Legislator Case Law & Legislation
1371/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment due to correct substantive outcome despite erroneous legal reasoning.

Case Number 1371/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against a final judgment ordering it to pay €85,319.44 to an individual for unjust enrichment. The lower court incorrectly applied suspended regulations but reached the correct result by applying alternative valid laws regarding contract invalidity. The court ruled that since the substantive outcome was correct, the appeal was inadmissible under Article 578 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Art. 578 KPolD; When a lower court applies the wrong legal provisions but reaches the correct substantive decision, the Supreme Court dismisses the appeal unless there is a legal interest to avoid res judicata.

Keywords

AI generated
Article 578 Code of Civil Procedure erroneous legal reasoning correct substantive outcome dismissal of appeal unjust enrichment contract invalidity res judicata

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 KPolD
Art. 578 KPolD
Art. 577 no. 1 KPolD
Art. 552, 553, 556, 558, 564, 566 no. 1 KPolD
Art. 58 no. 3 and 4 and 84 no. 1 KDD
Art. 176, 183, 189, 190 and 191 no. 2 KPolD
Art. 5 no. 15 of Law 2229/1994
Art. 2 no. 1 and 13 no. 1 of PD 138/2009
Art. 3 no. 1 and 6 no. 5 of Law 716/1977
Art. 174, 904 and 908 of the Civil Code
Art. 26 of Law 3316/2005

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1371 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1371/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Νεδελκόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Β. Π. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Ταρνατώρο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/2/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκε η 1110/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/7/2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση η από 4-7-2017 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας ερήμην της αναιρεσείουσας κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 77 του Ν. 3669/2008 (άρθρου 13 του Ν. 1418/1984) υπ' αριθ. 1110/2017 τελεσίδικης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία από παραδρομή απευθύνεται ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η από 17-2-2014 αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά της αναιρεσείουσας, κατά την επικουρική της βάση και υποχρεώθηκε η τελευταία να καταβάλει στον πρώτο το ποσό των 85.319,44€ με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της επίδοσης της αγωγής, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, λόγω της ακυρότητας της μεταξύ τους επιμέρους σύμβασης, που υπογράφηκε με βάση Πλαίσιο-Συμφωνία σχετικά με την ανάθεση και εκτέλεση δημοσίων συμβάσεων εκπόνησης μελετών και παροχής συναφών υπηρεσιών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού της λόγου της.

Κατά την έννοια του αρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005 7/2006).

Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στην αίτηση αναίρεσης τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Εξάλλου, με το άρθρο 1 παρ. 15 του Ν. 3316/2005 "Ανάθεση και εκτέλεση δημοσίων συμβάσεων εκπόνησης μελετών και παροχής συναφών υπηρεσιών και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι "Μελετητής ή πάροχος υπηρεσιών" είναι το φυσικό πρόσωπο που έχει την απαιτούμενη επιστημονική γνώση και το αναγνωρισμένο από το δίκαιο της επαγγελματικής του έδρας δικαίωμα να εκπονεί μελέτες ή αντίστοιχα να παρέχει υπηρεσίες των παραγράφων 1 έως 4" και με το άρθρο 14 παρ. 2 αυτού ότι "στις διαδικασίες για την ανάθεση σύμβασης εκπόνησης μελέτης ή σύμβασης υπηρεσιών που αφορά σε μελέτες...δικαιούνται να συμμετέχουν εγκατεστημένα στην Ελλάδα φυσικά πρόσωπα ή νομικά πρόσωπα, εφόσον είναι εγγεγραμμένα στις κατά νόμο απαιτούμενες τάξεις και κατηγορίες του Μητρώου Μελετών ή του Μητρώου Εταιρειών, που τηρούνται από το Υπουργείο Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων.

Η εγγραφή στα Μητρώα και η διατήρηση σε ισχύ της εγγραφής με τις νόμιμες αναθεωρήσεις της αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ανάληψη της εκπόνησης μελέτης, κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού...". Περαιτέρω στη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 1 περ. α του ίδιου παραπάνω νόμου ορίζεται ότι "αν ο ανάδοχος φυσικό πρόσωπο ή ο μοναδικός μελετητής...αποβιώσει ή διαγραφεί από τα μητρώα...μπορεί με απόφαση της Προϊσταμένης Αρχής, που εκδίδεται μετά από γνώμη του αρμοδίου Τεχνικού Συμβουλίου, να εγκριθεί η υποκατάστασή του από άλλο μελετητή...που διαθέτει τα αντίστοιχα προσόντα για την εκτέλεση της σύμβασης, αλλιώς η σύμβαση λύεται αυτοδίκαια".

Τέλος με τις διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 1, 4 και 7 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι " Στο Μητρώο Μελετητών δικαιούνται να εγγραφούν φυσικά πρόσωπα, κάτοχοι τίτλου σπουδών ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος πανεπιστημιακού τομέα της Ελλάδος ή ισοτίμου της αλλοδαπής, που έχουν συμπληρώσει τετραετία από την απόκτηση της άδειας άσκησης επαγγέλματος, έχουν την επαγγελματική τους εγκατάσταση στην Ελλάδα και δεν εμπίπτουν σε καμία από τις απαγορεύσεις της επομένης παραγράφου" (παρ. 1), ότι "Η εγγραφή στο Μητρώο Μελετητών διενεργείται ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου..." (παρ. 4) και ότι " Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, καθορίζονται α) οι ειδικότεροι όροι και προϋποθέσεις εγγραφής και κατάταξης στα μητρώα και τα δικαιολογητικά που υποβάλλονται.

β) οι όροι και οι προϋποθέσεις ελέγχου, ανανέωσης, αναθεώρησης του πτυχίου, η χρονική διάρκεια ισχύος του, ...γ)...δ)...ε)...στ..." (παρ. 7), ενώ στο άρθρο 45 παρ. 4 αυτού ορίζεται ότι " Οι περί μητρώων διατάξεις του Ν. 716/1977 και των κανονιστικών πράξεων που εκδόθηκαν για την εφαρμογή του εξακολουθούν να ισχύουν, εφόσον δεν αντιτίθενται στις διατάξεις του νόμου αυτού, μέχρις ότου τεθεί σε ισχύ το προεδρικό διάταγμα κατ' εξουσιοδότηση της παραγράφου 7 του άρθρου 39", στο άρθρο 46 παρ. 2 περ.

στ ότι " Από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού καταργούνται α)...β)...γ)...δ)...στ) ο Ν. 716/1977, τα προεδρικά διατάγματα και οι υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν προς εκτέλεσή του, με την επιφύλαξη της παρ. 4 του προηγούμενου άρθρου" και στο άρθρο 47 ότι " η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στις επί μέρους διατάξεις".

Κατ' εξουσιοδότηση της προαναφερόμενης παραγράφου 7 του άρθρου 39 του Ν. 3316/2005 εκδόθηκε το ΠΔ 138/2009, πλην η ισχύς του ανεστάλη διαδοχικώς με το ΠΔ 193/2009 έως 16-11-2010, με το ΠΔ 112/2010 έως 16-11-2011 και με το ΠΔ 133/2011 έως 16-11-2012 και ορίστηκε ότι μέχρι τότε εξακολουθούν να ισχύουν οι προηγούμενες διατάξεις. Συνάγεται, εντεύθεν, ότι μέχρι τη θέση σε ισχύ (17-11-2012) του εκδοθέντος, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρο 39 παρ. 2 του Ν. 3316/2005, ΠΔ 138/2009, διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 716/1977, οι ειδικότεροι όροι και προϋποθέσεις εγγραφής και κατάταξης στα Μητρώα Μελετητών, τα δικαιολογητικά που απαιτούνται, οι όροι και προϋποθέσεις ελέγχου, ανανέωσης, αναθεώρησης και ακύρωσης του πτυχίου, καθώς και η χρονική διάρκεια της ισχύος του, ενώ κατά τα λοιπά εφαρμογή έχουν οι παραπάνω διατάξεις του Ν. 3316/2005.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 3 του Ν. 716/1977 "η ιδιότητα του μελετητού αποκτάται δια της εγγραφής εις το μητρώον μελετητών και της χορηγήσεως του πτυχίου μελετητού" και με το άρθρο 6 παρ. 5 αυτού "Η απώλεια της ιδιότητος του μελετητού ή ο θάνατος τούτου συνεπάγεται την διαγραφήν αυτού εκ των μητρώων και την ακύρωσιν του πτυχίου".

Από το συνδυασμό των τελευταίων αυτών διατάξεων και των προαναφερομένων διατάξεων του Ν. 3316/2005, καθώς και της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 του ΒΔ της 20-11/4-12-1940 "περί εκτελέσεως του ΑΝ 2326/1940 περί Ταμείου Συντάξεων Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων", που ορίζει ότι "Οι μέτοχοι δικαιούνται συντάξεως μόνον εφ' όσον παύονται ασκούντες το επάγγελμα αυτών, μη αναμιγνυόμενοι ούτε αμέσως, ούτε εμμέσως εις οιανδήποτε εργασίαν σχέσιν έχουσαν προς αυτό, είτε ως ελεύθεροι επαγγελματίαι, είτε ως μισθωτοί παρά τω Δημοσίω, Δήμω, Κοινότητι, Νομικώ Προσώπω Δημοσίου Δικαίου ή Κοινωφελούς σκοπού ή Ιδιωτικού Δικαίου, ως απλώ ιδιώτη" προκύπτει ότι η ιδιότητα του μελετητή αποκτάται με την εγγραφή του στο Μητρώο Μελετητών και τη χορήγηση του σχετικού πτυχίου και ότι το πτυχίο αυτό προσδίδει στο μελετητή το δικαίωμα της ανάληψης μελετών, που εμπίπτουν στα όρια της κατάταξής του στο Μητρώο.

Στην περίπτωση δε που ο μελετητής απωλέσει την ιδιότητα αυτή, γεγονός που συμβαίνει και στην περίπτωση διαγραφής του από το Μητρώο, λόγω συνταξιοδότησης, από την ημερομηνία της διαγραφής του από το Μητρώο ακυρώνεται αυτοδίκαια το πτυχίο του και η σύμβαση που ήδη εκτελεί, αν δεν εγκριθεί από την προϊσταμένη αρχή η υποκατάστασή του από άλλο μελετητή, που διαθέτει τα νόμιμα προσόντα, λύεται.

Επομένως, η επιγενόμενη επί μέρους σύμβαση για τη σύνταξη μελετών, που υπογράφηκε, μεταξύ του κυρίου του έργου και του ήδη διαγραφέντος από το Μητρώο Μελετητών και μη υποκατασταθέντος μελετητή, στο πλαίσιο προηγούμενης Συμφωνίας-Πλαίσιο, είναι άκυρη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ, διότι αντιβαίνει στις προαναφερόμενες απαγορευτικές διατάξεις και θεωρείται ως μη γενομένη, σύμφωνα με το άρθρο 180 ΑΚ.

Ο διαγραφείς δε, κατά τα παραπάνω, και μη υποκατασταθείς μελετητής, που εκτέλεσε και παρέδωσε το έργο, χωρίς να υφίσταται έγκυρη σύμβαση, δικαιούται, ενόψει ότι από τις προαναφερόμενες απαγορευτικές διατάξεις δεν αποκλείεται, να ζητήσει, κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ ΑΚ για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, την αντίστοιχη ωφέλεια που επήλθε στον τελευταίο, την οποία απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν, καθ' υποκατάσταση του διαγραφέντος μελετητή, την εκτέλεση του ίδιου έργου ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "...εφόσον ο ενάγων, όπως ομολογείται και από τον ίδιο, μετά τη συνταξιοδότησή του την 1-7-2010 διεγράφη οριστικά από το Μητρώο Μελετητών και ακυρώθηκε οριστικά το πτυχίο του, χωρίς να εγκριθεί από την εναγομένη η υποκατάστασή του από άλλο μελετητή, η μεταξύ τους υφιστάμενη Συμφωνία- Πλαίσιο λύθηκε αυτοδίκαια, η δε επιγενόμενη από 5-2-2011 4η επιμέρους σύμβαση στα πλαίσια της ανωτέρω συμφωνίας, υπήρξε άκυρη, ως αντιβαίνουσα, κατ' άρθρο 174 ΑΚ, στις ανωτέρω απαγορευτικές διατάξεις και ως εκ τούτου θεωρείται, σύμφωνα με τη διάταξη 180 ΑΚ, ως μη γενομένη.

Συνακόλουθα δεν υφίσταται, κατά τα προεκτιθέμενα αξίωση του ενάγοντος απορρέουσα από την εκτέλεση της ανωτέρω άκυρης σύμβασης (4ης επιμέρους σύμβασης)...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το εφετείο απέρριψε την κύρια από τη σύμβαση βάση της αγωγής του αναιρεσίβλητου κατά της αναιρεσείουσας περί καταβολής της αμοιβής του, λόγω εκτέλεσης και παράδοσης του συμφωνηθέντος έργου και έκανε δεκτή την επικουρικώς σωρευόμενη βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και υποχρέωσε την εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) να καταβάλει στον ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο) το ποσό των 85.319,44€ με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της επίδοσης της αγωγής, δεχόμενο ειδικότερα, ότι το ποσό αυτό αντιστοιχεί στην ωφέλεια, που αυτή απέκτησε, χωρίς νόμιμη αιτία, από το εκτελεσθέν και παραδοθέν, βάσει της άνω άκυρης σύμβασης, έργο, που συνίσταται στη χρηματική αποτίμηση και δη την εγκριθείσα από την ίδια την εναγομένη αξία του και στη δαπάνη, που αυτή εξοικονόμησε και στην οποία θα υποβαλλόταν εάν, καθ' υποκατάσταση του ενάγοντος, ανέθετε την εκτέλεση του ίδιου έργου, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο μελετητή που θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες.

Το εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του, για να καταλήξει στο άνω πόρισμά του, πέραν των διατάξεων των άρθρων 174, 904, 908 ΑΚ και του άρθρου 26 του Ν. 3316/2005, που εφάρμοσε, αντί να εφαρμόσει τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 και 6 παρ. 5 του Ν. 716/1977, εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρων 2 παρ. 1 και 13 παρ. 1 περ.

α του ΠΔ 138/2009, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, καθόσον κατά το χρόνο υπογραφής της ένδικης σύμβασης (5-2-2011) τελούσαν σε αναστολή. Όμως, οι προϋποθέσεις των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1 και 6 παρ. 5 του Ν. 716/1977 ταυτίζονται με τις προϋποθέσεις των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 και 13 παρ. 1 περ. α του ΠΔ 138/2009, που εφάρμοσε στη συγκεκριμένη περίπτωση το Δικαστήριο της ουσίας και συνεπώς οδηγήθηκε σε ορθό διατακτικό.

Κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνον ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Εσφαλμένο αιτιολογικό με την έννοια της παραπάνω διάταξης υπάρχει, όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, στον οποίο και υπάγει αυτά ο Άρειος Πάγος, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης.

Ως αιτιολογικό, δηλαδή, στην περίπτωση αυτή νοείται η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και δεν ταυτίζεται με τις αιτιολογίες της απόφασης, οι οποίες ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (ΟλΑΠ 32/2002, 30/1998, ΑΠ 606/2013). Μετά ταύτα, το εφετείο, αν και εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 13 παρ. 1 περ.

α του ΠΔ 138/2009, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, καθόσον κατά το χρόνο υπογραφής της ένδικης σύμβασης (5-2-2011) τελούσαν σε αναστολή, κατέληξε σε ορθό διατακτικό, καθόσον και αν εφάρμοζε τις πράγματι εφαρμοστέες διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 και 6 παρ. 5 του Ν. 716/1977 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 174, 904 και 908 ΑΚ και 26 του Ν. 3316/2005, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε, θα κατέληγε στο ίδιο πόρισμα, στην παραδοχή, δηλαδή, της επικουρικώς σωρευόμενης βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, λόγω ακυρότητας της σύμβασης για τον παραπάνω λόγο, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται στην προκείμενη περίπτωση, δεδομένου ότι δεν αποκλείεται η εφαρμογή τους από τις προαναφερόμενες διατάξεις.

Κατ' ακολουθίαν, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσβάλλεται η αιτίαση για εσφαλμένη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, αλλά και των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, προβάλλοντας ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν έχουν εφαρμογή ούτε οι διατάξεις αυτού, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Διάταξη περί παραβόλου δεν περιλαμβάνεται, διότι η αναιρεσείουσα δεν κατέβαλε παράβολο, σύμφωνα με τι διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 15 του Ν. 2229/1994, καθόσον απολαύει, πέραν άλλων, και των δικαστικών προνομίων του Δημοσίου. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε κατάλογο εξόδων, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183, 189, 190 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ και άρθρα 58 παρ. 3 και 4 και 84 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013), καθώς και το Παράρτημα Ι του ίδιου Κώδικα, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-7-2017 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 1110/2017 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ