Supreme Court dismisses appeal for inadmissible arguments and failure to consider evidence under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision on procedural grounds. The appellant argued that the lower court erred by not considering specific evidence and by exceeding the scope of the appeal, but the court found these claims invalid. The court ruled that the lower court properly evaluated all submitted documents and that the appellant's references to evidence constituted reasoned denials rather than admissions, thus rejecting the appeal and ordering the appellant to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 106, 522, 559 No. 8 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant's references to evidence constitute reasoned denials rather than admissions, and a ground for appeal based on failure to consider evidence is unfounded when the appellate court explicitly states it examined all documents submitted by the parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1394 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1394/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2α Απριλίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ρ.(R.) Α. (A.) του Ρ.(R.), κατοίκου Αθηνών, που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίνας Κροντήρη, που διορίσθηκε με την 45/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασιλείου Πέππα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8παρ.1 και παραγ.2 και άρθρο 9 παρ.1 του ν.3226/2004, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Π. Δ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Μητσοπούλου, που ανακάλεσε την δήλωση παράστασής της και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1074/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2227/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-4-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα..
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 522 και 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από την τελευταία διάταξη λόγος αναιρέσεως για λήψη υπόψη παρά το νόμο από το δικαστήριο της ουσίας πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ιδρύεται όταν το Εφετείο, ενεργώντας καθ' υπέρβαση των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως του ενάγοντος ή εναγομένου, ερευνά κεφάλαια της υποθέσεως που δεν είχαν προσβληθεί με την έφεση και απορρίπτει την αγωγή ως προς αυτά. Τέτοια υπέρβαση, όμως, που να θεμελιώνει τον παραπάνω αναιρετικό λόγο, δεν συντρέχει όταν πλήττεται η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατόπιν έφεσης του ενάγοντος γιατί απέρριψε την αγωγή του κατ' ουσίαν και το Εφετείο, που έχει την εξουσία, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως,ερευνά την ορθότητα του διατακτικού της εκκαλούμενης αποφάσεως (ΚΠολΔ534) βάσει της καθολικής επανεκτιμήσεως της ουσίας της υπόθεσης και όχι μόνο βάσει των προς αυτή συνδεομένων
μερικοτέρων παραπόνων του εκκαλούντος. (ΑΠ411 /2007,1635/2008,1042/1999).
Στην προκείμενη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα παραδεκτώς επισκοπούμενα προκύπτει ότι ο ενάγων με την έφεση του, μέμφεται την πρωτόδικη απόφαση για εσφαλμένη κατ ουσίαν απόρριψη της αγωγής του, με την οποία διώκεται η αναγνώριση της υποχρέωσης του εναγομένου να του καταβάλει το ποσό που αναφέρεται στην αγωγή αυτή, ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης λόγω του τραυματισμού του κατά την εκτέλεση εργασιών με βάση τη μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου λόγω παράλειψης του ανωτέρω να λάβει τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή επειδή "δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος υπήρξε εργοδότης του ενάγοντος καθόσον δεν συνδέεται με τον ενάγοντα με σύμβαση εργασίας". Με την έφεση που άσκησε ο ενάγων κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μεταξύ άλλων ειδικότερων αιτιάσεων, παραπονείται για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως και την παραδοχή της αγωγή του.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την έρευνα των λόγων έφεσης κατέληξε στο ίδιο πόρισμα ότι δηλαδή ο εναγόμενος δεν ήταν εργοδότης του ενάγοντος, ότι δεν είχε καταρτιστεί μεταξύ τους σύμβαση εξαρτημένης εργασίας .διαλαμβάνει μάλιστα και περιστατικά που δεν έχουν νομική αυτοτέλεια όπως και ότι ο ενάγων είχε προσληφθεί με σύμβαση εργασίας από την εταιρεία με την επωνυμία "...
ΑΕ",που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των αγωγικών ισχυρισμών και απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν.
Υπό τα διαλαμβανόμενα, αφού με την έφεση η υπόθεση μεταβιβάσθηκε στο Εφετείο το οποίο ερεύνησε την ορθότητα του διατακτικού της εκεί εκκαλουμένης με καθολική επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης στο σύνολο της και όχι μόνο βάσει των συνδεομένων μ' αυτή παραπόνων του εκκαλούντος, οι δεύτερος κατά το πρώτο μέρος του, τέταρτος, έκτος, έβδομος και όγδοος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, ενιαίως κρινόμενοι, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
είναι αβάσιμοι. 2. Από τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ και 1 και 16 του ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38§1 ΕισΝΑΚ), συνάγεται ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.
Οι διατάξεις του άρθρου 16§1 του κ.ν. 551/1915. κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τήρησης των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις (Ολ ΑΠ 1117/1986).
Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ. δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16§1 του κ.ν. 551/1915. (ΑΠ133/2016) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983).
3. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε τα ακόλουθα : Ότι ο ενάγων προσελήφθη περί τα μέσα Μαΐου του 2009 από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕ" με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως ανειδίκευτος εργάτης και συγκεκριμένα ως βοηθός οικοδόμου σε εκτέλεση εργασιών καλλωπισμού κτιρίου - μερεμέτια σε κτίριο αυτής, ευρισκόμενο στην Αθήνα επί της οδού ....Ότι στο ίδιο έργο είχε προσληφθεί και ο αδελφός του ενάγοντος B.
A. του R., ως οικοδόμος. Ότι κύριος του ανωτέρω έργου ήταν η ως άνω ανώνυμη εταιρεία, η οποία είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της τη διεύθυνση και επίβλεψη του εν λόγω έργου και είχε ασφαλίσει τους εργαζόμενους σε αυτό στο ΙΚΑ. Ότι ο εναγόμενος, του οποίου η μητέρα είναι μέτοχος της ως άνω εταιρίας, είχε μεσολαβήσει για την πρόσληψη του αδελφού του ενάγοντος από την εταιρία, καθόσον συνδεόταν με αυτόν με στενή φιλική σχέση.
Ότι ο ίδιος, ο εναγόμενος ουδεμία άλλη σχέση είχε με την ανωτέρω εταιρία, καθόσον δεν τυγχάνει ούτε μέτοχος αυτής, ούτε μέλος του ΔΣ της, ούτε νόμιμος εκπρόσωπος της. Ότι ούτε εξάλλου αποδείχθηκε ότι σε αυτόν είχε ανατεθεί η επίβλεψη της εκτέλεσης των εργασιών στην εν λόγω οικοδομή. Ότι αυτός ενεργούσε για λογαριασμό της ανωτέρω ανώνυμης εταιρίας, την πληρωμή του ενάγοντος και του αδελφού του για τις εργασίες καλλωπισμού του ως άνω κτιρίου δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη αυτού για οποιαδήποτε παράλειψη λήψης των κατάλληλων μέτρων ασφαλείας στην οικοδομή.
Ότι ακόμη ο εναγόμενος με τη 3129/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου), το οποίο δίκασε κατ' έφεση το ένδικο εργατικό ατύχημα, κρίθηκε αθώος της σωματικής βλάβης από αμέλεια (αρθρ. 314 παρ. 1° του ΠΚ). Με βάση αυτά, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκεί εκκαλουμένη έκρινε ότι ο εναγόμενος δεν υπήρξε εργοδότης του ενάγοντος και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αβάσιμη δεν έσφαλε.
Έτσι, με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία όπως αντικαταστάθηκε με την προσβαλλομένη, απέρριψε την έφεση. Με τις ανωτέρω παραδοχές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διαλαμβάνει σαφείς και πλήρεις παραδοχές για το εδώ κρίσιμο ζήτημα της μη ύπαρξης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των εδώ διαδίκων. Τούτο διότι με πληρότητα δέχεται ότι δεν καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
Επομένως, οι δεύτερος κατά το δεύτερο μέρος του, πέμπτος, ένατος και δέκατος λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι. 4.0 από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία που είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το Δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία.
Εξ άλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 του ιδίου Κώδικα, ομολογία, ως αποδεικτικό μέσο, υπάρχει, εφόσον περιέχει πραγματικά περιστατικά, επιζήμια για εκείνον που ομολογεί. Έτσι δεν αποτελούν ομολογία πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν αιτιολογημένη άρνηση. Για να είναι ορισμένος ο λόγος, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε επίκληση του αποδεικτικού αυτού μέσου στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση, μετά από την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.. (ΑΠ327/2007,894/2008) Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ,Δικ.
αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τη δικαστική ομολογία του εναγομένου ,ότι "αυτός (εναγόμενος) κατά την κατάρτιση της μετά του ενάγοντος σύμβασης εργασίας του τελευταίου, ενεργούσε κατ' εντολή και για λογαριασμό της εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας "... ΑΕ" ". Ό λόγος αυτός, ανεξαρτήτως της αοριστίας του λόγω της μη παραδεκτής προβολής του με αναφορά στην αίτηση αναιρέσεως ότι έγινε επίκληση αυτού του αποδεικτικού μέσου στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, είναι προεχόντως απαράδεκτος επειδή η ανωτέρω αναφορά δεν αποτελεί δικαστική ομολογία του αναιρεσιβλήτου-εναγομένου αλλά αιτιολογημένη άρνηση του αγωγικού ιστορικού ότι μεταξύ αυτού( εναγομένου) και αναιρεσείοντος -ενάγοντος καταρτίστηκε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που κατέτεινε στην απόρριψη των αγωγικών ισχυρισμών και όχι στην κατάφασή τους.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως είναι απαράδεκτος.
5.Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς το αν λήφθηκε υπ' όψη συγκεκριμένο μέσο απόδειξης. Ο λόγος, όμως, δεν ιδρύεται, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπ' όψη όλα τα κατ' είδος, έστω, αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκε το αποδεικτικό μέσο που επικαλείται ο αναιρεσείων.
Επειδή το Εφετείο, όπως ρητώς βεβαιώνει στην προσβαλλομένη απόφασή του, σχημάτισε την κρίση του επί της ουσίας της υπόθεσης, αφού έλαβε υπόψη εκτός από άλλα αποδεικτικά μέσα και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, από τη βεβαίωση δε αυτή καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και το αναφερόμενο στον δεύτερο λόγο αναιρέσεως έγγραφο (με αρ.πρωτ. 1035/2009 έκθεση έρευνας συνταχθείσα από τον Δ.Π., Τεχνικό Επιθεωρητή Εργασίας) και ο εκ του αριθ. 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. 6. Με τις σκέψεις αυτές, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που υπέβαλε προτάσεις κατά το βάσιμο αίτημά του. (άρθρα 106, 176 και 183 ΚΠολΔ).
Παρατηρείται ότι η παροχή του ευεργετήματος της πενίας ή της παροχής νομικής βοήθειας, θεσμός που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 198 επ. ΚΠολΔ και 1, 2, 4 και 9 του ν. 3226/2004 "νομική βοήθεια σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος", αντίστοιχα, δεν εμποδίζει το δικαστήριο, σε περίπτωση ήττας εκείνου που έτυχε του ευεργετήματος της πενίας ή έλαβε τη νομική βοήθεια, όπως ο αναιρεσείων, σύμφωνα με την 45/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, να επιβάλει σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του.
Η είσπραξη, όμως, αυτών δεν μπορεί να επιδιωχθεί με αναγκαστική εκτέλεση πριν πάψουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή του ευεργετήματος πενίας ή της νομικής βοήθειας και βεβαιωθεί τούτο με απόφαση του αρμόδιου δικαστή (ΑΠ 895/2018, 724/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18-4-2018 αίτηση περί αναιρέσεως της 2227/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων ευρώ (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Οκτωβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ