Supreme Court allows appeal against indictment dismissal due to failure to consider defense's written observations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court granted the Public Prosecutor's appeal against the Athens Court of Assizes' decision to dismiss charges against three defendants. The lower court had rejected the prosecution's case based on insufficient evidence, but the prosecutor argued the court failed to consider the defense's written observations submitted in response to the indictment. The Court ruled that the lower court's reliance solely on the prosecution's proposal without addressing the defense's arguments constituted a violation of the principle of equality of arms, necessitating a new trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 484(1)(d) and 485(1) of the Code of Criminal Procedure; A lower court's decision to dismiss charges based only on the prosecution's proposal, without considering the defense's written observations, violates the principle of equality of arms and requires the case to be remitted for a new trial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1395 / 2020 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1395/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γεωργίου, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη και Μαρία Λεπενιώτη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου 'Ολγας Σμυρλή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2020, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.217/2020 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους: 1. Χ. Δ. του Κ., 2 Ι. Μ. του Μ. και 3. Π. Μ. του Μ. και πολιτικώς ενάγουσα-υποστηρίζουσα την κατηγορία την Ε. Τ. του Γ. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 19/20.3.2020 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γ. Σ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 417/2020.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου 'Ολγα Σμυρλή, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημήτριου Ασπρογέρακα, με αριθμό 130/25.6.2020, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγεται ενώπιον του παρόντος Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που συνεδριάζει σε τριμελή σύνθεση ως Συμβούλιο η υπ' αριθμόν 19/2020 και από 20-3-2020 έκθεση αναιρέσεως του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου με την οποία ζητείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 464, 474, 483 παρ. 3 και 484 ΚΠοινΔ, η αναίρεση του υπ' αριθμόν 217/2020 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που εκδόθηκε την 23-1-2020 και αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων: 1) Χ.
Δ. του Κ., 2) Ι. Μ. του Μ. και η) Π. Μ. του Μ., επικαλούμενος ως λόγο αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας (άρθρο 484 παρ. 1, στοιχείο δ ΚΠοινΔ ). Κατά τις διατάξεις του άρθρου 484 παρ. 3 ΚΠοινΔ, όπως το δεύτερο εδάφιο της παρ.3 προστέθηκε με το άρθρο 7 παρ.44 Ν.4637/2019, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί, εφόσον δεν έχει ήδη ασκηθεί έφεση από τον Εισαγγελέα Εφετών, να ζητήσει την αναίρεση οποιοσδήποτε Βουλεύματος, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που εκδίδονται αμετακλήτως, με σχετική δήλωση στο γραμματέα του Αρείου Πάγου, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 480, το δεύτερο εδάφιο του οποίου εφαρμόζεται και σε αυτή την περίπτωση.
Η προθεσμία για την αίτηση αναίρεσης κατά του Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών αρχίζει από τη λήξη της προθεσμίας έφεσης του Εισαγγελέα Εφετών, Μετά την προθεσμία αυτή ο ίδιος ο Εισαγγελέας μπορεί να ασκήσει αναίρεση του Βουλεύματος υπέρ του νόμου και για οποιαδήποτε παράβαση των διατάξεων που αφορούν την προδικασία, χωρίς να βλάπτονται τα δικαιώματα των διαδίκων.
Η κατά το άρθρο 480 ΚΠοινΔ προθεσμία για την άσκηση έφεσης είναι ένας μήνας από την έκδοση του Βουλεύματος (άρθρο 306 εδάφιο τελευταίο). Στην προκειμένη περίπτωση το προσβαλλόμενο Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών εκδόθηκε την 23-1-2020 και η προθεσμία άσκησης έφεσης παρήλθε την 23-2-2020. Από το άρθρο 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ συνάγεται ότι στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας η αθωωτική απόφαση η το απαλλακτικό Βούλευμα, ενόψει και του τεκμηρίου αθωότητας που Θεσπίζεται από το άρθρο 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ, όταν δεν διαλαμβάνονται σε αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ανυπαρξία της αντικειμενικής και της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, οι αποδείξεις (κατ' είδος) από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το Δικαστικό Συμβούλιο η το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε απαλλακτική για τον κατηγορούμενο κρίση.
Εξάλλου η αιτιολογία δεν μπορεί να είναι ούτε αντιφατική, ούτε επιλεκτική, να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα πραγματικά δεδομένα της προδικασίας η της ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν σε αυτήν γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και δεν μπορεί η αιτιολογία να κρίνεται ως εμπεριστατωμένη.
Έτσι για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία του Βουλεύματος η της αποφάσεως δεν αρκεί η τυπική ρηματική αναφορά των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, αλλά πρέπει να συνάγεται ότι το Δικαστήριο η το Δικαστικό Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών, κατ' επιλογή.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το προσβαλλόμενο Βούλευμα δέχτηκε ότι από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που συγκεντρώθηκε από την κύρια ανάκριση και την προηγηθείσα προκαταρκτική εξέταση οι οποίες διενεργήθηκαν για την υπόψη περίπτωση και ειδικότερα από τις μαρτυρικές καταθέσεις σε συνδυασμό με όλα τα έγγραφα που προσκομίστηκαν και τις απολογίες των κατηγορουμένων, προέκυψαν και κατά την κρίση του Συμβουλίου τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται αναλυτικά στην εισαγγελική πρόταση και ότι με βάση τα περιστατικά αυτά δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να στηριχτεί δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία σε βάρος των κατηγορουμένων : 1) Χ.
Δ. του Κ., 2) Ι. Μ. του Μ. και 3) Π. Μ. του Μ. για την αξιόποινη πράξη της έκθεσης, κατά συναυτουργία, εκ της οποίας επήλθε θάνατος, που φέρεται ότι τέλεσαν στην Αθήνα το χρονικό διάστημα από το έτος 2004 έως 26-12-2009 και συνεπώς δεν πρέπει να γίνει κατ' αυτών κατηγορία για την πράξη αυτή, σύμφωνα μετά άρθρα 310 παρ. 1 ,α και 311 παρ. 1, α ΚΠοινΔ.
Εν συνεχεία το Συμβούλιο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των ανωτέρω κατηγορουμένων για την ανωτέρω πράξη. Από την ανωτέρω μνεία των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη και αξιολόγησε το Συμβούλιο και την καθολική αναφορά, ως προς τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, στην εισαγγελική πρόταση, δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Συμβούλιο για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία.
Ειδικότερα μετά την υποβολή της εισαγγελικής προτάσεως την 29-11-2019 η παρισταμένη για την υποστήριξη της κατηγορίας την 27-12-2019 υπέβαλε προς αντίκρουση αυτής απόψεις και παρατηρήσεις με το από 27/12/2019 υπόμνημα που συσχετίστηκε στη δικογραφία και διαβιβάστηκε με το υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου .../27-12-2019 έγγραφο του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών που διασκέφτηκε την 16-1-2020 και εξέδωσε το προσβαλλόμενο Βούλευμα την 23-1-2020 δεν έκανε ουδεμία αναφορά στο ανωτέρω υπόμνημα, το οποίο σημειωτέον ούτε καν το μνημονεύει μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη καθώς επίσης και όσα διατυπώνονται σε αυτό. Ως εκ τούτου δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Συμβούλιο συνεκτίμησε τους ουσιαστικούς ισχυρισμούς της παρισταμένης για την υποστήριξη της κατηγορίας που προβάλλονται με το υπόμνημα.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός από το άρθρο 484 παρ.1, στοιχείο δ του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο Βούλευμα στο σύνολο του και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρα 485 παρ.1 και 519 ΚΠοινΔ ).
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτρης Ασπρογέρακας".
Αφού άκουσε
τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 306, 479, 480, 483 παρ. 3εδ α και β, το οποίο (εδ. β) προσετέθη με την παρ. 44 του άρθρου 7 του Ν.4637/2019,484 παρ. 1 και 485 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΚΠοινΔ (βλ. άρθρ. 585 Ν.4620/2019), ο οποίος καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις όπως η παρούσα, σύμφωνα με το άρθρο 590 παρ.1 εδ.α αυτού, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος, παραπεμπτικού ή απαλλακτικού, για όλους τους λόγους αναίρεσης που αναφέρονται στο άρθρο 484 παρ. 1 ΚΠοινΔ, με σχετική δήλωση στον Γραμματέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία του ενός μηνός που ορίζεται από το άρθρο 480, η οποία προθεσμία για την αίτηση αναίρεσης κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών αρχίζει από την λήξη της προθεσμίας έφεσης του Εισαγγελέα Εφετών, η οποία είναι επίσης ενός μηνός και αρχίζει από την έκδοση του βουλεύματος.
Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη από 20/3/2020 και με αριθμό έκθεσης 19/2020 αίτηση αναίρεσης που άσκησε ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, στρέφεται κατά του με αριθμό 217/2020 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο το ως άνω δικαστικό συμβούλιο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των 1) Χ.
Δ. του Κ. κατοίκου ..., 2)Ι. Μ. του Μ. κατοίκου ... και 3)Π. Μ. του Μ. κατοίκου ... για την αξιόποινη πράξη της έκθεσης κατά συναυτουργία εκ της οποίας επήλθε θάνατος, που φέρεται ότι τέλεσαν στην Αθήνα το χρονικό διάστημα από το έτος 2004 έως 26/12/2009. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα, δηλαδή εντός ενός μηνός από την λήξη της προθεσμίας έφεσης του Εισαγγελέα Εφετών, αφού το μεν προσβαλλόμενο βούλευμα εκδόθηκε στις 23/1/2020, η δε αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε με δήλωση στον Γραμματέα του Αρείου Πάγου στις 20/3/2020.
Επομένως, είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι λόγοι αυτής.
Από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. συνάγεται ότι στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ειδικώς η αθωωτική απόφαση ή το απαλλακτικό βούλευμα, ενόψει και του τεκμηρίου αθωότητας που θεσπίζεται από το άρθρο 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α, όταν δεν διαλαμβάνονται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ανυπαρξία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, οι αποδείξεις (κατ' είδος) από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε απαλλακτική για τον κατηγορούμενο κρίση (ΑΠ. 26/2010, ΑΠ. 2439/2009).
Εξάλλου, η αιτιολογία δεν μπορεί να είναι ούτε "αντιφατική" ούτε "επιλεκτική", να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα πραγματικά δεδομένα της προδικασίας ή της ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν σ' αυτήν, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και δεν μπορεί η αιτιολογία να κρίνεται ως εμπεριστατωμένη.
Έτσι για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της αποφάσεως ή του βουλεύματος δεν αρκεί η τυπική ρηματική αναφορά των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, αλλά πρέπει να συνάγεται με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο ή το Δικαστικό συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογή (ΑΠ. 1486/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχθηκε, με καθολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, ότι από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που συγκεντρώθηκε από την κύρια ανάκριση και την προηγηθείσα προκαταρκτική εξέταση και ειδικότερα από τις μαρτυρικές καταθέσεις, τα έγγραφα και τις απολογίες των κατηγορουμένων, δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, για να στηριχθεί δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία εναντίον των κατηγορουμένων για την τέλεση της αποδιδομένης σ' αυτούς ως άνω αξιόποινης πράξης και συνεπώς, δεν πρέπει να γίνει κατ' αυτών κατηγορία για την πράξη αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 310 παρ. 1 εδ.
α και 311 παρ. 1 εδ. α του ΚΠοινΔ. Από την ανωτέρω μνεία των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη και αξιολόγησε το Συμβούλιο και την καθολική αναφορά, ως προς τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, στην εισαγγελική πρόταση, δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Συμβούλιο για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία.
Ειδικότερα, μετά την υποβολή της από 29/11/2019 και με αριθμό .../2019 εισαγγελικής προτάσεως η παριστάμενη προς υποστήριξη της κατηγορίας Ε. Τ., υπέβαλε, προς αντίκρουση αυτής, απόψεις και παρατηρήσεις, με το από 27/12/2019 υπόμνημα, το οποίο αυθημερόν συσχετίστηκε στην δικογραφία και διαβιβάστηκε με το υπ'αριθμ. .../27/12/2019 έγγραφο του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών προς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών.
Παρά ταύτα, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών που διασκέφθηκε στις 16/1/2020 και εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα του στις 23/1/2020, δεν έκανε καμία αναφορά στο ως άνω υπόμνημα, το οποίο ούτε μνημονεύει στο προοίμιο του σκεπτικού του ούτε δε από το περιεχόμενο του σκεπτικού του είναι φανερό ότι έλαβε υπόψη του, συνεκτίμησε και συναξιολόγησε για τη δημιουργία της κρίσης του όσα διατυπώνονται σε αυτό.
Η παραπομπή στην εισαγγελική πρόταση δε καλύπτει την έλλειψη αυτή, αφού, όπως προαναφέρθηκε, το υπόμνημα δεν αναφέρεται στην εισαγγελική πρόταση που προηγήθηκε της υποβολής του. Ως εκ τούτου δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Συμβούλιο συνεκτίμησε τους ουσιαστικούς ισχυρισμούς της παρισταμένης προς υποστήριξη της κατηγορίας που προέβαλε με το υπόμνημά της (ΑΠ 2106/2017, 133/2017, 1165/2017 83/2020).
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός, ως και κατ' ουσία βάσιμος, ο σχετικός από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα στο σύνολο του και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 485 παρ. 1, και 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΕΧΕΤΑΙ την από 20/3/2020 και με αριθμό έκθεσης του γραμματέα του Αρείου Πάγου 19/2020 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως του με αριθμό 217/2020 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών.
ΑΝΑΙΡΕΙ το προσβαλλόμενο βούλευμα.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2020. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ