Legislator Case Law & Legislation
606/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations; court applied wrong law but reached correct outcome on merits.

Case Number 606/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against a first-instance judgment regarding the statute of limitations for public employees' claims. Although the appellate court incorrectly applied Article 90 of Law 2362/1995 instead of the applicable provisions of Law 495/1976, the court found the substantive result correct because the claims were time-barred regardless of the legal basis used. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 90 § 3 ν. 2362/1995; Art. 48 § 3 and 49 ν.δ. 495/1976: The Supreme Court may reject an appeal even if the lower court applied the wrong substantive law, provided the final decision on the merits remains correct based on the admitted facts.

Keywords

AI generated
statute of limitations public employees statutory interpretation appeal dismissal legal error correction

Cited Legislation

AI generated
Art. 90 § 3 ν. 2362/1995
Art. 56 ν.δ. 496/1974
Art. 3 ν.δ. 31/1968
Art. 48 § 3 ν.δ. 495/1976
Art. 49 ν.δ. 495/1976
Art. 578 ΚΠολΔ
Art. 559 ΚΠολΔ
Art. 560 ΚΠολΔ

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 606 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 606/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Σ. του Σ., 2) Μ. Κ. του Κ., 3) Ε. Ξ. του Θ., 4) Σ. Σ. του Π., 5) Β. Ρ. του Δ., 6) Ε. Κ. του Ν., 7) Β. Β. του Π., 8) Μ. - Κ. Θ. του Δ., 9) Α. Δ. του Δ. και 10) Έ. Ι. του Γ., όλων κατοίκων ... . Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Ματθαίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος με τις από 8-3-2013 προτάσεις του δήλωσε ότι διορθώνει το επώνυμο της δεύτερης των αναιρεσειόντων, που εσφαλμένα αναγράφηκε στο αναιρετήριο "Κουλουμένα" αντί του ορθού "Κουλουμέντα".

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΠΑΙΔΙΚΟΙ ΣΤΑΘΜΟΙ ΔΗΜΟΥ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ", ως καθολικού διαδόχου του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΠΑΙΔΙΟΥ ΔΗΜΟΥ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ", που εδρεύει στην Αγ. Παρασκευή Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Μπάτσου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-11-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χαλανδρίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 539/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5949/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-11-2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 24-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την διάταξη του άρθ. 90 § 3 ν. 2362/1995 "Περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 56 ν.δ. 496/1974, 3 ν.δ. 31/1968 και 304 του κυρωθέντος με το ΠΔ 410/1995 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ως εκ του κρισίμου εδώ χρόνου), η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ` αυτού που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από την γένεσή της, ενώ κατά την διάταξη του άρθ. 91 εδ.

α' του ίδιου νόμου με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων σαφώς προκύπτει, ότι με την πρώτη απ` αυτές ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ` αυτού που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης.

Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με την διάταξη του άρθ. 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του δημοσίου κ.λπ. από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από την ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων που διατυπώνεται στο άρθ. 91 εδ.

α`, και επομένως κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006). Η προβλεπομένη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθ. 90 § 3 ν. 2362/1995 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων του (Δημοσίου και) των ΟΤΑ βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από τον χρόνο παραγραφής που ισχύει κατ` άρθ. 250 αριθ. 6 και 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθ. 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος (η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων, ΟλΑΠ 3/2006, 23/2004, 11/2003) και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων (του Δημοσίου και) των ΟΤΑ, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι δημότες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών υπέρ αυτών (ΟΤΑ) επιβαρύνσεων (πρβλ.

ΟλΑΠ 38/2005) και συνεπώς η διάταξη αυτή δεν αντίκειται (1) στην κατά το άρθ. 4 § 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, ούτε στην αποτελούσα ειδικότερη μορφή και εκδήλωση αυτής και καθιερουμένη με το άρθ. 22 §1 εδ. β` αυτού αρχή της ίσης αμοιβής για παρεχομένη εργασία ίσης αξίας ( ΑΕΔ 1/2012, πρβλ. ΑΕΔ 9/2009 ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθ. 48 § 3 ν.δ. 496/1974 που θεσπίζει επίσης διετή παραγραφή για τις αντίστοιχες αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ.

κατ` αυτών) (2) στην διάταξη του άρθ. 6 § 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, έχοντας υπερνομοθετική ισχύ (άρθ. 28 § 1 του Συντάγματος), και ορίζει ότι "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως..." (όπως και στο άρθ. 20 § 1 του Συντάγματος που παρέχει ανάλογη προστασία και ορίζει ότι καθένας έχει το δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί ν` αναπτύξει σ` αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει, αφού αυτές εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να έχει έννομη προστασία από τα δικαστήρια και να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύουν την θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων) (3) στις διατάξεις του άρθ. 1 του (επίσης κυρωθέντος με το ν.δ. 53/1974 και την αυτή υπερνομοθετική ισχύ έχοντος) Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης που επιβάλλουν τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου (στην οποία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθ. 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά, ΟλΑΠ 40/1998), αφού οι διατάξεις αυτές εμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους, ενώ εξάλλου και από την διάταξη του άρθ. 1 § 2 του ως άνω Πρωτοκόλλου προκύπτει, ότι και αυτό αναγνωρίζει ευθέως το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, εάν το κρίνει αναγκαίο, για την διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας (του Δημοσίου και) των ΟΤΑ (ΟλΑΠ 31/2007, ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθ. 48 § 3 ν.δ. 496/1974), ούτε τέλος στο άρθ. 119 (ήδη 141) ΣυνθΕΟΚ για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου, την προστασία δηλ.

της περιουσίας (του Δημοσίου και) των ΟΤΑ με την ταχεία εκκαθάριση των αντιστοίχων αξιώσεων και υποχρεώσεών τους, που εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε στην έννοια του δημοσίου συμφέροντος που δικαιολογεί την εξαιρετική αυτή ρύθμιση, δεν αντίκειται ούτε, ειδικά, η ρητά θεσπιζόμενη με την διάταξη του άρθ. 90 § 3 ν. 2362/1995 έναρξη της (διετούς) παραγραφής από την γένεση των σχετικών αξιώσεων και όχι από το τέλος του αντίστοιχου έτους, ή από άλλο χρονικό σημείο. (4) Στις διατάξεις του κυρωθέντος με το ν. 2462/1997 Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (α) άρθ. 2 § 3 α' και β' που ορίζει (κατά τρόπο ουσιαστικά όμοιο με το άρθ. 13 της ΕΣΔΑ) ότι τα συμβαλλόμενα κράτη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να εγγυώνται ότι (αα) κάθε άτομο, του οποίου τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που αναγνωρίζονται στο Σύμφωνο αυτό παραβιασθούν, θα έχει στην διάθεσή του μία πρόσφορη προσφυγή, ακόμη και εάν η παραβίαση θα έχει διαπραχθεί από πρόσωπα που ενεργούν υπό την επίσημη κρατική ιδιότητά τους και (ββ) η αρμόδια δικαστική, διοικητική, νομοθετική ή οποιαδήποτε άλλη αρμόδια αρχή σύμφωνα με τη νομοθεσία του Κράτους θ' αποφαίνεται πράγματι σχετικά με τα δικαιώματα του προσφεύγοντος, και να προωθήσουν την δυνατότητα δικαστικής προσφυγής, καθόσον οι διατάξεις αυτές επιβάλλουν απλώς στα συμβαλλόμενα κράτη την υποχρέωση να εξασφαλίζουν (εγγυώνται) σε κάθε άτομο, του οποίου παραβιάζονται οι ελευθερίες και τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται με το Σύμφωνο αυτό, μία πρόσφορη προσφυγή και ότι η αρμόδια και δη δικαστική αρχή θ' αποφαίνεται πραγματικά σχετικά με τα δικαιώματα του προσφεύγοντος, δεν απαγορεύουν, όμως, στα κράτη να θέτουν διατάξεις για παραγραφή και δη βραχυπρόθεσμη με γνώμονα το γενικότερο συμφέρον, οι οποίες δεν αναιρούν την ύπαρξη σχετικής πρόσφορης προσφυγής και δεν αποκλείουν ούτε παρεμποδίζουν την δυνατότητα άσκησής της στην αρμόδια δικαστική αρχή για την προστασία του προσφεύγοντος, ούτε, βέβαια, την τελευταία ν' αποφανθεί επ' αυτής (β) άρθ.14, το οποίο επαναλαμβάνει ουσιαστικά τις ρυθμίσεις του προαναφερθέντος άρθ. 6 § 1 της ΕΣΔΑ και αφορά κυρίως, όπως και εκείνο, την εξασφάλιση δίκαιης δίκης από δικαστήριο ανεξάρτητο και αμερόληπτο κ.λπ.

και για τους πιο πάνω αναφερόμενους λόγους, ειδικότερα δε διότι η διάταξη αυτή εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα και ν' αντιμετωπίζεται από το δικαστήριο κατά τον ίδιο τρόπο, επί ομοίων περιπτώσεων, μέσα βέβαια στο γενικό και για όλους ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, αλλά δεν απαγορεύει την θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων, εφόσον μάλιστα η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται και επιβάλλεται από λόγους γενικοτέρου δημοσίου συμφέροντος, όπως στην προκειμένη περίπτωση (γ) άρθ. 26, το οποίο ορίζει, κατά τρόπο παρόμοιο με το άρθ. 14 της ΕΣΔΑ, ότι όλα τα πρόσωπα είναι ίσα ενώπιον του νόμου και έχουν δικαίωμα, χωρίς καμία διάκριση, σε ίση προστασία του νόμου, καθώς και ότι ως προς το ζήτημα αυτό ο νόμος πρέπει ν' απαγορεύει κάθε διάκριση και να εγγυάται σε όλα τα πρόσωπα ίση και αποτελεσματική προστασία έναντι κάθε διάκρισης, ιδίως λόγω φυλής, χρώματος, γένους, γλώσσας, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης, περιουσίας, γέννησης ή άλλης κατάστασης, διότι η διετής αυτή παραγραφή (αα) θεσπίσθηκε για τους προαναφερθέντες λόγους δημοσίου συμφέροντος (ββ) ισχύει και εφαρμόζεται αδιακρίτως και χωρίς εξαιρέσεις ως προς όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου, ΟΤΑ κ.λπ.

που έχουν παρόμοιες αξιώσεις για μισθούς, αποδοχές κ.λπ. και (γγ) ουδεμία σχέση έχει με τα ως άνω κριτήρια δυσμενούς διακριτικής μεταχείρισης, ούτε βασίζεται σ' αυτά, καθόσον δεν εξαρτάται από οποιανδήποτε από τις προαναφερόμενες ιδιότητες, σχέσεις κ.λπ. (ΑΠ 135/ 2011). (5) στο άρθ. 28 § 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι οι γενικά παραδεδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου, καθώς και οι διεθνείς συμβάσεις από την επικύρωσή τους με νόμο και την θέση τους σε ισχύ, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου, καθόσον, όπως προηγουμένως αναπτύχθηκε, η καθιέρωση της παραγραφής αυτής σε ουδεμία διεθνή σύμβαση αντίκειται και (6) στην καθιερουμένη με το άρθ. 25 § 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, αφού είναι το πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο για την επίτευξη των ως άνω σκοπών της προστασίας του γενικοτέρου δημοσίου, κοινωνικού κ.λπ.

συμφέροντος. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, την προστασία δηλ. της περιουσίας (του Δημοσίου και) των ΟΤΑ με την ταχεία εκκαθάριση των αντιστοίχων αξιώσεων και υποχρεώσεών τους, που εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε στην έννοια του δημοσίου συμφέροντος που δικαιολογεί την εξαιρετική αυτή ρύθμιση, δεν αντίκειται ούτε, ειδικά, η ρητά θεσπιζόμενη με την διάταξη του άρθ. 90 § 3 ν. 2362/1995 έναρξη της (διετούς) παραγραφής από την γένεση των σχετικών αξιώσεων και όχι από το τέλος του αντίστοιχου έτους, ή από άλλο χρονικό σημείο.

Στην προκειμένη περίπτωση, το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κρίνοντας επί αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων, δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη 5949/2009 απόφασή του, ότι οι επίδικες αξιώσεις των εναγόντων, που είχαν προσληφθεί από το ΝΠΔΔ "ΚΕΝΤΡΟ ΠΑΙΔΙΟΥ ΔΗΜΟΥ ΑΓ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ", καθολικός διάδοχος του οποίου είναι το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ "ΠΑΙΔΙΚΟΙ ΣΤΑΘΜΟΙ ΔΗΜΟΥ ΑΓ.

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ", με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αμειβόμενοι με βάση το εκάστοτε ισχύον μισθολόγιο για τους απασχολουμένους στο δημόσιο, για την καταβολή του προβλεπομένου από το άρθ. 14 ν. 3016/2002 ποσού των 176 €, είχαν παραγραφεί, όσον αφορά το χρονικό διάστημα μέχρι 30-12-2003 λόγω παρόδου διετίας από την γένεσή τους, κατ' εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων και δη του άρθ. 90 § 3 ν. 2362/1995, την οποία θεώρησε εφαρμοστέα, και η οποία, όπως επίσης έκρινε, δεν αντιβαίνει στις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και των διεθνών συμβάσεων, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά απέρριψε για τον λόγο αυτόν την αγωγή κατά το κεφάλαιο τούτο.

Με την κρίση του αυτή το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο ερμήνευσε ορθά τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Είναι αληθές ότι προκειμένου περί εναγομένου ΝΠΔΔ για την καταβολή κάθε είδους απολαβών σε υπαλλήλους του, εφαρμοστέες, ως προς το θέμα της παραγραφής αυτών, είναι οι σχετικές διατάξεις του ν.δ. 495/1976 (και όχι οι -εσφαλμένα- εφαρμοσθείσες του άρθ. 90 § 3 ν. 2362/1996) και δη του άρθ. 48 § 3 που ορίζει ότι ο χρόνος παραγραφής των κατά του ν.π.

αξιώσεων των υπαλλήλων του, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, είναι δύο ετών (και η οποία για τους προαναφερθέντες λόγους επίσης δεν αντίκειται στις προαναφερθείσες συνταγματικές και άλλες διατάξεις και αρχές), και του άρθ. 49 που ορίζει ότι η παραγραφή αυτή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, εντός του οποίου γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της.

Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα καταρχήν εφήρμοσε τις μη εφαρμοστέες διατάξεις του άρθ. 90 § 3 ν. 2362/1995 αντί για τις εφαρμοστέες στην κρινόμενη περίπτωση διατάξεις των άρθ. 48 § 3 και 49 του ν.δ. 495/1976. Όμως, κατά το άρθ. 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον ν' αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνον ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Εσφαλμένο αιτιολογικό με την έννοια της παραπάνω διάταξης υπάρχει, όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, στον οποίο και υπάγει αυτά ο Άρειος Πάγος, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης.

Ως αιτιολογικό, δηλαδή, στην περίπτωση αυτή νοείται η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν την μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και δεν ταυτίζεται με τις αιτιολογίες της απόφασης, οι οποίες ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (ΟλΑΠ 30/1998, ΑΠ 47/2006, 1682/2000, 1453/2000).

Επομένως, η ευδοκίμηση του λόγου αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης κανόνα του ουσιαστικού δικαίου από τον αριθμό 1 του άρθ. 559 ή τον ταυτόσημο αριθ. 1 του άρθ. 560 ΚΠολΔ, εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της απόφασης, που συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 27/1998) και συνεπώς, αν με βάση τις παραδοχές αυτές το συμπέρασμα του δικαστηρίου (διατακτικό) είναι ορθό, η υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών (ελάσσονος πρότασης) σε λανθασμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου δεν θεμελιώνει τον παραπάνω αναιρετικό λόγο (ΑΠ 950/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, αν και εφάρμοσε τις μη εφαρμοστέες διατάξεις του άρθ. 90 § 3 ν. 2362/1995, κατέληξε σε ορθό διατακτικό, καθόσον και αν εφάρμοζε τις πράγματι εφαρμοστέες διατάξεις των άρθ. 48 § 3 και 49 ν.δ. 495/1976 θα κατέληγε στο ίδιο πόρισμα, την παραγραφή δηλ. και για τον λόγο αυτόν απόρριψη των αξιώσεων των εναγόντων για το χρονικό διάστημα μέχρι και την 30-12-2003, αφού ήδη κατά την σύνταξη της αγωγής (23-11-2006), κατά μείζονα δε λόγο κατά την κατάθεση (11-12-2006) και επίδοση αυτής, είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μείζον της διετίας από το τέλος του οικονομικού έτους, εντός του οποίου γεννήθηκαν οι αξιώσεις αυτές και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή τους.

Κατά συνέπεια πρέπει ν' απορριφθεί ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από το άρθ. 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ (και όχι από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, όπως εσφαλμένα φέρεται στο αναιρετήριο) και η κρινομένη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-11-2011 αίτηση των Μ. Σ. κ.λπ. για αναίρεση της 5949/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ