Legislator Case Law & Legislation
1369/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against tax statute interpretation error regarding limitation period start date.

Case Number 1369/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the State's appeal against a First Instance Court decision regarding the limitation period for tax claims. The lower court incorrectly calculated the limitation period starting from the end of the fiscal year rather than the date the claim arose. Consequently, the Court annulled the original judgment and remanded the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 90(3) and 91(a) of Law 2362/1995; The limitation period for tax claims commences on the date the claim arises, not the end of the fiscal year, and an error in this calculation warrants annulment of the judgment.

Keywords

AI generated
limitation period tax claims fiscal year annulment remittal statutory interpretation tax liability

Cited Legislation

AI generated
Article 90(3) of Law 2362/1995
Article 91(a) of Law 2362/1995
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1369 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β

Αριθμός 1369/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Μαρία Οικονόμου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Η. Α., 2) Π. Γ., 3) Χ. Κ., 4)Ε. Π. και 5) Α. Ρ., όλων κατοίκων …. Η 4η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βαλαβάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/01/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1797/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 7807/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με την από 14/7/2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση . Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως . Αν αντιθέτως η επίσπευση της συζήτησης έγινε με την επιμέλεια του αντιδίκου του διαδίκου που δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ή εμφανίσθηκε, αλλά δεν έλαβε μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού . Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση . Στην αντίθετη περίπτωση, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία εκείνου που έχει νόμιμα κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. 6088/13-11-2020 έκθεση επίδοσης, που συνέταξε η δικαστική επιμελήτρια της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά Ελένη Γερ. Ανδρεάτου, την οποία επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 14-07-2020 αίτησης αναίρεσης της με αριθμό 7807/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα, κατ' άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ, δικάσιμο της 23-02-2021, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, λόγω της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των Δικαστηρίων εξαιτίας της πανδημίας του κορωνοιού covid-19, της συζητήσεως αυτής προσδιορισθείσας στη συνέχεια αυτεπαγγέλτως, με Πράξη της Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, ενώ παράλληλα με πρωτοβουλία του Γραμματέα η υπόθεση ενεγράφη στο οικείο πινάκιο με αριθμό 38, προς ενημέρωση δε των διαδίκων η ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr, στην ιστοσελίδα (site) του Αρείου Πάγου www.areiospagos.gr, στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων portal.olomeleia.gr και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με το άρθρο 83 παρ. 2 και 3 του Ν. 4790/31-03-2021 (ΦΕΚ Α'48/2021), για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (14-09-2021) επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτού (αναιρεσείοντος) νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τον Δικηγόρο Αθηνών Παναγιώτη Καμπίτη, ως κατά νόμο αντίκλητο για τις επιδόσεις προς τους αναιρεσιβλήτους, τους οποίους εκπροσώπησε ως πληρεξούσιος δικηγόρος, όπως και την τετάρτη αυτών (αναιρεσίβλητων), κατά τη δίκη ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση (άρθρα 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 του Ν. 4335/2015 και 129 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα).

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κατά την ως άνω ορισθείσα δικάσιμο της 14-09-2021, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο η τετάρτη των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκε, ούτε και εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε η από το άρθρο 242 ΚΠολΔ σχετική δήλωση, ενόψει δε του ότι η οίκοθεν αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 83 παρ. 2 του Ν. 4790/2021) δεν ήταν αναγκαία νέα κλήτευση αυτής κατά τη σημερινή δικάσιμο, ενώ παρέστησαν οι λοιποί αναιρεσίβλητοι, εκπροσωπηθέντες από τον πιο πάνω πληρεξούσιο Δικηγόρο τους, δια δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ .

Επομένως, εφόσον η τετάρτη των αναιρεσιβλήτων, η οποία συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης, κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, σαν να ήταν και αυτή παρούσα.

Με την κρινόμενη από 14-07-2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 48049/87/16-07-2020 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθμό 7807/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου:

α) απορρίφθηκε τυπικά η από 25-11-2012 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2326/26-11-2012 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, καθό μέρος εστρέφετο κατά του πρώτου των εναγομένων και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ενώ έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση αυτή, καθό μέρος εστρέφετο κατά του δευτέρου των εναγομένων νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Διαχείρισης Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων (Τ.Δ.Π.Ε.Α.Ε.)" - μη διαδίκου στην ανοιγείσα αναιρετική δίκη - κατά της με αριθμό 1797/2010 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε απορρίψει την 26-01-2006 και με αριθμό κατάθεσης 140/30-01-2006 αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον αυτή εστρέφετο κατά του δευτέρου εναγομένου και είχε δεχθεί αυτήν στο σύνολό της κατά του πρώτου εναγομένου, επιδικάζοντας στους ενάγοντες τα αιτούμενα με την αγωγή τους χρηματικά ποσά και β) έγινε τυπικά δεκτή και κατ' ουσίαν η από 13-09-2013 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1976/21-11-2013 αντίθετη έφεση του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της ως άνω οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών.

Στη συνέχεια, κατά παραδοχή του σχετικού (τετάρτου) λόγου έφεσης, εξαφανίστηκε η ως άνω εκκαλουμένη απόφαση, κατά τα αναφερόμενα στο ιστορικό κεφάλαια αυτής και αφού κρατήθηκε η υπόθεση κατά τα κεφάλαια αυτά από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απορρίφθηκε η αγωγή ως προς τους 2η, 3η, 5η, 6η, 7ο, 8η, 9η, 10η, 12η, 13η, 14η, 16η, 19η, 20η και 22η των εναγόντων ως ουσιαστικά αβάσιμη, έγινε δεκτή στο σύνολό της ως προς τις 18η και 21η των εναγόντων και κατά ένα μέρος δεκτή ως προς τους 1ο, 4η, 11η 15η και 17η των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και υποχρέωσε το πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στους ενάγοντες τα εκεί αναγραφόμενα επιμέρους χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής .

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ) .

Με τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του κατά τον επίδικο χρόνο ισχύοντος Ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι: "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της".

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 91 εδάφιο α' του ίδιου νόμου, με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του νόμου αυτού (2362/1995), η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι, με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των, επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις και ορίζεται ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως.

Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδάφιο α'του ανωτέρω νόμου με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του Δημοσίου, από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που διατυπώνεται στο άρθρο 91 εδάφ.

α' και, επομένως, κατισχύει αυτής (Α.Ε.Δ. 32/2008, Ολ. Α.Π. 29/2006). Η προβλεπόμενη από την εν λόγω διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, για τις προαναφερθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, ειδική βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από τον χρόνο παραγραφής που ισχύει, κατ' άρθρο 250 αριθμ. 6 και 17 του Α.Κ., για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρο 937 του Α.Κ.

χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία ( πενταετία ), έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος - η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων ( Ολ. Α.Π. 3/2006, Ολ. Α.Π. 23/2004 ) - και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών αξιώσεων και των αντίστοιχων υποχρεώσεων του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής καταστάσεως αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι πολίτες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών επιβαρύνσεων (Ολ.

Α.Π. 38/2005).

Συνεπώς, η διάταξη αυτή του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 δεν αντίκειται : α) στην κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας (πρβλ. Α.Ε.Δ. 9/2009, ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διατάξεως του άρθρου 48 παρ. 3 του ΝΔ 496/1974, που αφορά τον χρόνο παραγραφής - επίσης διετούς - των κατά του Ν.Π.Δ.Δ.

αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου ), ούτε στην αποτελούσα ειδικότερη μορφή και εκδήλωση αυτής και καθιερούμενη με το άρθρο 22 παρ.1 εδ. β' αυτού αρχή της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας (Α.Ε.Δ. 1/2012) και β) στις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.) και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Συμβάσεως, που κυρώθηκαν με το Ν.Δ. 53/1974 και έχουν υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, στην οποία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντ.

προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.

Α.Π. 40/1998), αφού οι διατάξεις αυτές εμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους, ενώ εξάλλου και από τη διάταξη του άρθρ. 1 παρ. 2 του ως άνω Πρωτοκόλλου προκύπτει ότι και αυτό αναγνωρίζει ευθέως το δικαίωμα κάθε Κράτους και θεσπίζει νόμους, εάν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου και των Ο.Τ.Α. (Ολ.

Α.Π. 2/2011 επί ομοίας διατάξεως του άρθρου 48 παρ. 3 ν.δ/τος 496/1974, Α.Π. 1047/2012, Α.Π. 123/2011). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 93 στοιχ. α' του ως άνω ν. 2362/1995, με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται και με την υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολ αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς .

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 130/2016, Α.Π. 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 26-01-2006 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 140/30-01-2006 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, στρεφομένη κατά του πρώτου των εναγομένων και ήδη αναρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και του δευτέρου των εναγομένων νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία " Ταμείο Διαχείρισης Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων (Τ.Δ.Π.Ε.Α.Ε.)" - μη διαδίκου στην ανοιγείσα αναιρετική δίκη - οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι και τα λοιπά πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη εξέθεταν ότι είναι ιδιωτικοί υπάλληλοι των εναγομένων, εργαζόμενοι στο Υπουργείο Πολιτισμού, ως συντηρητές αρχαιοτήτων, με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, έχοντας ο καθένας εξ αυτών τα αναγραφόμενα στην αγωγή έτη προϋπηρεσίας.

Ότι με το άρθρο 80 παρ. 10 του ν. 3057/2002 χορηγήθηκε από 01-07-2002 και εφεξής στους μονίμους δημοσίους και ιδιωτικούς υπαλλήλους αορίστου χρόνου που εργάζονται στο εναγόμενο, με την ίδια με τους ενάγοντες ειδικότητα, επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και ειδικών συνθηκών ύψους ενενήντα (90,00) ευρώ μηνιαίως, ενώ δεν χορηγήθηκε στους ίδιους, με την αιτιολογία ότι συνδέονται με τα εναγόμενα με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν, κατ' εφαρμογή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, να καταβάλουν σε κάθε έναν από αυτούς και για την αιτία αυτή τα στην αγωγή αναγραφόμενα επιμέρους χρηματικά ποσά νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Επί της υποθέσεως αυτής, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδοσε την με αριθμό 1797/2010 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά του δευτέρου των εναγομένων νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Διαχείρισης Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων (Τ.Δ.Π.Ε.Α.Ε.)" για τους ειδικότερα εκτιθέμενους στην απόφαση αυτή λόγους και δέχθηκε αυτήν στο σύνολό της κατά του πρώτου των εναγομένων και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, επιδικάζοντας στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους τα αιτούμενα με την αγωγή τους χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα που έγινε η επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση.

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση εφέσεων και από τις δύο διάδικες πλευρές τις οποίες συνεκδίκασε: α) απέρριψε τυπικά την από 25-11-2012 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2326/26-11-2012 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, καθό μέρος εστρέφετο κατά του πρώτου των εναγομένων και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ενώ δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση αυτή, καθό μέρος εστρέφετο κατά του δευτέρου των εναγομένων νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Διαχείρισης Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων (Τ.Δ.Π.Ε.Α.Ε.)", για τους ειδικότερα εκτιθέμενους στην απόφαση αυτή λόγους και β) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 13-09-2013 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1976/21-11-2013 αντίθετη έφεση του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου.

Στη συνέχεια, κατά παραδοχή του σχετικού (τετάρτου) λόγου έφεσης, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και αφού κράτησε την υπόθεση κατά τα αναφερόμενα στο ιστορικό αυτής κεφάλαια, απέρριψε την αγωγή ως προς τους 2η, 3η, 5η, 6η, 7ο, 8η, 9η, 10η 12η, 13η, 14η, 16η, 19η, 20η και 22η των εναγόντων ως ουσιαστικά αβάσιμη, δέχθηκε αυτήν στο σύνολό της ως προς τις 18η και 21η των εναγόντων (μη διαδίκων στην ανοιγείσα αναιρετική δίκη) και κατά ένα μέρος ως προς τους 1ο, 4η, 11η, 15η και 17η των εναγόντων (ήδη αναιρεσίβλητων) και υποχρέωσε το πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στους ενάγοντες τα εκεί αναγραφόμενα επιμέρους χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: "Οι εφεσίβλητοι της (α') έφεσης είναι ιδιωτικοί υπάλληλοι, που εργάζονταν κατά τα επίδικα έτη και δη κατά τα έτη από 2002 έως και 2005 με τις παρακάτω αναφερόμενες ανά εργαζόμενο διαφοροποιήσεις, στο Υπουργείο Πολιτισμού και δη στη Διεύθυνση Συντήρησης αρχαίων και νεότερων μνημείων ως συντηρητές αρχαιοτήτων, πλην του 7ου, ο οποίος σύμφωνα με την αγωγή ήταν εργάτης.

Η δε πρόσληψή τους πραγματοποιούνταν μέσω διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, ενώ η εργασία που παρείχαν ήταν ίδια και υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες με τους εργαζόμενους στο ως άνω υπουργείο με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου . Όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα πρόταση της παρούσας, από 1-7-2002 χορηγήθηκε στους εργαζόμενους συντηρητές αρχαιοτήτων με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίοιυ ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου το προβλεπόμενο από το αρ. 80 παρ. 10 ν. 3057/2002 επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και ειδικών συνθηκών ύψους 90 ευρώ μηνιαίως, ενώ το εν λόγω επίδομα ουδόλως καταβλήθηκε στους εφεσίβλητους για το λόγο ότι η σχέση εργασίας τους ήταν ορισμένου χρόνου, παρά το γεγονός ότι, όπως αποδείχθηκε από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρά τους στο ακροατήριο, οι τελευταίοι παρέχουν την ίδια εργασία και κάτω από τις ίδιες συνθήκες με τους εργαζόμενους στους οποίους χορηγήθηκε το εν λόγω επίδομα.

Συγκεκριμένα οι εφεσίβλητοι όπως ακριβώς και οι συνάδελφοί τους που έλαβαν το επίδομα, χρησιμοποιούν τοξικές ουσίες που προκαλούν βλάβες (σκόνη, οξέα ή διαλύτες), ενώ ανεβαίνουν σε ικριώματα με όσους κινδύνους η ως άνω ανάβαση συνεπάγεται, η μόνη δε διαφορά στην εργασία τους από τους αορίστου χρόνου συναδέλφους τους είναι η ανάληψη διοικητικών ευθυνών από τους τελευταίους, παράγοντας ο οποίος όμως δεν επηρεάζει τη λήψη του εν λόγω επιδόματος [ ...] .

Ο δε ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι οι υπάλληλοι που λαμβάνουν το επίδομα είναι συνεχώς εκτεθειμένοι στους ως άνω κινδύνους, ενώ οι εφεσίβλητοι υφίστανται τις σχετικές αρνητικές συνέπειες μόνο κατά τα χρονικά διαστήματα που εργάζονται δεν κρίνεται πειστικός, καθώς είναι η φύση και η επικινδυνότητα της εργασίας που δικαιολογεί την λήψη του σχετικού επιδόματος και όχι η συνεχής ή μη διάρκεια αυτής .

Οπότε η, κατ' εξαίρεση, μη χορήγηση του εν λόγω επιδόματος συνιστά άνιση μεταχείριση των συνδεόμενων με τις ως άνω υπηρεσίες, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου έναντι των υπολοίπων κατηγοριών, στις οποίες αυτή χορηγήθηκε, προς αποκατάσταση δε της διαταραχείσας ισότητας θα πρέπει, προς άρση της δυσμενούς αυτής εξαιρέσεως, να λάβουν το επίδομα αυτό και οι εν λόγω εξαιρεθέντες υπάλληλοι, που δεν το έλαβαν .

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως ότι και οι ενάγοντες δικαιούνται, όπως και λοιποί συνάδελφοί τους που κάνουν την ίδια εργασία με αυτούς, του επιδίκου δικαιώματος, ορθώς εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε το προσκομιζόμενο ενώπιόν του αποδεικτικό υλικό και ως εκ τούτου οι σχετικοί με το ως άνω κεφάλαιο της απόφασης πρώτος και δεύτερος λόγος της (α') έφεσης θα πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι".

Περαιτέρω, επί του ζητήματος της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων των εναγόντων, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένως απέρριψε τη νομίμως προβληθείσα από το πρώτο των εναγομένων ένσταση μερικής παραγραφής των απαιτήσεων των εναγόντων, κατ' άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, κρίνοντας ότι η ως άνω διάταξη είναι αντισυνταγματική και θεωρώντας ότι η σχετική παραγραφή είναι πενταετής.

Με το σκεπτικό αυτό, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού κατά παραδοχή του τετάρτου λόγου της εφέσεως του πρώτου των εναγομένων και ήδη αναιρεσείοντος εξαφάνισε την εκκαλουμένη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση και ερεύνησε κατ' ουσίαν την ως άνω ένσταση παραγραφής και την προβληθείσα από τους ενάγοντες αντένσταση διακοπής της παραγραφής.

Ειδικότερα, δέχθηκε τα ακόλουθα: ".... Όπως προκύπτει από τα ως άνω ίδια αποδεικτικά στοιχεία, η υπό κρίση αγωγή η οποία περιλαμβάνει αξιώσεις εργαζομένων για τα έτη 2002, 2003, 2004 και 2005 επιδόθηκε στο εναγόμενο Δημόσιο στις 31-01-2006 (βλ. την υπ' αριθμ. 10950Β/31-01-2006 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Χρήστου Βλάχου).

Με τη νομίμως προβαλλόμενη ως άνω ένσταση παραγραφής, κατ' άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, το 1ο εναγόμενο ζητεί την απόρριψη των αγωγικών αξιώσεων των εναγόντων, οι οποίες αφορούν το χρονικό διάστημα μέχρι 31-01-2004, καθώς αυτές έχουν υποπέσει στην ως άνω διετή παραγραφή. Σε απάντηση της ως άνω ένστασης, οι ενάγοντες υπέβαλαν νομίμως αντένσταση διακοπής της παραγραφής, λόγω άσκησης προηγούμενης όμοιας αγωγής των εναγόντων κατά του εναγομένου .

Η ως άνω αντένσταση είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις του άρθρου 261 ΑΚ και 93 α του ν. 2362/1995 και πρέπει να ερευνηθεί σχετικά με την ουσιαστική της βασιμότητα . Πράγματι, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 9285Β/30-12-2005 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γεωργίου Μήτση, στις 30-12-2005 ασκήθηκε η υπ' αριθμ.

καταθ. 2643/2005 αγωγή 228 εργαζομένων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται όλοι οι ενάγοντες της υπό κρίση αγωγής, κατά - μεταξύ άλλων - του εναγομένου της υπό κρίση αγωγής και με αντικείμενο όμοιο με την υπό κρίση αγωγή . Στη συνέχεια οι ενάγοντες με την υπό κρίση αγωγή παραιτήθηκαν νομίμως της ως άνω αγωγής .

Ωστόσο, η άσκηση της προγενέστερης αυτής αγωγής διέκοψε την διετή παραγραφή των απαιτήσεων των εναγόντων - σύμφωνα με τα άρθρα 93 περ. α' του Ν. 2362/1995 και 261 Α.Κ., όπως το τελευταίο ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 101 παρ. 1 του ν. 4139/2013 και ειδικότερα - με δεδομένο ότι, κατ' άρθρο 91 εδ. α' του ν. 2362/1995, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από του τέλους του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής - αυτών που αφορούν αξιώσεις γεννημένες από το έτος 2003 (η παραγραφή των οποίων άρχισε στις 31-12-2003) και μετά, ενώ έκτοτε ουδόλως οι εν λόγω απαιτήσεις παραγράφηκαν εν επιδικία, μήτε η εκκαλούσα υποστηρίζει κάτι τέτοιο.

Ωστόσο, για τις όποιες επίδικες απαιτήσεις των εναγομένων που αφορούν το έτος 2002 και δη γεννήθηκαν μέχρι 31-12-2002, όφειλαν να ασκήσουν αγωγή μέχρι τις 31-12-2004 και ως εκ τούτου έχουν ήδη υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης παραγραφής ως κατ' ουσίαν βάσιμη, ως προς το ανωτέρω μόνο χρονικό διάστημα ".

Ακολούθως, το δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλομένη απόφασή του, λαμβάνοντας υπόψη τις προσκομιζόμενες βεβαιώσεις προυπηρεσίας των εναγόντων, αλλά και των χρονικών διαστημάτων που αφορούσε η ένδικη αγωγή, απέρριψε αυτήν ως προς τους 2η, 3η, 5η, 6η, 7ο, 8η, 9η, 10η, 12η, 13η, 14η, 16η, 19η, 20η και 22η των εναγόντων ως ουσιαστικά αβάσιμη, δέχθηκε αυτήν στο σύνολό της ως προς τις 18η και 21η των εναγόντων και κατά ένα μέρος ως προς τους 1ο, 4η, 11η 15η και 17η των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και υποχρέωσε το πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στους ενάγοντες τα αναγραφόμενα σ' αυτήν επιμέρους χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής .

Με την κρίση του αυτή, το Δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 3 και 91 εδ. α' του Ν. 2362/1995, εφόσον υπολόγισε την έναρξη του χρόνου της παραγραφής από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκαν οι προαναφερόμενες ένδικες αξιώσεις του άρθρου 91 εδ.

α' και όχι, όπως θα έπρεπε, από το χρόνο της γενέσεώς τους, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995. Επομένως, ο σχετικός από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον αιτιάται ότι το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ν. 2362/1995 και όχι αυτής της παραγράφου 3 του άρθρου 90 του ίδιου νόμου, είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, κατά παραδοχή του προαναφερομένου πρώτου αναιρετικού λόγου ως βασίμου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του δευτέρου και τελευταίου λόγου αναίρεσης από τον αρ. 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι διαλαμβάνει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και, στη συνέχεια, να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή από αυτόν που εξέδοσε την αναιρουμένη απόφαση ( άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ ), μειωμένων όμως κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθμό 134423 οικ.

της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987 (πρβλ. Α.Π. 91/2020), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 7807/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλο από εκείνον που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση.

Επιβάλλει εις βάρος των αναιρεσιβλήτων τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ