποδείχθηκε-ότι το εκτελεσθέν έργο είναι παντελώς διάφορο του συμφωνηθέντος. Επομένως, πρέπει η από 10-10-2007 (αριθμ. εκθ. κατ. 138/11-10-2007) αγωγή να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος-εφεσίβλητος να καταβάλει στον ενάγοντα -εκκαλούντα το ως άνω ποσό των 3.344 ευρώ".

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 404, 405, 407, 340 επ. του ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως με τη μη εφαρμογή τους, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του δεν πληρούσαν το πραγματικό τους και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις ως άνω παραδοχές αυτής αναφέρεται ότι έλαβε χώρα εμπρόθεσμη, πλήρης και ολική παράδοση του έργου, καθώς και ότι οι εκτιθέμενες συγκεκριμένες ελλείψεις και ελαττώματα του έργου των επιχρισμάτων των ένδικων τριών οικιών, ακόμη και αν θεωρηθούν ουσιώδεις, δεν αποδείχθηκε ότι καθιστούν το έργο μορφολογικά διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε και ως εκ τούτου ο αναιρεσίβλητος εργολάβος δεν κατέστη υπερήμερος ως προς την εκπλήρωση της παροχής του για την εκτέλεση του έργου κατά τη συμφωνηθείσα ημέρα (01-06-2007), αφού νομίμως και εμπροθέσμως κάλεσε τον αναιρεσείοντα εργοδότη να παραλάβει τούτο και ο τελευταίος αρνήθηκε την παραλαβή, επικαλούμενος των ύπαρξη των προαναφερομένων ελλείψεων και ελαττωμάτων.

Επιπλέον, εκτίθεται σ' αυτήν ότι λόγω της κατά τα ως άνω έλλειψης της απαιτούμενης προϋπόθεσης της υπερημερίας του αναιρεσιβλήτου δεν συντρέχει περίπτωση κατάπτωσης της συμφωνηθείσας για την περίπτωση της μη έγκαιρης εκπλήρωσης της παροχής ποινικής ρήτρας και ως εκ τούτου είναι ουσιαστικά αβάσιμη η από 29-11-2007 (αριθ.

εκθ. καταθ. 369ΜΤ24/4-2-2008) αγωγή του αναιρεσείοντος περί επιδίκασης για την εν λόγω αιτία του ποσού των 15.000 ευρώ. Εξάλλου, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 694, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της αναίρεσης και όχι από το άρθρο 674, όπως από παραδρομή εσφαλμένα αναφέρεται σ' αυτό, την οποία δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό της και δικαιολογούσαν την εφαρμογή της.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις ως άνω παραδοχές αυτής ότι το έργο που εκτέλεσε πλήρως και παρέδωσε ολικά ο αναιρεσίβλητος εργολάβος δεν αποδείχθηκε ότι είναι μορφολογικά διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε, αναφέρεται ότι από τα παραπάνω δεν καθίσταται μη προσήκουσα η εκπλήρωση της παροχής του τελευταίου και συνεπώς αυτός δικαιούται το οφειλόμενο υπόλοιπο της συμφωνηθείσας αμοιβής του, που αντιστοιχεί στο νόμιμο ποσοστό ΦΠΑ επί του εκδοθέντος τιμολογίου, ποσού (17.600 x 19%=) 3.344 ευρώ, το οποίο αποτελεί και το αντικείμενο της από 10-10-2007 και υπ' αριθ.

κατάθεσης 138/11-10-2007 αγωγής του ιδίου.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις. Κατά τα λοιπά ο ίδιος ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν ελέγχεται από το Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Επίσης, απαράδεκτος λόγω αοριστίας είναι και ο πιο πάνω λόγος κατά το μέρος αυτού με το οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει παραβίαση από το Εφετείο των ερμηνευτικών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Τούτο δε διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το Εφετείο διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή αμφίβολου σημείου στις δηλώσεις βουλήσεων των συμβαλλομένων στην ένδικη σύμβαση έργου (ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 867/2018, ΑΠ 853/2002). Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε'του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21-02-2019 αίτηση του Γ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 856/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ