Supreme Court dismisses appeal where lower court rejected suit without examining evidence due to procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by eighteen individuals against a First Instance Court decision rejecting their lawsuit as legally unfounded. The appellants argued procedural errors regarding the lower court's failure to examine evidence, but the Court held that such errors are inadmissible when the original suit was dismissed for procedural reasons. Consequently, the Court ruled that the lower court did not need to evaluate the evidence because it never conducted a substantive trial on the merits.
Legislator headnote
AI generatedArticles 10, 12, 19, 20 of Article 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging errors in the evaluation of evidence is inadmissible when the lower court rejected the lawsuit as legally unfounded without conducting a substantive examination of the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1399 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1399/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Σ. του Β., κατοίκου ..., 2) Ε. Π. του Θ., κατοίκου ..., 3) Α. Ζ. του Σ., κατοίκου ..., 4) Α. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 5) Α. Ρ. του Ν., κατοίκου ..., 6) Χ. Γ. του Θ., κατοίκου ..., 7) Τ. Χ. του Π., κατοίκου ..., 8) Β. Π. του Ν., κατοίκου ..., 9) Ε. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 10) Ι. Λ. του Κ., κατοίκου ..., 11) Χ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 12) Β. Δ. του Α., κατοίκου ..., 13) Π. Π. του Π., κατοίκου ..., 14) Μ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 15) Σ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 16) Ε. Π. του Σ., κατοίκου ..., 17) Η. Μ. του Π., κατοίκου ..., και 18) Σ. Β. του Α., κατοίκου ... Η 11η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Κολλύρη, με δήλωση του άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, ως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών με έδρα την Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Ευάγγελο Τσάκαλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2292/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 2334/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-3-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η υπό κρίση από 10 Μαρτίου 2022 και με αριθμό κατάθεσης 2107/197/17-3-2022 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών με αριθμό 2334/10-5-2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών της οποίας αρχική δικάσιμος ορίστηκε η 17η-10-2023, οπότε και ματαιώθηκε η συζήτηση αυτής, λόγω διεξαγωγής αυτοδιοικητικών εκλογών και προσδιορίστηκε οίκοθεν με την από 18-10-2023 πράξη του Προέδρου του παρόντος Β2 Τμήματος κατ' εφαρμογή του άρθρου 260 παρ. 4 του ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 16 του Ν.4842/2021 και ισχύει από 1-1-2022 (άρθρα 120 και 116 παρ. 1β αυτού), για την παρούσα δικάσιμο της 16ης Ιανουαρίου 2024, εγγραφείσα στο πινάκιο από τον Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, η εγγραφή δε της υπόθεσης στο πινάκιο, ισχύει ως κλήτευση ως προς όλους τους διαδίκους (άρθρο 260 παρ. 4 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος και υπό τον όρο ότι η επίσπευση της συζήτησης έλαβε χώρα εγκύρως, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 929/2023, ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 1019/2021, ΑΠ 110/2020).
Ακόμη, με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ. α' του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, ενώ με τη διάταξη του εδαφίου β του ιδίου άρθρου, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, ορίζεται ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Συνακόλουθα, αν οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και απολείπεται ή δε μετέχει προσηκόντως της συζήτησης ένας εξ αυτών σε περίπτωση απλής ομοδικίας, όπως επί αγωγής περισσοτέρων εργαζομένων προς επιδίκαση υπέρ εκάστου μισθολογικών αξιώσεων (ΑΠ 929/2023, ΑΠ 1298/2022, ΑΠ 540/2020), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς ομοδίκους που δεν έχουν κλητευθεί (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 929/2023, ΑΠ 415/2020, ΑΠ 306/2020).
Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 929/2023, ΑΠ 1806/2022, ΑΠ 306/2020).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.
Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22-12-2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.
Κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 1961/2022, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 306/2020). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι αν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι 01 διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΟλΑΠ 9/1992).
Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 1806/2022, ΑΠ 542/2020, ΑΠ 306/2020, ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 1622/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της ένδκης αίτησης αναίρεσης, που έλαβε χώρα κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο (16-1-2024), δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο η 11η αναιρεσείουσα Χ.
Σ., ούτε υποβλήθηκε ως προς την ως άνω διάδικο η κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης. Περαιτέρω, προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση, από τους παρισταμένους αναιρεσείοντες, με αριθμ. ...-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ι.-Ι.
Κ., ότι όλοι οι αναιρεσείοντες, δεκαοκτώ (18) τον αριθμό, επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, καθόσον κατόπιν παραγγελίας του Ηλία Κολλύρη με την ιδιότητα του πληρεξούσιου δικηγόρου όλων των αναιρεσειόντων, που αναφέρονται στο επιδοθέν δικόγραφο, ακριβές αντίγραφο αυτής με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο της 17ης-10-2023, οπότε ματαιώθηκε η συζήτηση της υπόθεσης, λόγω διενέργειας αυτοδιοικητικών εκλογών και επαναφέρθηκε οίκοθεν, όπως προεκτέθηκε, για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, καθώς και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο.
Όμως, ως προς την 11η αναιρεσείουσα, που, όπως προεκτέθηκε, δεν εμφανίσθηκαν κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, δεν αποδεικνύεται ότι αυτή είχε χορηγήσει πληρεξουσιότητα στον ως άνω δικηγόρο Ηλία Κολλύρη που υπέγραψε, για λογαριασμό όλων των αναιρεσειόντων, την παραγγελία προς επίδοση της ένδικης αίτησης αναίρεσης προς το αναιρεσίβλητο με κλήση προς συζήτηση για την προαναφερθείσα δικάσιμο, να επισπεύσει και για λογαριασμό της τη συζήτηση αυτής, αφού δεν προσκομίζεται έγγραφη περί τούτου εξουσιοδότηση της εν λόγω αναιρεσείουσας προς αυτόν με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής της από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης ή συμβολαιογραφικό προς αυτόν πληρεξούσιο, ούτε αποδεικνύεται ότι αυτή κλητεύθηκε από το αναιρεσίβλητο αλλά ούτε και από τους απλούς ομόδικούς της αναιρεσείοντες, για να παραστεί στη συζήτηση της εν λόγω αίτησης αναίρεσης.
Κατά συνέπεια ακύρως η ως άνω αναιρεσείουσα επέσπευσε τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, δεν προκύπτει κλήτευσή της, προκειμένου να παραστεί κατά την εκδίκαση αυτής, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτήν, καθότι συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς προσηκόντως παρισταμένους αναιρεσείοντες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για την 11η αναιρεσείουσα.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η από 20-1-2020 με αριθ. καταθ. 9537/664/31-1-2020 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της με αριθμό 2292/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η από 10-6-2016 με αριθ.καταθ. 35572/1167/29-6-2016 αγωγή.
Με την αγωγή τους αυτή 25 συνολικά ενάγοντες, μεταξύ των οποίων και οι ήδη αναιρεσείοντες, εξέθεταν ότι είναι εργαζόμενοι με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στο Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού κατέχοντας τις αναφερόμενες ειδικότερα στην αγωγή θέσεις και ειδικότητες, στις οποίες κατετάγησαν το έτος 2015.
Ότι παρείχαν τις υπηρεσίες τους στο Υπουργείο Πολιτισμού από το έτος 1990 με συμβάσεις έργου ορισμένου χρόνου, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου, γεγονός που κρίθηκε μεταγενέστερα, καθόσον μετά τη θέσπιση του π.δ. 164/2004 υπέβαλαν αιτήσεις για την υπαγωγή τους στις διατάξεις του άρθρου 11 αυτού, οι οποίες απορρίφθηκαν, ακολούθως όμως, υπέβαλαν αιτήσεις θεραπείας στο Α.Σ.Ε.Π, οι οποίες, αφού εξετάστηκαν τα έτη 2009 και 2010 κρίθηκε ότι με την εργασία τους καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου, γεγονός που χαρακτηρίζει τη σχέση εργασίας τους εξαρχής ως ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Ότι ενώ το έτος 2010 υπέβαλαν τα δικαιολογητικά τους για την κατάταξή τους σε θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ακολούθως το Δεκέμβριο του έτους 2010 δημοσιεύθηκαν στο ΦΕΚ δυο αποφάσεις για τη σύσταση οργανικών θέσεων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στο Υπουργείο Πολιτισμού, εξαιτίας των αναλυτικά αναφερομένων στην αγωγή ενεργειών των υπηρεσιών και οργάνων του εναγόμενου, τελικά το έτος 2015 δημοσιεύθηκε στα ΦΕΚ 1275/Γ/15-12-2015, 1304/Γ/22-12-2015 και 1340/Γ/31-12-2015 η κατάταξή τους σε θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Ότι η παράλειψη του εναγομένου να τους κατατάξει άμεσα σε θέσεις εργασίας, η οποία υλοποιήθηκε μετά πάροδο πολλών ετών, (2010-2015) αντίκειται στις αρχές της χρηστής διοίκησης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικούμενου, παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας και την αρχή της ισότητας και αντίκειται και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, όπως ειδικότερα στην αγωγή αναλύεται.
Ζήτησαν δε κατόπιν αυτών, μετά από παραδεκτή μετατροπή του αγωγικού αιτήματος την καταβολή και αναγνώριση καταβολής από το εναγόμενο σε καθέναν τους, των αιτουμένων ποσών για μισθούς υπερημερίας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η ένδικη αναίρεση ως προς τους λοιπούς προσηκόντως παρισταμένους διαδίκους ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός διετίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον από την έρευνα του φακέλλου δεν προκύπτει επίδοσή της (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση και επιπλέον να καθορίζονται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 203/2022, ΑΠ 1274/2020, ΑΠ 56/2020).
Εάν ο αναιρετικός λόγος δεν περιέχει τα ανωτέρω στοιχεία, απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα (ΑΠ 203/2022, ΑΠ 56/2020, ΑΠ 563/2019). Απλή δε μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ ή απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης, που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς προσδιορισμό των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ' αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος, δεν αρκεί για την πληρότητα του λόγου αυτού (ΑΠ 1471/2022, ΑΠ 1022/2022, ΑΠ 475/2022, ΑΠ 718/2020).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 477/2022, ΑΠ 9/2022, ΑΠ 1575/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017).
Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός, ο ως άνω, αναιρετικός λόγος απαιτείται να αναφέρονται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη ή οι συγκεκριμένες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκαν, το συγκεκριμένο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, στο οποίο κατά την άποψη του αναιρεσείοντος υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας, καθώς και η επίδραση του σφάλματος αυτού στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή στην έννομη συνέπεια που εσφαλμένα διαγνώσθηκε ή δεν διαγνώσθηκε (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 772/2023, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 637/2017, ΑΠ 316/2017).
Επίσης δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης.
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).
Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018).
Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α)τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 954/2023, ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/2018).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 203/2022, ΑΠ 1446/2019).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 1093/2010). Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 203/2022, ΑΠ 1446/2019, ΑΠ 76/2016), Για το ορισμένο του, από τον αριθμό 8β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, ότι δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, θα πρέπει να διαλαμβάνεται στον οικείο αναιρετικό λόγο ποιά ήταν τα "πράγματα" που προτάθηκαν και ποιά επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης και να παρατίθενται και όλα τα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 14/2022, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 56/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με την κρινόμενη αίτηση προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1α,1β και 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναφέροντας στο αναιρετήριο τις ως άνω διατάξεις ενάριθμα και το περιεχόμενό τους, ως και το κατ' αυτούς πραγματικό μέρος της υπόθεσης, χωρίς να διαλαμβάνονται οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που παραβιάστηκαν και το περιεχόμενό τους και ειδικότερα α) ως προς την αποδιδόμενη από τον αριθμό 1α του ως ανω άρθρου πλημμέλεια δεν εκτίθενται επιπλέον τα νομικά ερμηνευτικά σφάλματα της προσβαλλόμενης απόφασης, β)ως προς την αποδιδόμενη από τον αριθμό 1β του ως άνω άρθρου πλημμέλεια δεν εκτίθενται επιπλέον ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας και η αληθής έννοια αυτών που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και γ)ως προς την αποδιδόμενη από τον αριθμό 8β του ίδιου άρθρου πλημμέλεια δεν εκτίθεται επιπλέον ποίο ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα από τους αναιρεσείοντες, δεν έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και ποία ήταν η επίδραση αυτού του ισχυρισμού στην έκβαση της δίκης.
Η έλλειψη των ανωτέρω αναγκαίων στοιχείων καθιστά τις ανωτέρω αιτιάσεις από τους αριθμούς 1α,1β και 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ απορριπτέες ως απαράδεκτες λόγω αοριστίας, καθόσον απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ και απλή παράθεση του κειμένου των εν λόγω διατάξεων, καθώς και η παράθεση του κατά την εκδοχή τους πραγματικού μέρους της υπόθεσης, χωρίς προσδιορισμό των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται από την κάθε διάταξη για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος, δεν αρκεί για την πληρότητα του λόγου αυτού.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 1/1999). Ο ως άνω λόγος αναίρεσης προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και σύνταξη ελάσσονος πρότασης, με τη διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος, από την προσβαλλόμενη απόφαση, με συνέπεια να μην ιδρύεται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 954/2023, ΑΠ 589/2022, ΑΠ 109/2022).
Εξάλλου, ο λόγος από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά γεγονότα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, ενώ δεν απαιτείται η αξιολόγηση των επί μέρους αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων (ΑΠ 800/2021, ΑΠ 1592/2008). Για να ιδρυθεί ο ως άνω λόγος αναίρεσης, προϋποτίθεται, ότι το δικαστήριο έκρινε την ουσία της διαφοράς.
Συνεπώς, ο λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν υπεισήλθε στην ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, αλλά απέρριψε την αγωγή (ή τον ισχυρισμό) ως μη νόμιμη ή απαράδεκτη ή ως πρόωρη (ΑΠ 1064/2021, ΑΠ 289/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσδίδει σε κάποιο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που ορίζει ο νόμος. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το Δικαστήριο δεν ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη (ΑΠ 640/2022).
Τέλος, ο εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης που αφορά παραμόρφωση εγγράφου, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο αυτού κάτι διαφορετικό από το πραγματικό που αναφερόταν στο έγγραφο αυτό, προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, με βάση το με επίκληση προσκομιζόμενο από τους διαδίκους αποδεικτικό υλικό, από το οποίο καταστρώνεται η ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού.
Επομένως, ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη, αόριστη ή ως νομικά αβάσιμη, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο δεν ερευνά το αποδεικτικό υλικό, και ειδικότερα το περιεχόμενο αποδεικτικού εγγράφου, εφόσον δεν προβαίνει στην ουσιαστική έρευνα της ιστορικής βάσης της αγωγής. (ΑΠ 1308/2018, ΑΠ 918/2017, ΑΠ 192/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με την κρινόμενη αίτηση προσάπτουν ακόμη στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 10,12,19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Οι ως άνω πλημμέλειες όμως, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι το Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη και δεν ερεύνησε αυτή κατ' ουσίαν.
Συνεπώς, α) δεν ιδρύεται η αποδιδόμενη από τον αριθμό 19 του ως άνω άρθρου πλημμέλεια που αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας, καθόσον δεν συντάχθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση ελάσσων πρόταση με τη διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος, β) δεν ιδρύονται οι αποδιδόμενες από τους αριθμούς 10, 12 και 20 του ως άνω άρθρου πλημμέλειες, που αναφέρονται σε εκτίμηση και αξιολόγηση αποδεικτικών μέσων προς διαμόρφωση αποδεικτικού πορίσματος, που εν προκειμένω δεν διατυπώθηκε, αφού η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και δεν ερευνήθηκε από το Δικαστήριο το αποδεικτικό υλικό, εφόσον δεν προέβη στην ουσιαστική έρευνα της αγωγής. Κατόπιν αυτών, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, που κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένων, κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθμό 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει το χωρισμό της δίκης ως προς την αναιρεσείουσα Χ. Σ.
Κηρύσσει ως προς αυτήν απαράδεκτη τη συζήτηση της από 10-3-2022 και με αριθμό κατάθεσης 2107/197/17-3-2022 αίτησης για αναίρεση της με αριθμό 2334/10-5-2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει την αίτηση ως προς τους λοιπούς προσηκόντως παρισταμένους αναιρεσείοντες.
Καταδικάζει τους παρισταμένους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου τα οποία καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2024.
Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος, η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ