Legislator Case Law & Legislation
1388/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for one plaintiff but partially allows it for others regarding employment contract clarity.

Case Number 1388/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal inadmissible for one plaintiff who withdrew it but partially allowed it for the remaining four. The court found the lower court erred in rejecting the claim for an indefinite employment relationship and unjust enrichment as vague. Consequently, the case was remanded for further examination while costs were assigned to the municipality.

Legislator headnote

AI generated

Articles 294, 296, 297, 298, 299 of the Code of Civil Procedure; Article 573(1) of the Code of Civil Procedure; Article 495(1) of the Code of Civil Procedure; Article 559(1), (14) of the Code of Civil Procedure; Article 580(3) of the Code of Civil Procedure; Article 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure; Article 281 of Law 3463/2006: A party may withdraw from an appeal; if withdrawal occurs, the appeal is deemed not filed for that party; if the appeal is partially withdrawn, the remaining grounds are admissible; if the lower court erred in rejecting a claim for an indefinite employment relationship and unjust enrichment as vague, the decision is partially revoked and the case remanded.

Keywords

AI generated
withdrawal of appeal indefinite employment relationship unjust enrichment claim vague legal basis remittal to court legal costs allocation partial withdrawal

Cited Legislation

AI generated
Articles 294, 296, 297, 298 and 299 of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) and (14) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 281 of Law 3463/2006

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1388 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1388/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Φ. Ξ. του Γ., 2) Κ. Μ. του Π., 3) Χ. Β. του Σ., 4) Ε. Λ. του Α., 5) Ν. Κ. του Α. και 6) Γ. Θ. του Ι., κατοίκων ..., εκ της υπηρεσίας τους, που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Σωτηρακόπουλου, που κατέθεσε προτάσεις και επίσης δήλωσε ότι ως προς τον 5ο αναιρεσείοντα Ν. Κ., παραιτείται από την από 29-1-2020 αίτηση αναίρεσης.

Του αναιρεσίβλητου: Δήμου Αθηναίων, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Καϊτανίδου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-6-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 3174/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1864/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-1-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελένη Χροναίου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσείοντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296, 297, 298 και 299 του ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται και επί της διαδικασίας της αναιρετικής δίκης, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δύναται να παραιτηθεί ολικώς ή μερικώς από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί, άρα και από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) κατά της εκδοθείσης σε βάρος του απόφασης του ουσιαστικού δικαστηρίου.

Η δήλωση περί της παραίτησης, γίνεται κατά τους τύπους του άρθρου 297 του ΚΠολΔ, ήτοι με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο, που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου και επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως του περιεχομένου και της έκτασής της) κατάργηση της δίκης (Ολ. Α.Π. 20/1999, Α.Π. 109/2008, Α.Π. 1233/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του πέμπτου των αναιρεσειόντων Νικολάου Κανδύλα, με προφορική δήλωση, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της ασκηθείσας από αυτόν αίτησης αναίρεσης. Η παραίτηση αυτή, ως γενόμενη, κατά τον οριζόμενο από το άρθρο 297 ΚΠολΔ τύπο, έχει ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με τα άρθρα 294 και 295 παρ. 1 ίδιου Κώδικα, που εφαρμόζονται, κατ' άρθρο 299 αυτού και στα ένδικα μέσα, καθώς και, κατ' άρθρο 573 αυτού, στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, ότι το ένδικο μέσο θεωρείται σαν να μην ασκήθηκε.

Επομένως, ως προς τον εν λόγω αναιρεσείοντα, η αναίρεση πρέπει να θεωρηθεί ως μη ασκηθείσα.

Με την κρινόμενη από 29-01-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 992/85/30-01-2020 και του παρόντος Δικαστηρίου 201/2023 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ.

του ΚΠολΔ), με αριθμό 1864/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, η από 28-02-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1567/2014 έφεση των τριάντα ενός (31) εκκαλούντων και ήδη πέντε (5) αναιρεσειόντων, κατά της με αριθμό 3174/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε απορρίψει την από 18-06-2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 114319/2891/27-06-2012 αγωγή τους, ως μη νόμιμη στο σύνολό της, ήτοι τόσο κατά την κύρια, όσο και κατά τις επικουρικές βάσεις αυτής.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου στις 30-01-2020 και δεν προκύπτει η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 19-04-2018, ούτε άλλωστε οι αναιρεσείοντες επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του Α.Κ. και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 Π.Υ.Σ. και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. κατά το άρθρο 38 του Εισ.Ν.Α.Κ.) προκύπτει ότι, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι` αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.

Αντιθέτως, σύµβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαµβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισµένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύµβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύµβαση μαθητείας και η σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας).

Στη γνήσια σύµβαση μαθητείας, προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας, για την οποία δεν υπάρχει σχετική νομοθετική ρύθμιση, όταν ο μαθητευόμενος παρέχει, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, την εργασία του, εφαρμόζονται μόνο αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τη σύμβαση εργασίας, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης, κ.λ.π., οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.

Αντίθετα, στη σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, οπότε η εκμάθηση εκ µέρους του, επέρχεται ως αυτόµατη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.

Στις συμβάσεις αυτές, εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύµβασης αυτής είναι η παροχή, εκ µέρους του μαθητευόμενου, εργασίας έναντι αµοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος, σύμφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (Ολ.

Α.Π. 4/2021, Α.Π. 589/2022, Α.Π. 1242/2018, Α.Π. 217/2017, Α.Π. 933/2015, Α.Π. 126/2015, Α.Π. 885/2014, Α.Π. 1080/2014, Α.Π. 1592/2009). Συνακόλουθα, στις συμβάσεις αυτές εφαρμόζονται [ στις περιπτώσεις που οι συμβάσεις αυτές δεν μπορούν, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, να κριθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού ] και οι ρυθμίσεις του άρθρου 904 επόμ.

του Α.Κ., προς απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη, από την παροχή εργασίας, εκ μέρους του μαθητευόμενου εργαζομένου. Εξάλλου, με το άρθρο 20 παρ. 1 (όπως η παρ.1 συμπληρώθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 6 του Ν. 2956/2001) και 15 του Ν. 2639/1998 "Ρύθμιση εργασιακών σχέσεων, σύσταση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 205) ορίσθηκαν με την πρώτη ότι ο Ο.Α.Ε.Δ.

μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.-Τ.Ε.Ι. και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής, την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του, προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης Ανέργων και ότι η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (παρ. 1) και με τη δεύτερη ότι ο Ο.Α.Ε.Δ.

μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων, αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου και ότι με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες, σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια, για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου (παρ. 15 εδ.

α' και β'). Επίσης, με το άρθρο 20 παρ. 4 του Ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προστέθηκε, ως περίπτωση κα', στο άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 2190/1994 (μετέπειτα καταργηθείσα με το άρθρο 1 του Ν. 3812/2009) επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού, σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ.

Οι συμβάσεις αυτές, φέρουν εκ των πραγμάτων και για αντικειμενικούς λόγους το χαρακτήρα των συμβάσεων ορισμένου χρόνου, αφού διαφορετικά θα ήταν ανέφικτη η υλοποίηση των σχετικών προγραμμάτων, ενώ στις συμβάσεις αυτές, που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού, κατά τα ανωτέρω, προγράμματος υποστηριζόμενου από τον Ο.Α.Ε.Δ., δεν εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις του Π.Δ/τος 164/2004, κατά το άρθρο 2 παρ. 2 εδ.

β' αυτού.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 32 παρ. 12 του Ν. 3232/2004, ως αντικαταστάθηκε δια της διατάξεως του άρθρου 13 του Ν. 3302/2004 "Το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., ο Ο.Γ.Α., ο Ο.Α.Ε.Ε. και λοιποί φορείς κοινωνικής ασφάλισης, αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μπορούν να συνάπτουν, ύστερα από απόφαση του Διοικητικού τους Συμβουλίου και των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, συμβάσεις με τον Ο.Α.Ε.Δ.

ή θυγατρικές εταιρείες αυτού, για τη διάθεση για ορισμένο χρόνο, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες, ατόμων από τα Προγράμματα (κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας) ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ., για τη διεκπεραίωση εργασιών χορήγησης ασφαλιστικών παροχών, όταν το τακτικό προσωπικό των Φορέων Ασφάλισης δεν επαρκεί για την έγκαιρη διεκπεραίωση των εργασιών αυτών.

Η δαπάνη για την απασχόληση αυτή βαρύνει τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο", ενώ η αυτή διάταξη, όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 3552/2007, έχει ως εξής : "Το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., ο Ο.Γ.Α., ο Ο.Α.Ε.Ε. και λοιποί Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μπορούν να συνάπτουν, ύστερα από απόφαση του Διοικητικού τους Συμβουλίου, που εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας συμβάσεις με τον Ο.Α.Ε.Δ.

ή θυγατρικές εταιρείες αυτού για τη διάθεση για ορισμένο χρόνο που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες, ατόμων από προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ., σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης. Η δαπάνη για την άσκηση αυτή, βαρύνει τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο.

Κατ' εξαίρεση, συμβάσεις ιδίου περιεχομένου με Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, που λήγουν από 1.1.2007 έως 31.12.2007, δύνανται να παρατείνονται για δώδεκα (12) μήνες από την ημερομηνία λήξης τους". Τέλος, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της μεταξύ των μερών συμβατικής σχέσης, ως σύμβασης ή σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή σύμβασης μαθητείας, γνήσιας ή μη, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, μη δεσμευόμενο από το χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια ήθελαν προκύψει και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, η κρίση του δε αυτή στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά, στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ.

Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης, ως σχέσης εξαρτημένης εργασίας ή μαθητείας (γνήσιας ή μη) ή ως σύμβασης εργασίας ορισμένης ή αόριστης διάρκειας, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου των Ο.Τ.Α., των Ν.Π.Δ.Δ. και γενικότερα των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.

Α.Π. 20/2006), από την απαγόρευση δε της μετατροπής από το νόμο των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, που θεσπίζεται με το άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος, δεν συνάγεται και απαγόρευση της αναγνώρισης του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, η οποία δεν αποτελεί "μετατροπή", αλλά ορθό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης, κατά την δικαστική διαδικασία (Ολ.

Α.Π. 7/2011, 19 και 20/2007, Α.Π. 1242/2018, Α.Π. 795/2020, Α.Π. 217/2017, Α.Π. 126/2015, Α.Π. 885/2014, Α.Π. 865/2014). Από τα ανωτέρω συνάγεται όμως, περαιτέρω ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνάπτονται υπό την ισχύ των εν λόγω διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (και του άρθρου 21 ν. 2190/1994) και μάλιστα μετά την έναρξη ισχύος του π.δ/τος 164/2004 (με το Δημόσιο και) με τα νομικά πρόσωπα που ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.

Επίσης, δεν είναι δυνατή πλέον η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά την δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού και στην περίπτωση αυτή, ο εργοδότης, με βάση τις ως άνω διατάξεις, δεν έχει πλέον ευχέρεια για την σύναψη σύμβασης αορίστου χρόνου και, συνεπώς, στις συμβάσεις αυτές δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (Α.Π. 731/2023 Α.Π. 509/2016, Α.Π. 142/2016, Α.Π. 126/2015, Α.Π. 885/2014, Α.Π. 6/2014).

Με τη διάταξη του άρθρου 904 εδ. α' του Α.Κ. ορίζεται ότι όποιος έγινε πλουσιότερος, χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια και με τη διάταξη του άρθρου 908 εδ. α' του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι ο λήπτης υποχρεούται να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί παροχής εργασίας από άκυρη, για οιονδήποτε λόγο σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού), που αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, ανεξαρτήτως της ζημίας του τελευταίου, με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης νομοθετικής ρύθμισης, που αποσυνδέει ορισμένες μισθολογικές αξιώσεις από το κύρος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.

Τέτοια αντίθετη νομοθετική ρύθμιση διαλαμβάνεται στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 Υ.Α. Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975, που κύρωσε την από 26-2-1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, από τις οποίες προκύπτει ότι των επιδομάτων (δώρων) εορτών και αδείας και των αποδοχών αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί, οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας (Ολ.

Α.Π. 4/2021, Α.Π. 589/2022, Α.Π. 186/2019 Α.Π. 1242/2018, Α.Π. 907/2017, Α.Π. 879/2017, Α.Π. 509/2016, Α.Π. 131/2015, Α.Π. 1113/2013).

Επομένως, με την επιφύλαξη αυτή, στις περιπτώσεις απλής σχέσης εργασίας, λόγω ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, για οιονδήποτε λόγο, για την αμοιβή του εργαζομένου, λόγω της από αυτόν παροχής της εργασίας του προς τον εργοδότη, δεν οφείλεται από τον τελευταίο μισθός, αλλά γεννάται υποχρέωση αυτού, προς απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού), κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.

Α.Κ. (Α.Π. 217/2017, Α.Π. 509/2016, Α.Π. 933/2015, Α.Π. 126/2015, Α.Π. 885/2014). Ειδικότερα, η ωφέλεια που ο εργοδότης υποχρεούται να αποδώσει στον ακύρως απασχοληθέντα εργαζόμενο συνίσταται στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε εάν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας, υπό τις επικρατούσες στον τόπο της παροχής συνθήκες, για την ίδια εργασία, σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος.

Η ωφέλεια αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές, που προβλέπουν οι τυχόν υπάρχουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις (Ολ. Α.Π. 4/2021, Α.Π. 589/2022, Α.Π. 186/2019, Α.Π. 1242/2018, Α.Π. 907/2017, Α.Π. 58/2015, Α.Π. 131/2015), ή ο νόμος, σε περίπτωση δε έλλειψης τέτοιων, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκείνη που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι ο εργοδότης καταβάλλει σε άλλο εργαζόμενο, με έγκυρη σύμβαση εργασίας, υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις (Α.Π. 186/2010).

Η δε ωφέλεια (πλουτισμός) του εργοδότη, απορρέει από μόνο το γεγονός της πραγματικής παροχής των υπηρεσιών του μισθωτού, στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης εργασίας και, κατά συνέπεια, είναι αδιάφορο εάν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο εργοδότης, από οικονομικούς ή άλλους λόγους, δεν θα προέβαινε στην πρόσληψη άλλου μισθωτού, με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (Ολ.

Α.Π. 4/2021, Α.Π. 589/2022). Ο ως άνω γενικός κανόνας των άρθρων 904 επόμ. Α.Κ., ο οποίος απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιεικείας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και γενικότερα επί φορέων του δημοσίου τομέα, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (Α.Π. 131/2015, Α.Π. 1022/2015, Α.Π. 535/2014).

Ειδικότερα, δεν εισάγεται υπέρ αυτών εξαίρεση με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 6 του Συντάγματος, που απαγορεύουν την πρόσληψη υπαλλήλου σε μη νομοθετημένη θέση ή εκείνων των παρ. 7 και 8 του ιδίου άρθρου που προστέθηκαν μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος από 18.4.2001, με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ως και εκείνων του Ν. 2190/1994, που αφορούν το σύστημα προσλήψεων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ορίζοντας τους τρόπους πρόσληψης προσωπικού από τους εν λόγω φορείς και, παράλληλα, αποκλείουν τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.

Και τούτο διότι, η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, η οποία συνεπάγεται την ακυρότητα της πρόσληψης, κατά τα άρθρα 174 και 180 του Α.Κ., συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας και εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 Α.Κ., το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και γενικότερα ο φορέας του δημοσίου, στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία του ακύρως προσληφθέντος μισθωτού, ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας, που προήλθε από την εργασία, η οποία παρασχέθηκε σε αυτό και από την οποία αυτό κατέστη πλουσιότερο και δεν συνιστά αιτία αποκλεισμού αυτού που εργάστηκε, από την αναζήτηση της ωφέλειας (Ολ.

Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 218/1977, Α.Π. 589/2022, Α.Π. 186/2019, Α.Π. 1242/2018, Α.Π. 41/2017, Α.Π. 131/2015, Α.Π. 1293/2015 Α.Π. 1022/2015, Α.Π. 535/2014). Τα ανωτέρω τυγχάνουν εφαρμογής και στις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσιες συμβάσεις μαθητείας) [ στις περιπτώσεις που οι συμβάσεις αυτές, όπως προαναφέρθηκε, δεν μπορούν, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, να κριθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη μισθωτού ] προς απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη, από την παροχή εργασίας εκ μέρους του μαθητευόμενου εργαζόμενου (Ολ.

Α.Π. 4/2021, Α.Π. 186/2019). Από τις ανωτέρω διατάξεις παρέπεται ότι, εάν η απασχόληση από τον οικείο δημόσιο Φορέα του προσλαμβανομένου, βάσει των προπαρατιθεμένων διατάξεων, σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος του Ο.Α.Ε.Δ., προς κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργου δεν αποβλέπει, κατά κύριο λόγο στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και εξειδίκευσης, αλλά στην εκτέλεση παραγωγικού έργου, υφίσταται άκυρη σύμβαση εργασίας και το Δημόσιο ή τα άλλα δημόσια νομικά πρόσωπα, ως καθιστάμενα εντεύθεν αδικαιολογήτως πλουσιότερα, υποχρεούνται, κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ.

α' και 908 εδ. α' Α.Κ., στην απόδοση της ωφέλειας, την οποία αποκόμισαν από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλαν σε άλλον εργαζόμενο, υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας, με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ` όψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού και χωρίς η νομιμότητα της σχετικής αγωγής να επηρεάζεται από το γεγονός ότι δεν υπήρχε δυνατότητα έγκυρης πρόσληψης άλλου μισθωτού, στη θέση του ακύρως απασχοληθέντος (Ολ.

Α.Π. 4/2021).

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 Υ.Α. Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του α.ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966 και του άρθρου μόνου του ν. 133/1975, που κύρωσε την από 26-2-1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., προκύπτει ειδικότερα ότι επιδόματα (δώρα) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, άδεια, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας, δικαιούνται ευθέως, εκ του νόμου, όχι μόνον οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αλλά και οι εργαζόμενοι με βάση άκυρη σύμβαση εργασίας, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας (Α.Π. 509/2016, Α.Π.126/2015, Α.Π. 1073/2014).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται, δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση, κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

Α.Π. 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα : Οι συνολικά τριάντα ένα (31) ενάγοντες και ήδη πέντε (5) αναιρεσείοντες, στην από 18-06-2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 114319/2891/27-06-2012 αγωγή τους, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εξέθεταν ότι, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα, απασχολήθηκαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο με την επωνυμία "Δήμος Αθηναίων", με έγγραφες συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage), οι οποίες είχαν χρονική διάρκεια δεκαοκτώ (18) μηνών.

Ότι στη συνέχεια, οι αρχικά δεκαοκτάμηνες συμβάσεις ανανεώθηκαν για τα χρονικά διαστήματα που προσδιορίζουν στην αγωγή τους και ότι απασχολήθηκαν έως τη λήξη του χρόνου των συμβάσεων αυτών, οπότε και δεν ανανεώθηκαν πλέον. Ότι, καθόλη τη διάρκεια της απασχόλησής τους, παρείχαν εξαρτημένη εργασία, κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα, χωρίς η εργασία τους να διαφέρει εκείνης των λοιπών μονίμων υπαλλήλων του εναγομένου, οι οποίοι εργάζονταν στον ίδιο χώρο με αυτούς και με το ίδιο ωράριο εργασίας, καλύπτοντας έτσι στην πραγματικότητα πάγιες και διαρκείς υπηρεσιακές ανάγκες του εναγομένου, τα αρμόδια όργανα του οποίου καθόριζαν τον τόπο, χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας τους, ασκώντας σε αυτούς τον έλεγχο και την εποπτεία τους, σχετικά με την ποιότητα των παρεχομένων υπηρεσιών τους.

Ότι, συνακόλουθα, οι συμβάσεις τους με το εναγόμενο έφεραν το χαρακτήρα εγκύρων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού καταρτίσθηκαν, κατ' επίφαση, για απόκτηση επαγγελματικής εμπειρίας, στην πραγματικότητα, όμως, για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών αυτού. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν, με κύρια βάση την, εκ της συμβάσεως εργασίας, απορρέουσα ευθύνη του εναγομένου και επικουρικά με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών και επικουρικότερα κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού :

α) να αναγνωρισθεί ότι η σχέση εργασίας τους, κατά το χρονικό διάστημα μετά τις 31-05-2020, οπότε το εναγόμενο τους απασχόλησε σε εκτέλεση Προσωρινής διαταγής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, συνιστά σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και ότι δικαιούνται τις αντίστοιχες αποδοχές και β) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Δήμος να τους καταβάλει τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, τα οποία αφορούν διαφορές αποδοχών μεταξύ των αποδοχών των ιδίων (εναγόντων) και αυτών των δημοτικών υπαλλήλων, που εργάζονταν στον ίδιο Δήμο, Δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, έξοδα κίνησης και αποζημίωση απόλυσης.

Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. του ΚΠολΔ όπως αυτά ίσχυαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της αγωγής, πριν την τροποποίησή τους από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87 / 23.07.2015 ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 01.01.2016 κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 3174/2013 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε την ένδικη αγωγή, ως μη νόμιμη στο σύνολό της, ήτοι τόσο κατά την κύρια, όσο και κατά τις επικουρικές βάσεις αυτής.

Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 28-02-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1567/2014 έφεσης, με την οποία οι εκκαλούντες παραπονέθηκαν για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ζητώντας να γίνει δεκτή αυτή και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, με σκοπό να γίνει δεκτή στο σύνολό της η ένδικη αγωγή τους, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 1864/2018 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.

Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από παράθεση των νομικών σκέψεων και διατάξεων, που συγκροτούν τη μείζονα σκέψη του δικανικού του συλλογισμού, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή, κατά το μέρος που μεταβιβάσθηκε ενώπιόν του, τυγχάνει απορριπτέα στο σύνολό της, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις και ειδικότερα, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο απέρριψε ως μη νόμιμη την κύρια βάση αυτής, επικυρώνοντας, κατά το μέρος αυτό, την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και ως αόριστη την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση αυτής, συμπληρώνοντας κατά τούτο την πρωτοβάθμια απόφαση.

Την, κατά τα ανωτέρω, απορριπτική της έφεσης κρίση του, ως προς την κύρια βάση της αγωγής, την ερειδομένη στον ισχυρισμό ότι οι συμβάσεις των εναγόντων με το εναγόμενο δεν ήταν συμβάσεις εργασιακής εμπειρίας (μαθητείας), αλλά έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον κάλυπταν πάγιες και διαρκείς υπηρεσιακές ανάγκες αυτού και τα συνακόλουθα αιτήματα της καταβολής των αιτουμένων μισθολογικών διαφορών, κ.λ.π., στήριξε στην ακόλουθη αιτιολογία : "Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη, ως προς την κύρια βάση της, για το λόγο ότι οι συμβάσεις, οι οποίες καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων, είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, στα πλαίσια του εκπαιδευτικού προγράμματος STAGE, οι οποίες καταρτίσθηκαν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 20 του Ν. 2639/1998, προκειμένου να αποκτήσουν οι ενάγοντες [ ήδη αναιρεσείοντες ] επαγγελματική κατάρτιση, με θεωρητική και πρακτική ενημέρωση και εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον και την απασχόληση με το αντικείμενο της συγκεκριμένης θέσης.

Ως εκ τούτου, η σύμβαση καθενός εξ αυτών, υπό τα εκτιθέμενα, αποτελεί γνήσια σύμβαση μαθητείας, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο χρόνο εφαρμόζονται δε αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του Α.Κ., εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης, κ.λ.π., οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον στοιχείο στη γνήσια σύμβαση μαθητείας [...] και δεν αποτελεί, σε καμία περίπτωση, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας [...].

Μη νόμιμη, όμως, τυγχάνει η αγωγή και για το λόγο αυτό απορριπτέα, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω μείζονα πρόταση και αληθών υποτιθεμένων των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική της βάση, δηλαδή και αν ακόμα ήθελε θεωρηθεί ότι το είδος της έννομης σχέσης, που συνδέει τους διαδίκους, είναι στην πραγματικότητα αυτό της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και όχι της σύμβασης μαθητείας, για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, καθώς και ότι με τις παρεχόμενες υπηρεσίες τους οι ενάγοντες, στην πραγματικότητα, κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της λειτουργίας των διοικητικών υπηρεσιών του εναγομένου [ ήδη αναιρεσίβλητου ], δεδομένου ότι, στην προκειμένη περίπτωση, οι εν λόγω συμβάσεις δεν μπορούν να θεωρηθούν, ούτε κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εργασίας, καθόσον έχουν συναφθεί μετά την ισχύ του Π.Δ. 164/2004 (19-7-2004), το οποίο κατά ρητή επιταγή του, δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις μαθητείας (άρθρο 2 παρ. 2 εδ.

α') και με το οποίο προσαρμόστηκε η ελληνική νομοθεσία προς την ευρωπαϊκή Οδηγία 1999/70 ΕΚ του Συμβουλίου της ΕΕ (που δεν αποτελεί πλέον άμεσα εφαρμοζόμενο δίκαιο), προβλέπει δε στο άρθρο 11 συγκεκριμένες προϋποθέσεις για την μετατροπή σε συμβάσεις αορίστου χρόνου μόνο αυτών των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του και ήταν ενεργές κατά το χρονικό αυτό σημείο και όχι αυτών που έχουν καταρτισθεί μεταγενέστερα, όπως εν προκειμένω, ενώ ως κύρωση για την κατάρτιση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίζονται έκτοτε, μετά την έναρξη της ισχύος του, κατά παράβαση των ορισμών του, προβλέπει όχι τη μετατροπή τους σε αορίστου χρόνου, αλλά την αυτοδίκαιη ακυρότητά τους, την καταβολή στον εργαζόμενο των αποδοχών του και αποζημίωσης, καθώς και την ποινική και πειθαρχική ευθύνη των αρμοδίων.

Αντίθετα, οι επίδικες συμβάσεις έχουν συναφθεί υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 και, σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης, ως συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου, ακόμα και στην περίπτωση που κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, διότι ο εναγόμενος Δήμος, στον οποίο προσέφεραν τις υπηρεσίες τους οι ενάγοντες, ως εμπίπτων στο πεδίο εφαρμογής του ανωτέρω νόμου, δεν έχει πλέον τη νομική δυνατότητα να συνάπτει συμβάσεις αορίστου ή ορισμένου χρόνου, χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του νόμου αυτού και συγκεκριμένα κατά παρέκκλιση της θεσπιζόμενης από το νόμο αξιοκρατικής διαδικασίας επιλογής προσωπικού από την ανεξάρτητη διοικητική αρχή του Α.Σ.Ε.Π.

Περαιτέρω, πρέπει να επισημανθεί ότι, όπως προαναφέρθηκε, και οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου υπάγονται στις απαγορεύσεις που εκτέθηκαν στην νομική σκέψη 1 της παρούσας και, επιπλέον, στην περίπτωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, οι συμβάσεις λήγουν με την πάροδο του χρονικού διαστήματος, για το οποίο έχουν συναφθεί και δεν τίθεται θέμα αποζημιώσεως απόλυσης ή μισθών υπερημερίας [...]".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, όσον αφορά την κύρια βάση της αγωγής, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 4 του Ν. 2738/1999, 14 παρ. 2 του Ν. 2190/1994, 20 παρ. 1 και 15 του Ν. 2639/1998, 648 επ., 669 έως 672 του Α.Κ., 6 του Ν. 765/1943, σε συνδ. με τα άρθρα 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, 671, 281 του Α.Κ., 25 παρ. 3, 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, καθόσον, ως εκ του χρόνου σύναψης των επίδικων συμβάσεων μεταξύ των διαδίκων, μετά την έναρξη ισχύος του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος και του π.δ/τος 164/2004, δεν είναι δυνατή η, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, αναγνώριση αυτών, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας και δη αορίστου χρόνου, έστω και αν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Δέχθηκε, στη συνέχεια, το Εφετείο, ως προς την επικουρική βάση της αγωγής, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, κατ' ακριβή αντιγραφή, τα εξής : "Ως προς τη βάση της αγωγής, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, αυτή (αγωγή) είναι αόριστη, διότι δεν αναφέρονται τα αναγκαία στοιχεία, όπως το ότι οι ένδικες συμβάσεις εργασίας είναι άκυρες, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη ΙΙ στης παρούσας και επιπλέον η αγωγή είναι αόριστη διότι ενέχει αντιφάσεις, δεδομένου ότι, όπως το ακριβές περιεχόμενο της όλως επικουρικής βάσεως της αγωγής αναφέρθηκε ανωτέρω, οι ενάγοντες εμπλέκουν τις διατάξεις της αδικοπραξίας, με εκείνες του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Σύμφωνα δε με όσα αναφέρθηκαν, η αγωγή αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι όλως επικουρική και δεν μπορεί να ασκηθεί, εφόσον συντρέχουν οι διατάξεις περί αδικοπραξίας, όπως οι ενάγοντες ισχυρίζονται. Επομένως, το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια, έστω και αν απέρριψε σιγή τις επικουρικές βάσεις της αγωγής, ως προς την απόρριψη των οποίων η αιτιολογία της εκκαλουμένης συμπληρώνεται με την παρούσα, δεν έσφαλε και οι σχετικοί λόγοι έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι".

Με το παραπάνω περιεχόμενο η ένδικη αγωγή, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, ως προς την επικουρική της βάση, που έχει ως αίτημα να επιδικασθούν οι αιτούμενες μισθολογικές διαφορές, πλέον των επιδομάτων εορτών και αδείας, κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648 επ., 904 επ.

του Α.Κ., 22 παρ. 1α του Συντάγματος και 20 παρ. 15 του Ν. 2639/1998, καθώς και σε εκείνες των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 Υ.Α. Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945 και 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, καθόσον, με βάση τα σε αυτή εκτιθέμενα, εάν ήθελε κριθεί ότι οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων ήταν άκυρες, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερο, χωρίς νόμιμη αιτία, εις βάρος της περιουσίας αυτών, κατά τα ποσά, τα οποία θα κατέβαλλε σε οποιοδήποτε άλλο μισθωτό, που θα απασχολούσε στην ίδια θέση και ο οποίος θα παρείχε τις ίδιες με αυτούς υπηρεσίες, υπό τις αυτές συνθήκες απασχόλησης.

Ειδικότερα, όπως επί λέξει αναγράφεται στη σελίδα 50 του αγωγικού δικογράφου : "Επειδή, άλλως, ο εναγόμενος τα ποσά αυτά τα οφείλει και με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, λόγω αδικοπραξίας (904 επ. Α.Κ. σε συνδυασμό με 937, 938 και 279, 289 Α.Κ.) γιατί, κατά τα ποσά αυτά, έγινε και παραμένει αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος μας, καθόσον εξοικονόμησε την αντίστοιχη δαπάνη για καθέναν από εμάς, χωρίς νόμιμη αιτία, την οποία θα έκανε εάν δεν πραγματοποιούσε την παράνομη και υπαίτια πράξη και απασχολούσε άλλους υπαλλήλους, με τις ίδιες συνθήκες εργασίας και τα ίδια με εμάς ή αντίστοιχα προσόντα, για την εκτέλεση της ίδιας πρόσθετης εργασίας", ενώ μετά την παραδεκτή, κατ' άρθρο 224 εδαφ.

β' του ΚΠολΔ, συμπλήρωση των προϋποθέσεων εφαρμογής του πραγματικού των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, με τις έγγραφες προτάσεις των εναγόντων (βλ. σελ. 21), διαλαμβάνεται, επί λέξει, ότι : "... Επειδή, άλλως σε περίπτωση που η σύμβαση εργασίας μας κριθεί άκυρη, ο εναγόμενος τα ποσά αυτά τα οφείλει και με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού ...".

Έτσι, σωρευόταν με την κύρια βάση από τη σύμβαση για μισθολογικές διαφορές, κατά δικονομική επικουρικότητα, βάση αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 219 ΚΠολΔ), η οποία και μόνο, ομού με την ευθεία, εκ του νόμου, αξίωση των εναγόντων, για επιδόματα εορτών και αδείας, μεταβιβάστηκε στο Εφετείο, με την ασκηθείσα από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες έφεση, απορριφθείσας πρωτοδίκως της κύριας βάσης, εκ της σύμβασης εργασίας, για τους διαλαμβανόμενους στην απόφαση αυτή λόγους.

Η επικουρική αυτή βάση, εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, σωρεύεται παραδεκτώς, υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας αγωγικής βάσης, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στην αγωγή, συγκροτούν την έννοια της απλής σχέσης εργασίας, που παρασχέθηκε δυνάμει ψευδεπίγραφων συμβάσεων εργασιακής εμπειρίας, οι οποίες υπέκρυπταν άκυρες συμβάσεις εργασίας, με αποτέλεσμα το εναγόμενο, που καρπώθηκε την εργασία τους, σε εκτέλεση των άκυρων αυτών συμβάσεων, να οφείλει, για την περίπτωση της μη ευδοκίμησης της αγωγής εκ της συμβατικής σχέσης, να αποδώσει τον πλουτισμό του στους ενάγοντες, ήτοι να τους καταβάλει, για μισθολογικές διαφορές, τα ίδια ποσά που ζήτησαν με την κύρια βάση της αγωγής τους, ισχυριζόμενοι ότι, κατά τα ποσά αυτά, το εναγόμενο κατέστη πλουσιότερο εις βάρος της περιουσίας τους, χωρίς νόμιμη αιτία, με αντίστοιχη ωφέλειά του, αφού θα τα κατέβαλε σε οποιονδήποτε άλλον εργαζόμενο είχε απασχολήσει, με έγκυρη σύμβαση εργασίας, για την παροχή της ίδιας εργασίας και υπό τις αυτές συνθήκες, στη θέση τους, τα δε επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχές και αποζημίωση αδείας, ευθέως εκ του νόμου, ήτοι των άρθρων 1 του Ν. 1082/1980, 1, 3, 10 της 19040/1981 Κ.Υ.Α.

Υπουργών Εργασίας και Οικονομικών για τα επιδόματα εορτών και 2, 3, 5 του Α.Ν. 539/1945, όπως τροπ. με άρθρο 1 του Ν. 1346/1983 και 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 για τα επιδόματα και αποδοχές άδειας. Επομένως, έτσι που αποφάνθηκε το Εφετείο, κρίνοντας ως αόριστη την προμνημονευόμενη αγωγή, ως προς την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, λόγω απασχόλησης των προσληφθέντων ανέργων εναγόντων από το εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με άκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία τις διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ.

α' και 908 εδ. α' του Α.Κ., 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1080, 1 παρ. 2 της 19040/1981 Κ.Υ.Α. Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945 και 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966. Κατά συνέπεια, εφόσον η παραπάνω επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, είναι ορισμένη και νόμιμη, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, εκ των αριθμών 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι κατ' ουσίαν.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, κατά παραδοχή των πρώτου, κατά το οικείο αυτού σκέλος δευτέρου και τρίτου λόγων αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμοί 1 και 14 του ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία, τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, πρέπει να αναιρεθεί κατά ένα μέρος η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιο και τη διάταξή της, με τα οποία απορρίφθηκε ως αόριστη η επικουρική βάση της ένδικης αγωγής περί υπάρξεως απλής σχέσης εργασίας και οι εντεύθεν, εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού αξιώσεις των εναγουσών και ήδη αναιρεσειόντων, για διαφορές αποδοχών και οι, εκ των σχετικών διατάξεων που τις προβλέπουν αξιώσεις αυτών, για επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχές και αποζημίωση αδείας και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, κατά το ως άνω αναιρεθέν κεφάλαιο, προς εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 είχε τροποποιηθεί με τα άρθρα 12 παρ. 4 του ν. 4045/2012 και 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013 και αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, η ισχύς του οποίου άρχισε από την 01/01/2016, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ν. 4335/2015).

Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένων όμως κατά το μέτρο του άρθρου 281 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" (Α.Π. 1467/2022, Α.Π. 77/2022, Α.Π. 1207/2019, Α.Π. 1061/2018), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αποφαίνεται ότι η από 29-01-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 992/85/30-01-2020 και του παρόντος Δικαστηρίου 201/2023 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 1864/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, θεωρείται ως μη ασκηθείσα, ως προς τον πέμπτο των αναιρεσειόντων Ν. Κ.

Αναιρεί, κατά ένα μέρος, τη με αριθμό 1864/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, κατά το διαλαμβανόμενο στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαιο και κατά τη διάταξή της, με την οποία απορρίφθηκε, ως αόριστη, η επικουρική, εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της από 18-06-2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 114319/2891/27-06-2012 αγωγής.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιο και διάταξη, στο ίδιο Δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών), συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσιβλήτου τα δικαστικά έξοδα των παρασταθέντων αναιρεσειόντων, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Σεπτεμβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ