Legislator Case Law & Legislation
1379/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment due to lapse of time and lack of legal grounds.

Case Number 1379/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the first-instance judgment of the Athens Single District Court. The appellant argued for a retrial, but the court found the appeal inadmissible because the contested decision had become final after the statutory period for filing a cassation appeal expired. Furthermore, the court determined the appeal lacked legal merit as the lower court's reasoning was sufficient and based on valid legal grounds. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553(1) and 554 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is inadmissible if the statutory period for filing it has expired or if the opposing party has waived the right to file it, and the appeal must also be substantively grounded in legal error.

Keywords

AI generated
cassation appeal lapse of time final judgment waiver of right legal costs inadmissible appeal substantive review

Cited Legislation

AI generated
Articles 553(1) and 554 of the Code of Civil Procedure
Article 503(1) of the Code of Civil Procedure
Article 560(6) of the Code of Civil Procedure
Article 218(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1379 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1379/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Π., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Στέφανου Νικολακόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Φ. του Σ., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Δημητούλη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/12/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καλλιθέας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 268/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5763/219 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7/9/2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 553 παρ.1 και 554 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου καθίσταται τελεσίδικη και υπόκειται πλέον σε αναίρεση, μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματος ασκήσεώς της (ΑΠ 574/2016, ΑΠ 268/2016). Στην προκείμενη υπόθεση, η από 07.09.2019 κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, στρέφεται κατά της προσβαλλόμενης 5763/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, χωρίς περαιτέρω έρευνα, την έφεση του τελευταίου κατά της υπ' αριθ.268/2015 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας, με την οποία είχε γίνει δεκτή αγωγή του αντιδίκου του εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου και είχε υποχρεωθεί να του καταβάλει το αιτηθέν ποσό των 15.000 ευρώ, το οποίο αποτελούσε αναγνωρισμένο χρέος του προς τον τελευταίο. Καθ' ομολογίαν του αναιρεσείοντος, που περιέχεται στο αναιρετήριο δικόγραφό του, η αναιρεσιβαλλόμενη ερήμην απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επιδόθηκε σ' αυτόν από τον αντίδικό του στις 9 Ιουλίου 2019, αλλά κατ' αυτής δεν άσκησε ανακοπή ερημοδικίας, εντός της, κατ' άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ, προθεσμίας των δεκαπέντε ημερών, αρχόμενης από την επίδοση της άνω απόφασης, δηλώνοντας, εκ περισσού, ότι παραιτήθηκε από την άσκησή της.

Συνεπώς, κατά τον χρόνο άσκησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, στις 9 Σεπτεμβρίου 2019, η προσβαλλόμενη απόφαση είχε τελεσιδικήσει και, εφόσον η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ.552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 147 παρ. 2 ΚΠολΔ), η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά και η αίτηση αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, και πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 35 του Ν.4842/2021, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών,... 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 575/2018), αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 60/2019,ΑΠ 894/2018, ΑΠ 967/2018). Εξ αντιθέτου συνάγεται ότι κατά των αποφάσεων των ως άνω δικαστηρίων δεν επιτρέπεται αναίρεση για τους λοιπούς, αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, λόγους, μεταξύ των οποίων και εκείνος του αριθμού 6 που ιδρύεται "αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάστηκε ερήμην".

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5763/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 6 ΚΠολΔ. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, παραβιάζοντας τις σχετικές με την κλήτευσή του διατάξεις των άρθρων 110 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ, προχώρησε, ερήμην του, στη συζήτηση της από 18.09.2015 έφεσής του κατά της υπ' αριθ.268/2015 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας, και στη συνέχεια απέρριψε αυτήν(έφεση), ως ανυποστήρικτη, χωρίς να ακολουθήσει περαιτέρω έρευνά της.

Ο λόγος, όμως, αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού πλήττεται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που δίκασε ως Εφετείο, κατά απόφασης Ειρηνοδικείου, στις δε ειρηνοδικειακές υποθέσεις οι αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται στη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, στους οποίους δεν προβλέπεται αντίστοιχος λόγος αναίρεσης με εκείνον εκ του αριθμού 6 του άρθρου 559 ίδιου Κώδικα, και, όπως προεκτέθηκε, η απαρίθμηση των προαναφερομένων λόγων αναίρεσης του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι περιοριστική με συνέπεια να μη μπορεί να προβληθεί, πλην των ανωτέρω, οποιοσδήποτε άλλος λόγος αναιρέσεως κατά των προμνημονευομένων αποφάσεων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 28 του Ν.4842/2021, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Όπως δε προκύπτει από τη διάταξη αυτή, η απόρριψη της έφεσης, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους, καθόσον, παρά το ότι στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητά τους, θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή είναι πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης απόφασης περί αποδοχής τους (ΑΠ 574/2016, ΑΠ 268/2016, ΑΠ 1266/2015).

Επομένως, αν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως είναι μόνο η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι δε τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλομένους (ΟλΑΠ 16/1990).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους κατά τρόπο αφηρημένο, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή αναγνώριση γίνει εγγράφως. Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης, στην οποία δεν αναφέρεται η αιτία του χρέους, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ότι έγινε με το σκοπό να γεννηθεί ενοχή, μη εξαρτώμενη από την αιτία του χρέους.

Αν στην έγγραφη υπόσχεση ή αναγνώριση μνημονεύεται η αιτία του χρέους, δεν αποκλείεται και πάλι να πρόκειται για ενοχή αναιτιώδη, εφόσον τα μέρη ήθελαν να αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του, διότι η διάταξη του εδ. β' του ως άνω άρθρου εισάγει απλώς ερμηνευτικό κανόνα, προσδίδοντας στη δήλωση αυτή ορισμένη έννοια μόνο ενόσω δεν προκύπτει το αντίθετο (σε περίπτωση αμφιβολίας).Κατά κανόνα, όμως, σε τέτοιες περιπτώσεις πρόκειται για αιτιώδη αναγνώριση χρέους, η οποία δεν προβλέπεται μεν ως επώνυμη συμβατική σχέση, εντάσσεται όμως στη γενική αρχή της συμβατικής ελευθερίας (άρθρο 361 ΑΚ).

Αυτή η αιτιώδης αναγνώριση δεν υποβάλλεται κατ' αρχήν σε συστατικό τύπο, ούτε όμως παράγεται από αυτήν αυτοτελής αιτία ενοχής, αφού εξαρτάται από την αναφερόμενη αιτία. Η σημασία μιας τέτοιας επιβεβαιωτικής απλώς δήλωσης είναι κατ' αρχήν αποδεικτική (εξώδικη ομολογία), μπορεί όμως να έχει και άλλα νομικά αποτελέσματα (όπως κατ' άρθρ.272 παρ. 2 εδ.

β',280, 156 ΑΚ). Γενική κατευθυντήρια γραμμή προς λύση του ζητήματος αν πρόκειται για νέα αυτοτελή ενοχή ή παροχή αποδεικτικού μέσου για την ύπαρξη του χρέους μπορεί να χρησιμεύσει ο κανόνας ότι κύρια σύμβαση αναγνωρίσεως υπάρχει όταν αντικείμενο αυτής είναι κάποια έννομη σχέση, και ειδικότερα όταν, αναφορικά προς υπάρχουσα οφειλή, αναλαμβάνεται κάποια υποχρέωση, ενώ δεν υπάρχει σύμβαση αναγνωρίσεως, όταν ομολογούνται απλώς ορισμένα γεγονότα, οπότε υπάρχει μόνο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 51/2020, ΑΠ 1086/2017).

Ομοίως δε και σύμβαση αφηρημένης αναγνώρισης ή υπόσχεσης χρέους υπάρχει όταν δι' αυτής δημιουργείται έννομη σχέση και ειδικότερα όταν αναλαμβάνεται με αυτήν (δι' αναγνωρίσεως ή δι' υποσχέσεως)υποχρέωση ως προς κάποιο χρέος (ΑΠ 341/2021).Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (αντίστοιχης εκείνης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της (ΑΠ 293/2018).

Επίσης ελέγχονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης για παραβιάσεις κανόνων του ουσιαστικού, όχι του δικονομικού δικαίου, όπως ακριβώς και για το λόγο του αριθμού 1 (ΑΠ 1908/2008, ΑΠ 1703/2008, ΑΠ 1446/2007, ΑΠ 1140/2005). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων επικαλείται πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ(κατ' ορθή εκτίμηση, και όχι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) και ειδικότερα εσφαλμένη εφαρμογή από την ενσωματωθείσα στην προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, απόφαση του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας, των διατάξεων των άρθρων 361 και 873 ΑΚ και έλλειψη νόμιμης βάσης αυτής, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, διότι ενώ παραθέτει αμφότερες τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, δεν διευκρινίζει σε ποιά εκ των δύο στήριξε την κρίση του για θεμελίωση της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, παραλείποντας να αναφέρει με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το γενεσιουργό λόγο του επίδικου χρέους.

Από την παραδεκτή, όμως, κατ' άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της πιο πάνω απόφασης προκύπτει, ότι αυτή δέχθηκε, κατά το αναιρετικώς ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος της, τα εξής: "...Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) συνεργάστηκε με τον εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα), συστήνοντας κατά το έτος 2006 ως εταίροι την μεταφορική εταιρία με την επωνυμία ¨EUROCITY TRANSPORT UND LOGISTIK GMBH¨,με έδρα στο Μόναχο Γερμανίας.

Από τη σύσταση και τη λειτουργία της ανωτέρω εταιρείας, δημιουργήθηκαν οικονομικές διαφορές των διαδίκων. Στο πλαίσιο ρύθμισης αυτών των διαφορών, και αναγνωρίζοντας την οφειλή προς τον εταίρο του-και ήδη ενάγοντα, ο εναγόμενος συνέταξε την από 3.1.2008 υπεύθυνη δήλωση, νομίμως θεωρημένη από Δημόσια Αρχή, το περιεχόμενο της οποίας έχει ως εξής: "Οφείλω στον Α.

Φ. του Σ. το ποσό των 15.000 ευρώ από διαφορά που προέκυψε από την ίδρυση και λειτουργία της εταιρείας EUROCITY GMBH, της οποίας είμαστε συνέταιροι". Έναντι της οφειλής αυτής, ο εναγόμενος δεν έκανε καμία καταβολή, παρά τις συνεχείς προφορικές οχλήσεις του ενάγοντος. Ο δε ενάγων διαμαρτυρόμενος για την ανωτέρω συμπεριφορά του εναγομένου, με την από 20-2-2009 εξώδικη δήλωση-πρόσκλησή του, η οποία έχει νομίμως επιδοθεί δυνάμει της υπ' αριθμ. 15.217/12.5.2009 έκθεσης επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιά Μαρίας Φακίνου, τον κάλεσε, όπως εξοφλήσει την οφειλή του άμα τη παραλαβή του εξωδίκου.

Παρά ταύτα, ο εναγόμενος συνεχίζει να οφείλει το ποσό... Ύστερα από όλα τα παραπάνω, πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσία βάσιμη η κρινόμενη αγωγή, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το ως άνω ποσό των 15.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο...". Με τις παραπάνω παραδοχές του το Ειρηνοδικείο διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων των άρθρων 361 και 873 ΑΚ, τις οποίες αμφότερες εφάρμοσε, και οι οποίες σωρεύονται παραδεκτώς ως νομικές βάσεις της ένδικης αγωγής, κατ' άρθρ.218 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με το ως άνω ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης της ένδικης οφειλής του αναιρεσείοντος προς τον αναιρεσίβλητο, η παράθεση στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, από το δικαστήριο και άλλων, πλην των ανωτέρω, αιτιολογιών, καθόσον, ειδικότερα αναφέρει την έγγραφη σύμβαση αναγνώρισης χρέους εκ μέρους του ήδη αναιρεσείοντος - εναγομένου προς τον ήδη αναιρεσίβλητο - ενάγοντα, και δη του ανωτέρω ποσού των 15.000 €, προερχόμενου από την επίσης εκεί αναφερόμενη αιτία, το οποίο ο πρώτος δεν κατέβαλε στον αντίδικό του και συνεχίζει να οφείλει, παρά τις συνεχείς, προς τούτο, οχλήσεις του τελευταίου.

Συνεπώς ο ως άνω από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατ' ορθή εκτίμηση) δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος. Κατά δε τις λοιπές αιτιάσεις του, ο ίδιος ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, πλήττεται με αυτόν η ακυρωτικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου.

Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί, στο σύνολό της, η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρ. 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 07.09.2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5763/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Αυγούστου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ