Appeal dismissed in part for two plaintiffs; appeal rejected in full for two others due to inadmissibility.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the second-instance judgment in part for two plaintiffs, remanding their case for retrial, while rejecting the appeal in full for two other plaintiffs. The court held that the second-instance court had dismissed the original suit as legally unfounded without examining the evidence, rendering specific grounds for appeal inadmissible. Consequently, the appeal was allowed only for the first plaintiff, and the public law entity was ordered to partially pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94, 96, 98, 104 of the Code of Civil Procedure; When a court of second instance dismisses a suit as legally unfounded without examining the evidence, appeals alleging failure to consider documents or distortion of administrative decisions are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 918 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 918/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Δ. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Α. Π. του Σ., κατοίκου ..., και 3) Ε. Ν. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαριδήμο Βεργούλη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Κοινωνικού Πολιτιστικού Οργανισμού ...", ως καθολικού διαδόχου του Δημοτικού Παιδικού Σταθμού ... που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αντωνιάδη, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/7/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 553/2012 του ίδιου Δικαστηρίου, 1350/2013 και 2498/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 27/8/2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πιπιλίγκας ανέγνωσε την από 17/5/2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Απόστολου Παπαγεωργίου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ.1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά τη διάταξη του άρθρου 96 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή την έκθεση και κατά τη διάταξη του άρθρου 104 εδ.
τελευταίο του ιδίου Κώδικα το δικαστήριο εξετάζει σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η πληρεξουσιότητα που χορηγείται σε δικηγόρο για την εκπροσώπηση κάποιου διαδίκου ενώπιον του Αρείου Πάγου (μετά την κατάργηση από 1.1.2016 της διάταξης του άρθρου 665 παρ.2 εδ.
τελευταίο του ΚΠολΔ που είχε προστεθεί με το άρθρο 15 παρ.6 του Ν. 4055/2012 και επέτρεπε τη χορήγηση αυτής επί εργατικών διαφορών και με ιδιωτικό έγγραφο, φέροντος βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή) δίνεται πλέον μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση του διαδίκου (και επί νομικού προσώπου του κατά νόμο εκπροσωπούντος αυτό) που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Η έλλειψη της πληρεξουσιότητας, εξεταζομένη και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 13/2008). Τέλος με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στη προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της ένδικης από 27.8.2015 και με αριθμό κατάθεσης ...9.2015 αίτησης αναίρεσης από τη σειρά της στο πινάκιο, το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο του Νικόλαο Αντωνιάδη, στον οποίο, όπως προκύπτει από το με επίκληση προσκομιζόμενο απόσπασμα της υπ’ αριθ. 35/2016 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ, ανατέθηκε ο χειρισμός της υπόθεσης και η εκπροσώπηση αυτού στον Άρειο Πάγο προς απόκρουση της ως άνω αίτησης αναίρεσης, για το λόγο ότι η μοναδική δικηγόρος της νομικής υπηρεσίας του Δήμου, ως παρ’ Εφέταις δικηγόρος, δεν μπορούσε να εκπροσωπήσει το αναιρεσίβλητο.
Δεν προσκομίζεται όμως, ούτε γίνεται επίκληση από το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ συμβολαιογραφικού εγγράφου περί διορισμού του ανωτέρω δικηγόρου, ως πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ για την εκπροσώπηση αυτού ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ούτε άλλωστε κατά τη συζήτηση εμφανίσθηκε ο κατά νόμο νόμιμος εκπρόσωπος του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ, προκειμένου με προφορική δήλωση αυτού, καταχωριζομένη στα οικεία πρακτικά, να λάβει χώρα ο ανωτέρω διορισμός.
Επομένως, λόγω της έλλειψης αυτής, το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ θεωρείται δικονομικά απόν. Από δε την υπ’ αριθμό .../11 Μαρτίου 2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Η. Τ., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι επισπεύδουσες τη συζήτηση αναιρεσείουσες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ανωτέρω από 27.8.2015 και με αριθ.
κατάθ. ...9.2015 αίτησης αναίρεσης αυτών με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αρχικώς ορισθείσα στις 31.5.2016, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτών νόμιμα και εμπρόθεσμα στην έδρα αυτού σε συνεργάτιδα - υπάλληλο του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ, λόγω απουσίας του νομίμου εκπροσώπου του (άρθ. 126 περ.
δ και 129 παρ.1 του ΚΠολΔ). Κατά τη δικάσιμο αυτή η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας, οπότε εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο. Εφόσον δε κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. δ του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ. β του ιδίου Κώδικα, δεν απαιτείται κλήση του διαδίκου για εμφάνιση του κατά την ορισθείσα μετ’ αναβολή δικάσιμο και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ έχει νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί από τις επισπεύδουσες τη συζήτηση αναιρεσείουσες, για την ως άνω δικάσιμο οπότε εκδικάσθηκε η υπόθεση, και κατά συνέπεια η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης πρέπει να χωρήσει κατά το άρθρο 576 παρ.2 του ΚΠολΔ σαν να ήταν αυτό παρόν.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) προκύπτει, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο έναντι της καταβολής μισθού, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος, και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι’ αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.
Η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διακρίνεται τόσο της σύμβασης έργου (άρθ. 681 επ. του ΑΚ), στην οποία οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη περάτωση της μεταξύ αυτών συμβατικής σχέσης (ΑΠ 58/2015, ΑΠ 2202/2014, ΑΠ 313/2013), όσο και της σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών (άρθ. 648 επ.
του ΑΚ) όπου ο εργαζόμενος παρέχει έναντι μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες και εντολές αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του (ΟλΑΠ 28/2005, ΑΠ 171/2016, ΑΠ 2242/2013, ΑΠ 312/2011). Εξάλλου, σύµβαση μαθητείας είναι η σύµβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαµβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισµένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης.
Ειδικότερες μορφές της σύµβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύµβαση μαθητείας και η σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας). Στη γνήσια σύµβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του.
Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας, για την οποία δεν υπάρχει σχετική νομοθετική ρύθμιση, όταν ο μαθητευόμενος παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο την εργασία του εφαρμόζονται μόνο αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τη σύμβαση εργασίας, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.
Αντίθετα, στη σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελµα, οπότε η εκμάθηση εκ µέρους του επέρχεται ως αυτόµατη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.
Συνεπώς, επ’ αυτής εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύµβασης αυτής είναι η παροχή εκ µέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αµοιβής, και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύµφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 217/2017, ΑΠ 933/2015, ΑΠ 126/2015, ΑΠ 885/2014, ΑΠ 1080/2014).
Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας.
Αντίθετα η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό αυτής. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται να λάβει χώρα καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης (ΑΠ 217/2017, ΑΠ 104/2016). Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί με το άρθρο 11 του ΑΝ 547/1937, ορίζεται ότι "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικείμενη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον.
Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ’ ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".
Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων με τη σύναψη συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συνήθως συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειας τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και άρθρα 1, 3, 5 του Β.Δ/τος 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα αυτών ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΑΠ 1664/2007).
Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της μεταξύ των μερών συμβατικής σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, ως κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ.3 και 87 παρ.2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια ήθελαν προκύψει και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση.
Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου, των ΟΤΑ, των ΝΠΔΔ και γενικότερα των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 18/2006). Με τη διάταξη του άρθρου 80 του Ν. 2362/1995 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", που εφαρμόζονται αναλόγως και στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) ως και στα λοιπά δημοτικά και κοινοτικά νομικά πρόσωπα (ΑΠ 58/2015, ΑΠ 2189/2014, ΑΠ 1047/2012), εφόσον οι ως προς αυτούς προστατευτικές διατάξεις δεν είναι ευνοϊκότερες, σύμφωνα με τα άρθρα 3 του Ν.Δ/τος 31/1968 και 304 του κατά τη κρίσιμη περίοδο ισχύοντος Π.Δ/τος 410/1995 (ΦΕΚ Α 231) με το οποίο κωδικοποιήθηκαν σε ενιαίο κείμενο οι διατάξεις του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ήδη άρθρο 276 Ν. 3463/2006) ορίζεται ότι για το κύρος σύμβασης του Δημοσίου (ή αναλόγως Δήμου ή Κοινότητας ή δημοτικού ΝΠΔΔ) με αντικείμενο αξίας μεγαλύτερης των τετρακοσίων χιλιάδων (400.000) δραχμών ή που γεννά διαρκή υποχρέωση αυτού, απαιτείται η κατάρτιση της να γίνει με ιδιωτικό τουλάχιστον έγγραφο και ότι το ανωτέρω ποσό μπορεί να τροποποιείται με απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών.
Με την ίδια διάταξη (εδ. β αυτής) ορίζεται ότι επί συμβάσεως, η αποδοχή της πρότασης δύναται να γίνει και με χωριστό έγγραφο, η υπό του αντισυμβαλλομένου όμως του Δημοσίου εκπλήρωση της παροχής του αίρει την εκ της ελλείψεως του γραπτού τύπου της αποδοχής ακυρότητα της σύμβασης. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 84 εδ.α του ιδίου Ν. 2362/1995 η καθοιονδήποτε τρόπο παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 79 έως και 84 του παρόντος νόμου επάγεται ακυρότητα της σύμβασης.
Αντίστοιχη του άρθρου 80 του Ν. 2362/1995 είναι και η διάταξη του άρθρου 41 του Ν. Δ/τος 496/1974 "Περί λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" (ΦΕΚ Α 204) για χρηματικά ποσά άνω των 150.000 δραχμών, που εξαιρεί όμως από το πεδίο εφαρμογής της κατά το άρθρο 56 παρ.1 αυτού τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τα εξ αυτών εξαρτώμενα νομικά πρόσωπα και ιδρύματα.
Ήδη δε με τις υπ’ αριθ. 2/59649/452/0026/2001 (Φ.Ε.Κ. Β’ 1427/22.10.2001) και οικ2/42053/0094/2002 (ΦΕΚ Β 1033/7.8.2002) αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών αυξήθηκαν τα χρηματικά ποσά των 400.000 και 150.000 δραχμών, που ορίζονταν αντιστοίχως από τις διατάξεις του άρθρου 80 του Ν. 2362/1995 και του άρθρου 41 του Ν.Δ. 496/1974, στο χρηματικό ποσό των 2.500 ευρώ.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, που απαιτείται για τις καταρτιζόμενες για λογαριασμό του Δημοσίου ή αναλόγως του Δήμου ή Κοινότητας ή των δημοτικών ΝΠΔΔ ως άνω συμβάσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, γι’ αυτό και η έλλειψη του καθιστά κατά τα άρθρα 158 και 159 παρ. 1 ΑΚ άκυρη τη σύμβαση, η οποία συνακόλουθα θεωρείται κατά το άρθρο 180 ΑΚ ως μη γενομένη.
Η ακυρότητα αυτή, η οποία είναι απόλυτη, αίρεται, σε περίπτωση εκτέλεσης της σύμβασης, μόνο όταν για τη σύμβαση προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (ΟλΑΠ 862/1984, υπό τις ομοίου περιεχομένου ρυθμίσεις του Ν.Δ/τος 321/1969 "Περί Κώδικος δημοσίου λογιστικού", ΑΠ 58/2015, ΑΠ 430/2015, ΑΠ 1442/2014, ΑΠ 1378/2011, ΑΠ 1135/2010, ΑΠ 1161/2009).
Στην περίπτωση τέτοιας ακυρότητας, όπως συμβαίνει επί παροχής εξαρτημένης εργασίας σε ΝΠΔΔ δυνάμει προφορικώς καταρτισθείσας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, ο μισθωτός διατελεί με τον εργοδότη σε απλή σχέση εργασίας και κατά συνέπεια δεν έχει αξιώσεις από τη σύμβαση εργασίας για δεδουλευμένους μισθούς ή για τη συνέχιση της σχέσης εργασίας ή την καταβολή αποδοχών υπερημερίας, σε περίπτωση τυχόν άρνησης αποδοχής των υπηρεσιών αυτού από τον εργοδότη, εφόσον η υπερημερία προϋποθέτει έγκυρη σύμβαση εργασίας (ΑΠ 911/2015, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 24/2014, ΑΠ 622/1991), αλλά έχει μόνο όσες αξιώσεις παρέχονται σ’ αυτόν ευθέως από το νόμο, ανεξάρτητα από το κύρος της εργασιακής του σύμβασης, όπως είναι η αποζημίωση για την καταγγελία της αορίστου χρόνου σχέσης εργασίας (ΟλΑΠ 192/1962), τα επιδόματα (δώρα) εορτών και αδείας, οι αποδοχές αδείας και η προσαύξηση για την παροχή παράνομης υπερωριακής εργασίας, ενώ επί πλέον παρέχεται στον εργαζόμενο και η αξίωση αναζήτησης των δεδουλευμένων αποδοχών του κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, σύμφωνα με τα άρθρα 904 επόμ.
του ΑΚ (ΑΠ 58/2015, ΑΠ 1135/2010, ΑΠ 250/2006). Ανεξαρτήτως των ανωτέρω, που αφορούν τον τύπο κατάρτισης της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μισθωτού απασχολουμένου στο Δημόσιο, Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και ΝΠΔΔ, με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2190/1994 ορίσθηκε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και γενικότερα τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με (έγκυρη) σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή αυτής σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 10 περ.
ε του Ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται αυτεπαγγέλτως για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 Π.Κ. και παραπέμπονται υποχρεωτικά στην αρμόδια πειθαρχική δικαιοδοσία. Επίσης με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ.1 και 2 του ιδίου νόμου προβλέφθηκε η πρόσληψη προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την αντιμετώπιση απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών μόνο σε περιπτώσεις εκτεταμένων ζημιών από σεισμούς, πλημμύρες, παγετούς και πυρκαϊές ή σε περιπτώσεις κήρυξης νομού ή συγκεκριμένης περιοχής σε κατάσταση έκτακτης ανάγκες εξ αιτίας γεγονότων από τα οποία προκύπτει άμεσος κίνδυνος ζωής ή περιουσίας και για διάστημα τεσσάρων μηνών από την επέλευση του γεγονότος ή τη κήρυξη της έκτακτης ανάγκης, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως ανανέωση ή παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης ή μετατροπή αυτής σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Ο ίδιος νόμος (2190/1994) ορίζει στην παρ.3 του άρθρου 14 αυτού ότι ο διορισμός ή η πρόσληψη τακτικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ.1, γίνεται είτε με γραπτό διαγωνισμό, είτε με καθορισμένη σειρά προτεραιότητας, σύμφωνα με τους όρους και διαδικασίες που ορίζονται από τις διατάξεις του, τις οποίες ειδικότερα θεσπίζει αντίστοιχα στις διατάξεις των άρθρων 15 και 18 αυτού, αναλόγως των απαιτουμένων κατά τη κείμενη νομοθεσία τυπικών προσόντων για τις αντίστοιχες προσλήψεις, και μετά από προηγουμένη προκήρυξη, υπό την έγκριση ή τον έλεγχο και εποπτεία του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ).
Εξάλλου στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.
Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ.2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού, μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ.3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έλαβε χώρα με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17.4.2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι: "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παρ. 5 (περί της οποίας δεν πρόκειται στην ένδικη υπόθεση), γίνεται είτε με διαγωνισμό, είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει".
Επίσης στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ’ Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του Ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.
Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17.4.2001 και εφεξής) δεν μπορούν ούτε και με νόμο να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη.
Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς τη τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος (Ν.2190/1994) για τη πρόσληψη τακτικού προσωπικού.
Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου (ΟλΑΠ 19, 20/2007).
Συνεπώς στις συναφθείσες μετά τις 17.4.2001 διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου σε φορείς του δημοσίου τομέα, δεν είναι πλέον δυνατή η εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν.2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος, από τις οποίες προκύπτει κατά τα ήδη προεκτεθέντα ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 1, 3, 5 του Β.
Δ/τος 16/18.7.1920), ανακύπτει ακυρότητα αυτών ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου, χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΟλΑΠ 19 και 20/2007). Πολλώ δε μάλλον υπό την ισχύ των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων δεν είναι επιτρεπτή η απευθείας σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από την δημόσια υπηρεσία ή τον φορέα του δημόσιου τομέα, η οποία καταρτίζεται χωρίς την τήρηση των όρων και διαδικασιών του Ν. 2190/1994 για τη πρόσληψη τακτικού προσωπικού, δηλαδή είτε με διαγωνισμό, είτε με επιλογή βάσει καταρτιζομένου πίνακα κατάταξης υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ.
Τυχόν δε κατάρτιση αυτής, χωρίς τις πιο πάνω προϋποθέσεις, επάγεται την απόλυτη ακυρότητα της σύμβασης αυτής, η οποία δεν επιφέρει τα εξ αυτής έννομα αποτελέσματα, οπότε η σε οιονδήποτε χρόνο άρνηση του δημόσιου φορέα να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μέχρι τότε εκεί απασχοληθέντος εργαζομένου, δεν καθιστά υπερήμερο αυτόν, ο οποίος δεν υποχρεούται να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του εργαζομένου, ούτε να καταβάλει στον εργαζόμενο μισθούς υπερημερίας, αφού η σχέση αυτή, μη αναγνωριζομένη από το νόμο, δεν μπορεί να εξακολουθήσει παρά τη θέλησή του.
Υποχρεούται όμως ο φορέας να καταβάλει την αποζημίωση απόλυσης, που κατά νόμο προϋποθέτει απλή, ως εν προκειμένω, σχέση εργασίας. Αντίθετα η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος μπορεί να εφαρμοσθεί σε διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, πριν από την έναρξη της ισχύος των τροποποιημένων διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος.
Τούτο διότι οι συμβάσεις αυτές, παρά την απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), είχαν ήδη πριν από την έναρξη της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων προσλάβει το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ’ εφαρμογή των διατάξεων αυτών, τον οποίο διατήρησαν και μετά ταύτα (Ολ.Α.Π.7/2011 και 8/2011).
Η δε από το νόμο (Ν. 2190/1994) κατά τα ήδη προαναφερθέντα απαγόρευση μετατροπής των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου δεν επάγεται και απαγόρευση της αναγνώρισης από το δικαστήριο του πραγματικού χαρακτήρα της συγκεκριμένης έννομης σχέσης, η οποία δεν συνιστά "μετατροπή", αλλά ορθό χαρακτηρισμό αυτής κατά την δικαστική διαδικασία (ΟλΑΠ 18/2006).
Στη περίπτωση αυτή η μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων (17.4.2001) κατάρτιση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αντί της τυχόν εξακολούθησης της κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που είχαν όμως αρχίσει να συνάπτονται πριν την ανωτέρω συνταγματική αναθεώρηση, είναι νομικώς αδιάφορη, διότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είχε ήδη προσλάβει το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, τον οποίο και διατήρησε στη συνέχεια.
Περαιτέρω με το Π.Δ/μα 164/2004 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα" (ΦΕΚ Α 134) που άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004, θεσπίσθηκαν νομοθετικά μέτρα που λήφθηκαν στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ.1 του Ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, καθώς και για το προσωπικό δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων (άρθ. 2 παρ.1 και 3 στοιχ.
γ αυτού) με σκοπό την ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη των ρυθμίσεων της με αριθμό 1999/70 Οδηγίας της (τότε) Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η οποία αποβλέπει, μεταξύ άλλων, στη καθιέρωση ενός πλαισίου αποτροπής τυχόν κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου [για τον ιδιωτικό τομέα εκδόθηκε το με αριθ. 81/2003 Π.Δ/μα προς εφαρμογή της οδηγίας].
Η Οδηγία αυτή ειδικότερα παρέχει στα κράτη - μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C - 212/2004).
Ειδικότερα με το άρθρο 5 του εν λόγω με αριθ. 164/2004 Προεδρικού Διατάγματος, του οποίου οι ρυθμίσεις κρίθηκαν συμβατές με το κοινοτικό δίκαιο (ΔΕΕ της 23.4.2009 υποθέσεις C - 378 έως C - 380), ορίζεται ότι: " Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών (παρ.1).
Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης (παρ.2).
Η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων γίνεται εγγράφως και οι λόγοι που την δικαιολογούν αναφέρονται ρητώς στη σύμβαση, εφόσον δεν προκύπτουν ευθέως από αυτήν. Κατ’ εξαίρεση ο έγγραφος τύπος δεν απαιτείται, όταν η ανανέωση της σύμβασης λόγω του ευκαιριακού χαρακτήρα της απασχόλησης δεν έχει διάρκεια μεγαλύτερη του ενός μηνός, εκτός αν ο έγγραφος τύπος προβλέπεται ρητά από άλλη διάταξη, Αντίγραφο της σύμβασης παραδίδεται στον εργαζόμενο εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την έναρξη της απασχόλησής του (παρ.3).
Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου (παρ.4)". Με το άρθρο 6 παρ.1 του ιδίου Δ/τος ορίζεται ότι οι ως άνω συμβάσεις απαγορεύεται να υπερβαίνουν τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες σε συνολικό χρόνο διάρκειας απασχόλησης, είτε συνάπτονται κατ’ εφαρμογή του προηγουμένου άρθρου, είτε συνάπτονται κατ’ εφαρμογή άλλων διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας.
Κατ’ εξαίρεση είναι επιτρεπτή η υπέρβαση του εν λόγω ανωτάτου ορίου απασχόλησης σε περιπτώσεις ειδικών, από τη φύση και το είδος της εργασίας, κατηγοριών εργαζομένων, όπως ιδίως επί διευθυντικών στελεχών, εργαζομένων στο πλαίσιο συγκεκριμένου ερευνητικού ή επιδοτουμένου ή χρηματοδοτουμένου προγράμματος ή έργου σχετικού με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από σύμβαση με διεθνείς οργανισμούς (άρθ. 6 παρ.2).
Ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου Προεδρικού Διατάγματος η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στην εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του, ενώ επίσης θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.
Όμως, ενόψει του ότι οι πιο πάνω διατάξεις του Π.Δ/τος 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19 Ιουλίου 2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από τις 10 Ιουλίου 2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή.
Έτσι με την μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 παρ.1 περ.α, 2 εδ.α και β, 3 και 5 του πιο πάνω Προεδρικού Διατάγματος, που κρίθηκε συνταγματικώς ανεκτή ως μεταβατική διάταξη τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων, ορίσθηκαν τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση" (παρ.1 περ.α). "Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών.
Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία" (παρ.2 εδ.α και β). "Οι κατά την παρ.2 κρίσεις του αρμόδιων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων" (παρ.3). "Στις διατάξεις της παρ.1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος.
Η προϋπόθεση του εδ. α της παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης" (παρ. 5). Η επιλογή από την ελληνική πολιτεία με το Π.Δ/μα 164/2004 των ανωτέρω μέτρων για την επίτευξη του στόχου της με εν λόγω με αριθ.1999/70 Οδηγίας έγινε, αφού αυτή έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογεί διαφορετική ρύθμιση σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα, αφού υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών πρόσληψης στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, εξού και η θέσπιση των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος.
Συνεπώς εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες πιο πάνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου δεν μπορεί να γίνει (ΟλΑΠ 19/2007, ΑΠ 104/2016, ΑΠ 1664/2007). Ενόψει δε των ανωτέρω συνταγματικών ρυθμίσεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στις ρυθμίσεις της με αριθ.1999/70 Οδηγίας, που δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920 δεν ευρίσκει πλέον έδαφος εφαρμογής στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ούτε κατ’ επιταγή της ως άνω Οδηγίας, για το μεσοδιάστημα από 10.7.2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας σε αυτήν) μέχρι την έναρξη ισχύος του Π.Δ/τος 164/2004 (19.7.2004), ούτε βεβαίως μετά την έναρξη ισχύος του τελευταίου (ΟλΑΠ 19/2007).
Επί πλέον η ως άνω μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 αφορά ειδικότερα τις περιπτώσεις ανανέωσης διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου προσωπικού του δημοσίου τομέα, που ήσαν ενεργές μέχρι την έναρξη ισχύος του (19.7.2004) ή είχαν λήξει εντός του προηγουμένου τελευταίου τριμήνου, δηλαδή έως τις 19.4.2004 και το οποίο πληρούσε τις λοιπές τασσόμενες από τη διάταξη αυτή προϋποθέσεις και συνακόλουθα δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής σε (ακύρως) καταρτισθείσες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Σε κάθε δε περίπτωση το άνω με αριθμό 164/2004 Π.Δ/μα με ρητή διάταξη του (άρθρο 2 παρ.2 αυτού) εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής του τις συμβάσεις επαγγελματικής κατάρτισης και τις συμβάσεις ή σχέσεις μαθητείας, τις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζομένου από τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) και τις συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης των άρθρων 20 έως 26 του Ν. 2556/1997.
Την ίδια εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της προβλέπει για τα προγράμματα αυτά και η με αριθ. 1999/70 Οδηγία στην παρ. 2 της ρήτρας 2 του Παραρτήματος αυτής. Ειδικότερα με το άρθρο 20 παρ. 4 του Ν. 2738/1999 είχε ήδη εισαχθεί συγκεκριμένη ρύθμιση και δη είχε προστεθεί ως περίπτωση κα’ στο άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού [η εξαίρεση αυτή καταργήθηκε μετά την αντικατάσταση των παρ. 1 και 2 του άρθρου 14 του Ν. 2190/1994 με το άρθρο 1 του Ν. 3812/2009, ήτοι σε μεταγενέστερο χρόνο που δεν καταλαμβάνει την ένδικη περίπτωση], η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, ειδικότερα δε ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ., διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά.
Η κατά τη διάταξη αυτή επιδοτούμενη πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται σε αυτήν ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα.
Συνακόλουθα, η πρόσληψη υπαλλήλων, που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις, έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι, δηλαδή, συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (άρθρο 669 παρ.1 Α.Κ), ενώ η σύναψη αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους, που συνδέονται με τη φύση τους.
Μάλιστα με το άρθρο 20 παρ. 1 (όπως αυτή συμπληρώθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 6 του Ν. 2956/2001) και 15 του Ν. 2639/1998, ορίσθηκαν με τη πρώτη (παρ.1) ότι ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.-Τ.Ε.Ι.
και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης Ανέργων και ότι η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και με τη δεύτερη (παρ.15) ότι ο Ο.Α.Ε.Δ.
μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου και ότι με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου (παρ. 15 εδ α’ και β’ ).
Επομένως συμβάσεις εργασίας ορισμένης διάρκειας που καταρτίζονται στο πλαίσιο των εν λόγω ρυθμίσεων δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις εργασίας αόριστης διάρκειας, για το λόγο ότι στην πραγματικότητα κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα απασχόλησης κατ’ εφαρμογή επ’ αυτών της διάταξης του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920 και μάλιστα ανεξαρτήτως του χρόνου κατάρτισης αυτών πριν την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, αφού η θέσπιση αυτών ως ορισμένου χρόνου είναι κατά τα ανωτέρω αντικειμενικά αιτιολογημένη (ΑΠ 217/2017, ΑΠ 126/2015, ΑΠ 885/2014).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσία (ΑΠ 58/2015). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
Ως αιτιολογικό κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που συγκροτούν τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 30/1998, ΑΠ 911/2008). Η διάταξη αυτή επομένως τυγχάνει εφαρμογής και όταν με εσφαλμένη εν όλω ή εν μέρει αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης κατ’ επίκληση από αυτήν διατάξεων που δεν βρίσκουν έδαφος εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση απορρίπτεται ως νομικά αβάσιμη η αγωγή, η οποία όμως ήταν απορριπτέα ως νομικά αβάσιμη κατ’ εφαρμογή εν όλω ή εν μέρει άλλων διατάξεων, αφού στην περίπτωση αυτή το σφάλμα ανάγεται στην νομική αιτία της προσβαλλομένης απόφασης, της οποίας το απορριπτικό συμπέρασμα είναι ορθό (ΟλΑΠ 10/2007, ΟλΑΠ 32/2002), αλλά επίσης και όταν είναι ελλιπής η αιτιολόγηση της ερμηνευτικής εκδοχής της μείζονος πρότασης της προσβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 1022/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 4.7.2011 και με αριθ. κατάθ. .../2011 αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό η προσβαλλομένη απόφαση, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες ισχυρίσθηκαν ότι προσελήφθησαν με την ειδικότητα της βρεφονηπιοκόμου η πρώτη και της βοηθού βρεφονηπιοκόμου οι λοιπές από το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δημοτικός Παιδικός Σταθμός ..., [του οποίο καθολικώς διάδοχο τυγχάνει το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Κοινωνικός Πολιτιστικός Οργανισμός ..."].
Ότι ειδικότερα α) η πρώτη εξ αυτών Δ. Ζ. προσελήφθη ως βρεφονηπιοκόμος στον εναγόμενο Παιδικό Σταθμό της τότε Κοινότητας ... στις 1.4.1997 αρχικά με σχέση μαθητείας (πρακτικής άσκησης) διαρκείας έξι (6) μηνών, που ήταν απαραίτητη για τη λήψη του πτυχίου της από το τμήμα βρεφονηπιοκομίας του ΤΕΙ Θεσσαλονίκης. Ότι μετά την ολοκλήρωση της πρακτικής άσκησης, αυτή συνέχισε να απασχολείται σε αυτόν υπό την ίδια ειδικότητα για το διάστημα από 30.9.1997 έως 1.11. 1999, δυνάμει προφορικής συμφωνίας αρχικά και δυνάμει εγγράφων συμβάσεων ανεξαρτήτων υπηρεσιών, που υπέκρυπταν στη πραγματικότητα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του πιο πάνω παιδικού σταθμού και με ωράριο από 07.00 πμ έως 13.00 μμ, πλην Σαββάτου και Κυριακής.
Ότι στη συνέχεια από 2.11.1999 έως 2.10.2000 απασχολήθηκε με την ίδια ειδικότητα, δυνάμει συμβάσεως απόκτησης εργασιακής εμπειρίας διαρκείας ένδεκα (11) μηνών στο πλαίσιο του προγράμματος STAGE του ΟΑΕΔ, με φορέα υλοποίησης την Κοινοτική Επιχείρηση Τοπικής Ανάπτυξης ..., χωρίς στην πραγματικότητα να μεταβληθεί το αντικείμενο και οι συνθήκες απασχόλησης αυτής, οι οποίες παρέμειναν οι ίδιες, όπως και του λοιπού απασχολουμένου τακτικού προσωπικού.
Ότι μετά τη λήξη της σύμβασης αυτής, αυτή απασχολήθηκε υπό την αυτή ιδιότητα από 1.2.2001 μέχρι 31.7.2001, από 1.9.2001 μέχρι 30.10.2001 και από 1.12.2001 μέχρι 31.1.2002, δυνάμει ανανεούμενων συμβάσεων ορισμένης διάρκειας έξι, δύο και δύο μηνών αντίστοιχα, εργαζόμενη συνεχώς και αδιαλείπτως στο ίδιο αντικείμενο και με τις αυτές συνθήκες εργασίας, ακόμη και στα μεταξύ των ως άνω συμβάσεων ορισμένου χρόνου εμφιλοχωρήσαντα χρονικά διαστήματα.
Ότι από 1.2.2002 αυτή συνέχισε να απασχολείται με την ίδια ειδικότητα και υπό τις αυτές συνθήκες, δυνάμει της από 1.2.2002 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μέχρι τις 6.4.2011, οπότε απολύθηκε, β) η δεύτερη εξ αυτών Α. Π. προσελήφθη ως βοηθός βρεφονηπιοκόμου στον πιο πάνω παιδικό σταθμό και παρείχε την εργασία της δυνάμει προφορικής συμφωνίας κατά το διάστημα από 1.12.2000 και για ένα έτος.
Ότι στη συνέχεια καταρτίσθηκε στις 1.12.2001 έγγραφη σύμβαση ορισμένου χρόνου διαρκείας δύο μηνών. Ότι μετά τη λήξη αυτής συνέχισε να απασχολείται με την ίδια ειδικότητα και υπό τις αυτές συνθήκες, δυνάμει της από 1.2.2002 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μέχρι τις 6.4.2011, οπότε απολύθηκε και γ) η τρίτη εξ αυτών Ε.
Ν. προσελήφθη ως βοηθός βρεφονηπιοκόμου στον πιο πάνω παιδικό σταθμό και παρείχε την εργασία της δυνάμει προφορικής συμφωνίας κατά το διάστημα από 1.12.2000 και για ένα έτος. Ότι στη συνέχεια καταρτίσθηκε την 1.12.2001 έγγραφη σύμβαση ορισμένου χρόνου διαρκείας δύο μηνών. Ότι μετά τη λήξη αυτής συνέχισε να απασχολείται με την ίδια ειδικότητα και υπό τις αυτές συνθήκες, δυνάμει της από 1.2.2002 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μέχρι τις 6.4.2011, οπότε απολύθηκε.
Ότι οι ανωτέρω συμβάσεις στην πραγματικότητα αποτελούσαν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την αρχική πρόσληψη αυτών, αφού από την έναρξη της εργασιακής των σχέσης και σε εκτέλεση αυτής οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του ως άνω εναγομένου ΝΠΔΔ, την οποία άλλωστε στη συνέχεια αναγνώρισε και το εναγόμενο, καταρτίζοντας τις από 1.2.2002 συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ο δε από αυτό χαρακτηρισμός των αρχικών συμβάσεων ως συμβάσεων ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή συμβάσεων ορισμένου χρόνου ήταν αυθαίρετος και τους επιβλήθηκε μονομερώς, λόγω της ανάγκης αυτών προς ανεύρεση εργασίας και δεν δικαιολογείτο από τη φύση της εργασίας των.
Ότι οι από 6.4.2011 καταγγελίες των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτών ήταν άκυρες, διότι έγιναν από αναρμόδιο πρόσωπο με προφορική δήλωση του δημάρχου του ... και όχι από τον Πρόεδρο του εναγομένου ΝΠΔΔ που εκπροσωπεί νομίμως αυτό, διότι δεν τηρήθηκε γι’ αυτές ο έγγραφος τύπος, ούτε καταβλήθηκε η από το νόμο προβλεπομένη αποζημίωση, διότι αυτές έλαβαν χώρα κατά κατάχρηση δικαιώματος (άρθρ. 281 του ΑΚ) και διότι για τις δεύτερη και τρίτη εξ αυτών αυτές έλαβαν χώρα κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 15 παρ.1 του Ν. 1483/1984 για τη προστασία της μητρότητας, αφού κατά το χρόνο των καταγγελιών η δεύτερη βρισκόταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης και δεν είχε παρέλθει έτος από τον τοκετό της τρίτης εξ αυτών.
Ότι λόγω της ακυρότητας των πιο πάνω καταγγελιών το εναγόμενο ΝΠΔΔ περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών τους, υποχρεούμενο στην καταβολή των αντιστοίχων αποδοχών τους για το μετά τη καταγγελία χρόνο. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι οι συμβάσεις που τους συνέδεαν με το εναγόμενο ΝΠΔΔ συνιστούσαν στην πραγματικότητα από την αρχική τους πρόσληψη ενιαίες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να αναγνωρισθεί ότι η από 6.4.2011 καταγγελία αυτών ήταν άκυρη, να υποχρεωθεί το εναγόμενο ΝΠΔΔ να καταβάλει σε αυτές τα χρηματικά ποσά των 49.513,16 ευρώ στην πρώτη, των 45.637,58 ευρώ στη δεύτερη και των 46.440,78 ευρώ στη τρίτη για δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Ιανουαρίου 2011 έως και Μαρτίου 2011, για αποδοχές υπερημερίας, περιλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας, της περιόδου από την καταγγελία έως και τον Δεκέμβριο του έτους 2012, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει επί πλέον το ποσό των 5.000 ευρώ στην καθεμία ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής των βλάβης, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες των με απειλή χρηματικής ποινής 1000 ευρώ ημερησίως, επικουρικά δε, εφόσον οι καταγγελίες ήθελαν κριθεί έγκυρες, να υποχρεωθεί το εναγόμενο ΝΠΔΔ να καταβάλει σε αυτές τα χρηματικά ποσά των 20.538,82 ευρώ στη πρώτη, των 11.289,67 ευρώ στη δεύτερη και των 13.485,05 ευρώ στη τρίτη εξ αυτών για αποζημίωση απόλυσης.
Με την προσβαλλομένη απόφασή του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έκρινε ότι η έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα αγωγή ήταν μη νόμιμη, τόσο ως προς τη κύρια, όσο και ως προς την επικουρική της βάση, επικυρώνοντας έτσι την εκκαλουμένη απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που είχε κρίνει ομοίως και απορρίπτοντας ως αβάσιμη την κατ’ αυτής έφεση των εναγουσών - εκκαλουσών και ήδη αναιρεσειουσών, με το ακόλουθο σκεπτικό: "Οι αρχικές συμβάσεις των εναγουσών, όπως οι ίδιες ισχυρίζονται στην αγωγή τους, οι οποίες τις είχαν συνάψει με το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΟΣ ΠΑΙΔΙΚΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ ..." είχαν το χαρακτήρα είτε συμβάσεων μαθητείας, είτε συμβάσεων παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών.
Στις συμβάσεις ανεξαρτήτων υπηρεσιών δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Ως προς τις συμβάσεις μαθητείας ισχύουν τα ακόλουθα: 1) Πρόκειται για συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού προγράμματος STAGE, οι οποίες καταρτίσθηκαν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου [ενν.
νόμου] 2639/1998, προκειμένου οι ενάγουσες και ήδη εκκαλούσες να αποκτήσουν επαγγελματική κατάρτιση με θεωρητική και πρακτική ενημέρωση και εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον και την απασχόληση με το αντικείμενο της συγκεκριμένης θέσεως και αποτελούν ως εκ τούτου γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, για τις οποίες δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά τις οποίες εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και τον σκοπό των συμβάσεων αυτών, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον στοιχείο στη γνήσια σύμβαση μαθητείας (...) και δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας (...).
Επιπροσθέτως οι ενάγουσες αβάσιμα ζητούν να αναγνωρισθεί ότι συνδέονταν στην πραγματικότητα με το εναγόμενο (και να αποδέχεται ως εκ τούτου το τελευταίο τις υπηρεσίες τους) με ενιαίες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, διότι τα συμφωνητικά συνεργασίας, στο πλαίσιο προγραμμάτων για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων και με τη συμμετοχή του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού, βάσει των οποίων παρείχαν τις υπηρεσίες τους, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 1999/70, ούτε όμως, εξ ορισμού και λόγω του εξαιρετικού χαρακτήρα τους, οι ορισμένου χρόνου συμβάσεις προς εκτέλεση προγράμματος του ΟΑΕΔ δύνανται εκ του νόμου να μετατραπούν σε αορίστου χρόνου εργασιακές σχέσεις, έστω και αν οι συμμετέχοντες σε σχετικά προγράμματα καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες των υπηρεσιών του εναγομένου, μη εφαρμοζομένου του άρθρου 8 ν. 2112/1920, ούτε πριν αλλά ούτε και μετά το π.δ. 164/2004 (και ανεξαρτήτως του ότι οι ενάγουσες δεν εκθέτουν ότι, πράγματι συγκεντρώνουν το σύνολο των προϋποθέσεων του άρθρου 5 του π.
δ/τος 164/2004 περί καταχρηστικής εφαρμογής σε βάρος τους των διαδοχικών συμβάσεων ή περί της ανώτατης χρονικής διάρκειας των συμβάσεων αυτών, κατά τη παρ. 2 του άρθρου 6 του π. δ/τος 164/2004). Σημειώνεται, επιπροσθέτως, και δη αναφορικά με τον ορθό χαρακτηρισμό του καθεστώτος απασχόλησης των εναγουσών από το Δικαστήριο, όπως αυτές εκθέτουν και ζητούν, ότι η τυχόν μετατροπή των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων τους ορισμένου χρόνου, βάσει προγράμματος για την "απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων του ΟΑΕΔ" (και εκτός του ότι το τριμερές "πρόγραμμα εκπαίδευσης ανέργου" δεν ταυτίζεται εννοιολογικά με τη "σχέση εξαρτημένης εργασίας" μεταξύ εργαζομένου και συγκεκριμένου εργοδότη, ούτε όμως οι ενάγουσες εκθέτουν πραγματικά περιστατικά ενοχής εις ολόκληρο περισσοτέρων εργοδοτών τους κατά το άρθρο 481 του ΑΚ) σε σχέσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, θα προσέκρουε ευθέως στο δημοσίας τάξεως νομοθετικό πλαίσιο της προσλήψεως εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (...), ήτοι στις σαφείς διατάξεις του ν. 2190/1994 που προβλέπει μάλιστα ποινικές και πειθαρχικές κυρώσεις για την παραβίαση τους από τα αρμόδια όργανα του ευρύτερου δημόσιου τομέα και κυρίως στις προπαρατιθέμενες διατάξεις των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, με την τελευταία από τις οποίες ρητώς απαγορεύτηκε η μετατροπή τέτοιων συμβάσεων σε αορίστου χρόνου (...).
Ούτε όμως, κατά τα ανωτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ, όπως ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο (και) με το π.δ. 164/2004 για τους εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα, επιβάλλει υποχρεωτικά το χαρακτηρισμό ως αορίστου χρόνου (ή έργου) του προσωπικού ιδιωτικού δικαίου του ευρύτερου δημόσιου τομέα, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού.
Απορριπτέο κατ’ ακολουθία κρίνεται και το αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας των καταγγελιών των συμβάσεων των εναγουσών, καθόσον πρόκειται για συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες έληξαν αυτοδικαίως μετά το χρονικό σημείο που οι διάδικοι είχαν ορίσει, ανεξαρτήτως από το γεγονός ότι στις 8 [ενν. 6] - 4 - 2011, οι εκκαλούσες ενημερώθηκαν, έστω και από αναρμόδιο όργανο, τη λήξη των συμβάσεων τους, ενώ η δεύτερη εξ αυτών ήταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης, η δε τρίτη εξ αυτών ήταν σε κατάσταση μετά το τοκετό.
Ούτε όμως και με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού μπορεί να ζητηθούν οι αποδοχές αυτές, αφού οι διατάξεις του άρθρου 904 επ. ΑΚ, οι οποίες είναι επιβοηθητικές, εφαρμόζονται σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας, ενώ στη προκειμένη περίπτωση πρόκειται για έγκυρες γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, 2) Αναφορικά με τις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου:
Διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με το Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ, οι οποίες υποκρύπτουν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 παραμένοντας ενεργείς έως την έναρξη αυτού, αλλά βεβαίως και μετά την έναρξη της ισχύος του, δεν μπορούν να μετατραπούν αυτοδικαίως σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον αυτό θα προσέκρουε στη θεσπιζομένη από το άρθρο 103 παρ.2 του Συντάγματος απαγόρευση.
Το άρθρο 8 του ν. 2112/1920 ούτε κατ’ επιταγή της προαναφερομένης Οδηγίας του Συμβουλίου της ΕΕ δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αλλά αντιθέτως τα άρθρα 103 παρ.2, 7, 8 του Συντάγματος, 21 του ν. 2190/1994 και 5 και 11 του π.δ. 164/2004.
Συνεπώς και ανεξάρτητα από τη κρίση εάν οι εκκαλούσες - ενάγουσες κάλυπταν πάγιες ή διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας τους, υπό την ισχύ του π.δ.164/2004, οι διαδοχικές τους συμβάσεις ορισμένου χρόνου, κατά τις μεταβατικές διατάξεις του ως άνω π.δ. σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ν. 3320/2005 δεν μπορούν να μετατραπούν αυτοδικαίως σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη με την προεκτεθείσα αιτιολογία, δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και συγκεκριμένα των προαναφερομένων διατάξεων και συνεπώς, οι περί του αντιθέτου λόγοι της ένδικης έφεσης των εναγουσών πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι και, συνακόλουθα, πρέπει ολόκληρη η έφεση αυτή να απορριφθεί κατ’ ουσία".
Με τη κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν και στη μείζονα σκέψη της προσβαλλομένης απόφασης διέλαβε εν μέρει ελλιπείς και εν μέρει εσφαλμένες ή αλυσιτελείς νομικές αιτιολογίες, κατέληξε σε ορθό διατακτικό, όσον αφορά την απόρριψη της ως άνω ένδικης αγωγής κατά την κυρία αυτής βάση ως νομικά αβάσιμης στο σύνολό της ως προς τη δεύτερη και τρίτη των εναγουσών και ήδη δεύτερη και τρίτη των αναιρεσειουσών και κατά ένα μέρος ως προς την πρώτη των εναγουσών και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα.
Ειδικότερα η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει ελλιπείς αιτιολογίες, διότι στη μείζονα πρόταση αυτής παρέλειψε να διαλάβει σκέψεις σχετικά με την εγκυρότητα ή μη των επικαλουμένων με την αγωγή από 1.2.2002 συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου των εναγουσών με το εναγόμενο ΝΠΔΔ και των εξ αιτίας αυτής (έγκυρων ή άκυρων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου) εννόμων συνεπειών της άτυπης καταγγελίας αυτών από αναρμόδιο πρόσωπο (για όλες τις ενάγουσες) και κατά παράβαση των προστατευτικών της μητρότητας νομοθετικών ρυθμίσεων (για τη δεύτερη και τρίτη εξ αυτών), αλλά περιορίσθηκε μόνο στο χαρακτηρισμό της καταρτισθείσας σύμβασης απόκτησης εργασιακής εμπειρίας διαρκείας ένδεκα (11) μηνών στο πλαίσιο του προγράμματος STAGE του ΟΑΕΔ ως γνήσιας σύμβασης μαθητείας ορισμένου χρόνου (που σε κάθε περίπτωση αφορά τη πρώτη μόνο ενάγουσα και όχι τις λοιπές ενάγουσες) και της δυνατότητας χαρακτηρισμού ή μη των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου των εναγουσών ως ενιαίων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτών στο πλαίσιο εφαρμογής των μεταβατικών διατάξεων του Π.Δ/τος 164/2004, ενόψει των σχετικών συνταγματικών απαγορεύσεων.
Εξ ετέρου η προσβαλλομένη απόφαση στη μείζονα σκέψη αυτής περιέχει εσφαλμένες ή πλεοναστικές αιτιολογίες ως προς τον χαρακτηρισμό της από 2.11.1999 σύμβασης απόκτησης εργασιακής εμπειρίας διαρκείας ένδεκα (11) μηνών της πρώτης ενάγουσας στο πλαίσιο του προγράμματος STAGE του ΟΑΕΔ ως γνήσιας σύμβασης μαθητείας, διότι η σύμβαση αυτή είχε το χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας), εφόσον κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή και κατά τη διάρκεια λειτουργίας αυτής η πρώτη ενάγουσα εξακολούθησε, ως και προηγουμένως, να παρέχει την εργασία της ως βρεφονηπιοκόμος στον παιδικό σταθμό ..., καλύπτοντας τις πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου ΝΠΔΔ επί καθημερινής βάσης και με τις ίδιες συνθήκες, όπως το λοιπό απασχολούμενο τακτικό προσωπικό.
Ούτε στη προκειμένη περίπτωση γεννάτο ζήτημα ότι δεν μπορούσε να χαρακτηρισθεί η σύμβαση αυτή ως καλύπτουσα μέρος ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου της πρώτης ενάγουσας, λόγω της εξαίρεσης των συμβάσεων αυτών από το πεδίο εφαρμογής της με αριθ. 1999/70 Οδηγίας και των ρυθμίσεων του Π.Δ/τος 164/2004 ή αντίθεσης αυτών στις συνταγματικές ρυθμίσεις των παρ.7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, αφού η σύμβαση αυτή, κατά τα εκτιθέμενα, καταρτίσθηκε στις 2.11.1999 και ολοκληρώθηκε μετά την παρέλευση του χρονικού διαστήματος (11 μήνες) διαρκείας της στις 2.10.2000, ήτοι σε χρόνο πριν την παρέλευση του χρόνου ενσωμάτωσης της Οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη (10.7.2002), την έναρξη εφαρμογής του Π.Δ/τος 164/2004 (19.7.2004) ή την έναρξη εφαρμογής των νέων συνταγματικών διατάξεων μετά την αναθεώρηση αυτού (18.4.2001) [άλλο είναι το ζήτημα ότι η πρόβλεψη ορισμένου χρόνου διαρκείας στις συμβάσεις αυτές είναι από τη φύση και τον σκοπό αυτών αντικειμενικά δικαιολογημένη, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με τα άρθρα 20 παρ. 4 του Ν. 2738/1999 και 20 παρ.1 και 15 του Ν. 2639/1998].
Επίσης δεν γεννάτο ζήτημα ενοχής εις ολόκληρο κατά το άρθρο 481 του ΑΚ, αφού με την κατάρτιση τριμερών προγραμμάτων εκπαίδευσης ανέργων, ο ΟΑΕΔ δεν καθίσταται εργοδότης, αλλά εργοδότης είναι ο οικείος φορέας στον οποίο ο μισθωτός παρέχει την εργασία του στο πλαίσιο της εφαρμογής του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (ΑΠ 800/2014).
Ούτε τέλος γεννάτο ζήτημα εφαρμογής των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθ. 904 επόμ. ΑΚ) στη σύμβαση αυτή, αφού με την αγωγή δεν είχαν ζητηθεί οι δεδουλευμένες αποδοχές της πρώτης ενάγουσας του χρονικού διαστήματος που παρείχε την εργασία της στο πλαίσιο αντίστοιχης σύμβασης, πέραν του ότι η αγωγή δεν περιείχε σχετική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Τέλος, όπως ρητώς ορίζεται στην μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 παρ.1 το Π.Δ/τος 164/2004, διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών, οι οποίες είναι ενεργές κατά το χρόνο έναρξης του διατάγματος αυτού (19.7.2004) ή έληξαν στο προηγούμενο τρίμηνο, εφόσον πληρούνται οι λοιπές αναφερόμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις, συνιστούν εφεξής συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1, 2 και 3 του επακολουθήσαντος Ν. 3320/2005 προβλέφθηκε η μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας του άρθρου 11 του Π.Δ/τος κατάταξη των εργαζομένων σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (παρ.1) ή σε συνιστώμενες προς τούτο οργανικές θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, όπου τούτο απαιτείται, δυνάμει κοινών Υπουργικών Αποφάσεων των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών (παρ.2), ενώ η κατάταξη του προσωπικού γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για τη πρόσληψη οργάνου, που δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (παρ.3).
Επομένως δεν είναι ακριβής η θέση της προσβαλλομένης απόφασης ότι διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του Π.Δ/τος δεν μπορεί να μετατραπούν εφεξής (ex nunc) σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ’ εφαρμογή της διάταξης αυτής και του Ν. 3320/2005.
Παρά όμως τις προαναφερθείσες πλημμέλειες, η προσβαλλομένη απόφαση ορθώς απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την αγωγή κατά τη κύρια αυτής βάση στο σύνολό της ως προς τη δεύτερη και τρίτη των εναγουσών και ήδη δεύτερη και τρίτη των αναιρεσειουσών. Και τούτο διότι 1) οι αρχικές από 1.12.2000 συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ετήσιας διάρκειας αυτών (σε άλλο σημείο της αγωγής οι ίδιες συμβάσεις χαρακτηρίζονται από τις ενάγουσες ως συμβάσεις ανεξαρτήτων υπηρεσιών), εφόσον κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή καταρτίσθηκαν προφορικώς, είναι απολύτως άκυρες και κατά συνέπεια η στο πλαίσιο αυτών παροχή της εργασίας αυτών ως βοηθών βρεφονηπιοκόμων φέρει το χαρακτήρα απλής σχέσης εργασίας, 2) οι στη συνέχεια καταρτισθείσες από 1.12.2001 συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου διάρκειας δύο μηνών δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ακόμη και εάν οι ως άνω ενάγουσες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου ΝΠΔΔ, εφόσον οι συμβάσεις αυτές καταρτίσθηκαν μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων των παρ.7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (17.4.2001), οπότε η διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920 δεν ευρίσκει πλέον έδαφος εφαρμογής επί των συμβάσεων αυτών, 3) οι στη συνέχεια καταρτισθείσες από 1.2.2002 συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτών είναι απολύτως άκυρες, αφού καταρτίσθηκαν χωρίς τη τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων του Ν. 2190/1994 για τη πρόσληψη τακτικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα, στον οποίο ανήκει και το εναγόμενο ΝΠΔΔ.
Ούτε υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής επί των συμβάσεων αυτών της μεταβατικού χαρακτήρα διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ/τος, η οποία αφορά ανανεώσεις διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που είναι ενεργείς κατά την έναρξη ισχύος του εν λόγω Διατάγματος, αφού οι εν λόγω ενάγουσες συνδέονταν κατά το χρόνο αυτό με το εναγόμενο ΝΠΔΔ με (άκυρες) συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου.
Επομένως η εργασιακή σχέση της δεύτερης και της τρίτης των εναγουσών με το εναγόμενο ΝΠΔΔ έφερε τον χαρακτήρα απλής σχέσης εργασίας και κατά συνέπεια δεν υφίστανται κατά νόμο αξιώσεις αυτών για τη συνέχιση της σχέσης εργασίας ή την καταβολή αποδοχών υπερημερίας, σε περίπτωση άρνησης αποδοχής των υπηρεσιών τους, έστω και εάν η άρνηση αυτή εκδηλώθηκε μετά πάροδο πολλών ετών μέσω αναρμοδίου για την λήξη της σχέσης οργάνου, χωρίς να τηρηθούν οι προϋποθέσεις της τακτικής καταγγελίας της (έγκυρης) σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, και παρά το ότι η δεύτερη εξ αυτών ήταν έγκυος, ενώ δεν είχε παρέλθει έτος από τον τοκετό της τρίτης, εφόσον η υπερημερία προϋποθέτει έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι δεν υπάρχει αιτίαση στην ένδικη αίτηση αναίρεσης σχετικά με την απόρριψη της αγωγής από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και κατά την επικουρική αυτής βάση των αξιώσεων της δεύτερης και τρίτης των εναγουσών περί καταβολής σε αυτές της αποζημίωσης απόλυσης, την οποία δικαιούται ο μισθωτός και επί καταγγελίας άκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως εν προκειμένω.
Εξ άλλου δεν υφίσταται βάση αδικαιολόγητου πλουτισμού στην αγωγή για την αναζήτηση των δεδουλευμένων αποδοχών αυτών των μηνών Ιανουαρίου - Μαρτίου 2011. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω με το να απορρίψει στο σύνολό της την αγωγή ως νομικά αβάσιμη αναφορικά με τις δεύτερη και τρίτη των εναγουσών και ήδη δεύτερη και τρίτη των αναιρεσειουσών, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έσφαλλε κατ’ αποτέλεσμα, ούτε παραβίασε τις επικαλούμενες στην αίτηση αναίρεσης διατάξεις των άρθρων 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος, της με αριθ. 1999/70 Οδηγίας και του Π.Δ/τος 164/2004, των άρθρων 26 παρ.3, 87 παρ.2 και 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος, ως και εκείνες των άρθρων 200, 288, 361, 648 παρ.1, 649, 656, 669, 672 του ΑΚ σε συνδυασμό με την 324/1946 ΠΥΣ που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ.
Περαιτέρω ορθώς κατ’ αποτέλεσμα απέρριψε την αγωγή κατά την κυρία αυτής βάση ως νομικά αβάσιμη ως προς την πρώτη των εναγουσών και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, κατά το μέρος που διωκόταν η αναγνώριση της εργασιακής σχέσης αυτής με το εναγόμενο ΝΠΔΔ ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για το διάστημα από την αρχική της απασχόληση στο εναγόμενο στις 1.4.1997 έως την λήξη της σύμβασης απόκτησης εργασιακής εμπειρίας στο πλαίσιο του προγράμματος STAGE στις 2.10.2000.
Και τούτο διότι 1) η αρχική σύμβαση μαθητείας με αντικείμενο την πρακτική άσκηση αυτής, ως απαραίτητης προϋπόθεσης για την λήψη του πτυχίου της πρώτης ενάγουσας από το τμήμα Βρεφονηπιοκομίας του ΤΕΙ Θεσσαλονίκης, εξάμηνης διάρκειας, φέρει τον χαρακτήρα γνήσιας σύμβασης μαθητείας ορισμένου χρόνου, αφού το προέχον στοιχείο αυτής ήταν η παροχή εκπαίδευσης στην μαθητευομένη πρώτη ενάγουσα, η δε εργασία της προς το εναγόμενο ΝΠΔΔ παρείχετο στο πλαίσιο εξοικείωσής της με το αντικείμενο των σπουδών της, επί της οποίας (σύμβασης) δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και ειδικότερα εκείνη του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920, 2) η μετά τη λήξη της πρακτικής άσκησης συνέχιση της απασχόλησης αυτής ως βρεφονηπιοκόμου κατά το διάστημα μέχρι τις 1.11.1999, εφόσον κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή έγινε στο πλαίσιο συμφωνίας που καταρτίσθηκε προφορικώς και κατά συνέπεια ακύρως, φέρει το χαρακτήρα απλής σχέσης εργασίας, ενώ οι κατά το διάστημα αυτό καταρτισθείσες διαδοχικές συμβάσεις ανεξαρτήτων υπηρεσιών (στην αγωγή δεν διευκρινίζεται το διάστημα στο οποίο αφορούν), ακόμη και εάν υπέκρυπταν παροχή εξαρτημένης εργασίας, έληξαν με την κατάρτιση της από 2.11.1999 σύμβασης απόκτησης εργασιακής εμπειρίας στο πλαίσιο του προγράμματος STAGE, 3) η τελευταία αυτή σύμβαση, η οποία κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή είχε το χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας), εφόσον έλαβε χώρα στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ όπου οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένη διάρκεια, φέρει τον χαρακτήρα σύμβασης ορισμένου χρόνου αφού ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δικαιολογείται από τη φύση και το σκοπό αυτής στο πλαίσιο υλοποίησης του σχετικού προγράμματος και άρα επιβάλλεται για αντικειμενικούς λόγους, έστω και εάν κατά τη διάρκεια αυτής ο εκπαιδευόμενος καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα στον οποίο απασχολείται, με συνέπεια η διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920 να μην μπορεί και πάλι να τύχει εφαρμογής.
Επομένως οι περί του αντιθέτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος, κατά ένα μέρος, λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Κατά το μέρος όμως που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή κατά την κυρία αυτής βάση ως μη νόμιμη ως προς την πρώτη των εναγουσών και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα αναφορικά με την αναγνώριση της εργασιακής σχέσης αυτής με το εναγόμενο ΝΠΔΔ ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για το διάστημα από 1.2.2001 μέχρι τη λήξη της εργασιακής της σχέσης στις 6.4.2011 και την αναγνώριση της ακυρότητας της από 6.4.2011 καταγγελίας, για το λόγο ότι αυτή έλαβε χώρα ατύπως και χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης και μάλιστα από αναρμόδιο πρόσωπο που δεν εκπροσωπούσε το εναγόμενο ΝΠΔΔ, με συνέπεια το τελευταίο να ενέχεται στην καταβολή αποδοχών υπερημερίας και να υποχρεούται να απασχολεί την πρώτη ενάγουσα στην προηγούμενη θέση, έσφαλλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος (που παρείχαν μάλιστα πληρέστερη προστασία εκείνων της μεταγενέστερης με αριθμό 1999/70 Οδηγίας και του υπ’ αριθ. 164/2004 Π.Δ/τος), ως και εκείνων των άρθρων 648 παρ.1, 649, 656, 669, 672 του ΑΚ σε συνδυασμό με την 324/1946 ΠΥΣ που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ και των άρθρων 26 παρ.3 και 87 παρ.2 του Συντάγματος (αλλά και εκείνων των άρθρων 1 και 3 του Ν. 2112/1920, 5 παρ.3 Ν. 3198/1955, 67, 68, 70, 167, 232, 233, 238, 672, 174, 180 του ΑΚ) τις οποίες δεν εφάρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέες, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή.
Και τούτο, διότι η κατάρτιση ως ορισμένου χρόνου της αρχικής από 1.2.2001 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας εξάμηνης διάρκειας και η βάσει αυτής απασχόληση της πρώτης ενάγουσας επί καθημερινής και σταθερής βάσης ως βρεφονηπιοκόμου στον παιδικό σταθμό του εναγομένου αντίστοιχης του τακτικού προσωπικού αυτού, κατά τρόπο που κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, δεν δικαιολογείτο από τη φύση και το αντικείμενο αυτής και για το λόγο αυτό ανανεώθηκε στη συνέχεια μετά τη λήξη της με τις από 1.9.2001 και από 1.12.2001 συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας δίμηνης διάρκειας, ενώ επίσης η κατάρτιση αυτής έλαβε πριν τη θέση σε ισχύ των συνταγματικών απαγορεύσεων των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, ήταν δε ενεργής κατά την έναρξη ισχύος αυτών (17.4.2001).
Επομένως η σύμβαση αυτή είχε ήδη προσλάβει, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό, τον χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αόριστης διάρκειας, ενόψει του ότι το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος δεν περιορίζεται μόνο στην περίπτωση διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, αλλά καλύπτει και την συναπτομένη για πρώτη φορά σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, αν η ορισμένη διάρκεια αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της εργασίας και το σκοπό που αυτή υπηρετεί.
Η δε στη συνέχεια των από 1.2.2001, 1.9.2001 και 1.11.2001 διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου καταρτισθείσα από 1.2.2002 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, [που είναι άκυρη, εφόσον γι’ αυτήν δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις και η διαδικασία πρόσληψης τακτικού προσωπικού από δημόσιο φορέα, όπως το εναγόμενο ΝΠΔΔ, σύμφωνα με το Ν.2190/1994], είναι νομικώς αδιάφορη, επιβεβαιώνοντας ουσιαστικά το χαρακτήρα της ήδη ενεργού εργασιακής σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, αφού η τελευταία είχε ήδη εγκύρως προσλάβει τον πιο πάνω χαρακτήρα και δεν είχε λυθεί με καταγγελία ενός εκ των μερών ή κατ’ άλλο νόμιμο τρόπο.
Επομένως οι περί τούτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος, κατά ένα μέρος, λόγοι αναίρεσης είναι βάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ως και οι λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 75/2016).
Δεν συνιστούν όμως "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις των ισχυρισμών του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων προς υποστήριξη των απόψεών τους, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (πραγματικά επιχειρήματα) ή από τον νόμο (νομικά επιχειρήματα), ούτε η επίκληση του περιεχομένου εγγράφων ή άλλων αποδεικτικών μέσων, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 75/2016, ΑΠ 126/2016, ΑΠ 415/2014, ΑΠ 200/2013, ΑΠ 430/2011, ΑΠ 178/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο, κατά ένα μέρος, λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι επί της ένδικης αγωγής των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης ισχυρισμούς αυτών, τους οποίους είχαν ισχυρισθεί με την αγωγή και με τις προτάσεις των πρωτοδίκως και με την έφεσή τους, συνισταμένους στο ότι α) δεν επρόκειτο για συμβάσεις μαθητείας, στις οποίες εμμένει η αντίδικος, αλλά για συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστης διάρκειας, β) η απόφαση 1122/2006 του ΑΣΕΠ έκρινε ότι στις ένδικες συμβάσεις εργασίας δεν έχει εφαρμογή το Π.Δ/μα 164/2004, για το λόγο ότι αυτές είναι ήδη αορίστου χρόνου από το έτος 2002 και γ) στις ένδικες συμβάσεις εφαρμόζεται το άρθρο 8 του Ν.2112/1920, το οποίο η προσβαλλομένη αρνήθηκε να εφαρμόσει.
Ο λόγος αυτός, με τον οποίο επιχειρείται να αποδοθεί στη προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, δεν ιδρύεται στην συγκεκριμένη περίπτωση, διότι οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ανωτέρω ισχυρισμοί, δεν αποτελούν "πράγματα", αφού αυτοί συνιστούν αφενός ισχυρισμούς που αναφέρονται στην κατ’ αυτές ορθή ερμηνεία του νόμου, αφετέρου δε πραγματικά επιχειρήματα υπέρ των απόψεών τους που αυτές αντλούν από το αποδεικτικό υλικό.
Επομένως ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος απαραίτητη προϋπόθεση είναι το δικαστήριο της ουσίας με τη προσβαλλομένη απόφασή του να έχει καταρτίσει ελάσσονα πρόταση εκτίμησης των αποδείξεων και διατύπωσης αποδεικτικού πορίσματος.
Επομένως δεν ιδρύεται ο σχετικός λόγος, αν η εν λόγω πλημμέλεια αφορά τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, βάσει της οποίας το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή αόριστη ή για άλλο τυπικό λόγο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1208/2008, AΠ 121/2009).
Συνεπώς οι τρίτος κατά ένα μέρος και πέμπτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι απαράδεκτοι, εφόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη.
Οι αναιρεσείουσες με τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις και από τους αριθμούς 10, 12 και 17 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, χωρίς όμως να της προσάπτουν συγκεκριμένες πλημμέλειες που να ιδρύουν τους από τους αριθμούς αυτούς λόγους αναίρεσης. Οι αιτιάσεις αυτές είναι παντελώς αόριστες και κατά συνέπεια απορριπτέες.
Ο εκ του αριθμού 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, που αφορά τη μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικών μέσων που οι διάδικου προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν και ο εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης που αφορά παραμόρφωση εγγράφου, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο αυτού κάτι διαφορετικό από το πραγματικό που αναφερόταν στο έγγραφο αυτό, προϋποθέτουν αμφότεροι έρευνα της ουσίας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε τη προσβαλλομένη απόφαση, με βάση το με επίκληση προσκομιζόμενο από τους διαδίκους αποδεικτικό υλικό, από το οποίο καταστρώνεται η ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού.
Επομένως οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης δεν ιδρύονται όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ως αόριστη ή ως νομικά αβάσιμη, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο δεν ερευνά το αποδεικτικό υλικό, εφόσον δεν προβαίνει στην ουσιαστική έρευνα της ιστορικής βάσης της αγωγής. Επομένως: α) ο από τον αριθμό 11 περ.
γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτος και τέταρτος κατά ένα μέρος λόγοι αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της τα εκεί αναγραφόμενα έγγραφα, που αυτές είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει, από τα οποία αποδεικνυόταν η βασιμότητα των ισχυρισμών τους για την πραγματική φύση των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αυτών, ως αόριστης διάρκειας και β) ο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτος και τέταρτος κατά ένα μέρος λόγοι αναίρεσης με τους οποίους οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της με αριθ. 1122/13.6.2006 απόφασης του ΑΣΕΠ σχετικά με τη φύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αυτών και της από 2.10.2014 βεβαίωσης του προέδρου του εναγομένου ΝΠΔΔ σχετικά με τη πολυχρόνια και ευδόκιμη προσφορά τους στο εναγόμενο και την κάλυψη με την εργασία τους παγίων και διαρκών αναγκών αυτού είναι απαράδεκτοι, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή (και ως προς την κύρια και επικουρική της βάση) ως νομικά αβάσιμη και κατά συνέπεια δεν προέβη στην κατ’ ουσία έρευνα της αγωγής, ούτε σε ανάγνωση προσκομιζομένων με επίκληση αποδεικτικών εγγράφων.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει α) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό, απορριπτομένης αυτής κατά τα λοιπά, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος αυτό στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και β) να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης ως προς τα δεύτερη και τρίτη των αναιρεσειουσών. Τέλος πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, στη μερική πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης αναιρεσείουσας, λόγω της μερικής ήττας και νίκης αυτού (άρθ. 178 παρ.1, 183 του ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 2498/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό, ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα Δ. Ζ. του Γ..
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλον δικαστή για περαιτέρω εκδίκαση.
Απορρίπτει την από 27.8.2015 αίτηση αναίρεσης της υπ’ αριθ. 2498/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τις δεύτερη και τρίτη των αναιρεσειουσών Α. Π. του Σωτηρίου και Ε. Ν. του Γ..
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ στη μερική πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ