Legislator Case Law & Legislation
1368/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to specify contradictory provisions in the appeal petition under Article 559 of the Code of Civil Procedure.

Case Number 1368/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance labor court decision, ruling that the appeal was inadmissible due to procedural defects. The appellant argued the lower court violated substantive law and failed to examine res judicata, but the court found the claim regarding contradictory provisions under Article 559(17) of the Code of Civil Procedure was vague and unsupported. Consequently, the court held that without specific identification of the contradictory clauses in the appeal petition, the ground for appeal could not be established, leading to the rejection of the entire request.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(17) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; Contradictory provisions must be explicitly identified in the appeal petition to be admissible, otherwise the appeal is rejected as indefinite.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal inadmissibility contradictory provisions res judicata violation labor dispute appeal specific identification required procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(17) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1368 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.

Αριθμός 1368/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θεμιστοκλή Παπαδημητρίου του Αποστόλου, κατοίκου Βόλου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Νιζάμη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Λουΐζας Τερλεξή, κατοίκου Βόλου, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Κώτσιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/12/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 130/2015 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 1043/2018 απόφαση Β1 τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε εν μέρει και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 141/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17/7/2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 17-07-2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 37/22-07-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθμό 141/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που επιλήφθηκε της διαφοράς, ως δικαστήριο της παραπομπής, κατ' άρθρο 581 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, μετά την έκδοση της με αριθμό 1043/2018 απόφασης του Β1 Τμήματος του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με την οποία, κατόπιν παραδοχής της από 13-09-2016 αίτησης αναίρεσης του ενάγοντος και τότε αναιρεσείοντος (ήδη αναιρεσείοντος) αναιρέθηκε εν μέρει η με αριθμό 130/2015 προηγουμένη απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου (Μονομελούς Εφετείου Λάρισας), για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου ήταν εφικτή η συγκρότηση από άλλον δικαστή.

Με την προσβαλλομένη με αριθμό 141/2019 απόφασή του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως δικαστήριο της παραπομπής, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε την από 23-07-2013 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 197/16-09-2013 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και επικύρωσε την εκκαλουμένη με αριθμό 24/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, το οποίο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ως προς τα αγωγικά κονδύλια που αφορούσαν διαφορές επιδομάτων εορτών Πάσχα των ετών 2009, 2010 και 2011, αποδοχές αδείας έτους 2008 και διαφορές αποδοχών αδείας των ετών 2009 και 2010, μετά των αντιστοίχων επιδομάτων αδείας και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό χρηματικό ποσό των χιλίων εξακοσίων ενενήντα τριών (1.693,00) ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό της απόφασης αυτής διακρίσεις, ενώ απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, προς το κεφάλαιο που αφορούσε την επιδίκαση αποζημίωσης αδείας των ετών 2008, 2009 και 2010, ως μη νόμιμη ως προς το κεφάλαιο περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, που ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι υπέστη από την παράνομη απόλυση του και την εντεύθεν προσβολή της προσωπικότητάς του και ως αβάσιμη κατ' ουσίαν ως προς το κεφάλαιο, που αφορούσε την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και την, συνεπεία αυτής, επιδίκαση μισθών υπερημερίας.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ) .

Με το π.δ/μα 246/2006 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού των ΚΤΕΛ Α.Ε. και των ΚΤΕΛ του ν. 2963/2001" (ΦΕΚ Α' 261/29.11.2006), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2963/2001 "Οργάνωση και λειτουργία των δημόσιων επιβατικών μεταφορών, με λεωφορεία, τεχνικός έλεγχος οχημάτων και ασφάλεια χερσαίων μεταφορών και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 268/23.11.2001) και του οποίου η ισχύς άρχισε από 01.01.2007 (άρθρο 39 αυτού) ορίσθηκε :

α) στα άρθρα 1 παρ. 1 και 2 παρ. 1 ότι ο Κανονισμός αυτός εφαρμόζεται σε όλο το προσωπικό (τακτικό και έκτακτο) των ΚΤΕΛ Α.Ε. και ΚΤΕΛ, στους οδηγούς των λεωφορείων που είναι μισθωμένα ή ενταγμένα σε ΚΤΕΛ Α.Ε. ή ΚΤΕΛ και καθορίζει τα προσόντα προσλήψεως και τους λόγους απολύσεως, την υπηρεσιακή σταδιοδρομία και την υπηρεσιακή κατάσταση αυτού μέχρι τη λύση της εργασιακής σχέσης, β) στο άρθρο 4 παρ. 1 ότι οι οδηγοί των μισθωμένων ή ενταγμένων σε ΚΤΕΛ λεωφορείων προσλαμβάνονται και απολύονται από τους ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες των λεωφορείων αυτών και γ) στο άρθρο 5 ότι για την πρόσληψη οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να έχουν τα γενικά και ειδικά ανάλογα με την περίπτωση προσόντα που περιγράφονται στο π.δ/μα και ότι, ειδικά για τους οδηγούς και όλο το προσωπικό κίνησης, οι προσλαμβανόμενοι πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις υγείας για την εργασία που προορίζονται να εκτελέσουν.

Ειδικότερα, κατά τον αρ. 2β του άρθρου αυτού όπως ίσχυε κατά την ένδικη περίοδο, αυτοί πρέπει να αποδεικνύουν τις προϋποθέσεις υγείας προσκομίζοντας κατά την πρόσληψή τους το, κατά περίπτωση, αναγκαίο ιατρικό πιστοποιητικό . Η καταλληλότητα πρέπει να πιστοποιείται από ιατρούς που έχουν συμβληθεί με υπηρεσίες του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών ή από ιατρούς του Ι.Κ.Α., σύμφωνα με τα ισχύοντα κατά περίπτωση.

Περαιτέρω, με το άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 2963/2001 (με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 παρ. 1, 6 και 10 του οποίου αναμορφώθηκε το νομικό καθεστώς των ΚΤΕΛ με τη μετατροπή τους σε ανώνυμες εταιρείες) ορίζεται ότι οι οδηγοί αστικών και υπεραστικών λεωφορείων δημόσιας χρήσης, που προσλαμβάνονται από τα ΚΤΕΛ με σχέση εξαρτημένης εργασίας, πρέπει κατ' ελάχιστον να πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων και τις προϋποθέσεις υγείας, για την κατοχή της προβλεπόμενης άδειας οδήγησης .

Από τις ρυθμίσεις αυτές συνάγεται ότι, ως αναγκαίο προσόν για την πρόσληψη ενός προσώπου ως οδηγού σε ΚΤΕΛ ή σε μισθωμένο λεωφορείο ενταγμένο σε ΚΤΕΛ, αξιώνεται η καταλληλότητα αυτού για την εργασία που προορίζεται από άποψη υγείας, η οποία πιστοποιείται κατά τα ανωτέρω. Αν δεν εκδοθεί και δεν προσκομισθεί τέτοιο πιστοποιητικό κατά την πρόσληψη του οδηγού στο ΚΤΕΛ, η σύμβαση εργασίας, ως αντικείμενη στις εν λόγω διατάξεις δημόσιας τάξης, είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (Α.Κ. 174, 180), ενώ καθίσταται άκυρη, αν δεν ανανεωθεί το πιστοποιητικό υγείας, αφού αυτό έχει περιορισμένη χρονική ισχύ, η καταλληλότητα, όμως, του οδηγού πρέπει να υφίσταται καθόλη την διάρκεια της σύμβασης εργασίας .

Η ύπαρξη πιστοποιητικού υγείας κατά την αρχική πρόσληψη του υπαλλήλου, δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής, με την οποία αυτός αξιώνει οφειλόμενες αποδοχές, αλλά απόκειται στον εναγόμενο εργοδότη να επικαλεσθεί κατ' ένσταση την έλλειψή του και την εντεύθεν ακυρότητα της σύμβασης (Α.Π. 939/2011) . Εξάλλου, όταν η σύμβαση εργασίας είναι εξ αρχής ή καταστεί μεταγενέστερα άκυρη, ο εργοδότης που δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού δεν περιέρχεται σε υπερημερία και, κατά συνέπεια, δεν οφείλει αποδοχές υπερημερίας (Α.Π. 1043/2018, Α.Π. 60/2012) .

Περαιτέρω, κατά το σύστημα του Α.Κ., η γενική αρχή του ατύπου των δικαιοπραξιών ισχύει και στη σύμβαση εργασίας (ΑΚ 648). Για την έγκυρη σύναψη της σύμβασης εργασίας δεν απαιτείται η τήρηση εγγράφου τύπου, εκτός αν ο έγγραφος τύπος επιβάλλεται ως συστατικός από ειδική διάταξη νόμου ή συμφωνία των μερών (Α.Κ. 159 παρ. 2).

Εξαίρεση από την αρχή αυτή δεν προβλέπεται για τις συμβάσεις εργασίας των οδηγών των μισθωμένων ή ενταγμένων σε ΚΤΕΛ λεωφορείων, οι οποίοι προσλαμβάνονται από τους ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 του π.δ/τος 246/2006 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού ΚΤΕΛ", διότι δεν επιβάλλεται έγγραφος τύπος γι' αυτές ούτε στον εν λόγω Κανονισμό, ούτε στον ν. 2963/2001 .

Αντίθετη εκδοχή δεν συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 του ίδιου π.δ/τος, στην οποία ορίζεται ότι οι συμβάσεις εργασίας των παραπάνω οδηγών κατατίθενται υποχρεωτικά στο οικείο ΚΤΕΛ, καθόσον η κατά τα άνω νοούμενη έγγραφη κατάθεση των ήδη συναφθεισών συμβάσεων εργασίας στο ΚΤΕΛ εισάγεται ως αποδεικτικό μέσο της σύναψής τους.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 183 παρ. 1 του Α.Κ., η επικύρωση άκυρης δικαιοπραξίας ισχύει ως νέα κατάρτισή της, δηλαδή αποτελεί νέα δικαιοπραξία, για την οποία απαιτείται η συνδρομή όλων των όρων της εξ υπαρχής καταρτίσεώς της. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή για την επικύρωση άκυρης σύμβασης απαιτείται νέα σύμπτωση των δηλώσεων βουλήσεως των μερών, τα οποία, όπως είναι αυτονόητο εκ της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι ελεύθερα να στέρξουν στην επικύρωση ή να την αποκρούσουν.

Η για την επικύρωση δήλωση βουλήσεως των μερών μπορεί να είναι είτε ρητή είτε σιωπηρή, στηριζόμενη σε συγκεκριμένα πραγματικά γεγονότα που εμφαίνουν αντίστοιχη βούληση. Τέτοια σιωπηρή επικύρωση της εξ αρχής άκυρης σύμβασης εργασίας οδηγού ΚΤΕΛ, λόγω ελλείψεως του κατά νόμο πιστοποιητικού υγείας, εμφαίνει η συνέχιση της αποδοχής, όπως και προηγουμένως, των υπηρεσιών του μισθωτού από τον εργοδότη, που γνωρίζει τόσο την έλλειψη του πιστοποιητικού, κατά την κατάρτιση της συμβάσεως, όσο και τη μεταγενέστερη απόκτησή του.

Αν, όμως, εκδηλωθεί βούληση του εργοδότη - και τούτο είναι πραγματικό ζήτημα, υποκείμενο στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας - περί αποκρούσεως των υπηρεσιών του μισθωτού, παρά την σ' αυτόν γνωστοποιηθείσα απόκτηση του πιστοποιητικού υγείας, τότε αποκλείεται η επικύρωση της άκυρης σύμβασης (Α.Π. 1043/2018, Α.Π. 60/2012, Α.Π. 1606/2001).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 319/2017, Α.Π. 130/2016, Α.Π. 1420/2013). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ.

Α.Π. 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.

Α.Π. 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες . Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια .

Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 1420/2013, Α.Π. 1703/2009, Α.Π. 1202/2008, Α.Π. 520/1995) .

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα : Με την από 9-12-2011 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 167/14-12-2011 αγωγή, απευθυνόμενη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων επικαλέστηκε σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας είχε προσληφθεί κατά το έτος 2008 από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη, για να απασχοληθεί ως οδηγός στο με αριθμό κυκλοφορίας ΒΟΜ-7430 Δημοσίας Χρήσεως λεωφορείο, που ανήκε στην ιδιοκτησία της και ήταν ενταγμένο στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Αστικό ΚΤΕΛ Βόλου Α.Ε.".

Ότι, δυνάμει της σύμβασης αυτής, απασχολήθηκε μέχρι την 30-10-2011, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, με προειδοποίηση δύο (2) μηνών χωρίς να συντρέχει κάποιος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 26 του π.δ/τος 246/2006 (Κανονισμός Προσωπικού) λόγους, οι οποίοι επιτρέπουν την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των οδηγών των ΚΤΕΛ.

Ότι η εναγομένη καθυστερεί την καταβολή των στην αγωγή αναφερόμενων χρηματικών ποσών για επιδόματα εορτών, επίδομα, αποδοχές και αποζημίωση αδείας. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 30.10.2011 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και να υποχρεωθεί η εναγομένη, με κύρια βάση την εκ της συμβάσεως εργασίας απορρέουσα ευθύνη της και επικουρική βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, να καταβάλει σ' αυτόν:

α) ως αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 31-12-2011 έως άρσεως της υπερημερίας της το ποσό των χιλίων διακοσίων εξήντα έξι ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτών (1.266,48) μηνιαίως, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε μηνιαία μισθολογική παροχή καθίσταται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή β) ως επιδόματα εορτών, επίδομα, αποδοχές και αποζημίωση αδείας ποσό δώδεκα χιλιάδων πεντακοσίων ενενήντα έξι ευρώ και τριάντα ενός λεπτών (12.596,31), με το νόμιμο τόκο από την κατά νόμο προβλεπόμενη δήλη ημέρα, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση και γ) ως χρηματική ικανοποίηση ποσό χιλίων (1.000,00) ευρώ, λόγω της ηθικής βλάβης που αυτός υπέστη από την παράνομη απόλυσή του και την εντεύθεν προσβολή της προσωπικότητάς του, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Η εναγόμενη, προς απόκρουση της αγωγής, ισχυρίσθηκε ότι η σύμβαση εργασίας, την οποία επικαλέστηκε ο ενάγων, ήταν εξ αρχής και παρέμεινε άκυρη, διότι αυτός τόσο κατά την κατάρτιση της συμβάσεως, όσο και σε όλη τη διάρκειά της, είχε παραλείψει να προσκομίσει πιστοποιητικό περί της υγείας αυτού. Ο ενάγων, απαντώντας επί της ενστάσεως αυτής, ισχυρίσθηκε ότι η ένδικη σύμβαση επικυρώθηκε σιωπηρά με την αποδοχή των υπηρεσιών του από την εναγομένη, η οποία αν και γνώριζε την έλλειψη του ιατρικού πιστοποιητικού κατά την κατάρτιση της σύμβασης και την εντεύθεν ακυρότητά της, συνέχισε να τον απασχολεί μετά την, κατά τη διάρκεια της σύμβασης, προσκόμιση του πιστοποιητικού.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 24/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία κρίθηκε ότι ο ενάγων συνδέεται με απλή σχέση εργασίας με την εναγομένη, λόγω ακυρότητας της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας και μη επικύρωσής της. Έτσι, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή μόνο ως προς τα αγωγικά κονδύλια που αφορούσαν διαφορές επιδομάτων εορτών Πάσχα των ετών 2009, 2010 και 2011, αποδοχές αδείας έτους 2008 και διαφορές αποδοχών αδείας των ετών 2009 και 2010, μετά των αντιστοίχων επιδομάτων, συνολικού ύψους χιλίων εξακοσίων ενενήντα τριών (1.693,00) ευρώ, ενώ απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, προς το κεφάλαιο που αφορούσε την επιδίκαση αποζημίωσης αδείας των ετών 2008, 2009 και 2010, ως μη νόμιμη ως προς το κεφάλαιο περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης που ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι υπέστη από την παράνομη απόλυσή του και την εντεύθεν προσβολή της προσωπικότητάς του και ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, ως προς το κεφάλαιο, που αφορούσε την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και την, συνεπεία αυτής, επιδίκαση μισθών υπερημερίας, που προϋποθέτουν έγκυρη σύμβαση εργασίας .

Στη συνέχεια το Μονομελές Εφετείο Λάρισας, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, κατόπιν της από 23-7-2013 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 197/16-9-2013 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία παραπονέθηκε για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου, καθώς και για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ζητώντας να γίνει δεκτή αυτή και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, με σκοπό να γίνει δεκτή εξ ολοκλήρου η αγωγή του, εξέδοσε την με αριθμό 130/2015 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά την έφεση και, αφού αντικατέστησε την αιτιολογία του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου, απέρριψε τον δεύτερο λόγο αυτής και τον πρόσθετο λόγο και εν τέλει την έφεση στο σύνολό της, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, επικυρώνοντας έτσι, αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, την προσβαλλομένη απόφαση.

Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: Ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων κατήρτισε με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη την από 01-03-2008 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας προσλήφθηκε απ' αυτήν ως οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ΒΟΜ-7430 Δημοσίας Χρήσεως λεωφορείου ιδιοκτησίας της, που ήταν ενταγμένο στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Αστικό ΚΤΕΛ Βόλου Α.Ε.".

Ότι κατά την πρόσληψή του δεν προσκόμισε πιστοποιητικό υγείας, που να βεβαιώνει την καταλληλότητά του για τη θέση του οδηγού και, ως εκ τούτου, η καταρτισθείσα σύμβαση εργασίας ήταν άκυρη, ως αντίθετη στις δημοσίας τάξεως διατάξεις που προαναφέρθηκαν (ΑΚ 174) . Ότι την 04-08-2010 το "Αστικό ΚΤΕΛ Βόλου Α.Ε.", με ανακοίνωσή του ενημέρωσε τους οδηγούς ότι μέχρι την 19-8-2010 έχουν υποχρέωση να καταθέσουν στο γραφείο κίνησης μια σειρά δικαιολογητικών, μεταξύ των οποίων και πιστοποιητικό υγείας, με τη σημείωση ότι θα γίνει δεκτό μόνο αν φέρει τη σφραγίδα και υπογραφή νοσοκομειακού ιατρού ή ιατρού του Ι.Κ.Α.

Ότι ο ενάγων, την 06-09-2010, προσήλθε στο Ι.Κ.Α. και έλαβε την ταυτόχρονη βεβαίωση του ιατρού Χρήστου Πανάγου η οποία φέρει σφραγίδα και υπογραφή και πιστοποιεί ότι ο ενάγων "είναι κλινικά υγιής". Ότι το έγγραφο αυτό συνιστά έγκυρο πιστοποιητικό καταλληλότητας κατά τις σχετικές διατάξεις . Ότι, μετά ταύτα, ο ενάγων συνέχισε να απασχολείται ως οδηγός μέχρι την 30-12-2011, οπότε η εναγομένη του επέδωσε την ταυτόχρονη καταγγελία της σύμβασης εργασίας με προειδοποίηση, με την οποία κατήγγειλε, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 3198/1955 τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, δήλωσε ότι θα αποδέχεται τις υπηρεσίες του μέχρι την 30-12-2011, οπότε αυτός όφειλε να αποχωρήσει και προσέφερε σ' αυτόν τη νόμιμη αποζημίωση.

Περαιτέρω, επί του ισχυρισμού του ενάγοντος ότι η εργασιακή του σύμβαση επικυρώθηκε σιωπηρά, διότι την 06-09-2010 κατέθεσε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Αστικό ΚΤΕΛ Βόλου Α.Ε." το από 06-09-2010 πιστοποιητικό του ως άνω ιατρού του Ι.Κ.Α. και συνέχισε να εργάζεται ως οδηγός στο λεωφορείο της εναγομένης, το Εφετείο κατέληξε ότι πρέπει να απορριφθεί, με την αιτιολογία ότι : "δεν αποδεικνύεται ότι καταρτίστηκε νέα γραπτή σύμβαση, όπως απαιτεί ο νόμος, μεταξύ των διαδίκων και ο ενάγων δεν προσκόμισε τέτοια σύμβαση".

Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τον κύριο ως και τον πρόσθετο λόγο έφεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων παραπονείτο για την απόρριψη του ισχυρισμού του αυτού. Την αναίρεση της αποφάσεως αυτής ζήτησε ο αναιρεσείων, με την από 13-09-2016 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1043/2018 απόφαση του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε εν μέρει την προσβαλλομένη απόφαση, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και παρέπεμψε την υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή.

Ειδικότερα, κρίθηκε ότι ο δικανικός συλλογισμός του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (Μονομελούς Εφετείου Λάρισας), σύμφωνα με τον οποίο δεν αποδείχθηκε η κατάρτιση νέας εγγράφου έγκυρης σύμβασης εργασίας, όπως απαιτεί ο νόμος, μεταξύ των διαδίκων και ότι ο ενάγων δεν προσκόμισε τέτοια σύμβαση και, στη συνέχεια, με βάση την παραδοχή αυτή απέρριψε ως αβάσιμο το αίτημα για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής σχέσης του από την εναγόμενη και περαιτέρω την αξίωση επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας, υπήρξε εσφαλμένος ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 183, 648 του Α.Κ.

και άρθρου 4 του π.δ/τος 246/2006, καθόσον για την επικύρωση της εξ αρχής άκυρης σύμβασης εργασίας αξίωσε έγγραφο τύπο, ήτοι προϋπόθεση που δεν απαιτείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις ούτε για την επικυρούμενη σύμβαση ούτε, ακολούθως, για την προς επικύρωση αυτής συναπτόμενη . Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που επιλήφθηκε της από 23-7-2013 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 197/16-9-2013 έφεσης του ενάγοντος, ως δικαστήριο της παραπομπής, κατ' άρθρο 581 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, μετά την έκδοση της προαναφερομένης με αριθμό 1043/2018 απόφασης του Αρείου Πάγου, το οποίο, κατά τα ανωτέρω, αναίρεσε εν μέρει την με αριθμό 130/2015 προηγούμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, εξέδωσε την προσβαλλομένη με αριθμό 141/2019 οριστική του απόφαση .

Με την απόφαση αυτή, το εν λόγω δικαστήριο, δέχθηκε, μετά την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη : "Ο εκκαλών κατήρτισε με την εναγομένη την από 1η Μαρτίου 2008 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και προσελήφθη από αυτήν ως οδηγός του υπ' αριθμ.

κυκλ. ΒΟΜ-74390 ΔΧ λεωφορείου, ιδιοκτησίας της, που ήταν ενταγμένο στο ΚΤΕΛ Βόλου. Κατά την πρόσληψή του δεν προσκόμισε πιστοποιητικό, που να βεβαιώνει την καταλληλότητά του για τη θέση του οδηγού και συνεπώς η καταρτισθείσα σύμβαση εργασίας του ήταν άκυρη, αφού προσέκρουε στις δημόσιας τάξεως διατάξεις που προαναφέρθηκαν (αρθρ.174, 180 του Α.Κ. ....) Στις 4-8-2010 το ΚΤΕΛ Βόλου, με ανακοίνωσή του ενημέρωσε τους οδηγούς ότι μέχρι τις 19-8-2010 έχουν υποχρέωση να καταθέσουν στο Γραφείο Κίνησης μια σειρά δικαιολογητικών, μεταξύ των οποίων και το πιστοποιητικό υγείας, με τη σημείωση ότι θα γίνει δεκτό μόνο αν φέρει την σφραγίδα και υπογραφή Νοσοκομειακού ιατρού ή ιατρού του Ι.Κ.Α.

Ο εκκαλών, στις 6-9-2010, προσήλθε στο Ι.Κ.Α. και έλαβε την με ίδια ημερομηνία βεβαίωση του ιατρού Χρήστου Πανάγου. Η βεβαίωση αυτή είναι γραμμένη σε έντυπο του Ι.Κ.Α. παραπομπής για παρακλινικές εξετάσεις, φέρει την σφραγίδα και υπογραφή του ιατρού αυτού και έχει το εξής περιεχόμενο : "Ο κος Παπαδημητρίου Θεμιστοκλής είναι κλινικά υγιής".

Με δεδομένο ότι ο νόμος : α) δεν καθορίζει ειδικό τύπο για το πιστοποιητικό αυτό, καθώς και το ακριβές περιεχόμενό του, β) από το ότι η ενδεχόμενη ελλιπής σύνταξή του από τον ιατρό του Ι.Κ.Α. δεν μπορεί να βαρύνει τον εργαζόμενο και γ) από το γεγονός ότι αυτό (έντυπο) δόθηκε εν όψει της προαναφερόμενης ανακοίνωσης του ΚΤΕΛ Α.Ε.

Βόλου και μολονότι δεν αναφέρει την φράση "είναι κατάλληλος για την οδήγηση λεωφορείου", πρέπει κατά καλή πίστη να γίνει δεκτό ότι αποτελεί το έγκυρο πιστοποιητικό καταλληλότητας, που απαιτεί ο νόμος. Μετά το πιστοποιητικό αυτό ο εκκαλών εξακολούθησε να εργάζεται ως οδηγός, μέχρι στις 30-12-2011 καθόσον η εφεσίβλητη στις 30-10-2011 του επέδωσε την με ίδια ημερομηνία καταγγελία της σύμβασης εργασίας με δίμηνη προειδοποίηση, επικαλούμενη τις διατάξεις του άρθρου 4 Ν.3198/1955 με το εξής περιεχόμενο : "Σας προειδοποιούμε ότι από την κοινοποίηση της παρούσας καταγγέλλουμε, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 3198/1955, τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ως οδηγού του με αριθ.

Κυκλοφορίας ΒΟΜ-74390 λεωφορείου ενταγμένου στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Αστικό ΚΤΕΛ Βόλου Α.Ε.", πριν από δύο μήνες. Θα εξακολουθήσετε συνεπώς να παρέχετε τις υπηρεσίες σας μέχρι 30-12-2011, οπότε οφείλετε να αποχωρήσετε από την εργασία . Την αυτή ημερομηνία θα σας καταβάλουμε την νόμιμη αποζημίωσή σας, ήτοι το ήμισυ της προβλεπόμενης από το Ν. 2112/1920 αποζημίωσης".

Ο εκκαλών δεν παρέλαβε την προσφερθείσα αποζημίωση και η εφεσίβλητη παρακατέθεσε αυτήν στο Τ.Π.Δ. και επέδωσε σ' αυτόν αντίγραφο του γραμματίου παρακατάθεσης". Περαιτέρω, επί του ζητήματος της επικύρωσης της επίδικης σύμβασης εργασίας, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο ότι: "Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, καλύφθηκε καταρχήν η τυπική υποχρέωση αυτού για έκδοση του απαιτούμενου πιστοποιητικού υγείας, χωρίς να είναι στη συνέχεια αναγκαία η τήρηση εγγράφου τύπου για την κατάρτιση έγκυρης πλέον σύμβασης εργασίας και της επί τη βάσει αυτής επικύρωσης της αρχικής άκυρης σύμβασης εργασίας του.

Το ανωτέρω, ήτοι ότι δεν απαιτείτο να καταρτιστεί νέα γραπτή σύμβαση εργασίας μεταξύ των διαδίκων, προκειμένου να λάβει χώρα επικύρωση της αρχικά άκυρης σύμβασης εργασίας μεταξύ των ιδίων, κρίθηκε με τη με αριθμ. 1043/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, δυνάμει της οποίας έγινε δεκτή η από 13-9-2016 αίτηση αναίρεσης του εκκαλούντος και αναιρέθηκε για τον ανωτέρω λόγο η με αριθμ. 130/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας κατά το ανωτέρω σκέλος (της ακυρότητας της καταγγελίας και της επιδίκασης μισθών υπερημερίας), δυνάμει της οποίας είχε επικυρωθεί η με αριθμ. 24/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου με την οποία είχε απορριφθεί η από 9-12-2011 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 167/14-12-2011 αγωγή του εκκαλούντος, μεταξύ των άλλων και ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο .

Με την ανωτέρω αναιρετική απόφαση, όμως, δεν κρίθηκε το γεγονός εάν η εφεσίβλητη (εναγόμενη) τελούσε σε γνώση απόκτησης του παραπάνω ιατρικού πιστοποιητικού, ώστε στη συνέχεια να θεωρηθεί ότι συντρέχει περίπτωση σιωπηρής επικύρωσης της αρχικά άκυρης δικαιοπραξίας κατ' άρθρο 183 παρ. 1 του Α.Κ., γεγονός ως προς το οποίο χωρεί επανεξέταση της υπόθεσης [ ... ].

Το γεγονός, όμως, ότι η εφεσίβλητη εξακολούθησε να απασχολεί τον εκκαλούντα ως οδηγό του με αριθμ. κυκλ. ΒΟΜ-74390 ΔΧ λεωφορείου της για χρονικό διάστημα ενός έτους από την έκδοση της ανωτέρω ιατρικής βεβαίωσης, μέχρι την 30-10-2011 δεν αρκεί από μόνο του να "δηλώσει" σιωπηρή επικύρωση της αρχικά άκυρης σύμβασης εργασίας του εκκαλούντος από την εφεσίβλητη, καθόσον δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό μέσο ότι η τελευταία έλαβε γνώση της μεταγενέστερης απόκτησης αυτού του πιστοποιητικού.

Αντιθέτως, όπως βεβαιώνεται από τη με αριθμ. πρωτ.7880/16-12-2011 βεβαίωση του ΚΤΕΛ Βόλου, η οποία προσκομίστηκε τόσο πρωτοδίκως, όσο και στα πλαίσια της δευτεροβάθμιας δίκης, τόσο εκείνης προ της αναίρεσης όσο και της παρούσας κατόπιν αυτής, ο εκκαλών Θεμιστοκλής Παπαδημητρίου δεν προσκόμισε σε αυτό πιστοποιητικό καταλληλότητάς του, σύμφωνα με τον κανονισμό προσωπικού τόσο κατά το χρόνο της πρόσληψής του στο με αριθμ.

ΒΟΜ-74390 ΔΧ λεωφορείο ιδιοκτησίας της εφεσίβλητης, όσο και μεταγενέστερα καθ' όλο το χρόνο της εργασίας του, διευκρινίζοντας βέβαια ό,τι το μόνο σχετικό έγγραφο στον ατομικό φάκελο του είναι το προμνησθέν ιατρικό έγγραφο (ιατρική βεβαίωση σε παραπεμπτικό για παρακλινικές εξετάσεις). Η ύπαρξη του ανωτέρω εγγράφου στον ατομικό φάκελο του εκκαλούντος, δεν μπορεί να οδηγήσει αφ' εαυτής στο συμπέρασμα ότι η εφεσίβλητη έλαβε γνώση του ιατρικού αυτού πιστοποιητικού, αποδεχόμενη την εξακολούθηση της παροχής των υπηρεσιών του ως οδηγού.

Η περί του ανωτέρω κρίση του δικαστηρίου ενισχύεται και από την κατάθεση του Τρύφωνα Πλαστάρα, στη με αριθμ. 159/5-12-2018 ένορκη βεβαίωση του ενώπιον της συμβολαιογράφου Λάρισας Βασιλείας Κώτσιου, στην οποία βεβαιώνει ότι [ ... ] . Ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι η εφεσίβλητη τελούσε σε γνώση της προσκόμισης του πιστοποιητικού υγείας και αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι εξακολούθησε να τον απασχολεί ως οδηγό μέχρι και την 30-12-2011, χωρίς να εναντιωθεί στην παροχή εργασίας του.

Η εξακολούθηση όμως αποδοχής της εργασίας του εκκαλούντος από την εφεσίβλητη δεν οδηγεί από μόνη της στο συμπέρασμα ότι η τελευταία είχε λάβει γνώση για τη μεταγενέστερη απόκτηση του ιατρικού πιστοποιητικού, άλλωστε αυτός ούτε κατά την πρόσληψή του είχε προσκομίσει τέτοιο πιστοποιητικό, γεγονός που δεν τον εμπόδισε να παρέχει την εργασία του σε αυτήν [ ... ].

Ενόψει τούτων, μη αποδειχθείσας τη γνώσης της εφεσίβλητης ως προς τη μεταγενέστερη απόκτηση του ιατρικού πιστοποιητικού, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ρητή ή σιωπηρή επικύρωση της αρχικά άκυρης δικαιοπραξίας και την ισχύ αυτής ως νέας [.... ]. Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών απορριπτέος ως αβάσιμος τυγχάνει και ο προταθείς ισχυρισμός του εκκαλούντος περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος προβολής της ακυρότητας της επίδικης σύμβασης εργασίας από την εφεσίβλητη.

Κατόπιν τούτων, κατά παραδοχή της ένστασης της εναγόμενης - εφεσίβλητης περί ακυρότητας της επίδικης σύμβασης εργασίας, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα σιωπηρή επικύρωση αυτής με νέα σύμπτωση των δηλώσεων βούλησης των διαδίκων, οι τελευταίοι συνδέονταν με απλή σχέση εργασίας και συνακόλουθα η εναγόμενη - εφεσίβλητη μπορούσε να παύσει να δέχεται τις υπηρεσίες του, χωρίς την τήρηση των περιορισμών του άρθρου 26 του π.δ. 246/2006 και για το λόγο αυτό εγκύρως προέβη στην αναιτιώδη καταγγελία της εργασιακής σχέσης του ενάγοντος - εκκαλούντος, χωρίς να καταστεί υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας του και καταβολή σε αυτόν μισθών υπερημερίας.

Συνεπώς προς τα ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη με αριθμ. 24/2013 απόφαση απέρριψε την αγωγή του ενάγοντος - εκκαλούντος, ως προς το κεφάλαιο της αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και της επιδίκασης σε αυτόν μισθών υπερημερίας δεν έσφαλλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και συνακόλουθα τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με την ένδικη έφεση τυγχάνουν απορριπτέα". Επισημαίνεται παρενθετικά ότι, τα λοιπά κεφάλαια της προσβαλλομένης απόφασης (αποζημίωση αδείας και διαφορές αποδοχών εορτών και αδείας) δεν αναιρέθηκαν με την ανωτέρω απόφαση του Αρείου Πάγου και, συνεπώς, αυτά είχαν καταστεί αμετάκλητα.

Με την κρίση του αυτή, το Μονομελές Εφετείο Λάρισας, ως δικαστήριο της παραπομπής δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων183, 648 του Α.Κ. και άρθρου 4 του π.δ/τος 246/2006, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις οποίες αντιθέτως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, παραλλήλως δε διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο αυτού σκέλος, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ο ίδιος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης και σε συνέχεια και σε συνάφεια με τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, με τον οποίο προσάπτεται στη προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παρέβλεψε το γεγονός ότι, καίτοι το κατάλληλο ιατρικό πιστοποιητικό ζητήθηκε από το "Αστικό ΚΤΕΛ Βόλου Α.Ε." και κατατέθηκε σ' αυτό, δεν απέδωσε την δέουσα σημασία στην αιτία, βάσει της οποίας το ΚΤΕΛ ζήτησε από τον ενάγοντα να προσκομίσει ιατρικό πιστοποιητικό καταλληλότητας, δεν ιδρύεται διότι για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν απαιτείτο η αναφορά της αιτίας αυτής, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα διατυπώνεται σαφώς.

Εξάλλου, για τον ίδιο λόγο, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας και, κατά συνέπεια, δεν ιδρύει αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η παράλειψη της προσβαλλομένης απόφασης να αναφέρει βάσει ποιας έννομης σχέσης το ΚΤΕΛ ζήτησε από αυτόν να του προσκομίσει ιατρικό πιστοποιητικό και να αναλύσει περαιτέρω τον λόγο, για τον οποίο αξίωσε να προσκομίσει το σχετικό πιστοποιητικό, δηλαδή για ποιο λόγο επέδειξε ενδιαφέρον για έναν οδηγό λεωφορείου, που δεν ήταν δικός του υπάλληλος αλλά της αντιδίκου, αφού η αναφορά περαιτέρω στοιχείων δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας .

Κατά συνέπεια οι επικαλούμενες ως άνω ελλείψεις, δεν στοιχειοθετούν ανεπάρκεια αιτιολογίας, κατά την έννοια του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Με τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση.

Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ` αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν . Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι με την αναίρεση της απόφασης, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης, ως προς τα πληγέντα κεφάλαια και τα αρρήκτως συνδεόμενα με αυτά που συναναιρούνται και ειδικότερα, στην περίπτωση της εν μέρει αναίρεσης κατά τα αναιρεθέντα κεφάλαια και στην περίπτωση της εν όλω αναίρεσης - η οποία συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός πλήττει κατά νομική ακολουθία το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της - κατά το σύνολο αυτής, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας, έφεση, αγωγή, κ.λ.π.

Έτσι, αν αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ' αυτής έφεση, που θα κριθεί πάλι από το Εφετείο. Το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 3, 581 παρ. 2 και 3, 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, επανεκδικάζει την έφεση, ως προς το κεφάλαιο στο οποίο αναφέρεται η παράβαση για την οποία η αναίρεση και τα αρρήκτως με αυτό συνδεόμενα κεφάλαια και δεν περιορίζεται στο νομικό ζήτημα περί του οποίου ο γενόμενος δεκτός λόγος αναίρεσης, αλλά η υπόθεση επανεκδικάζεται κατά το εκκληθέν μέρος επί του οποίου με την απόφασή του αποφαίνεται το δικαστήριο της παραπομπής.

Το τελευταίο δεσμεύεται κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 4 του ΚΠολΔ μόνο ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε η παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου, το οποίο μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο, όχι όμως και από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, δυνάμενο να εκτιμήσει διαφορετικά τις αποδείξεις από ότι η αναιρεθείσα, χωρίς να δεσμεύεται ούτε ως προς το σημείο αυτό από εκείνη (Α.Π. 682/2014, Α.Π. 15/2014, Α.Π. 1614/2008, Α.Π. 1606/2007).

Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως συνάγεται από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής προς τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 4 και 581 παρ. 2 του ιδίου άρθρου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολούθησε, όσον αφορά το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση, την λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο (Α.Π. 1708/2008).

Το επιλυθέν ζήτημα μπορεί να είναι ουσιαστικό ή δικονομικό (Α.Π. 295/2007, Α.Π. 479/2010, Α.Π. 542/2017, Α.Π. 631/2018). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 εδ. α' του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι λόγος αναίρεσης παρέχεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει ότι το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση διαδίκου, ερεύνησε περί της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και για το λόγο αυτό δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού (Α.Π. 2103/2007).

Αλλιώς, ο λόγος απορρίπτεται ως ερειδόμενος σε αναληθή προϋπόθεση (Α.Π. 1929/2008, Α.Π. 929/2014). Πρέπει, δε, για να είναι ο λόγος αυτός ορισμένος, να αναφέρεται στο αναιρετήριο : α) ότι η αναιρεσιβαλλομένη ασχολήθηκε με το ζήτημα του δεδικασμένου, β) η απόφαση από την οποία δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, γ) το αντικείμενο του δεδικασμένου της απόφασης εκείνης, δ) τα ζητήματα που κρίθηκαν τότε με δύναμη δεδικασμένου, αναφορικά με το αντικείμενο της ενεστώσας δίκης και ε) οι σχετικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης.

Πρέπει, επίσης, να εξειδικεύονται οι πλημμέλειες της αναιρεσιβαλλομένης, ως προς την κατάφαση ή την άρνηση δεδικασμένου, έτσι ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ για το δεδικασμένο και μάλιστα αν πρόκειται για ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων αυτών (Α.Π. 1324/2013, Α.Π. 509/2002).

Η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του το δεδικασμένο, ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, εφόσον ο σχετικός με το δεδικασμένο ισχυρισμός προτάθηκε, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και ρητά απορρίφθηκε, δηλαδή περιέχεται στην απόφαση του δικαστηρίου αρνητική κρίση για τη συνδρομή του δεδικασμένου πρέπει δε αυτό να αναφέρεται στο αναιρετήριο, αλλιώς ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος (Ολ.

Α.Π. 1339/1985, Α.Π. 1795/2007, Α.Π. 1002/2005, Α.Π. 2/2006). Αντίθετα, αν στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχεται η οποιαδήποτε κρίση για την ύπαρξη ή ανυπαρξία δεδικασμένου, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16 (Α.Π. 853/2001, Α.Π. 130/2004, Α.Π. 1858/2005) . Στην προκειμένη περίπτωση, ο εκ του αριθμού 18 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο αυτού σκέλος, ότι δηλαδή η προσβαλλομένη απόφαση δεν συμμορφώθηκε προς την με αριθμό 1043/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, είναι αβάσιμος.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι με την ως άνω αναιρετική απόφαση κρίθηκε αμετακλήτως ότι υπήρξε επικύρωση της αρχικά άκυρης σύμβασης εργασίας του. Και τούτο διότι, η προσκόμιση του κατάλληλου πιστοποιητικού υγείας στο "Αστικό ΚΤΕΛ Βόλου Α.Ε.", συνιστά γνώση και της ίδιας της εφεσιβλήτου, για τους λόγους που ειδικότερα διαλαμβάνει στον αναιρετικό λόγο .

Ωστόσο, το κρίσιμο ζήτημα της ακυρότητας ή μη της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος από την εναγομένη και της εντεύθεν επιδίκασης ή μη των αποδοχών υπερημερίας, δεν κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση, όπως ορθώς δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, με το σκεπτικό ότι η αναιρεσιβληθείσα απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (130/2015 Μονομελούς Εφετείου Λάρισας) είχε απορρίψει την αγωγή, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι, λόγω μη κατάρτισης έγγραφης σύμβασης εργασίας, δεν έλαβε χώρα επικύρωση της αρχικά άκυρης σύμβασης εργασίας.

Επίσης, απορρίφθηκε και ο ισχυρισμός του εκκαλούντος, τον οποίο είχε επαναφέρει προς κρίση με τον δεύτερο λόγο της εφέσεώς του και τον συνεχόμενο με αυτόν πρόσθετο λόγο, περί σιωπηρής επικύρωσης της εργασιακής του σύμβασης και, ως εκ τούτου, το ζήτημα της γνώσεως της εφεσιβλήτου, ως προς την απόκτηση του ιατρικού πιστοποιητικού, δεν απασχόλησε την αναιρετική απόφαση .

Έτσι, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, συμμορφούμενο με την πιο πάνω αναιρετική απόφαση και στην έκταση που καθορίστηκε με αυτήν, δέχθηκε ότι δεν απαιτείτο να καταρτιστεί νέα έγγραφη σύμβαση εργασίας μεταξύ των διαδίκων, προκειμένου να λάβει χώρα επικύρωση της αρχικά άκυρης σύμβασης εργασίας . Ακολούθως, δε, επανεξέτασε την υπόθεση, ως προς το εάν η εναγομένη τελούσε σε γνώση απόκτησης του παραπάνω ιατρικού πιστοποιητικού, ώστε στη συνέχεια να θεωρηθεί ότι συνέτρεχε περίπτωση σιωπηρής επικύρωσης της αρχικά άκυρης δικαιοπραξίας, κατ' άρθρο 183 παρ. 1 του Α.Κ.

και κατά παραδοχή του σχετικού ισχυρισμού της εναγόμενης - εφεσίβλητης έκρινε ότι η επίδικη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος - εκκαλούντος ήταν άκυρη, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα σιωπηρή επικύρωση αυτής, με νέα σύμπτωση των δηλώσεων βούλησης των διαδίκων. Με βάση τα παραπάνω, το επιλαμβανόμενο, μετά την αναίρεση, δικαστήριο της παραπομπής, δεν έθεσε "νέο όρο" για την επικύρωση της επίδικης σύμβασης εργασίας, όπως αβασίμως διατείνεται ο αναιρεσείων, αλλά παραδεκτώς προχώρησε στην έρευνα του σχετικού ως άνω κεφαλαίου.

Επομένως, ο σχετικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επίσης, ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο αυτού σκέλος, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το δικαστήριο της παραπομπής δεν ασχολήθηκε με την ύπαρξη ή μη ύπαρξη δεδικασμένου.

Τέλος, κατά τον αριθμ. 17 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η απόφαση είναι αναιρετέα, αν περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Οι αντιφατικές διατάξεις πρέπει να υπάρχουν στην ίδια απόφαση (Α.Π. 419/2010, Α.Π. 49/2016) και δη στο διατακτικό της ή στις επέχουσες θέση διατακτικού αιτιολογίες της (Α.Π. 41/2009, Α.Π. 848/2014), να αφορούν δε τις κύριες αιτήσεις ή αυτές και τις παρεπόμενες (Α.Π. 1365/2014).

Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός πρέπει ακόμη από την αντίφαση να προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεση της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή να δημιουργείται αβεβαιότητα ως προς την ύπαρξη και την έκταση του δεδικασμένου στις σχέσεις των διαδίκων (Α.Π. 475/2004) . Αν, όμως, η αντίφαση βρίσκεται μεταξύ αιτιολογιών και διατακτικού, με τη μορφή της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, τότε ιδρύεται ο λόγος από το αρ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (Α.Π. 419/2010, Α.Π. 1153/2010).

Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο λόγος αυτός, πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι η ίδια η προσβαλλομένη απόφαση έχει αντιφατικές αιτιολογίες στο διατακτικό ή στο με προσόντα διατακτικού αιτιολογικό, που εμποδίζουν την εκτέλεσή της, κ.λ.π. και να προσδιορίζονται αυτές και η μεταξύ τους αντίφαση διαφορετικά ο λόγος είναι αόριστος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος ως απαράδεκτος (Α.Π. 1665/2008, Α.Π. 140/2010, Α.Π. 570/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο από τον αριθμό 17 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο αυτού σκέλος, είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι αντιφατικές διατάξεις, ούτε προσδιορίζεται εάν αυτές (αντιφατικές διατάξεις) εντοπίζονται στο διατακτικό της προσβαλλομένης, οπότε και μόνον ιδρύεται, κατά τα παραπάνω αναφερόμενα, ο λόγος αυτός αναίρεσης.

Μετά όλα τα προεκτιθέμενα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από17-07-2019 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 141/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Οκτωβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Σελίδα 2 της 1368/2021 πολιτικής απόφασης του Αρείου Πάγου