Legislator Case Law & Legislation
138/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against contract termination, ruling lower court erred on claim sufficiency and unjust enrichment.

Case Number 138/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of the plaintiff's claim for contract termination damages. The plaintiff argued that the defendant's acceptance of contract termination and partial performance created an unjust enrichment situation warranting compensation. The Court held that the lower court incorrectly required additional proof of the plaintiff's withdrawal from the project, which was unnecessary given the defendant's acceptance of termination and the specific valuation of performed work.

Legislator headnote

AI generated

Articles 681 and 694 of the Civil Code; Article 361 of the Civil Code: In construction contracts, the employer's obligation to pay the full agreed fee prior to delivery is an exception to the general rule of performance upon delivery, and unjust enrichment arises from the employer's acceptance of termination and partial performance without full payment.

Keywords

AI generated
construction contract termination unjust enrichment claim employer payment obligation contractual performance civil code provisions appeal admissibility contractual liability

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 588, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Articles 681 and 694 of the Civil Code
Article 361 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 138 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 138/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Oκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "DELTA PARTNERS ΟΡΚΩΤΟΙ ΕΛΕΓΚΤΕΣ ΛΟΓΙΣΤΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στη Γλυφάδα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. - Κ. Β. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.ΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-04-2013 αγωγή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "BDO ΕΛΛΑΣ ΟΡΚΩΤΟΙ ΕΛΕΓΚΤΕΣ ΛΟΓΙΣΤΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3759/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 1798/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-12-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 1798/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δέχθηκε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 3759/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, ακολούθως απέρριψε την υπ' αριθμ. 16683/2013 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553. 556, 588, 564, 566 παρ. 1 Κ. Πολ. Δ.), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 Κ. Πολ. Δ.).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 681 και 694 ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο που συμφωνήθηκε και ο αντισυμβαλλόμενος του, που καλείται εργοδότης να καταβάλει την συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου, δηλαδή ο εργολάβος, κατ' εξαίρεση όσων ορίζονται για τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, υποχρεούται σε προεκπλήρωση της κύριας παροχής του, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, αφού η υποχρέωση της προεκπλήρωσης αποτελεί ρύθμιση ενδοτικού δικαίου (Α.Π. 1287/2018), τέτοια δε διαφορετική συμφωνία είναι αυτή που προβλέπει ότι ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει ολόκληρη την αμοιβή ή μέρος αυτής σε χρόνο προγενέστερο της παράδοσης του έργου (Α.Π. 692/2020).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει, ότι για την σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη ή σε κανόνες δημόσιας τάξης, όπως είναι οι διατάξεις των άρθρων 3, 174, 178, 179 Α.Κ.

και επίσης να μην προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων (Ολ ΑΠ 33/2002 ΑΠ 49/20021, ΑΠ 845/2019). Εξάλλου η δήλωση βούλησης μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή. Ρητή (άμεση) είναι αυτή που γίνεται με λέξεις ή νεύματα που εμφανίζουν και εκφράζουν κατευθείαν την βούληση και διακρίνεται σε τυπική ή άτυπη. Σιωπηρή (έμμεση) είναι εκείνη που συνάγεται από πράξεις που γίνονται για άλλον σκοπό αλλά συμπερασματικά εμφαίνουν ορισμένη βούληση.

Στην δεύτερη περίπτωση, δηλαδή, η δικαιοπρακτική βούληση συνάγεται εκ των υστέρων στην συγκεκριμένη περίπτωση σε συνδυασμό με το σύνολο των ειδικών περιστατικών και με κριτήριο την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ο δε επικαλούμενος την σύναψη σιωπηρής συμφωνίας οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει την πρόταση προς κατάρτιση της σύμβασης και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία συνάγεται η σιωπηρή αποδοχή εκείνου, προς τον οποίο απευθύνθηκε η πρόταση, ενώ αντίστοιχες παραδοχές πρέπει να περιλαμβάνει και η δεχομένη την σύναψη τέτοιας σιωπηρής συμφωνίας δικαστική απόφαση, ώστε να έχει σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες για το ζήτημα αυτό (ΑΠ 845/2019).

Επομένως, η αρχική σύμβαση μπορεί με νεότερη συμφωνία, έστω και σιωπηρή, να τροποποιηθεί ή να καταργηθεί (ΑΠ 845/2019, ΑΠ 776/2018, ΑΠ 1842/2013). Με τέτοια αντίθετη συμφωνία των συμβαλλομένων μπορεί να λυθεί και η μίσθωση έργου. Εξάλλου κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια.

Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Από τη διάταξη αυτή συνδυαζόμενη με τις διατάξεις, που προαναφέρθηκαν, συνάγεται ότι αν ο εργοδότης και ο εργολάβος λύσουν με νεώτερη συμφωνία τους τη σύμβαση έργου που έχουν συνάψει, πριν ολοκληρωθεί η εκτέλεση του έργου, τότε γεννάται δικαίωμα του εργοδότη, που είχε προκαταβάλει στον εργολάβο την αμοιβή του, να αναζητήσει την αμοιβή αυτή, ή το αντίστοιχο μέρος της για το τμήμα του έργου, που δεν έχει εκτελεστεί κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού η καταβολή της αμοιβής έγινε για αιτία, που έληξε.

Τέλος κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ. Πολ. Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ,ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, ΑΠ 845/2019). Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση κατά την ανωτέρω διάταξη, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για την νομική επάρκεια της αγωγής ή της ένστασης αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 967/2017), ενώ η ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του αιτήματός της αγωγής ή της ένστασης, ελέγχονται αναιρετικά ως πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 14 του ανωτέρω άρθρου 559 Κ.

Πολ. Δ. αν το δικαστήριο τις έκρινε ορισμένες λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα, που δεν αναφέρονται σ' αυτές ή αν αντιθέτως τις έκρινε ως αόριστες μη λαμβάνοντας υπ' όψιν γεγονότα που αναφέρονται σ' αυτές (ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 967/2017). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα:

Η αναιρεσείουσα άσκησε κατά της αναιρεσίβλητης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης την 16683/27-6-2013 αγωγή της, στην οποία, κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου, ανέφερε τα εξής: Ότι σκοπός της, κατά το καταστατικό της, είναι, μεταξύ άλλων, και η άσκηση από τους μετόχους της Ορκωτούς Ελεγκτές - Λογιστές τακτικού και φορολογικού ελέγχου σε νομικά πρόσωπα με την έκδοση και των σχετικών πιστοποιητικών.

Ότι στις 4/7/2011 εισήλθε σ' αυτήν ως μέτοχος με ποσοστό 1,5% και η αναιρεσίβλητη, η οποία διετέλεσε και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) αυτής. Ότι με σύμβαση έργου, που κατήρτισε προφορικά με την αναιρεσίβλητη τον μήνα Ιούλιο του 2011, ανέθεσε σ' αυτή το έργο της εποπτείας τακτικών οικονομικών ελέγχων 34 πελατών της εταιρείας, που αναφέρονται στην αγωγή, συνολικής αξίας 482.200 ευρώ, και της εποπτείας διεκπεραίωσης φορολογικών ελέγχων άλλων 25 πελατών της, που επίσης αναφέρονται στην αγωγή, συνολικής αξίας 193.500 ευρώ.

Ότι η αμοιβή της αναιρεσίβλητης είχε συμφωνηθεί με τη Διοίκηση της αναιρεσείουσας σε ποσοστό 20% επί του ποσού της αξίας του έργου για τη διενέργεια των ελέγχων και σε επίσης 20% για την έκδοση και υπογραφή των σχετικών πιστοποιητικών και συνεπώς ανέρχεται συνολικά σε 265.980 ευρώ. Ότι από το ποσό αυτό θα αφαιρούνταν, κατά το καταστατικό της εταιρείας και κατά τη μεταξύ τους συμφωνία, τα σταθερά γενικά έξοδα που επιβαρύνουν την αναιρεσίβλητη, λόγω της ιδιότητάς της ως μετόχου, και γι' αυτό η αμοιβή της θα ήταν 60.937 ευρώ.

Ότι τον Ιούλιο του 2012 η αναιρεσίβλητη ζήτησε, λόγω προσωπικών οικονομικών δυσχερειών, να της προκαταβληθεί η αμοιβή της για το έργο και έτσι κατέβαλε σ' αυτή καλόπιστα με μετρητά και επιταγές της, που πληρώθηκαν, το συνολικό ποσό των 67.000 ευρώ Ότι αν και η αναιρεσίβλητη διεκπεραίωσε, σε επίπεδο εποπτείας, όλους τους ελέγχους, που της ανατέθηκαν, αρνείτο να υπογράψει τα σχετικά πιστοποιητικά και επίσης αρνείτο συστηματικά και αδικαιολόγητα να ανταποκριθεί και στην υποχρέωση να την ενημερώσει για την πορεία του έργου, παρά τις συνεχείς προς τούτο οχλήσεις της, και τελικά στις 31/10/2012 η αναιρεσίβλητη της απέστειλε απόδειξη παροχής των υπηρεσιών της στο έργο ποσού 78.195,04 ευρώ, ενώ γνώριζε ότι αυτό δεν είχε ολοκληρωθεί με δική της υπαιτιότητα, και επίσης ανακοίνωσε την απόφασή της να αποχωρήσει από μέτοχος της εταιρείας, αρνούμενη να ολοκληρώσει το έργο, οπότε η ίδια (αναιρεσείουσα) αποδεχόμενη την αποχώρησή της από το έργο ανέθεσε σε άλλους ελεγκτές την ολοκλήρωση των ελέγχων, προσδιόρισε δε την αξία του μέρους του έργου που εκτέλεσε η αναιρεσίβλητη σε 26.637.32 ευρώ.

Ότι συνεπώς η αναιρεσίβλητη έχει καταστεί αδικαιολόγητα πλουσιότερη κατά το ποσό των 40.362,68 ευρώ, που αποτελεί τη διαφορά του ποσού που της χορηγήθηκε ως τίμημα του έργου πριν την εκτέλεσή του και της αξίας του τμήματος του έργου που εκτέλεσε. Ότι η ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης αποτελεί και αδικοπραξία από την οποία προσβλήθηκε η εμπορική της πίστη και την επαγγελματική της υπόληψη.

Με βάση το ιστορικό αυτό η αναιρεσείουσα ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της καταβάλει, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση 1) το ανωτέρω ποσό των 40.362,68 ευρώ κυρίως από τη λυθείσα σύμβαση έργου, επικουρικά κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών και επικουρικότερα κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού και 2) το ποσό των 30.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Το ανωτέρω πρωτόδικο δικαστήριο με την 3759/2015 απόφασή του, αφού απέρριψε ως μη νόμιμες τόσον την πρώτη επικουρική, όσο και τη δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής, έκανε εν μέρει δεκτή την κυρία βάση αυτής και υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα νομιμοτόκως το ποσό των 38.843,08 ευρώ.

Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσίβλητη άσκησε την 2002/2015 έφεση και τους 27/2017 πρόσθετους λόγους έφεσης, μετά τη συζήτηση των οποίων εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 1798/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία αφού τους συνεκδίκασε και τους έκανε τυπικά και ουσιαστικά δεκτούς, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε την κυρία βάσης της αγωγής ως αόριστη.

Ειδικότερα το Εφετείο απέρριψε την αγωγή με την ακόλουθη αιτιολογία, κατά λέξη παρατιθέμενη: "Όμως, υπό το εκτεθέν περιεχόμενο η αγωγή είναι αόριστη, αφού ακόμη και αν θεωρηθεί ότι με τρόπο ορισμένο προσδιορίζεται η αμοιβή της εναγομένης, ο χρόνος που συμφωνήθηκε να παραδοθεί το έργο και η υπερημερία της εργολάβου - εναγόμενης, στο δικόγραφο της δεν αναφέρει αν η ενάγουσα υπαναχώρησε από την κρίσιμη σύμβαση έργου, ώστε να διαλυθεί αυτή και να υποχρεούται η εναγόμενη να της αποδώσει το ποσό που έλαβε ως προκαταβολή της αμοιβής της, σε καμία δε περίπτωση δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως υπαναχώρηση αυτής, η ως άνω δήλωσή της, με την οποία καλεί την εναγόμενη να την ενημερώσει εγγράφως για την εκτιμώμενη ημερομηνία ολοκλήρωσης και παράδοσης του έργου, ούτε η δήλωσή της ότι η αμοιβή της εργολάβου, τροποποιείται και συγκεκριμένα μειώνεται, κατά το μέρος που το έργο δεν ολοκληρώθηκε.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο έκρινε ορισμένη την αγωγή κατά την κύρια βάση της την στηριζόμενη στην σύμβαση έργου, έσφαλε". Ωστόσο, η αγωγή, ενόψει του παραπάνω περιεχομένου της και σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, είναι αρκούντως ορισμένη, αφού περιέχει τα στοιχεία εκείνα που αποτελούν τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 681, 694, 361, 904, 908, 910, 346 Α.Κ., καθόσον με βάση τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφό της περιστατικά, η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε σιωπηρή συμφωνία λύσεως της ένδικης σύμβασης έργου, καταρτισθείσα με την αποχώρηση της αναιρεσίβλητης από μέτοχος τη εταιρείας και την άρνησή της να ολοκληρώσει το έργο του οποίου είχε εκτελέσει μόνον ένα μέρος, γεγονός που εκδήλωνε σαφή βούλησή της για λύση της μεταξύ τους σύμβασης, και την αποδοχή αυτής εκ μέρους της αναιρεσείουσας με την ανάθεση της ολοκλήρωσης των ελέγχων σε άλλους ελεγκτές και τον προσδιορισμό της αξίας του μέρους του έργου που εκτέλεσε η αναιρεσίβλητη σε 26.637.32 ευρώ, αληθή δε υποτιθέμενα τα εν λόγω περιστατικά, αρκούν για να θεμελιώσουν τη σχετική αξίωση της αναιρεσείουσας προς απόδοση του ποσού των 40.362,68 ευρώ, το οποίο είχε προκαταβάλει αυτή στην αναιρεσίβλητη ως αμοιβή του μέρους του συμφωνηθέντος έργου που δεν εκτελέστηκε και κατά το οποίο αυτή κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη μετά τη λύση της συμβάσεως, και, συνεπώς, για το ορισμένο της αγωγής δεν απαιτείτο να αναφέρεται η υπαναχώρηση της αναιρεσείουσας από το έργο, είτε κατά το άρθρο 686 Α.Κ.

λόγω επιβράδυνσης στην εκτέλεση του έργου, μη απαιτουμένης στην περίπτωση αυτή υπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης, είτε κατά το άρθρο 383 Α.Κ. που προϋποθέτει υπερημερία και συνεπώς υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης. Επομένως, έτσι που έκρινε το Εφετείο, το μεν εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, και ειδικότερα τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, το δε παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή ως αόριστη, αφού περιείχε όλα τα στοιχεία που κατά τις διατάξεις των ως άνω άρθρων ήσαν αναγκαία για τη θεμελίωσή της και, ως εκ τούτου, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο (κατά την νοηματική του εκτίμηση) αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 14 πλημμέλειες της ευθείας παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, αφού για τη νομική επάρκεια της αγωγής το Εφετείο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του αξιουμένου δικαιώματος της αναιρεσείουσας, αλλά και της παρά το νόμο κήρυξης ως απαράδεκτης της αγωγής λόγω αοριστίας.

Κατόπιν αυτού, χωρίς να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης, η εξέταση των οποίων παρέλκει γιατί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού, που κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.

Πολ. Δ.), να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ.3 Κ. Πολ. Δ. και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.

Πολ. Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1798/10-7-2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ